Το Σινικό Τείχος

Το Σινικό Τείχος


Σιματάι (Πεκίνο). Σας το είχα πει πως στο τέλος θα έγραφα κάτι για το Σινικό Τείχος. Μοιάζει με ελαττωματική ιεροτελεστία, ίσως και να είναι, αλλά στ’ αλήθεια δε θα μπορούσα να εξηγήσω αυτό που έχω πραγματικά στο μυαλό μου, χωρίς να αφηγηθώ κάποια πράγματα γι’ αυτό το τεράστιο ερπετό, φτιαγμένο από πέτρες και παραφροσύνη. Είναι σαν μια εικόνα που με καθοδηγεί. Σκέφτηκα λοιπόν: πως είναι να φαντάζεσαι μια εικόνα ενώ περπατάς επάνω της; Κάτι δηλαδή σαν τα ταξίδια του Γκιούλιβερ: να κάνεις trekking μέσα στις σκέψεις σου;

Μπορούσα να αντισταθώ;

Μοιάζει με μεθυσμένο φίδι, αλλά στην πραγματικότητα ακολουθεί μια λογική, που η βάση της μοιάζει να είναι η ακόλουθη: κατασκευάζεις έναν πύργο στην κορυφή ενός λόφου, στη συνέχεια κοιτάς δυτικά και ψάχνεις το πιο ψηλό σημείο μέσα στην ακτίνα καμιάς εβδομηνταριάς μέτρων, την απόσταση δηλαδή όπου τα φανάρια τη νύχτα είναι ορατά. Σε εκείνο το σημείο κατασκευάζεις έναν δεύτερο πύργο. Τέλος, συνδέεις τους δύο πύργους με ένα μονοπάτι μερικά μέτρα ψηλό, με προστατευτικό τοιχίο στην άκρη. Αν στην πορεία, πρέπει να κατέβεις τη μια κορφή και μετά να ανέβεις την άλλη, κατεβαίνεις χωρίς διαμαρτυρίες και με ήρεμη υπομονή. Αν πρέπει να περάσεις έναν πολύ απότομο γκρεμό, τον περνάς χωρίς βλαστήμιες και με σταθερή αποφασιστικότητα. Επαναλαμβάνεις για δύο αιώνες, κι έφτιαξες μόλις το Σινικό Τοίχος.

Στην πορεία είναι σημαντικό να μην αλλάζεις ποτέ τρόπο σκέψης.

Γνωρίζω ανθρώπους που ζουν έτσι.

Ας συμπληρώσω, ότι το να περπατάς για 7 ώρες πάνω στο Σινικό Τείχος, σημαίνει να περπατάς επί 7 ώρες και να παραμένεις κυριολεκτικά στο ίδιο σημείο. Σχεδόν σταματά το γίγνεσθαι, καθώς σε συνοδεύει η ενιαία και αμετάβλητη, για χιλιόμετρα, αρχιτεκτονική δομή, που προσφέρει στο μάτι πέτρες ολόιδια κομμένες, το ίδιο χρώμα τοιχία, την ίδια αίσθηση ύψους απ’ το έδαφος, για χιλιόμετρα. Κάθε πύργος που συναντάς, μοιάζει να είναι ο ίδιος πύργος, μόνο η εναλλασσόμενη προοπτική από ανηφόρες και κατηφόρες μαρτυρά, ότι αντίθετα απ’ ό,τι φαίνεται, υπάρχει κίνηση. Ολόιδιο και το τοπίο τριγύρω. Όταν έχεις προχωρήσει αρκετά, ώστε να μη συναντάς πια ούτε ψυχή, ξαφνικά νιώθεις την υπνωτική εξουσία αυτής της σουρεαλιστικής μετάβασης, και τα βήματά σου αρχίζουν πράγματι να φαίνονται σα μια κάθοδος στα βάθη της ψυχής σου, εκεί όπου οι αχτίδες της οριζόντιας κίνησης, που ακόμα αντιλαμβάνεσαι, τείνουν να χαθούν στην ακόμα φωτεινότερη αίσθηση μιας κάθετης κίνησης, όμοιας με μια αργή και ρυθμική πτώση προς ένα τυφλό σημείο κάτω απ’ τα πόδια σου. Έτσι, ενώ συγχέεις την κούραση με κάποιου είδους διαλογιστική άσκηση, ο κόσμος πραγματικά σβήνει στη μορφή του Τείχους, και το Τείχος σβήνει στα βήματά σου, και τα βήματά σου σβήνουν στις κινήσεις του νου σου, και τελικά παραμένει μια και μόνο σκέψη, σα σκληρό καρύδι, σε αυτή την ερημική περιοχή του νου, που κατέληξες ύστερα από χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτημα. Σκέφτομαι τον μεσιέ Μπερτέν.[1] Η παλιά καλή τεχνική του μεσιέ Μπερτέν. Υπομονή, κάματος, σιωπή, χρόνος και βάθος. Ποιο είναι το έπαθλο; Ο στοχασμός και η εγγύτητα στο νόημα των πραγμάτων.

Ξαφνικά στέκομαι, και για μια στιγμή έχω την απόλυτη και εσφαλμένη βεβαιότητα, ότι το μοντέλο του μεσιέ Μπερτέν υπερέχει αδιαμφισβήτητα. Είναι ο μόνος δυνατός τρόπος σκέψης, σκέφτομαι. Το μοντέλο των βαρβάρων[2] δεν έχει καμία ελπίδα.

Γνωρίζω φυσικά, ότι κάτι τέτοιο δεν αληθεύει, όμως εδώ, πάνω στο τείχος, δεν υπάρχει κανείς να με ελέγξει, κι αν κάνω κάποια ζαβολιά για μια στιγμή, δε θα πάρει μυρωδιά κανείς.

Έτσι, τελικά, με σαφήνεια και με τρόπο αξιολύπητα παλιακό, τριγυρίζει μπρος στα μάτια μου, ό,τι έμαθα και κατανόησα από τούτο το βιβλίο.

Γενικά, πιστεύεται ότι το Σινικό Τείχος είναι πανάρχαιο, ένα είδος ακραίου μνημείου που οι ρίζες του βυθίζονται βαθιά στα σκοτάδια των αιώνων. Στην πραγματικότητα, έτσι όπως το γνωρίζουμε σήμερα, με τα φιδίσια τείχη που περικυκλώνουν τ’ ακροπύργια το ένα μετά το άλλο κι ακολουθούν υπομονετικά τις γραμμές του τοπίου, το Σινικό Τείχος είναι μια σχετικά πρόσφατη κατασκευή: ένας-δυο αιώνες δουλειάς, γύρω στα 1400-1500. Ήταν επίτευγμα μιας και μόνης δυναστείας, αυτής των Μινγκ: αποτελούσε την εντυπωσιακή τους μονομανία. Θεωρητικά, η ιδέα ήταν να προστατευτεί η αυτοκρατορία από τις ορδές νομάδων του βορρά, χαράσσοντας ένα τείχος, που θα εκτεινόταν από τη θάλασσα μέχρι τις περιοχές της βαθιάς Δύσης. Στην πραγματικότητα βέβαια, τα πράγματα ήταν κάπως πιο πολύπλοκα: εκεί που τείνουμε να βλέπουμε απλώς έναν στρατιωτικό μηχανισμό, κρύβεται αντιθέτως ένας ολόκληρος τρόπος σκέψης.

Στο βορρά, στη στέπα, υπήρχαν οι βάρβαροι. Ήταν φυλές νομάδων που δεν καλλιεργούσαν τη γη, συντηρούνταν από τις λεηλασίες και τον πόλεμο, και απείχαν έτη φωτός από τη φινέτσα του κινεζικού πολιτισμού. Όταν η ανάγκη τους πίεζε, κατέφταναν μέχρι τα σύνορα τις αυτοκρατορίας και πρότειναν εμπορικές συναλλαγές. Αν αυτές απορρίπτονταν, τότε έκαναν επίθεση. Στη συνέχεια, και αφού είχαν πρώτα λεηλατήσει το πεδίο, εξαφανίζονταν από εκεί που ήρθαν. Δεν έλειψαν μάλιστα και κάποιοι από αυτούς που βάλθηκαν να κατακτήσουν ολόκληρη την αυτοκρατορία: ο Κουμπλάι Χαν για παράδειγμα, ήταν Μογγόλος. Επίσης, ο τελευταίος Κινέζος αυτοκράτορας που εκθρονίστηκε το 1912 ήταν από τη Μαντζουρία: δηλαδή, βάρβαροι και οι δύο που ανέβηκαν στο θρόνο. Ήταν το αδιανόητο, που όμως έγινε πραγματικότητα.

Για αιώνες ολόκληρους βασανίζονταν οι διάφορες δυναστείες που εναλλάσσονταν στην εξουσία από το πρόβλημα, πως να αντιμετωπίσουν αυτή την ανισόρροπη πρόκληση που τάραζε την ηρεμία της αυτοκρατορίας. Τα τείχη ήταν μια εναλλακτική, αλλά σίγουρα όχι η μοναδική. Υπήρχαν τουλάχιστον δύο ακόμα πιθανές λύσεις. Η πρώτη ήταν να εισβάλλουν και να καθυποτάξουν τους βαρβάρους: αρκετά λογικό, για τα δεδομένα μιας αυτοκρατορίας, ωστόσο δύσκολο στην υλοποίηση. Οι νομάδες ήταν εξαιρετικοί πολεμιστές, και για να τους νικήσεις, θα έπρεπε εν μέρει να υιοθετήσεις τη δική τους μέθοδο μάχης και να την αντιγράψεις. Επιπλέον, ακόμα και αν κατάφερνες να τους νικήσεις, θα έπρεπε να δεις τι θα κάνεις με όλες αυτές τις αφιλόξενες στέπες και πως να διατηρήσεις την κυριαρχία επάνω τους. Η δεύτερη εναλλακτική ήταν να υποκύψεις και να διαπραγματεύεσαι μαζί τους. Λέω να υποκύψεις, γιατί η ιδέα της ανταλλαγής εμπορευμάτων με τους βαρβάρους θεωρούνταν αδυναμία στα όρια του ασύλληπτου. Φαντάζεστε τον Ουράνιο Αυτοκράτορα να κάθεται στο ίδιο τραπέζι με έναν βάρβαρο και να υποκύπτει στον εκβιασμό του, προσφέροντας πολύτιμο σιτάρι ως αντάλλαγμα για μερικά αχρείαστα άλογα; Ο Θεός δε διαπραγματεύεται με τους άγριους. Δε δέχεται δώρα τους, δεν υποδέχεται τους πρεσβευτές τους και ούτε κατά διάνοια να διαβάσει τα μηνύματά τους. Είναι, γι’ αυτόν, ανύπαρκτοι.

Στην πραγματικότητα όμως, υπήρχαν και παραϋπήρχαν. Γι’ αυτό επί αιώνες, η Κινέζοι στρατιωτικοί ηγέτες και οι διανοούμενοι δοκιμάζονταν απ’ το δίλημμα των τριών δυνατοτήτων: επίθεση, εμπορική διαπραγμάτευση ή ανύψωση τείχους; Ενώ φαινόταν σαν ένα πρόβλημα στρατιωτικής τακτικής, αυτοί το ανήγαγαν σε ζήτημα σχεδόν φιλοσοφικό, αφού αισθάνονταν, ότι το να πάρεις μια απόφαση, ισοδυναμούσε με το επιλέξεις μια κάποια ιδέα για εσένα τον ίδιο, ισοδυναμούσε με τον προσδιορισμό, του τι είναι η αυτοκρατορία και τι είναι η Κίνα. Γνώριζαν, ότι το να επιτεθούν ή να διαπραγματευτούν, ήταν δύο επιλογές που κατά κάποιο τρόπο εξανάγκαζαν την αυτοκρατορία να βγει από το καβούκι της και υποχρέωναν την κινεζική φυσιογνωμία να αναμετρηθεί με την ύπαρξη διαφορετικών λαών. Το τείχος απ’ την άλλη, έμοιαζε να αποτελεί διακήρυξη της φτασμένης τελειότητας της αυτοκρατορίας και επικύρωση της φυσικής της ύπαρξης μέσα σε ολόκληρο τον κόσμο. Έτσι, παρίσταναν ότι συμβουλεύονται τους στρατηγούς, αλλά στην ουσία, από τους φιλοσόφους προσδοκούσαν την απάντηση. Έτσι μας δίδαξαν, μια και καλή, ότι στην εκάστοτε σχέση του με τους βαρβάρους, κάθε πολιτισμός φέρει εγγεγραμμένη την ιδέα που έχει ο ίδιος για τον εαυτό του. Γιατί ο εφιάλτης του πολιτισμού δεν είναι να κατακτηθεί από τους βαρβάρους, αλλά να μολυνθεί από αυτούς: ο πολιτισμός δε διανοείται ότι μπορεί να ηττηθεί από αυτούς τους κουρελιάρηδες, αλλά τρέμει, ότι πολεμώντας τους, μπορεί να βγει αλλοτριωμένος, διαβρωμένος. Φοβάται να τους αγγίξει. Αργά ή γρήγορα, κάποιος θα το σκεφτεί : άλλη λύση δεν υπάρχει, παρά να υψώσουμε ένα ωραίο τείχος ανάμεσα σε εμάς και εκείνους. Οι Κινέζοι είχαν αυτή τη σκέψη κάμποσες φορές στο πέρασμα των αιώνων. Ήταν το μόνο διαθέσιμο σύστημα για να πολεμήσουν τους βαρβάρους, χωρίς να λερώσουν τα χέρια και να ρισκάρουν τη μόλυνση. Ήταν το μόνο διαθέσιμο σύστημα για να εκμηδενίσουν αυτούς που θεωρούσαν ανύπαρκτους. Και, από φιλοσοφικής άποψης, ήταν μια μεγαλοφυής σκέψη.

Από στρατιωτικής άποψης βέβαια, πρέπει να πούμε ότι δε λειτούργησε ποτέ. Κανένα τείχος, ούτε αυτό που βλέπουμε σήμερα, ούτε τα προϋπάρχοντα, που ήταν ταπεινότερα, χρησίμευσαν ποτέ σε κάτι. Οι βάρβαροι κατέφταναν ως εκεί, βλαστημούσαν για λίγο, και μετά στρέφοντας το άλογό τους (τα δεκάδες χιλιάδες άλογά τους), κάλπαζαν κατά μήκος του τείχους. Στο σημείο που αυτό τελείωνε, απλώς έστριβαν και εισέβαλαν στην Κίνα. Συνέβη αρκετές φορές. Ήταν νομάδες, γεννημένοι επάνω στα άλογα: δεν ήταν τίποτα γι’ αυτούς να μετακινηθούν καμιά χιλιάδα χιλιόμετρα παραπάνω. Πιο σπάνια, όταν ίσως τους έπιανε μια εντελώς ανθρώπινη ανυπομονησία, ορμούσαν σε ένα σημείο του τείχους, το διαπερνούσαν και ξεχύνονταν αντίπερα. Δεν υπάρχει επομένως αμφιβολία: το χτίσιμο, η συντήρηση και η διατήρηση αυτού του τείχους είχαν κόστη παντελώς δυσανάλογα με τη στρατιωτική του χρησιμότητα. Μόνο ένας ανόητος στρατηγός θα μπορούσε να συλλάβει ένα τέτοιο σχέδιο. Ή, όπως αρχίζετε να υποψιάζεστε, ένας μεγαλοφυής φιλόσοφος.

Και να λοιπόν, που πλέον έχουμε τις βάσεις, για να αναστοχαστούμε την κατασκευή του Σινικού Τείχους: για αρχή, ήταν λιγότερο μια στρατιωτική κίνηση και περισσότερο μια νοητική. Μοιάζει να χρησιμεύει στην ενίσχυση ενός συνόρου, αλλά στην πραγματικότητα είναι η επινόηση ενός συνόρου. Είναι μια εννοιολογική αφαίρεση, τόσο ευσταθής και τελεσίδικη που μετουσιώνεται σε φυσικό και τερατώδες μνημείο.

Είναι μια ιδέα πλασμένη από πέτρα.

Η ιδέα είναι, ότι η αυτοκρατορία είναι ο πολιτισμός, ενώ όλα τα υπόλοιπα η βαρβαρότητα και επομένως η μη-ύπαρξη. Η ιδέα είναι, ότι δεν υπάρχουν άνθρωποι -γενικά-, αλλά Κινέζοι από τη μια μεριά και βάρβαροι από την άλλη. Η ιδέα είναι, ότι κάπου εκεί στη μέση υπάρχει ένα σύνορο: και αν ο νομάδας βάρβαρος, δεν το βλέπει, τώρα θα το δει με βεβαιότητα: και αν ο φοβισμένος Κινέζος το ξεχνάει, τώρα σίγουρα θα το θυμάται. Το Σινικό Τείχος δεν προφύλασσε από τους βαρβάρους: τους δημιουργούσε. Δεν υπερασπιζόταν τον πολιτισμό: τον όριζε. Γι’ αυτό το λόγο, εμείς σήμερα το φανταζόμαστε να στέκεται εκεί, από πάντα: γιατί πανάρχαια είναι και η -κινεζική- ιδέα, ότι εμείς είμαστε ο πολιτισμός και ο κόσμος όλος. Ακόμα και τότε που το τείχος ήταν ίσαμε μια σειρά από σκόρπια αναχώματα εδώ κι εκεί, για εμάς ήδη ονομαζόταν το Σινικό Τείχος,[3] γιατί ήταν πέτρινο και μνημειώδες, σαν την ιδέα ότι: εδώ υπάρχει αυτό το σύνορο. Για αιώνες μάλιστα, ήταν και κάτι περισσότερο από μια νοητική ιδέα: πραγματικότατο αλλά και αόρατο στη φυσική του μορφή. Όταν λοιπόν έφτασε ο Μάρκο Πόλο εκεί πέρα και αφηγήθηκε όλα όσα είδε, δεν είπε λέξη για το Τείχος. Είναι δυνατόν; Όχι απλώς είναι δυνατόν, αλλά είναι και λογικό: ο Κουμπλάι Χαν ήταν ένας Μογγόλος, η αυτοκρατορία που είδε ο Μάρκο Πόλο ήταν αυτή των νικητών βαρβάρων που κατέβηκαν απ’ το βορρά και κατέκτησαν την Κίνα. Υπήρχε μέσα στο νου τους αυτή η ιδέα του συνόρου; Όχι. Και αφού είχε εξαφανιστεί από το νου τους, το Σινικό Τείχος ήταν απλώς κάτι περισσότερο από κάποια μεμονωμένη οχύρωση χαμένη στο βορρά: για οποιονδήποτε Μάρκο Πόλο, θα παρέμενε αόρατη.

Έτσι εμείς σήμερα, μπορούμε να αναγνώσουμε στο Σινικό Τείχος την πιο όμορφη και μνημειώδη διατύπωση μιας αξίωσης: τη διαίρεση του κόσμου σε πολιτισμό και βαρβαρότητα. Κάπως έτσι, έφτασα κι εγώ ως εδώ επάνω. Ήθελα να περπατήσω επάνω στην ιδέα, στην οποία αφιέρωσα ένα βιβλίο. Και από εδώ επάνω, να κατανοήσω τα πράγματα που διδάχτηκα.

Θα το πω με πιο απλά λόγια. Κάθε φορά που νιώθουμε στο πετσί μας τα αγκάθια μιας λεηλασίας, η αντίδρασή που επιλέγουμε είναι το Σινικό Τείχος. Φαινομενικά το χτίζουμε για να αμυνθούμε. Ακόμα και αυτή τη στιγμή, πείθουμε τον εαυτό μας, ότι το χτίζουμε για την άμυνα. Και εκθειάζουμε τον ηρωισμό του καναπέ, όσων το υπερασπίζονται κάθε μέρα και όσων το χτίζουν, πεισματικά, για χιλιάδες χιλιόμετρα. Δεν αλλάζουμε ιδέα ακόμα και όταν εύκολα παραδεχόμαστε, ότι οι επιδρομές δεν μειώθηκαν ούτε στο ελάχιστο. Χάνουμε συνεχώς έδαφος, κι όμως το αλλόκοτο θέαμα των κομψευόμενων μηχανικών, που καταναλώνονται στο χτίσιμο του τείχους, εξακολουθεί να μας φαίνεται αξιέπαινο. Αλλά η αλήθεια είναι η εξής: δεν υπερασπιζόμαστε ένα σύνορο, αλλά το κατασκευάζουμε. Το τείχος το χρειαζόμαστε, όχι για να κρατήσουμε μακριά αυτό που μας φοβίζει, αλλά για να του δώσουμε ένα όνομα. Όπου υπάρχει αυτό το τείχος, υπάρχει και μια γεωγραφία που μας είναι οικεία: από εδώ εμείς, από εκεί οι βάρβαροι. Τη γνωρίζουμε αυτή την κατάσταση. Είναι μια μάχη που ξέρουμε να τη δώσουμε. Στη χειρότερη θα χάσουμε, αλλά θα ξέρουμε ότι πολεμήσαμε απ’ τη σωστή μεριά. Στη χειρότερη, μπορεί να χάσουμε, αλλά όχι να χαθούμε. Εμπρός λοιπόν, υψώστε το Σινικό Τείχος.

Κι όμως, βρισκόμαστε μπροστά σε μια μετάλλαξη. Μπροστά σε κάτι που μας αγγίζει όλους, μηδενός εξαιρουμένου. Ως και οι μηχανικοί, εκεί στα ακροπύργια του τείχους, έχουν πάρει ήδη τα σωματικά χαρακτηριστικά των βαρβάρων που θεωρητικά αντιπαλεύουν: και έχουν βαρβαρικά χρήματα στην τσέπη και σκόνη από τη στέπα πάνω στους καλοσιδερωμένους γιακάδες. Είναι μια μετάλλαξη. Δεν είναι μια μικρή αλλαγή, ούτε ένας ανεξήγητος εκφυλισμός, ούτε μια μυστηριώδης αρρώστια: είναι μια μετάλλαξη με σκοπό την επιβίωση. Είναι η συλλογική επιλογή ενός αλλιώτικου και λυτρωτικού νοητικού habitat. Άραγε υποψιαζόμαστε τι μπορεί να την προκάλεσε; Μου έρχονται στο μυαλό σίγουρα κάποιες καθοριστικές τεχνολογικές καινοτομίες: αυτές που συμπυκνώνουν το χώρο και το χρόνο, ξεζουμίζοντας τον κόσμο. Αλλά πιθανόν από μόνες τους να μην αρκούσαν, αν δεν συνέπιπταν με ένα γεγονός που επέκτεινε κατά πολύ το κοινωνικό γίγνεσθαι: την πτώση των φραγμών, που μέχρι τώρα κρατούσαν σε απόσταση ένα μεγάλο μέρος των ανθρώπων από την πράξη της εκπλήρωσης της επιθυμίας και της κατανάλωσης. Σε αυτούς τους homines novi,[4] που εισήλθαν για πρώτη φορά στο βασίλειο των προνομίων, οφείλουμε την αναγκαία κινητική ενέργεια, ώστε να πραγματοποιηθεί μια μετάλλαξη: δεν αναφέρομαι τόσο στο περιεχόμενο αυτής της μετάλλαξης, που μοιάζει ακόμα να είναι προϊόν από κάποιες συνειδητοποιημένες ελίτ, αλλά στην απαραίτητη κινητήρια δύναμη για να ενεργοποιηθεί. Και επίσης, ο παράγοντας της αναγκαιότητας: αυτό είναι σημαντικό: η αναγκαιότητα. Ίσως από αυτούς τους νέους ανθρώπους, να προκύπτει η πεποίθηση, ότι χωρίς μετάλλαξη ξοφλήσαμε. Σα δεινόσαυροι υπό εξαφάνιση.

Ας δούμε τι είναι ακριβώς αυτή η μετάλλαξη. Θα έλεγα, ότι μοιάζει να στηρίζεται σε δύο θεμελιώδεις πυλώνες: ο ένας είναι η διαφοροποιημένη αντίληψη για το τί είναι βίωμα, και ο δεύτερος η διαφορετική τοποθέτηση του νοήματος επάνω στον ιστό της ύπαρξης. Εκεί βρίσκεται ο πυρήνας της όλης υπόθεσης. Τα υπόλοιπα είναι απλώς ένα σύνολο από συνέπειες: η επιφάνεια αντί του βάθους, η ταχύτητα αντί του στοχασμού, η επίπτωση αντί της ανάλυσης, το σερφάρισμα[5] αντί της εμβάθυνσης, η επικοινωνία αντί της έκφρασης, το multitasking αντί της εξειδίκευσης, η απόλαυση αντί του μόχθου. Μια συστηματική κατεδάφιση όλων των νοητικών εφοδίων, που μας κληροδότησε ο ρομαντικός και αστικός πολιτισμός του 19ου αιώνα. Και μάλιστα, μέχρι το πιο σκανδαλώδες σημείο: τη βίαιη εξαπλούστευση κάθε χειρονομίας, τη μετωπική επίθεση στην ιερότητα της ψυχής -ό,τι κι αν σημαίνει αυτός ο όρος.

Αυτά συμβαίνουν γύρω μας. Υπάρχει μια απλή ονομασία που μπορούμε να δώσουμε σε όλο αυτό: η επέλαση των βαρβάρων. Και κάθε φορά, που κάποιος επείγεται να καταγγείλει τη μικρότητα της καθεμιάς μεταμόρφωσης, μη αναγνωρίζοντας το καθήκον του να την κατανοήσει, τότε το τείχος υψώνεται και η τυφλότητά μας διογκώνεται στην ειδωλολατρία ενός συνόρου που, ενώ δεν υφίσταται, καυχιόμαστε ότι υπερασπίζουμε. Δεν υπάρχουν όρια, πιστέψτε με, δεν υπάρχει πολιτισμός από τη μια πλευρά και βάρβαροι από την άλλη: υπάρχει μόνο το κύμα της μετάλλαξης που προελαύνει και μας διαπερνά. Είμαστε όλοι μεταλλαγμένοι: κάποιοι εξελίσσονται περισσότερο, κάποιοι λιγότερο, κάποιοι αργοπορούν, κάποιοι δεν έχουν καταλάβει τίποτα, κάποιοι δρουν με το ένστικτο, κάποιοι άλλοι συνειδητά, κάποιοι παριστάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν και κάποιοι δε θα καταλάβουν ποτέ, κάποιοι κολλάνε πάνω στη γη και κάποιοι τρέχουν τρελαμένοι προς τα εμπρός. Και να που όλοι μαζί πάμε να περάσουμε το ποτάμι. Για μια περίοδο πίστευα, ότι η κατάσταση ήταν συνδεδεμένη με ανθρώπους μιας συγκεκριμένης γενιάς, μεταξύ των 30 και 50: τους έβλεπα να διασχίζουν τα νερά, με το μυαλό στραμμένο προς τα εδώ και την καρδιά να κοιτάει απέναντι, μισοί θηλαστικά και μισοί ψάρια, διαιρεμένοι στα δύο από μια μετάλλαξη που έφτασε πάρα πολύ αργά ή πάρα πολύ νωρίς: μικροί, αξιοθρήνητοι μεσιέ Μπερτέν πάνω στο σερφ. Αλλά γράφοντας αυτό το βιβλίο, είδα με καθαρότητα, πως αυτή η κατάσταση μας αφορά όλους, είδα πως το αβέβαιο πεπρωμένο και η μη αναστρέψιμη σχιζοφρένεια των πρώτων μεταλλαγμένων, είναι η ιλαρή επιταγή που μας δόθηκε. «Παρατηρώντας τις μουσούδες των αλόγων και τα πρόσωπα των ανθρώπων, όλο αυτό το ζωντανό ποτάμι δίχως όχθες, που φουσκωμένο από τη θέλησή μου ρέει προς τον γκρεμό, προς το τίποτα της πορφυρής από τη δύση στέπας, συχνά αναρωτιέμαι: που βρίσκομαι Εγώ σε αυτό το ποτάμι;» (Τζένγκις Χαν). Αν υπάρχει μια απάντηση σε αυτό το ερώτημα (ο Τζένγκις Χαν δεν το έθεσε ποτέ, αλλά το απέδωσε σε αυτόν ο Βίκτωρ Πέλεβιν,[6] στο Το μικρό δαχτυλάκι του Βούδα), αν υπάρχει μια απάντηση σε αυτό το ερώτημα, που ο καθένας από εμάς θα μπορούσε να είχε θέσει, τότε εγώ δεν φαντάζομαι κάποια άλλη από την εξής: καθένας από εμάς βρίσκεται εκεί που βρισκόμαστε όλοι μαζί, στο ένα και μοναδικό μέρος που υπάρχει, μέσα στο ποτάμι της μετάλλαξης, εκεί όπου ό,τι γνωρίζουμε το λέμε πολιτισμό, και ό,τι ακόμα δεν έχει όνομα, το λέμε βαρβαρότητα. Σε αντίθεση με πολλούς, εγώ το βρίσκω ένα καταπληκτικό μέρος.

Η μικρή πανσιόν στα πόδια του τείχους έχει κόκκινα φανάρια και κουφώματα από ανωδιωμένο αλουμίνιο.[7] Δε διαθέτει ζεστό νερό, αλλά έχει μια τηλεόραση που δείχνει έναν τύπο να παίζει φλάουτο με τη μύτη. Μετά έχει μια ταινία με ένα παιδί που ξερνάει μακαρόνια. Όλα είναι τέλεια. Αυτό το βράδυ, κάτω απ’ το φως της λάμπας, ας γράψω και κάτι τελευταίο.

Δεν υπάρχει μετάλλαξη που να μην είναι διαχειρίσιμη. Το να αφήνεις πίσω το ιδεολόγημα της σύγκρουσης των πολιτισμών και να αποδέχεσαι την έννοια μιας εξελισσόμενης μετάλλαξης, δε σημαίνει ότι πρέπει να αποδέχεσαι αναντίρρητα όσα συμβαίνουν, χωρίς να βάζεις κι εσύ το λιθαράκι σου σε αυτά. Αυτό που γινόμαστε, εξακολουθεί να είναι τέκνο αυτού που επιθυμούμε να γίνουμε. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να υπάρχει καθημερινή φροντίδα, προσοχή, επιφυλακή. Πόσο άχρηστο και γελοίο μοιάζει, να στέκεσαι καμαρωτός μπροστά σε τείχη, που διαγράφουν ένα ανύπαρκτο σύνορο; Πόσο πιο χρήσιμη θα ήταν μια ναυτική σοφία, μια έξυπνη ρότα μέσα στο ποτάμι; Δεν πρέπει να πιάσουμε πάτο, σα σακιά με πατάτες. Καθήκον μας είναι η πλοήγηση. Ας το πούμε στοιχειωδώς: μιλάμε για την ικανότητα να αποφασίσουμε, τι θέλουμε να κρατήσουμε από τον παλιό κόσμο και να το φέρουμε στον νέο κόσμο. Τι θέλουμε να διατηρηθεί ανέγγιχτο παρά την αβεβαιότητα ενός σκοτεινού ταξιδιού. Να βρούμε τους δεσμούς που δε θέλουμε να κόψουμε, τις ρίζες που δε θέλουμε να χάσουμε, τις λέξεις που θέλουμε ακόμα —και για πάντα— να προφέρουμε, τις ιδέες που δε θέλουμε να πάψουμε να έχουμε. Είναι μια λεπτοδουλειά. Μια φροντίδα. Να περισώζεις ό,τι αγαπάς, την ώρα του μεγάλου κύματος. Είναι μια δύσκολη πράξη, γιατί δε σημαίνει σε καμία περίπτωση, ότι πρέπει να το προφυλάξεις από την μετάλλαξη, αλλά να το προστατεύεις κατά την εξέλιξη της μετάλλαξης. Δε θα μας σώσουν τα πράγματα που έχουμε απομονώσει από την πραγματικότητα, αλλά τα πράγματα που αφήσαμε να μεταλλαχτούν και να γίνουν αυτό που είναι, σε μια νέα πραγματικότητα.

Σε αυτό το σημείο κολλάει ωραία και μια παράγραφος που να περιγράφει, τι θα χρειαζόταν κατά τη γνώμη μου να περισώσουμε, όταν συμβαίνει η μετάλλαξη. Στ’ αλήθεια όμως, δεν έχω μια ξεκάθαρη γνώμη γι’ αυτό. Γνωρίζω με βεβαιότητα ότι κάτι υπάρχει, που όμως είναι δύσκολο να ειπωθεί αυτή τη στιγμή με ακρίβεια. Δύσκολο. Το μόνο που μου έρχεται στο μυαλό είναι, για άλλη μια φορά, μια σελίδα του Cormac McCarthy, που βρίσκεται στο τέλος εκείνου του βιβλίου που σας ανέφερα ήδη στην αρχή, το θυμάστε; Η ιστορία του σερίφη με το δολοφόνο. «Τι λες σε κάποιον, ο οποίος καθ’ ομολογία, δεν έχει ψυχή;» Το θυμάστε; Καλώς. Αυτό είναι ένα βιβλίο πραγματικά απέλπιδο, που μοιάζει με άνευ όρων παράδοση σε μια ολέθρια μετάλλαξη, χωρίς ελπίδα, χωρίς διέξοδο. Όμως σε κάποιο σημείο, ο σερίφης περνά δίπλα από κάτι περίεργο, κάτι σα γούρνα σμιλεμένη με καλέμι σε σκληρή πέτρα. Βρισκόμαστε ακριβώς στην τελευταία σελίδα. Ο σερίφης βλέπει τη γούρνα και σταματάει. Και την κοιτάει. Ένα αντικείμενο περίπου δυο μέτρα μακρύ, μισό μέτρο πλατύ και άλλο τόσο σε βάθος. Στην πέτρα είναι ακόμα εμφανή τα σημάδια από το καλέμι. Θα βρίσκεται εκεί ήδη καμιά εκατοσταριά-διακόσια χρόνια, σκέφτηκε ο σερίφης. Έτσι, σκέφτηκε, μου ήρθε στον νου ο άνθρωπος που το είχε κατασκευάσει. Αυτός ο άνθρωπος βάλθηκε με σφυρί και καλέμι να σκάψει μια γούρνα που θα μπορούσε να αντέξει δέκα χιλιάδες χρόνια. Για ποιο λόγο; Τι πίστευε αυτός ο τύπος; Πρέπει να φανταστείτε, ότι σε αυτό το σημείο ο σερίφης είναι εξαντλημένος, δεν πιστεύει σε τίποτα και ετοιμάζεται να κλειδώσει το αστέρι του για πάντα σε ένα ντουλάπι. Πρέπει να τον φανταστείτε σε αυτήν την κατάσταση, ενώ αναρωτιέται, γιατί στο καλό κάποιος μπαίνει στη διαδικασία να σκάψει μια πέτρινη γούρνα με τη σκέψη ότι θα αντέξει δέκα χιλιάδες χρόνια. Σε τι πιστεύει κάποιος, που το μυαλό του κατεβάζει τέτοιες ιδέες;

Σε τι πιστεύουμε εμείς που έχουμε ακόμα το τυφλό ένστικτο, να διαφυλάσσουμε κάτι;

Ο McCarthy έγραψε αυτό: «Φαντάζομαι αυτόν τον καθισμένο τύπο με το σφυρί και το καλέμι, ίσως κανα δίωρο μετά το βραδινό του, ποιος ξέρει. Και πρέπει να πω ότι το μοναδικό πράγμα που μου περνάει απ’ το μυαλό είναι ότι αυτός είχε κάτι σα μια υπόσχεση στην καρδιά του. Εγώ σίγουρα δεν έχω την πρόθεση να αρχίσω να σκάβω μια ποτίστρα από πέτρα. Θα ήθελα όμως να μπορώ να κάνω αυτό το είδος της υπόσχεσης. Θα το ήθελα όσο τίποτε άλλο».

Στην τηλεόραση χειροκροτούν πολύ, γιατί ο τύπος που έπαιζε φλάουτο με τη μύτη, τώρα έχει και μια εντυπωσιακή ποσότητα από πιάτα και ποτήρια στο κεφάλι, έτοιμα να καταρρεύσουν. Σε ένα άλλο κανάλι παίζει η Μίλαν. Άσκοπη κατοχή μπάλας. Έξω, στο σκοτάδι, το Σινικό Τείχος, καμωμένο από το άχρονο μαύρο μιας κινέζικης νύχτας.

[1] Louis-François Bertin (1766-1841): Γάλλος δημοσιογράφος και «μιντιάρχης» της εποχής, ιδιοκτήτης του διάσημου Journal des débats, γνωστός και από το ομώνυμο πορτραίτο που φιλοτέχνησε ο Jean-Auguste-Dominique Ingres. Ο Μπαρίκκο αναφέρεται σε αυτόν σε προηγούμενα κεφάλαια του βιβλίου, θεωρώντας ότι στο πρόσωπό του συμπυκνώνεται η ρομαντική, αστική νοοτροπία του 19ου αιώνα, με εξέχον χαρακτηριστικό την κοπιαστική αναζήτηση, σε βάθος, ενός υψηλού νοήματος των πραγμάτων. (ΣτΜ)
[2]
Αναφορά πάλι σε προηγούμενα κεφάλαια του βιβλίου. (ΣτΜ)
[3] Στα ιταλικά: la Grande Muraglia. Κυριολεκτικά σημαίνει το Μεγάλο Τείχος. (ΣτΜ)
[4]
Νέοι άνθρωποι. (ΣτΜ)
[5] Σε προηγούμενα κεφάλαια αναφέρεται το σερφάρισμα ως στάση ζωής, που αντιδρά στον αστικό ρομαντισμό του 19ου αιώνα και τη λατρεία του βάθους, αναζητώντας το νόημα, όπως αυτό εκδηλώνεται στην επιφάνεια των πραγμάτων – της ζωής. (ΣτΜ)
[6]
Pelevin, Viktor: Είναι ένας από τους πιο διάσημους Ρώσους συγγραφείς της εποχής μετά την περεστρόικα. Ιδιαίτερα δημοφιλής στους νέους της χώρας του, πρόσφατα μάλιστα μεταφράστηκε σε διάφορες γλώσσες, δεν αγαπά να βρίσκεται στο επίκεντρο της δημοσιότητας. Είναι γνωστό ότι, για να σνομπάρει τον κόσμο, καταφεύγει που και που σε κάποιο μοναστήρι και αποφεύγει επιδέξια να μετατραπεί σε πολιτικό ή ιδεολογικό φερέφωνο της γενιάς του.
[7] Υλικό που χρησιμοποιείται στην κατασκευή αγωγών με εξωτερική μόνωση. Ιδανικό για κουφώματα, σκεύη μαγειρέματος, φρυγανιέρες, ποδήλατα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: