Γεωμετρικοί τόποι ζώων στο ποιητικό τοπίο της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ

το τοπίο να δω σαν κέντρο του κόσμου
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ
«Το άνθος διδάσκει», [Η ύλη μόνη] 2001

Πολλές οι επιλογές όταν εστιάζεις σε ολόκληρο το ποιητικό έργο της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ (Κ.Α.Ρ. στη συνέχεια), ακόμα περισσότερες αν έχεις την ευχέρεια να διαλέξεις ελεύθερα το τι θα γράψεις, αλλά δύσκολη η απόφαση, γιατί τα ζητήματα ουσίας με τα οποία καταπιάνεται είναι πολλά. Ο έρωτας στην ποίησή της; Η μοναξιά; Το Ανδρικό Σώμα μέσα στο Ποιητικό της Σώμα; Η μελαγχολία; Η λύπη; Το φως; Η ελπίδα; Το παράπονο; Η δικαιοσύνη; Η ανημπόρια; Αλλά και στη γραφή της, ας μην περάσει απαρατήρητη η συνειδητή της επιλογή να χρησιμοποιεί το μονοτονικό στα βιβλία της μετά από την καθιέρωσή του.
Μελετώντας από την αρχή ξανά το σύνολο του έργου της, το ένστικτό μου με οδήγησε σε ένα εντελώς ιδιαίτερο πεδίο, το οποίο ξάφνιασε και μένα, παρόλο που ήταν μπροστά στα μάτια μου εδώ και χρόνια. Σκεφτόμουν πώς ένας τόσο δραστήριος άνθρωπος, με ανεξάντλητο κέφι για δράση, για ζωή, για εμπειρίες κάθε είδους (σωματικές, γνωσιακές, νοητικές, γραφής, κ.α.) θα μπορούσε να αντέξει το βάρος μίας εκ γενετής σωματικής αναπηρίας-ειδικής ανάγκης-ανημπόριας, χωρίς να χάσει την αγάπη. Γιατί στην ουσία, δεν θα μπορεί να χαρεί ανεμπόδιστα πολλές από τις χαρές της ζωής. Του επιβάλλεται δια βίου στέρηση ελευθερίας. Εξάρτηση. Διά στόματος ιδίας:

Τώρα ξέρω πως η εξάρτηση είναι η πιο ανίατη αναπηρία.
Αιχμαλωσία, των αντιθέτων διάλογοι με τον ανήλεο χρόνο, εκδ. Καστανιώτη 2018

Εξάρτηση ήτοι μαρτύριο. Χώρια τα αναπάντητα. Αν τα πράγματα ήταν αλλιώς; Γιατί άραγε να έγιναν έτσι; Γιατί έλαχε σε εκείνη; Γιατί η ιατρική δεν προόδευσε τόσο ώστε να προλάβει την αποκατάσταση; Πόσοι άνθρωποι έφυγαν ή έζησαν μία στερημένη ελευθερίας ζωή, διότι δεν πρόλαβαν τις ιατρικές εξελίξεις; Πέρα από αυτό, πώς μια σωματική «δυσκολία» επηρεάζει τον ψυχισμό, τη νόηση, το όλον; Πώς η στο ασυνείδητο καταγεγραμμένη πληροφορία έρχεται απρόσκλητη στην επιφάνεια και παράγει πόνο; Σκέφτηκε ποτέ κανείς ότι ο πόνος της Κ.Α.Ρ. ήταν διαρκής; Ότι ακόμα και όταν πλησίαζε στο 100% της χαράς, η στο βάθος του υποσυνειδήτου της υποβόσκουσα υπόμνηση «αναπηρίας» ή «ειδικής ανάγκης» ή «ανημπόριας» μπορεί να δυσκόλευε τα πράγματα; Δεν είναι άθλος το να διατηρήσεις την Αγάπη μέσα σου, όπως εκείνη και να αποφύγεις τις παγίδες του φθόνου, της μοχθηρίας, του μίσους, της κακίας, της εκδίκησης;
Αυτό που μου κίνησε το ενδιαφέρον ήταν η αγάπη της για τα ζώα και η επακόλουθη αυτής ιδιαίτερη σχέση μαζί τους, οι ικανότητες επικοινωνίας, διαίσθησης ως και ενσυναίσθησης ακόμη που είχε αναπτύξει, βοηθούμενη πιθανότατα από την ιδιαιτερότητα της κατάστασής της, με καταλύτη την αγάπη της για τη ζωή, σε μία προσπάθεια να κατανοήσει τους μηχανισμούς της φύσης, τους άλλους οργανισμούς που ζουν σε αυτή, το κοινά σημεία και τις διαφορές, ώστε μέσα από συγκριτικές λειτουργίες ή απόπειρες ταύτισης να ενσωματωθεί στο όλον, να συμφιλιωθεί με την ίδια την κατάστασή της, να την αποδεχτεί και εν τέλει να την αγκαλιάσει, παρόλα τα εύλογα παράπονα, τη θλίψη, τα «γιατί».
Στις τελευταίες της εκδοτικές εμφανίσεις, έδωσε απαντήσεις σε πολλά, παύοντας πλέον η ίδια να περιμένει σε κάποια θέματα απαντήσεις:

Απάντηση δεν περιμένω όταν ρωτάω:
«Γιατί το φως; Γιατί το σκοτάδι;
Γιατί ο έρωτας κι ο ήλιος;»
Κι όσο πληθαίνουν οι αναπάντητες ερωτήσεις
τόσο νιώθω ότι πλησιάζω
το κέντρο της φύσης, που το φαντάζομαι
σαν μια μεγάλη, πέτρινη, στρογγυλή
απορία.

Αιχμαλωσία, των αντιθέτων διάλογοι με τον ανήλεο χρόνο, εκδ. Καστανιώτη 2018


Μέρος της Φύσης, τα ζώα χαρακτηρίζονται από μία μοναδική ιδιότητα στη σχέση τους με τον άνθρωπο. Θες η ανιδιοτέλειά τους, θες η έλλειψη δόλου, η εκ φύσεως δυνατή τους κεντρομόλος που τα κρατά στο κέντρο της δικιάς τους φύσης (σε αντίθεση πολλές φορές με τον άνθρωπο), το αποτέλεσμα είναι ότι:

Τα ζώα –οι σκύλοι, τα πουλιά–, με τις τόσο διαφορετικές φωνές τους, γλυκαίνουν μια πικρή μέρα που ίσως ξημερώνει.
«Ιντερμέδιο, Το αμίλητο μέλλον»,
Της μοναξιάς διπρόσωποι μονόλογοι, εκδ. Καστανιώτη 2016

Αυτός ο στίχος, ίσως να ήταν η καθοριστική έκλαμψη στην απόφασή μου να διερευνήσω στον Ποιητικό Λόγο της Κ. Α.Ρ. την αγάπη και τη σχέση της με τα ζώα. Πέραν αυτού, τη σχέση ποίησης και ζώων, την ορίζει η ίδια στο ποιητικό της γίγνεσθαι:


... Γιατί μνήμη κι όνειρο στα ζώα είναι ένα.
Δες πώς με το σούρουπο
χώνουν τα τριχωτά τους πρόσωπα στα φύλλα
βαθιά στην άμμο, κάτω απ’ τα χώματα
και στο νερό μέσα λουφάζουν.
Στην ουράνια ησυχία της σκέψης τους
βγαίνει απ’ την κρυψώνα της η ποίηση
και περπατάει ανάμεσά τους.
Ονειρεύονται ή θυμούνται τότε
τον μυτερό και μοχθηρό εαυτό τους
να τρέχει αγαθά πάνω στα κύματα
κι όλα τα φαγητά της φύσης
να λάμπουν γυμνά
χωρίς περίβλημα.
Κοιμούνται και θυμούνται
ξυπνούν και ξεχνούν
μα πάντα φτιάχνουν
τα εικοσιτετράωρα ποιήματα της ζωής τους.

Την ποίηση, αν ξέραμε να τη δούμε
έξω απ’ τα θλιμμένα σώματά μας
θα τη βρίσκαμε στον ύπνο των ζώων.

«Ο σκίουρος απαντάει στη γυναίκα» (Επίλογος Αέρας 1990)

Χρησιμοποίησα ως βάση το βιβλίο της Ποίηση 1963-2011, εκδ. Καστανιώτη, 2014 {όπου τα: ΕΚΤΟΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ – ΕΚΔΟΣΗΣ (1957), ΛΥΚΟΙ ΚΑΙ ΣΥΝΝΕΦΑ (1963), ΠΟΙΗΜΑΤΑ '63-'69 (1971), ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΘΗΛΑΣΤΙΚΟ (1974), ΤΑ ΣΚΟΡΠΙΑ ΧΑΡΤΙΑ ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ (1977), Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΗΣ ΣΤΑΘΕΡΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ (1978), ΕΝΑΝΤΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ (1982), ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ (1984), ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΑΕΡΑΣ (1990), ΑΔΕΙΑ ΦΥΣΗ (1993), ΛΥΠΙΟΥ (1995), ΩΡΑΙΑ ΕΡΗΜΟΣ Η ΣΑΡΚΑ (1996), Η ΥΛΗ ΜΟΝΗ (2001), ΜΕΤΑΦΡΑΖΟΝΤΑΣ ΣΕ ΕΡΩΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ (2003), ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ ΜΕ ΕΛΑΧΙΣΤΑ (2005), Η ΑΝΟΡΕΞΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ (2011)} και τρία από τα επόμενα βιβλία της, όλα από τις εκδ, Καστανιώτη, εκ των οποίων το ένα αμιγώς ποιητικό: ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ ΔΙΠΡΟΣΩΠΟΙ ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ, 2016, ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΗΛΕΟ ΧΡΟΝΟ, 2018, και το ΜΕ ΆΛΛΟ ΒΛΕΜΜΑ, 2018.

Εκεί ανακάλυψα τις εξής –εντοπισμένες κατ’ ελάχιστον απευθείας– αναφορές σε ζώα:

  • ΖΩΑ-ΠΛΑΣΜΑΤΑ-ΘΗΛΑΣΤΙΚΑ ΓΕΝΙΚΑ: (62)
  • ΠΟΥΛΙΑ: (57)
  • ΣΚΥΛΟΙ: (23)
  • ΜΥΡΜΗΓΚΙΑ: (13)
  • ΤΙΓΡΕΙΣ: (11)
  • ΓΑΤΕΣ: (10)
  • ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ, ΕΝΤΟΜΑ-ΖΩΥΦΙΑ, ΕΡΠΕΤΑ ΓΕΝΙΚΑ, ΜΑΜΟΥΝΙΑ-ΖΟΥΖΟΥΝΙΑ, ΠΟΝΤΙΚΙΑ-ΤΡΩΚΤΙΚΑ, ΠΡΟΒΑΤΑ-ΚΡΙΑΡΙΑ-ΚΑΤΣΙΚΙΑ-ΜΗΡΥΚΑΣΤΙΚΑ-ΚΟΠΑΔΙΑ, ΦΙΔΙΑ, ΨΑΡΙΑ: (9)
  • ΑΛΟΓΑ, ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ, ΤΖΙΤΖΙΚΙΑ: (8)
  • ΛΥΚΟΙ, ΜΥΓΕΣ, ΣΚΟΥΛΗΚΙΑ: (7)
  • ΑΡΚΟΥΔΕΣ, ΕΛΑΦΙΑ-ΖΑΡΚΑΔΙΑ, ΤΑΥΡΟΙ: (6)
  • ΓΛΑΡΟΙ, ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΕΣ, ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ: (5)
  • ΑΗΔΟΝΙΑ, ΑΛΕΠΟΥΔΕΣ, ΑΡΑΧΝΕΣ, ΚΟΤΕΣ, ΜΑΪΜΟΥΔΕΣ, ΝΥΦΙΤΣΕΣ, ΟΡΝΕΑ - ΓΥΠΕΣ – ΓΕΡΑΝΟΙ, ΣΚΙΟΥΡΟΙ, ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ: (4)
  • ΓΑΪΔΟΥΡΙΑ, ΚΟΡΑΚΙΑ, ΜΕΛΙΣΣΕΣ, ΠΕΤΕΙΝΟΙ: (3)
  • ΑΕΤΟΙ, ΑΙΛΟΥΡΟΙ, ΒΑΤΡΑΧΙΑ, ΔΕΛΦΙΝΙΑ, ΚΑΤΣΑΡΙΔΕΣ, ΚΟΤΣΥΦΙΑ, ΚΥΚΝΟΙ, ΛΙΟΝΤΑΡΙΑ, ΠΑΓΟΝΙΑ, ΠΥΓΟΛΑΜΠΙΔΕΣ, ΣΑΛΙΓΚΑΡΙΑ, ΣΚΑΝΤΖΟΧΟΙΡΟΙ, ΥΑΙΝΕΣ, ΧΕΛΩΝΕΣ, ΚΑΜΠΙΕΣ: (2)
  • ΑΓΡΙΟΓΑΤΟΣ, ΑΚΡΙΔΑ, ΓΕΡΑΚΙ, ΓΚΙΟΝΗΣ, ΕΛΕΦΑΝΤΑΣ, ΕΝΥΔΡΙΔΑ, ΕΡΩΔΙΟΣ, ΚΑΜΗΛΟΠΑΡΔΑΛΗ, ΚΑΝΑΡΙΝΙ, ΚΙΣΣΑ, ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΣ, ΚΟΥΝΑΒΙ, ΚΟΥΝΕΛΙ, ΚΟΥΝΟΥΠΙ, ΛΑΓΟΣ, ΜΑΣΤΟΦΟΡΟ, ΜΟΣΧΑΡΙ, ΝΕΡΟΦΙΔΟ, ΝΥΧΤΕΡΙΔΑ, ΠΕΡΔΙΚΑ, ΣΑΡΑΚΙ, ΣΑΥΡΑ, ΣΚΑΘΑΡΙΑ, ΣΤΡΕΙΔΙΑ, ΣΦΗΚΑ, ΤΣΑΚΑΛΙ, ΦΑΛΑΙΝΑ, ΧΕΛΙΔΟΝΟΨΑΡΟ, ΧΤΑΠΟΔΙ: (1)

Δεκαοκτώ (18) βιβλία συν ένα ποίημα, 317 ποιήματα-ποιητικές συνθέσεις, συνολικά 434 ευθείες αναφορές σε ζώα. Με στατιστική επεξεργασία και χρήση παραστατικού λογισμικού, κατάρτισα Πίνακες και Διαγράμματα για πληρέστερη εποπτεία. Γιατί; Ο καθηγητής Ανώτερων Μαθηματικών στο Ε.Μ.Π. Δημήτρης Δασκαλόπουλος όταν τον ρωτούσαμε γιατί γράφει στον πίνακα αυτά που υπάρχουν και στις σημειώσεις, μας έλεγε: «για να έχετε προσλαμβάνουσες παραστάσεις».

Πίνακας 1.
Είδος ζώου με αλφαβητική ταξινόμηση και πλήθος αναφορών σε αυτό.
Απεικόνιση στο γράφημα 1 υπό μορφή «πίτας».


Πίνακας 2.
Είδος ζώου και πλήθος αναφορών σε αυτό με αριθμητική φθίνουσα ταξινόμησή τους.
Απεικόνιση στο γράφημα 2 με ράβδους.


Πίνακας 3.
Έκδοση βιβλίου-δημοσίευση ποιήματος σε σχέση με τη χρονολογία έκδοσης – δημοσίευσής του.
Απεικόνιση με καμπύλη στο γραμμικό γράφημα 3.

Πίνακας 4.
Έκδοση βιβλίου-δημοσίευση ποιήματος, χρονολογία έκδοσης – δημοσίευσής του, σε σχέση με τον αριθμό ποιημάτων-ποιητικών συνθέσεων.
Απεικόνιση στο γραμμικό γράφημα διασποράς 4.

Λόγω περιορισμού έκτασης, στην παρούσα θα ασχοληθώ μόνο με τα δύο είδη που εμφανίζονται τις περισσότερες φορές, πέραν των γενικών αναφορών σε ζώα-πλάσματα-θηλαστικά γενικά, τα οποία «κλέβουν την παράσταση»: με τα πουλιά γενικά ως «πουλιά» (χωρίς να συμπεριλάβω χελιδόνια, καναρίνια, γύπες, όρνεα, κ.λπ.) και με τους σκύλους, χωρίς να εξαντλήσω αριθμητικά τις όψεις-προσλήψεις-ρόλους σε κανένα από τα δύο. Ίσως αυτό γίνει αργότερα, ως συνέχεια της προσπάθειας αυτής.

Πουλιά


Τα πουλιά, κυρίαρχα και ποσοτικά και μεταφορικά στην ποίηση της Κ.Α.Ρ. της δίνουν τα φτερά για να πετάξει έξω από το αδύναμο, καθηλωμένο σώμα. Φέρνουν την ελπίδα, άρα έχουν το χρώμα της, πράσινο (σημειολογικά =ελπίδα, αναγέννηση, ανάρρωση):

Περιμένω ν’ αλλάξει ο αέρας
να φέρει φτερά πράσινων πουλιών
χελιδονόψαρα, καλαμπόκι
άγγιγμα απ’ τον Ισημερινό
πορείες για προσκυνήματα
στους Τάφους

(Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ ΜΟΥ)

με ποθούμενο τη φυγή από τον θόρυβο, την κίνηση και την καταφυγή στην ηρεμία, την αρμονία, την ουράνια γαλήνη, ήτοι σημειολογικά στο γαλάζιο (βλ. λ.χ. «το Γαλάζιο Πουλί» του Μωρίς Μέτερλινγκ, τα γαλάζια πουλιά στον Νίκο Καζαντζάκη, στον Γιώργο Γεωργούση, κ.ά.):

μόνο τα πουλιά πια
τρομάζουν απ’ την κίνηση
και φεύγουν στο γαλάζιο

(ΤΡΙΑ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ, ΙΙΙ)

ή στη ζεστασιά του Νότου, πολλά μαζί, με μία ενστικτώδη γεωμετρία:

Τα πουλιά πέταγαν προς τη χόβολη του Νότου
με συμμετρικούς σχηματισμούς

(ΠΡΟΚΑΤΑΚΛΥΣΜΙΑΙΟΣ ΟΙΣΤΡΟΣ, γ)

Οι ιδέες τριβελίζουν το μυαλό της ποιήτριας, πετάνε από το νοητικό στο φαντασιακό της επίπεδο και δεν καταφέρνουν πάντα να αποτυπωθούν στο χαρτί, γιατί κάποιες φορές, έτσι εκείνες επιλέγουν:

Τότε ήταν που οι λέξεις ξεχείλιζαν
οι ιδέες πετούσαν σαν άγρια πουλιά
αρνιόντουσαν να τραφούν
από λέξεις κι ας πεινούσαν.

(ΑΠΡΟΣΜΕΝΗ ΕΞΕΛΙΞΗ).

Είτε είσαι γλυκόλαλο πουλί, είτε αρπακτικό, δεν παύεις να είσαι πουλί, δηλαδή να έχεις τη δυνατότητα να πετάξεις, να έχεις πρόσβαση στο αγαθό της ελευθερίας:

Άκουγα γλυκές φωνές πουλιών
–και τ’ αρπαχτικά σαν αηδόνια τραγουδούν στο τέλος–
κι έλαμπε το μέτωπο του βιολιστή στην αυλή του σκοταδιού μου.

(ΗΤΑΝ)

Στιγμές διαλογισμού, επίγνωσης, μετάβασης σε κόσμους μη ορατούς, επίμονη προσήλωση στους κώδικες του φυσικού περιβάλλοντος, μπορεί να φέρουν βιωμένη γνώση:

και ξαφνικά γνωρίζουμε
τα φυτά απ’ τις κρυφές εκκρίσεις τους
τα πουλιά απ’ την άλλη τους λαλιά
την ψυχή από τη μουγκή της κραυγή.

(ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΡΑΨΩ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ, VI).

Στο άκουσμα της λέξης «πουλί», αναδύονται –διαφορετικές για τον καθένα– συνειρμικές εικόνες, όπως και για την ποιήτρια άλλωστε, η οποία επιλέγει να αποκαλύψει ή να δημιουργήσει ποιητικά μία εξαιρετικά δυνατή εικόνα, συνδυάζοντας την τεχνική της αφαίρεσης με αυτήν της αντίθεσης:

Σε άδεντρο χώρο
το πουλί σημειώνει
την ακινησία
με λαρυγγισμούς

(ΑΠΕΙΘΑΡΧΙΑ ΣΤΟ ΜΑΥΡΟ)

με τέτοια έμφαση στης Φύσης την ομορφιά, η οποία θα ήταν αδύνατον να κρύψει το εντός του αποσπάσματος υποφώσκον χάικου (δεκαεπτά συλλαβές, 5+7+5, τρεις στίχοι, μία ανάσα), αρκεί να ξαναδιαβαστεί ως:

ακινησία
το πουλί σημειώνει
με λαρυγγισμούς.

Τα πουλιά βέβαια είναι προάγγελοι και καλών και κακών (βλ. λ.χ. «Το Κοράκι» του Πόε, τον δραματικό στίχο «λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει» του Σολωμού, κ.α.), κάτι που η Κ.Α.Ρ. λέει με πολλούς τρόπους, όπως λ.χ. με τα δίπολα σιωπή (θάνατος) – ομιλία (ζωή), νύχτα (θάνατος) – μέρα (ζωή):

Γη καλή, με τα πουλιά της νύχτας
σιωπηλά με μαύρα φτερά
και τα πουλιά της μέρας τα ομιλητικά

(ΣΤΗ ΓΗ)

με τη θλίψη:

το αβάσταχτο πουλί της θλίψης
ακούω με τη δική σου φωνή

(ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ)

με την αναστάτωση, την αγωνία σαν τα πουλιά ψυχανεμίζονται το κακό ή το υπέρτατο κακό, τον Χάρο:

Σαν ν’ άλλαξαν οι φωνές των βραδινών πουλιών
οι συνδυασμοί πιο πολύπλοκοι
τα κρωξίματα έγιναν κραυγές

(ΑΛΛΑΓΕΣ)

με το τέλος του λευκού:

Το μακρύλαιμο λευκό πουλί
είχε πει το τελευταίο του άσμα

(ΑΦΑΝΤΑΣΤΟ ΤΕΛΟΣ)

με την εικαστική εκμετάλλευσή τους ακόμα και στην ψυχρή πορσελάνη, όπου η νομοτέλεια του θανάτου, και μάλιστα της ομορφιάς, από ανθρώπου χέρι φυσικά, γίνεται η ίδια όμορφο χρηστικό αντικείμενο, κι αυτό με τη σειρά του αντικείμενο σαρκασμού από την ποιήτρια:

Η πέρδικα ζωγραφισμένη στο πιάτο
με τον κυνηγό της

(ΕΜΙΛΥ).

Η ματαιότητα και η απαισιοδοξία, λίγο πριν από τον μηδενισμό (άλλο μέγα ζήτημα στην Ποίηση της Κ.Α.Ρ.) αγγίζει και τα πουλιά:

Τα πουλιά τα μαθαίνεις απ’ έξω
όπως και το φως που αλλοιώνει
τη σημασία του τίποτα

(ΣΤΗ ΛΥΠΙΟΥ ΚΑΙ ΠΑΛΙ)

είναι όμως ανθρώπινο ψυχικό ή νοητικό προϊόν, όπως και η συνείδηση των ορίων, η συνειδητοποίηση της αναγκαστικής προσαρμογής στις αδυναμίες του σώματος, ο πόθος της ελευθερίας, το να μπορείς αν θέλεις να βγεις έξω από κάθε τζάμι, έξω από τον ρόλο του καθηλωμένου παρατηρητή, το να χαίρεσαι ακόμα και τον ρόλο του πλάνητα, κι ας έχουν μείνει γύρω σου μόνο στάχτες, κι ας έχει καταντήσει το τοπίο μια άλλη, τρισχειρότερη Ελιοτική Έρημη Χώρα, γιατί η ζωή, δεν παύει να είναι ζωή:

αν ήμουνα πουλί
με σύντομη ζωή
δε θα φοβόμουνα το θάνατο. /.../
Πουλί μικρό πουλί
και στην τέφρα
πάλι τη ζωή τιτιβίζεις
εσύ
κι όλα όσα είναι έξω από το τζάμι.

(ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ)

Σκύλοι

O σκύλος, με το κλαψούρισμά του γίνεται ικέτης τροφής, ικέτης για επιβίωση:

Ακούγεται τότε κάτι σαν ερωτικό μουρμουρητό
ή σαν κλαψούρισμα σκύλου νηστικού...

(Η ΥΛΗ ΜΟΝΗ)

γίνεται παρέα, παρηγοριά, το αλύχτισμά του προσμένει τον Οδυσσέα από την Ιθάκη:

άκουγα το σκύλο ν’ αλυχτάει
–όχι να με φοβίσει, να με παρηγορήσει ζητάει–

(ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΜΕΤΡΗΣΗ).

Η παρηγοριά αυτή έχει τον δικό της χρόνο ζωής. Το πρόσκαιρο ταλανίζει τον άνθρωπο και εμφανίζεται ξανά η μαύρη αλήθεια:

Ο σκύλος, με το στομάχι του βαρύ απ’ όλη την τρυφερότητα
της άσπορης καρδιάς μου, αδειάζει τα σωθικά του στο μαύρο χώμα.

(ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΦΕΓΓΑΡΙ).

Άλλοτε, άνθρωπος και σκύλος αλλάζουν θέσεις και η ωμή πραγματικότητα εισβάλλει ξεκινώντας από τη μελαγχολία:

Μελαγχολώ, σκυλί, μελαγχολώ
που έχασα την ανθρωπιά μου

(ΤΟ ΑΔΕΣΠΟΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ)

στοχεύοντας στην κατασπάραξη, ακόμα και στη φαντασία ή το υποσυνείδητο:

Σκύλε που τυχαία βρέθηκες εδώ
–εσύ τουλάχιστον, ξέρω, ήρθες για να φας–
σου λέω: Δεν καταλαβαίνω.

(ΤΟ ΑΔΕΣΠΟΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ)

λησμονώντας τις ελάχιστες στιγμές ξενοιασιάς, τις εποχές της δόξας του σώματος:

Σαν το κουτάβι κυνηγάω την ουρά μου, πάω να πιαστώ από
λοφογραμμές που ξεκινούν από τον αφαλό μου.

(ΕΠΙΒΙΩΣΗ)

Πληρέστερη και περισσότερο ενδελεχής ανάλυση και διερεύνηση και των δύο αυτών ζώων, αλλά και των υπολοίπων, απαιτεί χώρο και μάλιστα βιβλίου, όχι απλά παρουσίασης, εργασίας ή επιστημονικής ανακοίνωσης. Αφήνοντας τα χέρια από το πληκτρολόγιο και έχοντας κατά νου το σύνολο του έργου της Κ.Α.Ρ., αναρωτιέμαι για εκείνη (και για πολλοστή φορά και για μένα), γιατί γράφουν οι άνθρωποι ποιήματα. Θυμήθηκα την ίδια ερώτηση και την απάντηση σε αυτήν της Γιαννούσας:

Γιατί γράφουν οι άνθρωποι ποιήματα;
Για να τα ’χουν όταν το φως τούς σβήσει η φύση.

(Η ΓΑΝΝΟΥΣΑ ΚΙ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ)

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: