Στο δρόμο για την Αλησμόνα

Στο δρόμο για την Αλησμόνα

Δημήτρης Κανελλόπουλος, Ο θάνατος του αστρίτη, Κίχλη 2018

*

Ο Δημήτρης Κανελλόπουλος, ποιητής, συγγραφέας και εκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού Οροπέδιο, μετά από πέντε αξιόλογες συλλογές με ποιήματα που διακρίθηκαν για την ευαισθησία και τον χαμηλόφωνο τόνο τους, εμφανίζεται για πρώτη φορά με μία αμιγώς πεζογραφική δουλειά, το Ο θάνατος του αστρίτη από τις εκδόσεις Κίχλη. Πρόκειται για δέκα αυτοτελείς αφηγήσεις, με επίκεντρο τη Νεμούτα της Ηλίας (γενέθλιο τόπο του συγγραφέα), ιστορίες που παρά το έντονο στοιχείο της εντοπιότητας το οποίο τις διατρέχει (ντοπιολαλιά, αληθινά ή αληθοφανή ονόματα και παρατσούκλια), σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ηθογραφικές, με την έννοια μιας επιδερμικής και γλυκανάλατης νοσταλγίας. Αν υπάρχει κρυμμένη κάπου μια αναπόληση, αυτή είναι μια εξαιρετικά επίπονη αναπόληση, μια κατάσταση πολύ πιο εσώτερη και βασανιστική.

«Το μεγάλο δυστύχημα, λέει ο Ταρκόφσκι, δεν είναι ότι πέθανε ο Θεός, αλλά το ότι πεθαίνουν οι μάνες μας. Και τούτη η απώλεια είναι η απώλεια της ρίζας». Διόλου τυχαία και η συλλογή του Κανελλόπουλου ανοίγει και κλείνει με πρωταγωνίστρια μια μητρική φιγούρα. («Ο θάνατος του αστρίτη» και «Η μητέρα δεν ήξερε γράμματα»).

Την κοίταζα μέσα στο φέρετρο, την ώρα που οι παπάδες, –τέσσερις τον αριθμό– έψελναν τα κατευόδια. […] Η ματιά μου σταμάτησε στα σταυρωμένα χέρια της. Τότε, είδα το δείκτη του δεξιού της χεριού, ελαφρά ανασηκωμένο, να δείχνει καταπάνω, στον τρούλο. Ύστερα, τη σκέπασαν και τη σήκωσαν στον ώμο για τον Άι-Γιώργη.

Η καθημερινότητα μιας γυναίκας (της μητέρας του αφηγητή) λίγο πριν τη δαγκώσει ο αστρίτης, εξιστόρηση που αρχίζει ρεαλιστικά και τελειώνει με την κηδεία της πολλά χρόνια αργότερα μέσα σε μια ατμόσφαιρα σχεδόν μεταφυσική, το άλογο που το είχε τάξει η γυναίκα του αφεντικού του στην εκκλησία για να γλιτώσει τον άντρα της από την εκτέλεση, το ’48 (τότε που τον είχαν κρατούμενο στο στάδιο της Πάτρας), και στη συνέχεια η σκηνή με το ζώο να ξεψυχά στο κατώφλι τους χτυπημένο αλύπητα από τον νέο ιδιοκτήτη του, ο πνιγμός του Νικάκη που πολύ αγάπησε και η αμετανόητη κακία του Τραγοτσάκαλου για τον Λούγκο, το έγκλημα του Αγαμέμνονα Απαλοχέρη το ’49, και η εξ αιτίας αυτού, χρόνια μετά, αυτοκτονία της γυναίκας του Τριαδούλας, αλλά και τα εξαιρετικά: «Η Ροδούλα» και «Η ιστορία της μάνας που δεν ήξερε γράμματα» είναι μερικά από τα πιο δυνατά κείμενα μιας γραφής που φαίνεται να γνωρίζει ότι ο χρόνος στον οποίο «κτίζεις» τη νοσταλγία σου είναι πάντα ένας χρόνος που έχει ήδη παρέλθει.

Ωστόσο. Αν η καθημερινότητα του ανθρώπου, όχι μόνο στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις, αλλά και στο πιο απομακρυσμένο χωριό τείνει πλέον να γίνει μια ευθεία, ποτάμι που κυλάει χωρίς σημεία αναφοράς και χωρίς σημαδούρες, για εκείνους που ζουν από και μέσα στη φύση, η ζωή και ο χρόνος έχουν μια κυκλικότητα άχρονη. Από μια τέτοια σκοπιά, οι ιστορίες του Κανελλόπουλου, ως σύγχρονη αναβίωση μύθων αρχέγονων, προβάλλουν αρχετυπικές, με εστίαση στην προαιώνια πάλη του ανθρώπου με τα ίδια του τα ένστικτα και την υλική του επιβίωση. Το καφενείο της Φροσύνης με την κρεβάτα και το μαγαζί του Άγγελου Αραμπατζή που πούλαγε το ταμπάκο, ο τρύγος, οι κολεγιές για το μάζεμα της ελιάς, το σφάξιμο των γουρουνιών, τα κάνταλα και οι κορίτσες για το πότισμα των αλόγων, η λαϊκή παράδοση και τα σμιρδάκια στα αναθέματα, η ανταλλακτική κοινωνία, τότε που οι γιατροί πληρώνονταν σε είδος και το ζύγι γινότανε με το καντάρι, τότε που δεν περίσσευε το μετρητό και οι έμποροι και οι πραματευτές που το είχανε και το μετράγανε ήτανε λιγοστοί, τα βγαλμένα από τους ίδιους τους χαρακτήρες ή τις εργασίες τους περίεργα αντρικά ονόματα και παρατσούκλια (ο Κουκοβαγγέλης, ο Μπακατσέλος, ο Καλατζάκος, ο Χιονιάδης, ο Αραμπατζής κ.ά.), τα γυναικεία βαφτιστικά συνοδευόμενα από το πατρικό ή αυτό του συζύγου (η Δημοσθέναινα, η Δέσπω του Μουσουρούλια, η Μάρθα του Μουστοβασίλη), τόποι φοβεροί και άλλοι γλυκά παραμυθητικοί − το νερό που έβγαινε από τη σκοτεινή τρύπα της Παλιόβρυσης, τα σπίτια με τους οντάδες και τα παραγώνια, τις βαντάκες, τις μισάντρες, τα σκούρα, τις πορτοπούλες και τα πορτόνια, τα κονάκια, οι χαμοκέλες και τα χάρβαλα (ερείπια), λέξεις σύνθετες από διάφορες προσμίξεις και μίξεις τούρκικες, αρβανίτικες, ευρωπαϊκές (η μπονόρα, πιθανόν από το γαλλικό la bonne heure) − τα πέταλα του αλόγου μες στη νύχτα (κλο-ποτ, κλο-ποτ), λέξεις με χρήση ευρύτερη που επίσης τείνουν να εξαφανιστούν (σκιάζομαι, τσούπα, αλαφιάζομαι, κόρωμα, σουλάτσο κ.ά.), αφού η καθημερινότητα και στο πιο απόμερο χωριό έχει ριζικά αλλάξει και τείνει να ταυτιστεί με εκείνην της πόλης, αλλά και άμεσες αναφορές στη Μικρασιατική Καταστροφή, τον Πόλεμο, τον Εμφύλιο και τα χρόνια που τον ακολούθησαν, με την εσωτερική και την εξωτερική μετανάστευση να εξελίσσεται σε πληγή, μέχρι και τη Χούντα και τη Μεταπολίτευση. Σε όλα τα αφηγήματα φόρμα και περιεχόμενο είναι απλά, καθόλου όμως πρόχειρα ή αφελή. Καταγραμμένα με σπουδή αλλά και την απαραίτητη απόσταση του τριτοπρόσωπου αφηγητή, δεξιοτεχνικά, αβίαστα και φυσικά ενσωματωμένα στην αφήγησή του, απογειώνονται από μια γλώσσα δωρική και σε σημεία έντονα νατουραλιστική.


ΒΡΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΤΟΝ ΙΑΝΟ:
Ο θάνατος του αστρίτη του Δημήτρη Κανελλόπουλου

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: