Περιδιαβάζοντας την ουτοπία της ποίησης

Έργο του Σωτήρη Σόρογκα
Έργο του Σωτήρη Σόρογκα

Από την πτήση στην πτώση στις τελευταίες της ποιητικές συλλογές

Τώρα που είσαι μόνο/ ένα βιβλίο/ ένα τετράδιο/ μια σελίδα/
Μπορώ να μπω/ ως τα κατάβαθα του είναι σου/ στο φως να φέρω όσα είδα
ΗρώΤσαρνά.-Κ.

Τα τέσσερα στοιχεία που διατρέχουν αυτήν την ποίηση:[1] το νερό, η φωτιά, η γη, ο αέρας κινούν τη ζωή ή και τη φοβερίζουν· γιατί οι στιγμές του ποιητικού υποκειμένου είναι, στις τελευταίες κυρίως ενότητες αντιφατικές. Το νησί του, ένας «λεκές ομορφιάς» (βλ. σ. 189) κυριαρχείται από την αρχή ως το τέλος από τις έννοιες : ομορφιά, αυτό, το άλλο, το τίποτα, το ελάχιστο. Δεσπόζει η έννοια : ομορφιά και υφέρπει το ελάχιστο. Οι δύο βασικές κινήσεις της διαδρομής του : άνοδος Με τον Ίκαρο/ εκσφενδονίστηκε μιαν άνοιξη ψηλά/ … (η πόλη) (σ. 67) και πτώση Εποχή πτώσης (σ. 226)[2]
Το ουτοπικό ποιητικό νησί της Αγγελάκη-Ρουκ πλαισιώνεται, προς το τέλος της διαδρομής, με προσδιορισμούς –κάποτε αβέβαιους ή αμφίσημους των στοιχείων ή των εννοιών : «η αγάπη είναι το ανεκπλήρωτο κάτι;» (σ. 430), η ουράνια υγρασία αυτή που να θυμάσαι σε κάνει/ το ασήμαντο/ να σέβεσαι το πρόσκαιρο/ (σσ. 430, 431)(σε διάλογο με τον εραστή), η θλίψη, η αποκλειστική της Απελπισίας / που πολλά δεν κοστίζει, δεν ενοχλεί/ δε φωνασκεί, δε δεσμεύει. / κι αν δεν τη διώξεις, μένει/ πιστή κάθεται δίπλα σου, μαζί σου/ ν’ ατενίζει με άδεια μάτια/ μέσα σου το άδειο./(σ. 431) ο χρόνος είναι ύαινα, (σ. 429 ) έννοιες που δεν είχαν πάντα το φιλοσοφημένο ύφος της πτώσης, του εγγύς τέλους.
Το φως και το σκοτάδι διαδέχονται το ένα το άλλο, με ροπή προς το δεύτερο, παρά το ότι το ποιητικό υποκείμενο βρίσκει και στον Άδη «κρυφά κατοικημένο φως» («Ορισμός ο ουρανός» Μετφράζοντας σε έρωτα της ζωής το τέλος, σ. 417).
Τώρα το είναι του δημιουργού του ποιήματος αναλογίζεται τι μπορεί να περισώσει όπως βρίσκεται στο χείλος της αλλαγής προς το τέλος που επέρχεται, όταν συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται μέσα σε πέλαγος ερημιάς, παρόλο που έχει θεραπεύσει τη σάρκα : στην επιφάνεια του νερού καθρεφτίζεται μια έρημος(σ. 360), τι με ταράζει στις απεικονίσεις της ερήμου (σ. 361).

Ακούγονται φράσεις όπως : ο θάνατος αναβάλλεται ο τρόμος ποτέ (σ. 358), το νερό… μόνο αυτό ξέρει/ με μια κίνηση να κρύβει και ν’ αποκαλύπτει το τίποτα («Τα γράμματα», σ. 360 (Ωραία έρημος η σάρκα) και το ξύπνημα που έρχεται με τον αέρα (που έτσι κι αλλιώς μετατροπές σημαίνει) : «Ο αέρας σηκώνεται, πρέπει να προσπαθήσουμε να ζήσουμε», κάνει την πραγματικότητα να συνθηκολογεί :υψώνοντας τη λευκή σημαία της μονοσήμαντης ηλικίας/…ένα τίποτα άνοιξης ερχόταν με τον αέρα/ένα τίποτα έρωτα ξαφνικά μες στην κάμαρα/ ένα τίποτα είπαμε και πέρασε η ζωή («Αέρας σηκώνεται», σ. 359, ίδια ενότητα).
Ο έρωτας στους ύμνους για τον εραστή μοιάζει με αυτόν της αναγεννησιακής Γαλλίδας ποιήτριας Louise Labé που έσπασε το φράγμα της εξύμνησης της γυναίκας-ερωμένης από τον άνδρα-ποιητή, (Πετράρχης-Λάουρα), αφού και εδώ είναι η ερωμένη που υμνεί τα κάλλη του καλού της : «Στο δάσος» (Ενάντιος έρωτας, σ.210) : ατίθασε, στη νομοτέλεια του πραγματικού,… εκεί που μ’ άγγιξες/εκεί που άνθισα/εκεί που πήγα να πεθάνω… εκεί που μαρτύρησα/ για τη νεραϊδένια σου τη χάρη…
Ο έρωτας που κοσμούσε με την ωραιότητα τού εραστή τον κόσμο, που εξίσωνε τον πόθο με την ποίηση, στο παρόν, χάνει τη δύναμή του : Τώρα που ο έρωτας είναι σαν το μπαλκόνι/ με τις πάνινες πολυθρόνες/ που σαπίζουν στη βροχή ( «Το σχέδιο, σ. 362, Ωραία έρημος η σάρκα). Κι ακόμη Σε τέλεια άπνοια έρωτα εγώ (σ. 363 «Η πεδιάδα»). Τώρα όλα μετριούνται με τη συνειδητοποίηση του «άδειου» : Τι άδειο που είναι το σώμα/ χωρίς μελλοντικούς προσδιορισμούς» ή με τη συνειδητοποίηση της μικρότητας του ποιητικού υποκειμένου : Τι μπορούσα όμως να θέλω; Να θέλω να επιθυμήσω;/ Το ανάρμοστο σώμα μου/ο παλιός καρπός ν’ ανοίξει/ και στραβοπετώντας μαμούνι-ψυχή/ να χαθώ στον ουρανό/σαν να πήγαινα να βρω το φίλο μου έρωτα.(σς.364-65, «Μετά τα λουλούδια», ίδια ενότητα), ή και με την επικράτηση της «σιωπής» : Είχε κατορθώσει ο φωτογράφος/ ν’ α απαθανατίσει τη σιωπή./Το μόνο θετικό. (σ. 368, «Ο φωτογράφος», στην ίδια ενότητα).
Στην «Άλλη Πηνελόπη» : Αχώριστοι ο έρωτας κι ο πόνος (σ. 369), ενώ το ποίημα βλασταίνει, όταν βουτάς/ αδιάκοπα το κακό όνειρο/ στην αγιότητα της φύσης.(σσ. 370-71, ίδια) . Το θέμα είναι ότι ο ποιητής μιλάει εδώ για τον Έρωτα χωρίς μέλλον, συσχετίζοντας τον έρωτα με την ποίηση που συνιστούν τους δύο θετικούς άξονες της ποιητικής ουτοπίας.Οι εραστές μας ήταν κακοί ποιητές», σ. 374).
Στο β΄ από το «Εξάρσεις για το Μανώλη» (σ. 376) η εικόνα θυμίζει τα παλιά μονοπάτια της ποιήτριας, φέρνοντας στο νου πίνακα ζωγραφικής υπερρεαλιστή ζωγράφου (μενεξέδες στο στόμα νεαρής γυναίκας), τεχνική που χρησιμοποιεί και σε προηγούμενες ποιητικές της συλλογές: αιμοστάλαχτα λουλούδια θα μπήξω/ στους κρατήρες της χαμογελαστής του σάρκας/και θα φύγω

Και το κάνει ανενδοίαστα γιατί όπως λέει :

Τον εφεύρα κάποια στιγμή/ που το πραγματικό αίσθημα/ τυλιγόταν τη μαλακή γούνα του τίποτα/ χανόταν σε τοπίο με ομίχλη λησμονιάς. Αυτός ο φανταστικός Μανώλης γουργουρίζει ερωτικός/ στο ανελέητο ξημέρωμα της παρακμής.

Το ποιητικό υποκείμενο θέλει μα δεν μπορεί να ισορροπήσει/ το ετήσιο θαύμα(την άνοιξη)/ με την αιώνια σιωπή.

Μην πλησιάζεις… Μη μιλάς…, Μη σκέφτεσαι…, Μην ανασαίνεις…, Μην υπάρχεις…, δεν έχει «γιατί». Γιατί έτσι. Μην πλησιάζεις (σ. 378)

Και όμως :

Θ’ αγαπηθούμε όπως μπορούμε/μες στο σκοτάδι του χρόνου/ μες στο έρεβος του κορμιού/ επιδεικνύοντας ο καθένας/ τη δική του ευρεσιτεχνία του θανάτου.

Αυτή η ψευδαίσθηση διεξάγεται Σε μια έρημη παραλία (σ. 379)

Γιατί δεν είναι που η επιθυμία άρχισε να μοιάζει/ με τρελή γριά/ που στολίζει… τα άγευστα βυζιά της/ αλλά είναι /που τολμώ πεπτωκώς οργανισμός εγώ/ να ονειρευτώ πως έχω ποδαράκια και φτερά/ στον αέρα πως κάνω βόλτες και στροφές/ κι ανοίγματα δροσιάς που βρίσκονται στο μέλλον.(«Ερωτευμένο ερπετό», σσ. 380-81) Μοιάζει και πάλι το ποιητικό εγώ με τη φτιασιδωμένη γριά της Λαμπέ στην 1η Ελεγεία της.[3]Γιατί το ποιητικό υποκείμενο ακόμη και με τον θάνατο συνομιλεί, του παραδίδεται, αποκηρύσσοντας τις εικόνες που το συνδέουν με τον εγκόσμιο εραστή, θεωρώντας αυτή την παράδοση τη μόνη λύση για τη μελλοντική ευτυχία :

Προμηνύονται κι ευτυχισμένες μέρες
Σκέφτηκα μες στη λογική του ύπνου
Τώρα που ερωτεύτηκα το θάνατο
(σ. 382, «Προμηνύονται κι ευτυχισμένες μέρες»).

Μπορεί ο θάνατος να φαντάζει τώρα σαν τον Άγγελο του θανάτου ο οποίος, με τη μορφή ωραίου νέου που είχε αποβιώσει πρόσφατα, εμφανίζεται στην οικογένεια του ετοιμοθάνατου Ουίλιαμ Πάρις εμπνέοντας σφοδρό έρωτα στην κόρη τού Πάρις, την όμορφη γιατρό Σούζαν.[4] Έχει ήδη προετοιμαστεί το έδαφος από την προηγούμενη ποιητική ενότητα (Άδεια φύση, 1993)̈· το νερό και πάλι αλλά αυτή τη φορά με άλλο πρόσωπο :

Αλλά να, η θάλασσα με τα γαλάζια τσίνορα/ Πώς με διεγείρει τώρα/ηδονικά φοβάμαι/ και πλέω σ’ αυλάκι νερού/δεν ξέρω πού με βγάζει/ γιατί πατώ/ την αθέατη του έρωτα πλευρά : το θάνατο. («Οίστρος θανάτου», σσ. 314, 315)· κι ακόμη στην ίδια ενότητα : Θα είναι κάποιος άγνωστος/ μηχανισμός τέλους/… Μήπως όπως το νερό, το χώμα/ το σπέρμα πράγματα απαραίτητα/ και που με την υπερβολή τους/ μπορούν να σε πνίξουν/ έτσι κι η ζωή σαν γίνεται πολλή/ πεθαίνεις; (σσ. 317-318).

Μένουν ακόμη στη μνήμη τα «χνουδωτά πράγματα» (σ. 341)[5] που σβήνουν το πρόσωπο και «πετούν και στέκονται και χαίρονται/ χωρίς αιτία» τα ιδωμένα από ψηλά νησιά έμοιαζαν με χαμόγελα/ σε γαλάζιο πρόσωπο/ —μα τα νησιά είναι η ίδια η εικόνα της ουτοπίας— αλλά η ελπίδα είναι αμφίρροπη : ελπίδα ανάστασης/ ή εγκατάλειψη στα στενά όρια της ζωής.

Πρωτύτερα, παραφράζοντας τον Καβάφη, είχε βρει στους στίχους του το σώμα του ιδεατού έρωτα. («Εν τω μηνί Αθύρ», σσ. 268-270, Οι Μνηστήρες)
Το ποιητικό εγώ ζητάει, τώρα, απαντήσεις σε βασανιστικά «γιατί» αφού στράφηκε στους ποιητές για να τις λάβει, Στην Τσβετάγιεβα, στον Παστερνάκ, στον Ρίλκε, στον Χαίλντερλιν, στον Σολωμό σε παρόμοιες οριακές καταστάσεις και αποφάσεις. Οι απαντήσεις είναι σκοτεινές, ασαφείς : ένα φεγγάρι …/ που δεν θυμίζει τίποτα/ ίσως γιατί καμιά ανάμνηση δεν αντέχει ως το τέλος/ …. Ίσως και το φως να ‘χει πίσω του μια δηλητηριασμένη ιστορία.(σσ. 327, 334, 338,341, 344, ίδια ενότητα). Τα γράμματα του αλφαβήτου που το απασχολούν εδώ, αλλά και στην επόμενη ποιητική ενότητα στέλνουν αδιάφορα ή αρνητικά μηνύματα (Η ύλη μόνη). Ακόμη και το –Ε– του έρωτα. Και μόνο το –Ο– του ονείρου και το –Ψ– της ψυχής[6] ανταποκρίνονται θετικά. Ο ποιητής έχει ψυχή και η ουτοπία του όνειρο και όραμα. Δεν καταθέτει τα όπλα. Αν ο έρωτας κρύβεται, μπορεί να τον βρει, από μια άποψη στον θάνατο και ακόμη καλύτερα, «στην αθέατη όψη του ορατού», στη φύση:

Γιατί η μνήμη των ματιών/που λάτρεψα δε με παρηγορεί / ενώ ακάθεκτα κατεβαίνω / και μόνο τα μυριοπέταλα γελάκια της φύσης / υψώνουν το στήθος μου;

Α! πότε η φυλλοβόλα ομορφιά/θα μου επιβληθεί τελειωτικά / πότε θα μάθω ότι η φύση όλη/ είναι έρωτας;

(«Το άνθος διδάσκει», σσ. 391, 392)

Επικαλείται και πάλι ποιητή «Σιγά μην τρέμεις…»/ είμαστε των παλαιών ερώτων οι φωνές/…εκείνων των ερώτων των μικρών  —το γελάκι, η ματιά— («Σιγά μην τρέμεις[7]).

Από τη μια λόγια καθησυχαστικά : Σιγά μην τρέμεις, Ασφαλής (σ. 395, Η ύλη μόνη) κι από την άλλη το παρελθόν όλο να διώχνει τον ποιητή : Να φύγω, έλεγα, να φύγω μακριά/ απ’ ένα παρελθόν ακατοίκητο/ που έγινε μουσείο («Μουσείο το παλιό πανεπιστήμιο», σ. 394). Τώρα πια ο αέρας δεν είναι αυτός που ξεσήκωνε ευχάριστα και όμορφα το «μέσα» αλλά είναι :

ένας αέρας, ένα κρύο κύμα / ένα μαύρο φως, ένα τυφλό πάθος / … δεν επιβάλλεται σαν επιθυμία/ γιατί δεν υπάρχει επί- / είναι μόνο θυμός… / ή μήπως ο Θεός που ‘χει κακοφορμίσει;/

Κάποτε εμφανίζεται το «αδέσποτο φάντασμα» του έρωτα και τότε το —ποιητικό είναι— απευθύνεται στο σκυλί για να πάρει απάντηση ή καταφεύγει και πάλι στην πόλη της Λυπιού που «η γλώσσα της είναι η σιωπή».

Οι αλλαγές είναι πλέον καταφανείς : Σαν ν’ άλλαξε ο Δωδεκάλογος / του γύφτου εαυτού μου / προστέθηκαν άλλα λόγια / πιο πεζά, πιο ποταπά / ανίερα για τον έρωτα/ ανιαρά χωρίς τα μάτια / κάποιου θεού. Τώρα το καλώς ήλθες, —από τη φύση, ακούγεται σαν— κατευόδιο. Μέσα στο χαλασμό, όμως, ανακαλύπτεται μια άλλη ευλογία, η ανακάλυψη ότι «η θλίψη έχει όνομα : Παράδεισος πια είναι να ξέρεις/ την ταυτότητα αυτού που σε πονά / και να μην περιπλανιέσαι / μέσα στο άδειο./

Α! τι ευλογία/ όταν αυτό που ‘χασες/ είναι συγκεκριμένη περιουσία/ και δεν κλαις απλά/ γιατί είσαι φτωχός/ όταν έχει όνομα η απουσία/ κι η θλίψη μόνιμη κατοικία./ (σσ. 411-412).

Στο εξής ο ποιητής γίνεται μεταφραστής, η δημιουργία του, η ουτοπία του, δεν θα χαθεί, θα της δώσει απλά άλλο όνομα, άλλη σημασία:

γκρίζο ουρανό διαβάζω/ σε ηλιόλουστη μετάφραση (Μεταφράζοντας σε έρωτα της ζωής το τέλος, σ. 416).[8]

Και παρόλο που όλα τα βήματα είναι πια αμφίβολα δεν ξέρει αν ανεβαίνει ή κατεβαίνει, αν «πάει προς την απάντηση/ ή την τέλεια συσκότιση» η ελπίδα αν είναι «συντηρητική ή ανατρεπτική», «φυσική ή αφύσικη», «αφηρημένη ή συγκεκριμένη», σίγουρα θα τη συντροφεύει ο τρόμος μη μείνεις κι υποφέρεις/ ή μην εγκαταλείψεις τη ζωή· παρόλο που κάνει τη σκέψη : Έτσι κι ο Θεός… αν υπήρχε/ δε θα ξέραμε ποτέ αν η φαντασία του μας γεννάει/ ή μας περιγράφει και γελάει, παρόλο που ο λόγος: Συνθέτει την υπεράσπιση κι αθώωσή σου/ που θυσίασες το μυστικό της αιωνιότητας/ για ένα στιγμιαίο σμίξιμο με τον ουρανό –στιγμές απολογισμού- όμως το ποιητικό υποκείμενο, ο δημιουργός της ποιητικής ουτοπίας ξέρει πια, έχει πάρει από τη σοφία της ζωής και είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει έναν «άλλο θάνατο». Έτσι προλαβαίνει και δένεται και σμίγει με τη γη : «Οι πέτρες φιλενάδες»:

Να 'ταν να γίνουν οι πέτρες φιλενάδες/ η Αννούλα, η Μαρία, η Χριστίνα/ εκεί στην πλαγιά, μοιάζουν τα λιθάρια/ με τα κεφάλια μας/… Τώρα ξέρει τη φύση και τον ρόλο της ψυχής : Ψυχή, ψυχή είσαι σαρκική/ …αφού όταν όλα αναχωρούν/ εσύ φεύγεις τελευταία. … Α, γι αυτό αθάνατη σε λένε οι μύθοι. / Με την ψυχή στο στόμα κατάλαβα/ πόσο εύκολα λιώνει το παραμύθι./ Αλλά τι γεύση! (σσ. 418, 421, 422, 423 ). Τώρα ξέρει, αλλά υπάρχει ακόμη ο «κάκτος χρόνος» (σ. 395) , «η ύαινα του χρόνου» (σ. 429) που ξέρει να ξεγελά, να παρελκύει : Τίποτα δε μου λένε τα φεγγάρια· μόνον όταν αγγέλλουν αέρα δυνατό/ φοβάμαι μην παρασυρθώ/ μην ανασηκωθώ από το χώμα/ και ελπίσω. («Συγγραφικά δικαιώματα», σσ. 428, 429).

Σιγά-σιγά όσα εμπιστεύονταν το ποιητικό υποκείμενο τα κάνει πέρα : «Έχασα την εμπιστοσύνη μου στη σιωπή», Ω, ναι, κι εγώ φοβάμαι./ ‘Όμως ακόμη πολεμώ μην κουφαθώ/ ν’ ακούω θέλω όλο το λυγμό/… (σσ. 432-433). Ένα-ένα αποθέτει ο δημιουργός της ποιητικής ουτοπίας τα λάφυρα του ταξιδιού και αφήνει μόνο τα χρειαζούμενα :

Συστηματικά μισώ το περιττό :/ Ας χάσω το τρένο, λέω…(«Συνταγή ζωής», Μεταφράζοντας σε έρωτα της ζωής το τέλος, σ. 423)

Και :

Εξωστρέφεια είναι ένας ακόμη μπόγος περιττός/[9]
που κουβαλούν οι αφελείς/ είναι τ’ όνειρο που (ξέχασαν/
ξυπνώντας τρομαγμένοι. ( «Εξωστρέφειας μύθος». 436, ίδια ενότητα).

Έχουμε φτάσει στην Αντίστροφη μέτρηση, όπου το ποίημα ορίζεται μινιμαλιστικά: Και το ποίημα;/ Ο ουρανός είχε απλώσει τις σελίδες του/ και μια μικρή ανθρώπινη πένα/ ετοιμαζόταν κάτι να χαράξει…

Το ποίημα γίνεται, λοιπόν ένα «κάτι».

Κι ο έρωτας; / Χάθηκε. Τόσο απλά.

Η «λατρεία» γίνεται «καθημερινή λάτρα», παράφωνος ο οίστρος της ψυχής (σσ. 436, 437)
Έχουμε φτάσει στο χρόνο μηδέν. Στο «Αποσύρομαι» (σσ. 438-439). Μα έχουμε πιστέψει ότι ο δημιουργός της ποίησης-ουτοπίας δεν παραιτείται ποτέ.
Δεν παραιτείται, μα αποκαλύπτεται. Μας ανοίγει τα χαρτιά του. Σκηνοθέτης ήταν, μέχρι εκεί έφθανε η δύναμή του η ανθρώπινη :

Ποια ήταν η μέρα που ημέρεψε/ η αγριωπή θηλυκιά μέσα μου/ κι έπιασε μολύβι και χαρτί/ για να περιγράψει ως λατρευτό / τον θύτη χρόνο;/ Άλλος ένας προσδιορισμός του απροσδιόριστου και ακατανόητου που μας περιβάλλει και που όσο και αν κάνουμε ότι δεν υπάρχει είναι ο δήμιος της ζωής μας. Τώρα συνειδητοποιούνται και όλες οι αντιφάσεις που έζησε στη διαδρομή προς το τέλος, ο χρόνος - οι χρόνοι : ο χρόνος «περιμένω»…. Οι χρόνοι που σ’ αγάπησα κι ανάμεσα σε μισούσα, σ’ έβρισκα φτηνό… [10](«Ο χρόνος - οι χρόνοι», σσ. 262-263, - Οι Μνηστήρες),

Τα υποπροϊόντα του έρωτα; Η φύση;Και όλα τα φανταχτερά/ που σκηνοθέτησα για να την αντιγράψω/ … διακόσμηση του κακού… ούτε τη φύση θέλω/ μόνο ν’ ακούσω καθαρά παλεύω/ κάποιον ν’ απαγγέλλει τα όσα γράφτηκαν.

Αυτό είναι τελικά που μένει. Το φαντασμαγορικό νησί που έστησε για την αιωνιότητα ο ποιητής της ουτοπίας.
Το επόμενο βήμα είναι ένα τελευταίο φιλοσοφικό χτίσιμο της ζωής ως παρακαταθήκη του ουτοπιστή δημιουργού. Ένα τελευταίο κοίταγμα από την κλειδαρότρυπα της πραγματικότητας που βιώθηκε. Να το πούμε αλλιώς πώς κερδίζεται η ουτοπία της αιωνιότητας.
Γι' αυτό έγραψε « η μικρή πένα» : Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα και τα Θέλω να γράψω ένα ποίημα. Στην ουσία είναι τα τελευταία παραλειπόμενα, ίσως γι αυτό, και τα πιο βαθιά. Για την πραγματικότητα, για την ύπαρξη, για την πρώτη φορά, για το φόβο/ που σαν τον έρωτα σε συνεπαίρνει/ για τα κρυμμένα αστέρια της καθημερινότητας : την εξυπνάδα, την καλοσύνη, την ευθυμία, για τη μοίρα, γιατί αυτή οδηγεί τη χειράμαξα με το ποίημα/ αλλά η μοίρα σαν να μην οδηγεί πια. Για το στήθος που γκρεμίστηκε/ και βλέπω τη ζωή από κάτω προς τα πάνω, για μια φιλολογική ευχή : Να ‘ταν τα φιλιά τοπία/ να τα σκαρφάλωνα.

Τα γενικά συμπεράσματα του ουτοπιστή που βλέπει πια τη μικρότητα όλου του εγχειρήματός του : η αέναη κίνηση και αναγέννηση της ζωής (τα πάντα ρει) και, ιδίως η σύνεση που οφείλει να έχει αποκτήσει πια ο ποιητής-φιλόσοφος : Η τελική πορεία προς έναν ουρανό που δεν υπόσχεται τίποτα:[11]

Ελάχιστες περιγραφές φύσης/ πια στους στίχους· είναι γιατί συγκεντρώνομαι ολόκληρη/ να φανταστώ/ το πρόσωπο που θα μου υποσχεθεί/ την αιωνιότητα του τελευταίου παρόντος/ για μια στιγμή./ (Η αιωνιότητα του παρόντος, σσ. 452). Ό,τι είδαμε, είδαμε σ’ αυτή τη γη. Και αυτή η πορεία θέλει να πετάξουμε στη διάρκειά της κάθε περιττό βάρος, κάθε ψιμύθιο. Έτσι χτίζονται οι ουτοπίες με ουσιαστικά πράγματα, με φτώχια στο δέμας αλλά με πλούτο στο μέσα, όσο κι αν το χάνουμε κι αυτό, κάτι μένει πάντα στο χαρτί.
Όταν πλέον έχει απεκδυθεί ο ποιητής-φιλόσοφος όλη τη γήινή του πανοπλία, θα πει:

κάνω πως γελάω/ δεν επιθυμώ το αδύνατο… Η μόνη μου συμμετοχή/ στο στροβίλισμα του κόσμου/ είναι η ανάσα μου που βγαίνει σταθερή

«Φόβος το νέο πάθος» ( σσ. 466-67, Η ορεξία της ύπαρξης) :

Φόβος για την κατάρρευση/ της φύσης, του κορμιού, του κόσμου./ Τώρα αντί να ουρλιάζει το μέσα :/ «Τι ωραίος που είναι αυτός!»/ μια είναι η φωνή που κυριαρχεί:/ «Πρόσεχε!».

Και στο «Κάτι τρέχει» : τα χέρια μου αγκαλιάζουνε το άδειο/ Η φαντασία μου συνωμοτεί με το μηδέν/… (σ. 467)

Και: Τυφλώθηκα/ γιατί έχασα την όραση του έρωτα, («Η όραση του έρωτα», σ. 468).

Η ΘΕΑ ΣΥΝΗΘΕΙΑ, ΤΙ ΔΙΝΕΙ Η ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΤΙ ΠΑΙΡΝΕΙ, ΠΑΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ, τέτοιοι είναι οι τίτλοι που ορίζουν το ποιητικό υποκείμενο προς το τέλος της ύπαρξης και τέτοιοι οι στίχοι που νιώθει ο εγκαταλελειμμένος από τους οπαδούς του ουτοπιστής ποιητής :

Από ποιον ουρανό στάζει/ αυτό το δηλητήριο/… Πού είναι το φως εκείνο/ που την ύπαρξή μου πλημμύριζε/ όταν η ματιά μου άγγιζε/ το σώμα «εκείνου» (σ. 475, «Απρόσμενη εξέλιξη» Η ανορεξία της ύπαρξης)

Όπως το υποκείμενο περνά από στέρηση σε στέρηση, φτάνει σε μεγάλες αλήθειες που πονούν αλλά τις ενστερνίζεται και μάλιστα τις υποστηρίζει· είναι η άμυνά του :

Η αγάπη από λαχτάρα που ήταν/ έγινε φίλη καλή·/ μαζί γευόμαστε τη μελαγχολία του Χρόνου./ Στέρησέ με –παρακαλώ το Άγνωστο– στέρησέ με κι άλλο / για να επιζήσω (σσ. 476-477, «Η ευλογία της έλλειψης»).

Από την έλλειψη δεν ξεκινούν όλες οι επαναστάσεις και οι ουτοπίες μα και οι μεγάλες δημιουργίες; Γιατί η στέρηση, η έλλειψη παράγει γνώση, έχει ήδη ειπωθεί και βιωθεί : …Ώσπου με κάθε νέο έρωτα η στέρηση του έρωτα/ να γίνει η μόνη γνώση./ («Ο τόπος της καρδιάς» ΑΔΕΙΑ ΦΥΣΗ/ Ο ΟΙΣΤΡΟΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ, σ. 320)
Νέες έννοιες μπαίνουν τώρα στο προσκήνιο, το Άγνωστο, ο Χρόνος με Χ κεφαλαίο.
Η φιλοσοφία γίνεται ενίοτε πιο απλή, λαϊκή :

Τι νόημα έχει το θέρος/ όταν νιώθεις γέρος/ τι νόημα έχει η υγεία/ όταν το μέλλον κάνει απεργία ;

Όπως και η «Φιλολογία» :

Να ‘ταν τα φιλιά τοπία[12]
να τα σκαρφάλωνα

(σ. 450, «Φιλολογία», Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα)

Η φύση γίνεται «μονοσήμαντη» με ρομαντική μονοτονία, η καλημέρα λέγεται …με αποσιωπητικά.
Μπορεί όλα να δείχνουν λειψά, μα το ουτοπικό ταξίδι πραγματώνεται, έστω και αν ο ποιητής γίνει «λαθρεπιβάτης στο όνειρο». Το παραμπάρισμα/ανταγωνισμός του εγώ με το αιώνιο έχει αμετάκλητη σκληρότητα,

Για μια στιγμή δε γαντζώνεσαι πια/ στα κάγκελα της ασημαντότητάς σου/ τη συγκρίνεις με την αιώνια σημασία/ της βλάστησης/ και σ’ αυτή παραδίνεσαι μ’ όλο σου το κορμί. (σ. 487) («Ανορεξία της ύπαρξης»).

Το έχει ήδη επισημάνει : Ποτέ μου δεν κατάλαβα την άνοιξη… ποτέ μου δεν κατάφερα να ισορροπήσω/ το ετήσιο θαύμα (=της άνοιξης)/ με την αιώνια σιωπή·/(«Φάνηκε και από άλλα ποιήματα», σ. 373, Ωραία έρημος η σάρκα)

Στο «Ποιητικό Υστερόγραφο» επικρατεί το ποιητικό-φιλοσοφικό είναι, έχοντας όμως ξεμακρύνει από την ουτοπία, γιατί ό, τι είχε να δώσει το έχει δώσει, η παραίτηση ωστόσο δεν είναι καθολική, όσο η ποίηση επιτρέπει να δίνει λίγο ορίζοντα πάντα στον δημιουργό, στον άνθρωπο που μπορεί να έχει πάντα μια διέξοδο στο μέλλον : Τα ποιήματα δεν μπορούν πια/ μα ‘ναι ωραία[13]/ αφού η αλήθεια[14] έχει ασχημύνει. / Η πείρα είναι τώρα/ το μόνο σώμα των ποιημάτων/ …Όμως πάντα θα την υπηρετώ / όσο βέβαια εκείνη με θέλει/ γιατί μόνο αυτή με κάνει λίγο να ξεχνώ/ τον κλειστό ορίζοντα του μέλλοντός μου (σ. 489).

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: