Με λίγη ελπίδα στην ουρά:

© «Μονόγραμμα»
© «Μονόγραμμα»

Στιγμιότυπα από τη ζωή των ζώων και ματιές στη φύση του ανθρώπου σε ποιήματα της Ρουκ

Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ έχει επαινεθεί από την κριτική και για την ευαισθησία με την οποία αποτύπωσε σε ποιήματά της όψεις του πάσχοντος ανθρώπινου σώματος. Το θέμα που κυρίως απασχολεί τη Ρουκ δεν είναι ο σωματικός πόνος, αλλά η σωματική έκφραση του ψυχικού πόνου. Τη ρίζα αυτής της επίπονης για το σώμα και την ψυχή εμπειρίας την αναζητεί συχνά στην απόσταση ανάμεσα στην ανάγκη και στην επιθυμία ή μάλλον ανάμεσα στην κάλυψη των αναγκών και στην ανεκπλήρωτη επιθυμία. Εδώ πιθανώς εντοπίζεται και μέρος της εξήγησης για τις πολλές αναφορές σε ζώα στο έργο της. Αφού στα ζώα η ανάγκη και η επιθυμία φαίνεται ότι ταυτίζονται, η φύση του ζώου βρίσκεται, από αυτήν την άποψη, στους αντίποδες της ανθρώπινης φύσης.
Οι συνδηλώσεις της παρουσίας των ζώων στην ποίηση της Ρουκ είναι, βέβαια, ποικίλες. Το εύρος τους οπωσδήποτε υπερβαίνει το πεδίο αναφοράς της αντιθετικής σχέσης που προανέφερα. Λόγου χάρη, τα ζώα ενίοτε ενσαρκώνουν τη σκοτεινή πλευρά του ερωτικού ενστίκτου (π.χ. «Όνειρο αράχνης» (Ενάντιος έρωτας, 1982), «Το γουρουνάκι» (Επίλογος αέρας, 1990)) ή σμίγουν με την ανθρώπινη φύση για να φέρουν στο φως υβριδικά όντα, ανάμεσα στα οποία ορισμένα μας είναι γνωστά από την αρχαιοελληνική μυθολογία, όπως ο Μινώταυρος, οι Κένταυροι και η Σφίγγα, που εμφανίζονται στα δυο πρώτα της βιβλία (Λύκοι και σύννεφα (1963), Ποιήματα ’63-’69 (1971)), ενώ άλλα είναι δικές της εμπνεύσεις, όπως ο Λάφικτος στο ομώνυμο ποίημα από το πρώτο της βιβλίο.
Τα ποιήματα της Ρουκ που επικεντρώνονται όμως στην αντίθεση ανάμεσα στον άνθρωπο και στα ζώα αναφορικά με τη σχέση ανάγκης και επιθυμίας διαφέρουν από άλλα ποιήματά της τα οποία επίσης αφορούν ζώα. Ο λόγος είναι ότι αναδεικνύουν πτυχές της ανθρώπινης φύσης που δεν είχαν αποτυπωθεί με ανάλογη επιμονή και ενάργεια από Έλληνες ποιητές που προηγήθηκαν. Αξίζει να σταθούμε σε χαρακτηριστικά αποσπάσματα ποιημάτων της Ρουκ από τέσσερις συλλογές της που εκδόθηκαν σε διάστημα τριάντα τριών ετών. Το γεγονός ότι το διάστημα αυτό καλύπτει πάνω από το μισό της συγγραφικής της πορείας δείχνει πως το θέμα της σχέσης ανάγκης και επιθυμίας στον άνθρωπο και στα ζώα κέντριζε την έμπνευση της Ρουκ σταθερά μέσα στον χρόνο.
Μια εύγλωττη παραλλαγή πάνω σ’ αυτό το θέμα βρίσκουμε στους ακόλουθους στίχους από το ποίημα «Οι φίλοι μας τα φίδια» (Η ανορεξία της ύπαρξης, 2011):

Ίσως τα φίδια που μας ζώνουν
να ’ναι πλάσματα καλά
χρήσιμα
αφού ελευθερώνουν τις υποψίες μας
γύρω από τις ψεύτικες υποσχέσεις.
Και όπως ελίσσονται
μας διδάσκουν ότι καμιά πραγματικότητα
δεν είναι πιο πολύτιμη, πιο αληθινή
απ’ την ανάσα της στιγμής.
Τι σου υποσχέθηκαν οι άνθρωποι;
Γλυκιά ζωή;
Μα θέλει μεγάλη φαντασία.

Η ανάσα της στιγμής, στην οποία, σύμφωνα με το ποίημα, αρκούνται τα φίδια, αντιδιαστέλλεται με την υπόσχεση μιας γλυκιάς ζωής που μας δίνουν οι άνθρωποι. Η αντιδιαστολή ενισχύει την εντύπωση πως μιλώντας για την ανάσα της στιγμής των φιδιών η Ρουκ εισάγει μια μεταφορά για την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών. Εξάλλου μιλώντας για υπόσχεση γλυκιάς ζωής αναφέρεται μεταφορικά σε μια ζωή που μας ικανοποιεί όχι επειδή καλύπτει τις βασικές ανάγκες μας, αλλά επειδή ανταποκρίνεται σε βαθύτερες επιθυμίες μας, ο ορίζοντας των οποίων εκτείνεται πέρα από τις αδήριτες επιταγές της υλικής ζωής και της πεζής καθημερινότητας.
Οι αρνητικές συνδηλώσεις του φιδιού στους μύθους και στη λογοτεχνία έχουν κάνει το όνομα αυτού του ερπετού συνώνυμο της κακότητας, της δολιότητας, αλλά και μιας αξιοθρήνητης ζωής, αφού τα φίδια, μην έχοντας ούτε φτερά ούτε καν πόδια, είναι καταδικασμένα να σέρνονται στη γη. Ξεκινώντας από αυτήν την αφετηρία, διαπιστώνουμε πως η υπόσχεση γλυκιάς ζωής που, σύμφωνα με το ποίημα, δίνουν οι άνθρωποι ενσωματώνει προσδοκίες ηθικής, αισθητικής κι εντέλει ευδαιμονικής εξύψωσης. Υπερασπιζόμενη ορισμένες δαιμονοποιημένες πτυχές της ζωής των φιδιών και υπογραμμίζοντας πως το κυνήγι των ιδανικών, στο οποίο επιδίδονται οι άνθρωποι είναι συχνά ατελέσφορο, η Ρουκ μας καλεί να σκεφτούμε πως δεν θα βασανιζόμασταν από ανεκπλήρωτες επιθυμίες αν η μόνη μας επιθυμία ήταν η κάλυψη των αναγκών μας. Συνάμα, όμως, αναγνωρίζει πως μια τέτοια γείωση του ορίζοντα της επιθυμίας στα εδάφη της ανάγκης θα απαιτούσε μια δύσκολη συμφιλίωση του ανθρώπου με το κρυμμένο ή αποκηρυγμένο μερίδιό του στη φύση του ζώου.
Από αυτήν την πτυχή της ανθρώπινης φύσης, δηλαδή από τα ένστικτα και τις πρωτογενείς ανάγκες που συγκρούονται με την επιθυμία για το υψηλό και από την αναστάτωση που προκαλεί στον άνθρωπο η επίγνωση πως δεν απέχει από τα ζώα τόσο όσο του υπαγορεύουν λογής εξιδανικευμένες απεικονίσεις της φύσης του, η Ρουκ έχει εμπνευστεί και άλλα ποιήματα, στα οποία το ένα ή το άλλο ζώο απεικονίζεται έτσι ώστε να αντανακλά μύχιες πλευρές μας. Ας διαβάσουμε ορισμένους στίχους από το ποίημα «Ο σκίουρος απαντάει στη γυναίκα» (Επίλογος αέρας, 1990):

Όμως, τις μαύρες μέρες
όταν το άφθαστο ύψος
γίνεται η μόνη δυσβάσταχτη αλήθεια
εκδηλώνεται ο ποντικός εαυτός μου

και κοροϊδεύει το γαλάζιο δωμάτιο

που πάω να διασχίσω.

Εδώ η απογοήτευση που συνοδεύει την άκαρπη αναμέτρηση με το υψηλό εντείνεται εξαιτίας της χλεύης που επιφυλάσσει στις πολυπόθητες αλλά δυσκολοκατόρθωτες πραγματώσεις ιδανικών η αποσιωπημένη ζωώδης πλευρά της ανθρώπινης φύσης. Η δέσμη των ενστικτωδών τάσεων που επιζητεί την κάλυψη των ορμέμφυτων αναγκών και αντιδρά στην τροπή τους σε εξευγενισμένες επιθυμίες παίρνει και σ’ αυτό το ποίημα τη μορφή ζώου. Για την ακρίβεια, έχουμε να κάνουμε μ’ ένα υβρίδιο: τον «ποντικό εαυτό». Επιμένοντας στην υβριδική φύση αυτού του επινοημένου όντος η Ρουκ μας υπενθυμίζει πως η ταύτιση ανάγκης και επιθυμίας, παρότι δεν είναι ξένη στην ανθρώπινη φύση, γειτνιάζει με τη φύση του ζώου σε τέτοιο βαθμό ώστε να υπονομεύει την έλξη που ασκούν στη διάνοια και στο συναίσθημά μας ποικίλες παρηγορητικές εκλεπτύνσεις.
Πάντως μια τέτοια υπονόμευση φαίνεται πως, παρά τις αναταράξεις που προκαλεί στα κολακευτικά είδωλα του εαυτού μας, μπορεί να είναι ευπρόσδεκτη ή και ευεργετική, ιδίως όταν η ταύτιση της ανάγκης με την επιθυμία προκύπτει με τρόπο που καταργεί την εντύπωση μιας αγεφύρωτης απόστασης ανάμεσα στο πνεύμα και στην ύλη, στο σώμα και στην ψυχή, στο καλό και στο κακό. Έτσι μπορεί να ερμηνεύσει κανείς τους ακόλουθους στίχους από το ίδιο ποίημα, όπου η Ρουκ αναζητά τη σύγκραση των αλληλοσυγκρουόμενων όψεων της ανθρώπινης φύσης και μια παραδείσια αίσθηση πληρότητας σε ό,τι ονομάζει «όνειρα των ζώων»:

Γιατί μνήμη κι όνειρο στα ζώα είναι ένα.
Δες πώς με το σούρουπο
χώνουν τα τριχωτά τους πρόσωπα στα φύλλα
βαθιά στην άμμο, κάτω απ’ τα χώματα
και στο νερό μέσα λουφάζουν.
Στην ουράνια ησυχία της σκέψης τους
βγαίνει απ’ την κρυψώνα της η ποίηση
και περπατάει ανάμεσά τους.
Ονειρεύονται ή θυμούνται τότε
τον μυτερό και μοχθηρό εχθρό τους
να τρέχει αγαθά πάνω στα κύματα
κι όλα τα φαγητά της φύσης
να λάμπουν γυμνά
χωρίς περίβλημα.

Αν στα όνειρα των ανθρώπων οι ανικανοποίητες ανάγκες παίρνουν τη μορφή ανεκπλήρωτων επιθυμιών, στα όνειρα των ζώων, όπως μας τα περιγράφει η Ρουκ, οι ανικανοποίητες ανάγκες έρχονται στο φως ως έχουν και ικανοποιούνται ως διά μαγείας. Οι δυσεύρετοι καρποί είναι πάραυτα διαθέσιμοι και οι εχθροί γίνονται διαμιάς ακίνδυνοι και φιλικοί. Με άλλα λόγια, τα ζώα, κατά την Ρουκ, χρωστούν τα απολαυστικά τους ενύπνια στο γεγονός ότι αντί να εξιδανικεύουν τις ανάγκες τους τρέποντάς τις σε επιθυμίες, εξιδανικεύουν τον κόσμο που τα περιβάλλει φέρνοντάς τον στα μέτρα των αναγκών τους.
Η γοητεία που ασκεί στην Ρουκ η απροσποίητη και γι’ αυτό πιο αθώα και, από μιαν άποψη, απολαυστικότερη ζωή των ζώων κάνει τη ζωή των ανθρώπων να μοιάζει αφόρητη και ορισμένες φορές ενθαρρύνει αναζωογονητικές απομυθοποιήσεις ζώων στα οποία η λογοτεχνική παράδοση έχει προσδώσει ανθρώπινες ιδιότητες. Ίσως το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα μιας τέτοιας αναζωογονητικής απομυθοποίησης στην ποίηση της Ρουκ εντοπίζεται στο ποίημα «Ο τζίτζικας» (Ενάντιος έρωτας, 1982). Παραθέτω τις τελευταίες γραμμές αυτού του πεζού ποιήματος που αποτελεί τον μονόλογο ενός τζιτζικιού:

Πάσχα και βιολέτες δε γνωρίζω. Τη μόνη ανάσταση που ξέρω
είναι όταν μόλις σηκώνεται κάποιο αεράκι και δροσίζει λίγο τη φοβερή
κάψα της ζωής μου. Τότε παύω να ουρλιάζω –ή να τραγουδάω όπως
νομίζει ο κόσμος– γιατί το θαύμα μιας δροσιάς μέσα μου βαθιά λέει
περισσότερα απ’ όλα όσα δημιουργώ για να μην πεθάνω από τη ζέστη.


Ο τζίτζικας, που εμφανίζεται σε λογοτεχνικά έργα διαφορετικών εποχών και πολιτισμών ως αμέριμνος τραγουδιστής συνεπαρμένος από τον έρωτα ή άλλα ισχυρά συναισθήματα, προσέρχεται στη σκηνή του ποιήματος της Ρουκ ως υποτελής στον αγώνα για επιβίωση. Το τραγούδι του μοιάζει με ουρλιαχτό και περιγράφεται ως η μόνη του άμυνα απέναντι στην κάψα του καλοκαιριού που απειλεί να τον αφανίσει. Ακόμη και για όσους γνωρίζουν πως το τερέτισμα των τζιτζικιών εξυπηρετεί άλλες ανάγκες, η δραστικότητα του επινοήματος της Ρουκ παραμένει αμείωτη. Κι αυτό γιατί ο στόχος της απομυθοποίησης του τζιτζικιού ως περιπαθούς τραγουδιστή δεν είναι η αποκατάσταση της αλήθειας για τα ανατομικά χαρακτηριστικά του και για τον ρόλο του τραγουδιού του σε λειτουργίες αναπαραγωγής και άμυνας, αλλά μια νέα μυθοποίηση του τζιτζικιού ως όντος δεμένου στο άρμα μιας βιολογικής ανάγκης, της ανάγκης του να επιζήσει σ’ ένα εχθρικό περιβάλλον. Έτσι η Ρουκ απαλλάσσει το λογοτεχνικό μοτίβο του τζίτζικα από την καθιερωμένη ανθρωπομορφική του επιτέλεση και το αναζωογονεί μετατρέποντάς το σε σύμβολο της υποταγής των ζώων στην ανάγκη, αλλά και σε σύμβολο εκείνης της πτυχής της ανθρώπινης φύσης που κυβερνάται από την ανάγκη και μέσω της οποίας ο άνθρωπος συνεχίζει να μετέχει στη φύση του ζώου.
Η Ρουκ, όμως, εμβαθύνει στη σχέση ανάμεσα στην ανθρώπινη φύση και στη φύση του ζώου –πάντα με άξονά της τη σχέση επιθυμίας και ανάγκης– όχι μόνο μέσω της αναζωογονητικής απομυθοποίησης ζώων ιδιαίτερα αγαπητών στους λογοτέχνες για αιώνες, όπως ο τζίτζικας, αλλά και μέσω ανθρωπομορφικών αναπαραστάσεων ζώων τα οποία δεν είχαν απασχολήσει ιδιαίτερα προγενέστερούς της Έλληνες ποιητές κι έτσι ήταν στον καιρό της πρόσφορα για μια λίγο-πολύ πρωτογενή, για τα μέτρα της ποίησής μας, λογοτεχνική αξιοποίηση. Η παρατήρηση αυτή ισχύει για τη χρήση του μοτίβου του σκίουρου από τη Ρουκ περισσότερο απ’ όσο ισχύει για κάθε άλλο από τα όχι και τόσο δημοφιλή, ανάμεσα στους Έλληνες ποιητές, ζώα τα οποία υποδέχεται στο εργαστήρι της.
Αν και ο σκίουρος έχει κάνει την εμφάνισή του σε στίχους παλιότερων Ελλήνων ποιητών (π.χ. στον Ρίτσο και στον Σεφέρη), η θέση του στην ποίηση της Ρουκ είναι πιο προνομιακή. Η λέξη σκίουρος έχει περιληφθεί σε τίτλους τουλάχιστον τριών ποιημάτων της που ανήκουν σε δυο διαφορετικές συλλογές της. Ένα από αυτά είναι το «Ο σκίουρος απαντάει στη γυναίκα» αποσπάσματα από το οποίο σχολίασα παραπάνω. Σ’ αυτό το ποίημα, όμως, ο σκίουρος κατονομάζεται μόνο στον τίτλο. Ένα άλλο, στους στίχους του οποίου το συμπαθές τρωκτικό έχει ισχυρότερη παρουσία και ανθρωπομορφική διάσταση, είναι το ποίημα «Ο σκίουρος» (Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας, 1978). Στους ακόλουθους στίχους του η Ρουκ προσεγγίζει τη σχέση της φύσης του ανθρώπου και των ζώων αλλιώτικα απ’ ό,τι σε άλλα ποιήματά της:

Άσπρες πετσέτες
τα πρώτα χιόνια
χωρίς ακόμη δαχτυλιές
κι ο σκίουρος στα παγωμένα κούτσουρα
περίλυπος με λίγη ελπίδα
στην ουρά, πολυάσχολος

ξεκαθαρίζει υποθέσεις
με τα μπροστινά του.


Σε αντίθεση με την απεικόνιση του τζίτζικα στο ομώνυμο ποίημα που ανέφερα νωρίτερα, η απεικόνιση του σκίουρου εδώ στηρίζεται στην περιγραφή των ζωτικών δραστηριοτήτων του με όρους που αντανακλούν επιθυμίες ανθρώπων κι όχι ανάγκες ζώων. «Περίλυπος», αλλά και «πολυάσχολος» ο σκίουρος ψάχνει καρπούς για να τραφεί, έχοντας για σημαία της ισχνής ελπίδας του την ουρά του. Αν στην περίπτωση του τζίτζικα η Ρουκ υπονομεύει την παραδεδομένη απεικόνιση του θρυλικού εντόμου ως όντος οδηγημένου από την επιθυμία και τον χωνεύει στα εδάφη της ανάγκης, στην περίπτωση του σκίουρου ακολουθεί φορά αντίθετη: υψώνει στη σφαίρα της επιθυμίας –ή, ακριβέστερα, στη σφαίρα του ανθρώπινου θυμικού– τις υπαγορευμένες από την ανάγκη, αυτοματοποιημένες κινήσεις του, όπως είναι κατεξοχήν η νευρώδης κίνηση της φουντωτής ουράς που τον βοηθά να διατηρεί την ισορροπία του ενόσω επιχειρεί τα γοητευτικά για μας άλματά του από κλαδί σε κλαδί.

Οι αναφορές της Ρουκ στο ένα ή στο άλλο ζώο που προσφέρονται για ερμηνεία υπό το φως της σχέσης της επιθυμίας και της ανάγκης στον άνθρωπο και στα ζώα δεν σταματούν εδώ. Ο αναγνώστης του έργου της θα βρει απεικονίσεις εξίσου δηλωτικές των υπαρξιακών αναζητήσεων της Ρουκ και σε άλλα ποιήματά της. Καθεμιά από αυτές τις απεικονίσεις πλουτίζει και πιθανώς αναπροσαρμόζει την αντίληψή μας για την εικόνα της φύσης του ανθρώπου και των ζώων που μας παραδίδει η Ρουκ. Η φαντασία του αναγνώστη διεκδικεί μερίδιο θεμιτό στη διαμόρφωση αυτής της εικόνας, αφού τα ποιήματα της Ρουκ έχουν ορίζοντα ερμηνείας τόσο ανοιχτό, ώστε δεν είναι λίγες οι φορές που μια προσέγγιση δεν μπορεί να αναδειχθεί ως εμφανώς πιο εύστοχη από μια άλλη. Φαίνεται, πάντως, πως η γραμμή πλεύσης της Ρουκ ορίζεται από δυο παραμέτρους: πρώτον, από την εντύπωσή της πως η ανάγκη οδηγεί τα ζώα με τον τρόπο που η επιθυμία οδηγεί τον άνθρωπο και, δεύτερον, από τη βιωμένη πίστη της πως κάτω από το πέπλο των επιθυμιών του ανθρώπου θάλλει ο κρυφός και άτεγκτος κλήρος της ανάγκης που ο άνθρωπος μοιράζεται με τους λιγότερο ή περισσότερο μακρινούς συγγενείς του εντός του ζωικού βασιλείου. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε αρκετά στιγμιότυπα από τη ζωή των ζώων που απαντώνται σε ποιήματα της Ρουκ είναι συνάμα και λοξές ματιές στη φύση του ανθρώπου.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: