Η σοφία της εσωτερικότητας

Έργο του Σωτήρη Σόρογκα
Έργο του Σωτήρη Σόρογκα

Δεν βρίσκει κανείς τη μοναξιά. Τη δημιουργεί.
ΜΑΡΓΚΡΙΤ ΝΤΥΡΑΣ


Ενδεής μπροστά στους κήπους. Έτσι ένιωθε η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ όταν διάβαζε τους στίχους που της εμπιστεύονταν οι νέοι ποιητές. Και ήταν αυτό το αίσθημά της αυθεντικά αθώο, όπως το ξάφνιασμα ενός παιδιού, μια αντίδραση γνήσια και απροσποίητη, γεμάτη από τη φύση της ταπεινότητας που αποτελεί γνώρισμα των πολύ ιδιαίτερων πνευμάτων. Η ίδια έζησε για την ποίηση και τον έρωτα. Αγάπησε τις λέξεις, τράφηκε από τη σάρκα τους, ρούφηξε τους χυμούς της γλώσσας και ξαναπλάστηκε από αυτήν, σαν ένα σπάνιο είδος που ανθίζει μέσα στον θρίαμβο της σταθερής απώλειας και την αιώνια έκφραση του πρόσκαιρου.

Τις κινήσεις της ψυχής μου/παρακολουθώ στην οθόνη./ Ποια μέθοδο ακολουθεί άραγε η ψυχή/για να επιζήσει για λίγο ακόμη χωρίς μέλλον;/Το ψέμα; Την αλήθεια;

Οι παραπάνω στίχοι αναδεικνύουν τη συμπυκνωμένη αίσθηση μιας ολόκληρης ζωής και μιας ποιητικής που δεν στηρίχτηκε σε ιδεολογικές θέσεις, αλλά στη βιωμένη εμπειρία. Πρόκειται για την πιο σκοτεινή αλήθεια του κόσμου: H ύπαρξη είναι θνητή. Η ύπαρξη είναι χωρίς μέλλον. (Πάσχουμε από «την αρρώστια προς θάνατον», όπως θα έλεγε ο Kierkegaard.) Το βάρος αυτής της βεβαιότητας δίνει ένα ισχυρό στίγμα στο συνολικό έργο της Αγγελάκη-Ρουκ, κατατάσσοντάς την στην κατηγορία των σημαντικών Ελλήνων υπαρξιακών ποιητών, αμέσως μετά τον Νίκο Καρούζο.

«Η Ύπαρξη προηγείται της Ουσίας. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να καθορίσει τη μοίρα του, να δώσει νόημα και περιεχόμενο στη ζωή του», θα ισχυριστούν οι Γάλλοι φιλόσοφοι του 20ου αιώνα, με τη φωνή του του αθεϊστικού Υπαρξισμού. Η Ρουκ επέλεξε από νωρίς να οικειωθεί την ανθρώπινη μοίρα της φθαρτότητας, ζυμώθηκε μαζί της, την χώρεσε στα σπλάχνα της, στο συκώτι, στα νεφρά, στα έντερα και στα άλλα. Και αποδιώχνοντας κάθε μεταφυσική σκοπιμότητα που υπόσχεται την αιωνιότητα της ψυχής, έκανε μια ακόμη επιλογή: Να υπηρετήσει, μέσω του σώματος, τη χαρά της ζωής που προηγείται του θανάτου, να υπηρετήσει τον έρωτα, να διεκδικήσει την υπαρξιακή ελευθερία που γεννά ποίηση, ερωτισμό, ανεξάντλητη εμπειρία, εμβάθυνση, σοφία, αυτοδιάθεση.

Όπως και ή ίδια είχε επισημάνει στις συνεντεύξεις της, κυρίαρχο ρόλο στην ποιητική της έπαιξε το σώμα. Το σώμα ως κεντρικός άξονας του ζην, ως χωρίον του ερωτικού πόθου, αλλά και ως χώρα της υπαρξιακής ήττας. Στον πρώτο στίχο του πρώτου της βιβλίου «Λύκοι και σύννεφα» θα γράψει: Το σώμα μου έγινε η αρχή ενός ταξιδιού. Ήταν πράγματι μια αρχή που την οδήγησε με σταθερά βήματα στην ρεαλιστική πλευρά και στην αποφυγή κάθε παρήγορου ψέματος. Εντούτοις το σώμα δεν αντιπροσωπεύει στη συνείδησή της μια σκέτη υλική δομή διάστικτη από αισθητήρια όργανα. Είναι ο τόπος εσωτερικοποίησης των συναισθημάτων, των σκέψεων, των συγκινήσεων, των κοινωνικών προκλήσεων, των απωλειών, των επιγνώσεων. Γιατί αποτελεί το σκάφανδρο της ψυχής, εκεί όπου καταγράφεται το ολοκληρωμένο βίωμα. Σώμα και ψυχή ταυτίζονται, υπονοεί η ποιήτρια. (Ίσως ο Pound το διατύπωσε διαφορετικά, αλλά πάντως εμπνευσμένα: To σώμα είναι μέσα στην ψυχή.)

Όπως ήταν φυσικό, η αναπηρία της Ρουκ έπαιξε μεγάλο ρόλο στον τρόπο που η ίδια συνδεόταν με το σώμα. Ο πόθος της για δράση, για έκφραση, για δημιουργία, ίσως δεν θα είχε την ίδια δύναμη, αν έλειπε αυτό το «ελάττωμα» που της υπενθύμιζε εμφατικά ότι δικαιούται να υπάρχει όπως όλοι οι άλλοι. Το έλλειμμα χρειάζεται εξισορρόπηση. Έτσι, ήρθε αρωγός η Ποίηση. Έγινε ο εξισορροπιστής, η κραυγή εναντίον του θανάτου, μια κραυγή επιθυμίας για «ύπαρξη». Και είναι λόγος ακραίας σωματικότητας, λόγος υπαρξιακός, λόγος πηγαίας εσωτερικότητας και λόγος-σοφία (γιατί και η σοφία πηγάζει από το σώμα).

Η Μarguerite Duras μας δίνει ένα κλειδί που αποσαφηνίζει την παθιασμένη εμμονή της Αγγελάκη-Ρουκ με το σώμα και το σεξουαλικό ένστικτο: «Στη ρίζα του ερωτισμού δεν βρίσκεται το σεξ, αλλά η επιθυμία. Αυτή που δεν μπορούμε και ίσως δεν πρέπει να κατευνάσουμε με το σεξ», θα γράψει.

Η επιθυμία του έρωτα, η επιθυμία του γράφειν, η επιθυμία του ζην. Το σώμα ως προϋπόθεση του έρωτα, αλλά και το ίδιο το γράφειν ως έρωτας που γεννιέται από το σώμα.(Τα ποιήματα αποτυγχάνουν όταν αποτυγχάνουν οι έρωτες…)

Πράγματι, το μέλλον δεν ανήκει στο σώμα. Ανήκει όμως στη γραφή. Κι έτσι η σωματική επιθυμία μεταπηδά στο γράφειν (στην περιγραφή της επιθυμίας μέσω της ποίησης) για να συγκρατηθεί εκεί ως υπαρξιακή ροπή και να διασωθεί σ’ ένα μέλλον, όπου η ποίηση μπορεί να ζει και μετά το πέρας της θνητής ζωής του ποιητή. Να πώς η αθανασία μπαίνει από το παράθυρο.

Η Ρουκ ολοφάνερα δεν έχει καμιά σχέση με τις εξιδανικεύσεις των προβηγκιανών τροβαδούρων που θεωρούσαν το σώμα ιερό και άρα απρόσιτο, όπως το σώμα της Παρθένου. Η Ρουκ αντιστρέφει: Η ιερότητα της σωματικής εγγύτητας υπερφαλαγγίζει την ιερότητα του απρόσιτου και του «υψηλού». To σώμα δεν μπορεί να είναι άγιο αφού «βεβηλώνεται» από τις ορμές και τα πάθη του. Ακόμη και η θεία φύση του ερωμένου (όπως την συναντάμε στην έξοχη Πλατωνική θεωρία) καταργείται, γιατί, πολύ απλά, υπάρχει η πραγματικότητα του θανάτου. (Και μάλιστα, σε μια στιγμή αρκετά κυνική, θα γράψει: Το καλό με τον πόθο/ είναι πως όταν χάνεται/ χάνεται και η αξία του αντικειμένου του μαζί. Αν και διαφωνώ, φυσικά, μνημονεύω εδώ τη θητεία της στην ακραία φεμινιστική γενιά του ᾽60 στις ΗΠΑ, πράγμα που μου δίνει πολλές εξηγήσεις.)

Έχω την αίσθηση ότι ο ερωτισμός της Ρουκ έχει τις βάσεις του στον Καβάφη, ο οποίος με τόλμη παράκαμψέ τα κοινωνικά και λογοτεχνικά στερεότυπα της εποχής του, κάνοντας μια ποίηση κυρίως βιωματική, και, όσο του επέτρεψαν οι συνθήκες, ελεύθερη. Προς μια ανάλογη κατεύθυνση, πιο τολμηρή και ρηξικέλευθη, κινήθηκαν άλλωστε και οι Beat στην αμερικανική λογοτεχνική σκηνή τη δεκαετία του 60, γκρεμίζοντας τον καθωσπρεπισμό των ΗΠΑ και φέρνοντας έναν νέο πνεύμα στη φόρμα και στη γλώσσα της ποίησης. Η Ρουκ βρήκε λοιπόν συμπαράσταση στην κατεύθυνσή της και στη γενιά των Beat, γιατί ταίριαξαν στην ιδιοσυγκρασία της και μπορώ να πω ότι πήρε από εκείνους πολλά στοιχεία που τη διαμόρφωσαν.

Έχω όμως να κάνω μια παρατήρηση. Η ανάπτυξη της γυναικείας της συνείδησης, όπως αρτιώθηκε συντονισμένη με τον αμερικανικό φεμινισμό, ναι μεν την ελευθερώνει προς την αυτοδιάθεση του σώματος και της γραφής, την επικεντρώνει όμως περισσότερο προς τη σεξουαλική απελευθέρωση (η οποία - τουλάχιστον στην δική μου αντίληψη - ελάχιστα συμβαδίζει με την αληθινή ελευθερία). Έτσι, ως γέννημα της εποχής της, είναι έντονα συνδεδεμένη με τη θηλύτητα, γι’ αυτό και περιγράφει κυρίως το γυναικείο κορμί, τη θήλεια αρχή που διεκδικεί μια αντισυμβατική ζωή και μια ολόκληρη ύπαρξη.

Ας μην ξεχνάμε βεβαίως ότι η ποίησή της αναπτύχθηκε τον καιρό που ακόμη συζητιόταν ο όρος «γυναικεία ποίηση» και από αυτή τη σκοπιά (πριν ξεκαθαρίσουν τα πράγματα και αποφασίσουμε ότι η ποίηση δεν έχει φύλο) αποτέλεσε στην Ελλάδα ένα σημείο αναφοράς για τη γυναικεία εμπειρία, όπως η αντίστοιχη περίπτωση της Αnne Sexton πχ στις ΗΠΑ. Σταδιακά, και με το πέρασμα του χρόνου, νομίζω ότι το έργο της απελευθερώθηκε από τον μονοσήμαντο ρόλο του φύλου για να εκφράσει πιο βαθιές περιοχές της συνείδησης, όπου η σοφία και η γνώση πηγάζουν από το καθαρό βίωμα και την καθολική ιστορία του Ανθρώπου.

Μια παρένθεση εδώ, για να επισημάνω τη διαφορά που βλέπω ανάμεσα στη Ρουκ και τον Νίκο Καρούζο, παρότι και οι δυο υποστηρίζουν το ίδιο υπαρξιακό κοσμοείδωλο. Η Ρουκ ακολουθεί πιστά την νέα θέση των υπαρξιστών που όρισαν ως ηγεμόνα των αισθήσεων την αφή, καταργώντας την μέχρι τότε πρωτοκαθεδρία της όρασης. Ο Καρούζος εξακολουθεί να κρατιέται γερά από την όραση, δεν την καταργεί, παρά τον σεβασμό του προς το σώμα, την αφή, την υλική παρουσία του κόσμου. Και υπό αυτή την έννοια παραμένει πιστός στους Ουρανούς ενώ η Ρουκ εμφατικά τους αρνείται. Ίσως γι’ αυτό η καρουζική ποίηση του είναι πιο ολοκληρωμένη, επειδή η Γη για εκείνον δεν έχει αυτοτέλεια από μόνη της.

Η άρνηση των Ουρανών στη Ρουκ αποτελεί ένα ακόμη ειδικό στίγμα της ποίησής της. Έτσι, όντας πιο κοντά στο πνεύμα του Διαφωτισμού, αφήνει πίσω της ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής λογοτεχνίας, αλλά και της ευρύτερης ελληνικής παράδοσης και αποχτά μια πιο σύγχρονη ταυτότητα. Βεβαίως και οι δυο αυτοί υπαρξιακοί ποιητές μεταφέρουν στο έργο τους την ίδια θλίψη για την τραγικότητα της ανθρώπινης μοίρας και ξορκίζουν τον απελπισμό τους όπως μπορούν. Ο Καρούζος συγκατανεύει στη θνητότητα, αλλά διασώζεται από την αφοσίωσή του στο κάλλος και την επανάσταση. Η Ρουκ βάζει μπροστά τον έρωτα, τη σωματική επιθυμία, τη σεξουαλική τόλμη, την σαρκική πληρότητα γι’ αυτό και οι απογοητεύσεις της δεν έχουν αντίβαρο. Εντούτοις στο έργο και των δύο κυριαρχεί το φθαρτό, προωθώντας μια ποίηση του πένθους και της απώλειας.

Σκέφτομαι ότι η εμμονή της Ρουκ με το σώμα είχε και μια ακόμη σκοπιμότητα. Αποτελούσε ανά πάσα στιγμή για εκείνη μια διαβεβαίωση του ζην, μια προσωρινή ακύρωση της ανυπαρξίας. Στην αντίληψή της, η αποσάρκωση που ευνοεί το φαντασιακό ήταν ταυτισμένη με τον θάνατο. Έτσι, η γνωστή φράση του Καρτέσιου «σκέφτομαι, άρα υπάρχω», σίγουρα ανασκευάστηκε ολοσχερώς εντός της, για να μετατραπεί σε μια φράση ακραίας απλότητας: «Κατοικώ ένα σώμα, άρα υπάρχω». (Εδώ το «νοείν» παραχωρεί ολοκληρωτικά τη θέση του στο «αισθάνομαι».)

Είναι σημαντικό να σημειώσω ότι η σχέση της Ρουκ με το σώμα δεν προσδιορίζει μια απλή υλιστική θεώρηση σε σχέση με τον κόσμο. Η ποιήτρια αντλεί το νόημά της από την ίδια τη Φύση, την ευρύτερη νοημοσύνη που καθορίζει την όλη υπαρκτική περιπέτεια, το ζην των όντων. Το σώμα της (το σώμα της ποίησης) εκτείνεται προς το συνολικό σώμα του Κόσμου, και η Φύση πρωτοστατεί μέσα στον ποιητικό λόγο για να μας δείξει την παρουσία της σε κάθε ανθρώπινη εκδήλωση. Η Ρουκ πολύ συνειδητά επιλέγει στο έργο της να είναι «γήινη», «σαρκική», «χωμάτινη», δηλαδή «φυσική», όπως είναι στη ζωή της. Θέλω να γράφω/όπως ζουν οι ρίζες, διενεργούν την άνοιξη/χωρίς να δημιουργούν εντυπώσεις, διαβάζουμε στο ποίημά της «Ένα γράμμα». Η Φύση, το σώμα, η ερωτική ζωή, η ματαιότητα, η προοπτική του θανάτου. Ιδού το κοσμοείδωλο της Ρουκ.

Εντούτοις, στην συλλογή της «Λυπιού», η ποιήτρια θα αναρωτηθεί αν η σωματική αυτή αίσθηση του κόσμου, μέσα από την οποία ρούφηξε αχόρταγα τον έρωτα και τη σαρκική επιβεβαίωση, την εμπόδισε να αντιληφθεί μια άλλη υπαρκτική διάσταση:

Λέω: κάποιο λάθος έγινε εδώ/και δεν ακολούθησα το δρόμο του μεταξιού/ούτε άγγιξα ποτέ τον ήρωα του ποιήματος στο στήθος./
Την καρδιά του μόνο φαντάστηκα να στέκεται,/σαν κάτι Τράπεζες που περνάμε απ’ έξω και λέμε:/«Για φαντάσου πόσα εδώ, πόσα φυλάσσονται!»

Πόσο απέχουν αυτοί οι στίχοι από την ποιητική του Νίκου Καρούζου, ο οποίος επιμένει να αναφέρεται αδιάκοπα στο στήθος, εκεί όπου κατοικεί η καρδιά, σύμβολο της αγάπης και της αλληλοπεριχώρησης των όντων! Ο ίδιος, αν και βυθισμένος στο βίωμα της υπαρξιακής ένδειας, αναγνώριζε ως αντίποδα της θνητότητας τον χτύπο αυτού του σωτήριου ρυθμού. Ίσως γιατί ποτέ δεν αυτοεξορίστηκε από τη «μυστική ζωή», όπως τη γνώρισε και τη βίωσε μέσα από τα θεολογικά κείμενα. Αντιθέτως, στο αισθητηριακό σύμπαν της Ρουκ το κλασικό δίδυμο έρως-αγάπη (φθορά-αφθαρσία) παρουσιάζεται γέρνοντας μόνο προς το ένα σκέλος, χωρίς να αφήνει άλλη προοπτική. (Διακινδυνεύω να πω, ότι οι παραπάνω στίχοι της που αναφέρονται στην «Τράπεζα της καρδιάς» συνθέτουν την τραγικότερη υπαρξιακή κραυγή σε ολόκληρη την ποιητική της.)

Μελετώντας τελευταία το συγκεντρωτικό της Ρουκ, εκδομένο στον Καστανιώτη (ευχαριστίες στην Κυριακή Λυμπέρη που μου το δάνεισε), ξαναθυμήθηκα όλα τα βιβλία της ποιήτριας και απήλαυσα λαμπερούς στίχους και γλώσσα, ένα πλήθος εμπνεύσεων, αισθημάτων, συγκινήσεων, απελπισμών, υλικό που θεωρώ ότι αποτελεί ολοκληρωμένη αισθηματική αγωγή για τους νέους ποιητές. Όμως εκτός από την καθαρά λογοτεχνική της αξία, η ποίηση αυτή διαθέτει ένα βαθύτερο νοηματικό επίπεδο που σπάνια συναντάμε. (Προσωπικά, με παρέπεμψε στην Αμερικανίδα ποιήτρια Elizabeth Bishop γνωστή για το βάθος και τη σοφία του έργου της.)

Όλα του σώματος, ποταμός, σημειώνει ο Μάρκος Αυρήλιος στο βιβλίο του Τὰ εἰς ἑαυτόν για να ξαναβρεί τη φωνή του πολλούς αιώνες αργότερα μέσα στον στίχο της Ελληνίδας ποιήτριας: Όλα του σώματος χάνουν το νόημά τους. Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, αν και κρατά μια εξέχουσα θέση στην ελληνική λογοτεχνική σκηνή, κατά την αίσθησή μου διαθέτει εκείνη τη στόφα που της επιτρέπει να στέκεται επαξίως στο διεθνές ποιητικό πάνθεον. Το έργο της μεστό, σοφό, κατοικημένο από ουσίες και επιγνώσεις, αισθητικά άρτιο, με γλώσσα απλή και επικοινωνιακή, έχει ευρέως αγαπηθεί χάρη στην αυθεντικότητα, την τόλμη και το πάθος του.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: