Η ρητορική του θανάτου στην ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη


Κι ο θάνατος δεν θα ’χει πια εξουσία
ΝΤΥΛΑΝ ΤΟΜΑΣ



Σα θα με βρούνε πάνω στο ξύλο του θανάτου μου
γύρω θα ’χει κοκκινίσει πέρα για πέρα ο ουρανός
μια υποψία θάλασσας θα υπάρχει
κι έν’ άσπρο πουλί, αποπάνω, θ’ απαγγέλλει μέσα
σ’ ένα τρομακτικό τώρα σκοτάδι, τα τραγούδια μου
.1


Το αντίκρισμα του θανάτου και η κάθοδος στον άδη, η αίσθηση του κενού που προκαλεί η απώλεια, το προσκλητήριο των ανώνυμων και επώνυμων νεκρών είναι κεντρικά θεματικά μοτίβα που συνθέτουν την ποιητική νέκυια του Μίλτου Σαχτούρη. Ο θάνατος για τον ποιητή είναι «μια αυτοτελής παραισθητική εικόνα την οποία έντεχνα αποφεύγει να προσωποποιήσει», αν και «συμπαγής, σωματικός, υπαρξιακός και τοποθετημένος σε μια κάθετη ανάγνωση προκαλώντας έκπληξη στον αναγνώστη και αυτό το αναπάντεχο συναίσθημα ότι το ποίημα τον έχει αγγίξει, τον έχει παρασύρει, τον έχει συνθλίψει».2 Είναι, άλλωστε, «κι ο θάνατος μία από τις πολλές πραγματικότητες και η μοναδικότητά του δεν μπορεί να εξουδετερώσει τις τόσες πραγματικότητες της ζωής».3 Κυριαρχεί ήδη από τους στίχους του πρώτου ποιήματος της συλλογής Η Λησμονημένη (1945):

[…]
Ήτανε παγωνιά
δεν ξέρω πια την ώρα που πεθάναν όλοι
κι έμεινα μ’ έναν ακρωτηριασμένο φίλο
και μ’ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά
4


έως και σε αυτούς του τελευταίου ποιήματος της συλλογής Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια (1998):

Λίγο μακριά από την Αθήνα είναι το
Ξενοδοχείο «Η ΕΛΠΙΣ». Κάθε βράδυ
σ’ αυτό το Ξενοδοχείο, τα μεσάνυχτα,
κλαίνε δύο φαντάσματα. Αυτή η κακοτυχία
απελπίζει τον ξενοδόχο, γιατί καταλαβαίνετε
ότι αυτό που συμβαίνει απομακρύνει
την πελατεία και είναι θαύμα πώς
μένει το Ξενοδοχείο ακόμη ανοιχτό.
Τι αγιασμούς αλλά και τι ξόρκια ακόμα
έχει κάνει ο ιδιοκτήτης,
αλλά ΤΙΠΟΤΕ.
Κάθε βράδυ στις 12 τα μεσάνυχτα
αρχίζει το σπαραχτικό κλάμα
των δύο φαντασμάτων
.5


Το βίωμα του θανάτου συνθέτει την ατομική και κοινωνική βιογραφία του Σαχτούρη. Ο θάνατος «του πατέρα του και η συνακόλουθη παραίτηση από την επαγγελματική και οικογενειακή συνέχιση της πατρικής δικαιοδοσίας και εξουσίας»,6 η φυματίωση που στοίχειωσε τα νεανικά χρόνια του ποιητή και η εμπειρία του θανάτου της μητέρας του ύστερα από μακροχρόνια και δαπανηρή αρρώστια συντέλεσαν σημαντικά στη διαμόρφωση της διεισδυτικής, οξείας και λοξής ματιάς του πάνω και πίσω από τα πράγματα. Παράλληλα, συγκλονισμένος από το τραύμα του ιστορικού βιώματος επεδίωξε με την ποίησή του να αποδώσει και να ερμηνεύσει την περιοχή που ο Τάκης Σινόπουλος ονομάζει «περιοχή θανάτου».7

Η ποίηση του Σαχτούρη εντάσσεται από τους γραμματολόγους στη λεγόμενη πρώτη μεταπολεμική ποιητική γενιά,8 οι εκπρόσωποι της οποίας αναπτύχθηκαν και έδρασαν μέσα στα οξυμένα από κάθε άποψη γεγονότα της μεταπολεμικής περιόδου, αποκομίζοντας εμπειρίες και βιώματα «μιας ζωής βαθιά κλονισμένης».9 Ο ποιητικός μύθος του Σαχτούρη σφραγίστηκε από την ατμόσφαιρα της μεταπολεμικής Αθήνας10 και αποτέλεσε «κοινό πεδίο αναφοράς με τους αναγνώστες εκείνης της γενιάς».11 Η ποίησή του έχει καταλάβει «τυπική» θέση, όπως ορθά υποστηρίζει ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, δίπλα στους μεταπολεμικούς υπερρεαλιστές,12 για παράδειγμα τον Δ.Π. Παπαδίτσα, τον Έκτορα Κακναβάτο, τον Ε.Χ. Γονατά, κ.α., με κριτήριο τις ειδολογικές συντεταγμένες του υπερρεαλισμού και του παραλόγου.13 Αυτό διότι «το έργο του απέχει παρασάγγας από το δικό τους […] αλλά και επειδή ο τρόπος γενικά με τον οποίο αφομοιώνει τόσο την ευρωπαϊκή όσο και την επιτόπια υπερρεαλιστική παράδοση είναι […] ανορθόδοξος»,14 όσο ανορθόδοξη είναι και η σχέση του με το παράλογο. Υιοθετεί ορισμένες μόνο υπερρεαλιστικές αρχές με τρόπο γενικό,15 ενώ «αποδεσμευμένος από την παρωδία και τη σάτιρα του παραλόγου και ελεύθερος από τους γλωσσικούς ή τους ιδεολογικούς πειθαναγκασμούς του υπερρεαλισμού, θα κινηθεί προς τα πίσω, φτάνοντας κατά κάποιο τρόπο στη ρίζα των κλάδων που διασταυρώνονται στο έργο του».16 Για τη φύση και την καταγωγή του παραλόγου στην ποίηση του Σαχτούρη, όπως αναφέρει ο Γιάννης Δάλλας, έχουν διατυπωθεί διαφορετικές θεωρίες, «συνδυαστικά και σπάνια με αυτοτέλεια», «αφοριστικές ή περιγραφικές» και οι οποίες είναι η τεχνοτροπική ή η φορμαλιστική, η βιωματική ή η ψυχολογική, η υπαρξιακή και μεταφυσική και, τέλος, η κοινωνιστική και ιστορική.17 Η κριτική έχει, επίσης, επισημάνει την επίδραση του εξπρεσιονισμού στο έργο του ποιητή, που τον «σημάδεψε από κορυφής έως ονύχων»,18 τόσο στα θεματικά μοτίβα και την αντιμετώπιση της πραγματικότητας, όσο και στην ποιητική του. Ο εξπρεσιονισμός έγινε για τον Σαχτούρη το μέσο διαφυγής από τους άμεσους προγόνους του, τους υπερρεαλιστές του μεσοπολέμου, αλλά και το κατάλληλο όχημα για να εκφράσει «το δυσοίωνο φάσμα του καιρού του».19 Η επενέργεια του εξπρεσιονισμού στο ποιητικό ύφος του Σαχτούρη είναι έκδηλη στη φόρμα των ποιημάτων του, στην επιλογή του ελεύθερου στίχου, στην κυριαρχία των χρωμάτων, στην απόδοση ενός άστοργου κόσμου, όπου πρωταγωνιστεί ο παραμορφωμένος, ο πάσχων άνθρωπος.20

Η φανερή ή κρυφή —μέσω της καρναβαλικής φαντασίας και των ποιητικών μεταμορφώσεων των ανθρώπινων και μη πλασμάτων— παρουσία του θανάτου στο έργο του ποιητή αισθητοποιείται μέσω της έντονης ελεγειακής τονικότητας που χαρακτηρίζει τη γραφή του, τονικότητας που συμφωνεί «με τον γενικότερο φωτισμό της εποχής από την οποία, άμεσα ή έμμεσα [οι μεταπολεμικοί ποιητές] εμπνέονται».21 Τα τοπία θανάτου στην ποίηση του Σαχτούρη απεικονίζουν τη φρίκη των καιρών, αλλά και την πιο ακραία υπαρξιακή αγωνία, όλα εκείνα που τελικά θα γίνουν θάνατος μια μέρα. Ο προβληματισμός για τον ρόλο του ποιητή μέσα στην κατακερματισμένη και ηθικά ανερμάτιστη μεταπολεμική κοινωνία συνιστά καίριο θεματικό μοτίβο που ενισχύει τον έλεγο στη φωνή του, δίνοντας ταυτόχρονα διέξοδο στα αδιέξοδα συναισθήματα που τον προκαλούν. Γράφει ο Σαχτούρης:

Θα πάψω πια να γράφω ποιήματα

Θα πάψω πια να γράφω ποιήματα
έριξες το χρυσό σου δαχτυλίδι μες στη

θάλασσα
στην αμμουδιά με το νεκρό κρανίο

κι όλα τα βουλιαγμένα καράβια βγήκαν
        στον αφρό

κι ο καπετάνιος ζωντανός
κι οι ναύκληροι να χαμογελάνε

είπα θα πάψω πια να γράφω ποιήματα

και στο παράθυρο του σπιτιού μου του προγονικού

ο πατέρας μου και η μητέρα μου
κουνάνε τα μαντίλια τους και χαιρετάνε

τα ποιήματά μου όμως δε μπόρεσαν να
                        τα διαβάσουν

έχουν ξεχάσει να διαβάζουν
λένε το κάπα άλφα και το δέλτα έψιλον

και συ μου είπες ψέματα
στον τόπο αυτό του κόκκινου γελαστού
                        κρανίου με ξεγέλασες

γι’ αυτό κι εγώ σε γέλασα
και με πιστέψατε

κατάρα με τις εφτά σκιές
πάντα θα γράφω ποιήματα
22


Η επαναλαμβανόμενη δήλωση ως leit motiv «θα πάψω πια να γράφω ποιήματα», «είπα θα πάψω πια να γράφω ποιήματα», ποιήματα που φέρνουν στην επιφάνεια τους νεκρούς του παρελθόντος, κάνει τα «τραύματα βαθιά εγγεγραμμένα μέσα στο γονιδίωμα της ύπαρξης»23 —όπως υποδηλώνει σύμφωνα με τον Γιάννη Δάλλα ο τίτλος της συλλογής Χρωμοτραύματα— να αιμορραγούν. Ωστόσο, ο καταληκτικός στίχος του ποιήματος «πάντα θα γράφω ποιήματα» ανοίγει μια χαραμάδα φωτός στο εφιαλτικό ποιητικό τοπίο. Ο Σαχτούρης μετριάζει τον πόνο που προκαλεί η μετουσίωση σε ποίηση της δυσοίωνης έξω και έσω πραγματικότητας, μέσω της καλλιτεχνικής δημιουργίας που είναι αντιφατική, παράλογη και βαθιά αληθινή και έτσι κατορθώνει να αντισταθεί στον θάνατο και τα ναυάγια, μακρινά και κοντινά, που αυτός προκαλεί:


Μακριά στον ορίζοντα γίνεται
ένα ναυάγιο∙ είναι πολύ μακριά

και δεν γνωρίζουμε τους πνιγμένους,
τους φίλους και τους συγγενείς που

τους θρηνούν.
Αλλά κι εδώ κοντά γίνεται ένα άλλο

ναυάγιο, κι αλίμονο, ξέρουμε
τους πνιγμένους, καθώς και τους

φίλους και τους συγγενείς που τους θρηνούν.24


Διαφωτιστικές για τη στάση του Σαχτούρη απέναντι στην τέχνη της ποίησης και τη ρητορική του θανάτου είναι οι άμεσες ή έμμεσες αναφορές σε ομότεχνους, καλλιτέχνες ή φίλους μέσω αφιερώσεων και μότο. Οι αναφορές αυτές έχουν ιδιάζουσα σημασία, σύμφωνα με την Άντεια Φραντζή, «ως δείκτες, που άλλοτε μπορούν να δηλώνουν τη σχέση του Σαχτούρη με τον εκάστοτε αποδέκτη […], άλλοτε υποδεικνύουν τη σχέση του ποιήματος που ακολουθεί με το έργο του αποδέκτη –αναγνώριση συγγενείας ύφους ή ακόμη και έμμεση μνεία ότι είναι γραμμένο σε ανταπόκριση με περιστατικά που αναφέρονται στον ιδιωτικό βίο […]– κι άλλοτε εγγράφουν κοινά βιώματα, συνιστούν αποσπάσματα ενός διαλόγου ή και αποτυπώσεις που προκλήθηκαν από την πρόσληψη άλλου έργου τέχνης, κυρίως μάλιστα της ζωγραφικής».25 Σε κάποιες περιπτώσεις ο ποιητής παραχωρεί τον δικό του ρόλο στο ποίημα στους επώνυμους ήρωες/ποιητές στους οποίους το αφιερώνει.26 Έτσι, μέσα στην ποίηση του Σαχτούρη κυκλοφορούν ανάμεσα σε άλλους –ενδεικτικά αναφέρουμε– οι Κ.Π. Καβάφης, Νίκος Εγγονόπουλος, Ανδρέας Εμπειρίκος, Γιώργος Λίκος, Οδυσσέας Ελύτης, Νίκος Γκάτσος, Θ.Ι. Ρούσσος, Θάνος Κωνσταντινίδης, Ε.Χ. Γονατάς, Modigliani, Apollinaire, Νόρα Αναγνωστάκη, Αλέξης Φασιανός, Νίκος-Γαβριήλ Πεντζίκης, Τατιάνα Milliex, Χρήστος Μπράβος, Γεράσιμος Σκλάβος, Κώστας Καρυωτάκης, Ντύλαν Τόμας, Franz Kafka, Emily Dickinson, Αρθούρος Ρεμπώ, κ.ά.27

Πίσω από τις αφιερώσεις λανθάνουν οι οφειλές του Σαχτούρη στους ποιητικούς και καλλιτεχνικούς ευρύτερα προγόνους και συγχρόνους του, όπως –σταχυολογούμε από τους παραπάνω– τον Ελύτη που τον παρουσίασε μέσα από τις σελίδες των Νέων Γραμμάτων ή τον Εγγονόπουλο με τον οποίο συνδεόταν με πολυετή φιλία. Ο Εγγονόπουλος στάθηκε για τον Σαχτούρη πολύτιμος οδηγός και φίλος, στην επιρροή του οποίου οφείλονται «η αμφισβήτηση της λυρικής γραφής και η τεχνική της υπερρεαλιστικής κατασκευής, που σήμαινε προσγείωση μέσα στα ίδια τα πράγματα και, αντισταθμιστικά, μια διαφορετική προπόνηση της φαντασίας».28 Το αποκαλυψιακό μεταπολεμικό τοπίο της ποίησης του Ντύλαν Τόμας έχει ανιχνευθεί από την κριτική σε πολλά ποιήματα του Σαχτούρη στα οποία τα χρώματα είναι η αφετηρία και η κατάληξή τους και όχι μόνο σε όσα είναι αφιερωμένα σε αυτόν ή είναι ο πρωταγωνιστής τους. Ο Σαχτούρης συναντιέται με τον Τόμας, σύμφωνα με τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου,

  • «κυρίως στο πεδίο της ποιητικής γλώσσας. Το δραματικό στοιχείο που διαπερνά τις λυρικές εικόνες και τις αντιθετικές μεταφορές του Ουαλού ποιητή είναι πολύ οικείο στον δημιουργό των Παραλογών και του Όταν σας μιλώ. Ο Σαχτούρης αφομοιώνει επίσης τη μέθοδο της μετάβασης από την εικόνα στην ιδέα, που εφαρμόζει στο μεγαλύτερο μέρος του έργου του ο Τόμας».29

Επίσης, ο Franz Kafka και το έργο του είναι «ποικιλοτρόπως ευδιάκριτα στο προσκήνιο και το παρασκήνιο του ποιητικού εργαστηρίου του Σαχτούρη», μιας και είναι «ο πιο τακτικός συνομιλητής του έλληνα ποιητή στο αδιάλειπτο ενδιαφέρον του για τη λογοτεχνία του παραλόγου και του φανταστικού».30 Γράφει, λοιπόν, ο Σαχτούρης:


Ένας κρύος αγέρας φύσηξε μέσ’ απ’ τα πρόσωπα του Μεγάλου Καθρέφτη μου. Τα πήρε ύστερα ο ήλιος κι ησύχασαν.
Είναι μέσα στον καθρέφτη, ζωντανοί μαζί και νεκροί: Εγώ

ο Κάφκα, μια μεταβυζαντινή αγία κι ο Ντύλαν Τόμας.

Ο Ντύλαν Τόμας φούσκωσε, έβγαλε μια κραυγή κι έσκασε
με κρότο. Οι στίχοι του όμως μείναν ανέπαφοι, ωραίοι, μαζί με τους δικούς μου αγκαλιάζονται. Ο Κάφκα έβγαλε μεσ’απ’ τα μάτια του δυο ψάρια και δυο αναμμένα κάρβουνα.

Τα πέταξε κατ’ επάνου μας για να μας κάψει.
Η αγία όπως και άλλοτε είναι δεμένη πάνω στον τροχό που
γυρίζει. Τρέχουν τα αίματά της.

Στο τέλος τους παίρνει όλους ο διάβολος
και ησυχάζουν.
31


Ζωντανοί και νεκροί συγκατοικούν στο ποίημα του Σαχτούρη. Κεντρική θέση σε αυτό κατέχει ο καθρέφτης, κύρια ιδιότητα του οποίου είναι

«ο κατοπτρισμός, η εμφάνιση και απεικόνιση ποικίλων ειδώλων, κατά τους κανόνες της Οπτικής, αρκετά από τα οποία χρησιμοποιεί ο ποιητής. Ευνόητοι και άλλοι ρόλοι με συνδυασμό της παραστατικότητας του οργάνου και της ευρηματικότητας του χειριστή του. Σ’ αυτόν τον σιωπηρό αλλά υπάρχοντα διάλογο ανάμεσα στον ευαίσθητο ποιητή και την ανακλώσα επιφάνεια αντικειμένων ή στοιχείων της φύσης».32

Ο Σαχτούρης θέλγεται από καλλιτεχνικές και ποιητικές ιδιοσυγκρασίες που «έζησαν διακυβεύοντας ακόμα και την ύπαρξή τους»,33 είτε ακόμα βάζοντας εκούσια τέλος σε αυτήν:

[…]
θυμάται
τους αυτόχειρες ποιητές
τον Καρυωτάκη
τον Τσέζαρε Παβέζε
τον Αλέξη Τραϊανό
[…]34


Η θλίψη που προκαλεί το κενό της απώλειας και η ελλειπτική φύση της ζωής αναζητούν διέξοδο στα ποιήματα ελεγείες που γράφει ο Σαχτούρης για φίλους ή καλλιτέχνες. Το φως αντιμάχεται το σκοτάδι, η ζωή τον θάνατο, σε μια προσπάθεια του ποιητή να αναζητήσει ίχνη φωτός μέσα στο κοσμικό σκοτάδι και να κατανοήσει τον θάνατο αλλά και την περιρρέουσα πραγματικότητα. Έτσι, στο ποίημα με τίτλο «Ο περίπατος» αφιερωμένο στη «μνήμη Άρη Κωνσταντινίδη», το ποιητικό υποκείμενο βαδίζει κατά μήκος της ακτής, ενώ «μια βαριά συννεφιά σκέπαζε τον ουρανό», δηλώνοντας χωρίς συστολή πως «και η ψυχή μου ήταν νεκρή», όταν


Όμως ξαφνικά ένας ήλιος έσκισε τα
σύννεφα

η θάλασσα έγινε πάλι γαλάζια
ζωντάνεψε πάλι η ψυχή μου

κι εξακολούθησα τον περίπατό μου.35


Νηφάλια, γαλήνια θέαση του θανάτου, σχεδόν αποδοχή του και στο ποίημα με τον δηλωτικό τίτλο «Η αυτόχειρ», αφιερωμένο στη «μνήμη Λ.Ι.», ώστε να μην μείνουν τα φαντάσματα ορφανά ποιημάτων.36 Άλλωστε, οι νεκροί συνεχίζουν να ζουν μέσω της ποίησης, να κυκλοφορούν ανάμεσα στους ζωντανούς, να διεκδικούν ένα μέρος της καθημερινότητας αυτών:

Συνάντησα την αυτόχειρα σ’ ένα μικρό καφενεδάκι.
Ήταν ήρεμη, ούτε χαρούμενη, ούτε λυπημένη.
Κάτι φευγαλέα είπαμε για την πράξη της
κι αποχαιρετιστήκαμε

Καθώς έφευγα το γκαρσόνι πλησίαζε το τραπέζι της
            Φέρνοντας
ένα μεγάλο λουκούμι πάνω σε μιαν οδοντογλυφίδα
.37


Η αυτοχειρία, ο βιαθάνατος, η προσπάθεια να συλλάβουμε με τον νου μας αυτό που ρυθμίζει τη ζυγαριά ενός αυτόχειρα πριν από τη μοιραία απόφαση βρίσκουν έκφραση στο ποίημα του Σαχτούρη με τίτλο «Ο φίλος μου Γιώργος Μακρής», από τη συλλογή Χρωμοτραύματα (1980), γραμμένο στη μνήμη του αφανή και άγνωστου ίσως για τους πολλούς ποιητή Γιώργου Μακρή, που αυτοκτόνησε στις 31 Ιανουαρίου 1968, πέφτοντας από την ταράτσα της πολυκατοικίας όπου έμενε. Ο Σαχτούρης με το ποίημά του διατηρεί ζωντανή τη μνήμη του φίλου, αλλά και ενισχύει την υστεροφημία του ποιητή, ο οποίος δικαιώνεται στα μάτια του Σαχτούρη για την απονενοημένη επιλογή του:

Ο φίλος μου Γιώργος Μακρής άνοιξε ένα
μικρό κατάστημα με ψιλικά

πελάτες του είναι όλοι όσοι σ’ αυτό τον κόσμο
τον βασάνισαν

πελάτες του δεν είναι όσοι αυτός βασάνισε∙
δικάστηκε

κι έχει αθωωθεί.38


Στη σύντομη αυτή περιδιάβαση στην ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη παρουσιάσαμε σχηματικά και με ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα κάποια από τα θεματικά μοτίβα που συνθέτουν την πολύπλευρη ρητορική του θανάτου στο έργο του ποιητή. Η ματιά του πάνω στους ομότεχνους, στους λοιπούς καλλιτέχνες, στην τέχνη που υπηρέτησε με πάθος, αφοσίωση και προτεραιότητα σε όλη τη διάρκεια της ζωής του συνιστά κομβικό ζήτημα στη θέαση του θανάτου από τον ποιητή. Ο θάνατος δεν έχει πια εξουσία στην ποίηση του Σαχτούρη, μιας και ο ποιητής επιδιώκει με τους στίχους του να τον γνωρίσει, να τον κατανοήσει, να κρατήσει κοντά του τους οικείους και μη νεκρούς, ακόμα και όταν το λιοντάρι της μελαγχολίας

έγδερνε με λύσσα την πόρτα μου
να τήνε σπάσει
.39



1. Μίλτου Σαχτούρη, «Ο ποιητής», στον τόμο: Ποιήματα (1945-1971), Κέδρος 1977, σ. 201.
2. Γιάννης Αντιόχου, «Ο παραισθητικός Μίλτος Σαχτούρης, Αντί, τχ. 858-859, Δεκέμβριος 2005, σ. 25.

3. Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, «Μίλτος Σαχτούρης, Ο τρελός λαγός της ελληνικής ποίησης», Αντί, τχ. 858-859, Δεκέμβριος 2005, σ. 31.
4. Μίλτου Σαχτούρη, «Η δύσκολη Κυριακή», στον τόμο: Ποιήματα (1945-1971), ό.π., σ. 10.

5. Μίλτου Σαχτούρη, «Ξενοδοχείο Η ΕΛΠΙΣ», στον τόμο: Ποιήματα (1980-1998), Κέδρος 2001, σ. 118.
6. Γιάννης Δάλλας, Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης, Κέδρος 1997, σ. 14.

7. Τάκης Σινόπουλος, Χρονικό αναγνώσεων. Βιβλιοκρισίες για τη μεταπολεμική ποίηση, φιλολογική επιμέλεια: Ευριπίδης Γαραντούδης & Δώρα Μέντη, Σοκόλης 1999, σ. 71.
8. Βλ. ενδεικτικά: Αλέξ. Αργυρίου, «Σχέδιο για μια συγκριτική της μοντέρνας ελληνικής ποίησης», Διαβάζω, τχ. 22, Ιούλιος 1979, σ. 44.

9. Αλέξης Ζήρας, «Όρια και ορισμοί στην ποίηση της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς», στον τόμο: Αλέξανδρος Αργυρίου (επιμ.), Η ελληνική ποίηση. Η πρώτη μεταπολεμική γενιά. Ανθολογία-Γραμματολογία, Σοκόλης 1982, Παράρτημα.
10. Βλ. σχετικά: Νόρα Αναγνωστάκη, «Οι “Δύσκολοι καιροί” μέσα από την ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη», Κριτική, τχ. 10, Ιούλιος-Αύγουστος 1960, σ. 21.

11. Δώρα Μέντη (εισαγωγή, ανθολόγηση κειμένων), Για τον Σαχτούρη. Κριτικά κείμενα, Εκδόσεις Αιγαίον, Λευκωσία 1998, σ. 7.
12. Βλ. ενδεικτικά: Μιχάλης Γ. Μερακλής, Σύγχρονη Ελληνική Λογοτεχνία. 1945-1980, Πατάκης 1986, σ. 133-135.

13. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Μίλτος Σαχτούρης. Η παράκαμψη του υπερρεαλισμού, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» 1992, σ. 9.
14. Στο ίδιο, σ. 9.

15. Στο ίδιο, σ. 15.
16. Στο ίδιο, σ. 18.

17. Γιάννης Δάλλας, Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης, ό.π., σ. 80.
18. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Μίλτος Σαχτούρης. Η παράκαμψη του υπερρεαλισμού, ό.π., σ. 18.

19. Στο ίδιο, σ. 21.
20. Χρήστος Γιαννακός, «Σημεία των καιρών στην ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη», Αντί, τχ. 858-859, Δεκέμβριος 2005, σ. 27.

21. Αλέξανδρος Αργυρίου, «Πλάγια και ευθεία μετάβαση από τον ιδιωτικό στον δημόσιο χώρο», στο: Πρακτικά έκτου συμποσίου ποίησης: Νεοελληνική μεταπολεμική ποίηση (1945-1980), επιμέλεια: Σωκράτης Λ. Σκαρτσής, Γνώση 1987, σ. 286.
22. Μίλτου Σαχτούρη, «Τα Γράμματα», στον τόμο: Ποιήματα (1980-1998), ό.π., σ. 9.
23. Γιάννης Δάλλας, «Μίλτος Σαχτορής. Από τη σκοπιά των τελευταίων συλλογών του. Μια ανάληψη του όλου», Αντί, τχ. 858-859, Δεκέμβριος 2005, σ. 19.
34. Μίλτου Σαχτούρη, «Τα ναυάγια», στον τόμο Ποιήματα (1980-1998), ό.π., σ. 101.

25. Άντεια Φραντζή, «Ο Μίλτος Σαχτούρης και η “δεξίωση” των ποιητών», Εντευκτήριο, τχ. 25, Χειμώνας 1993-1994, σ. 9.
26. Στο ίδιο, σ. 10.

27. Βλ. σχετικά: Βασίλης Αμανατίδης, «“Αφιερώνω ξαφνικά και φεύγω” ή Διακεκομμένος ασύρματος Μίλτου Σαχτούρη», Αντί, τχ. 858-859, Δεκέμβριος 2005, σ. 76-77.
28. Γιάννης Δάλλας, Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης, ό.π., σ.32.

29. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Μίλτος Σαχτούρης. Η παράκαμψη του υπερρεαλισμού, ό.π., σ. 84. Για την επίδραση του Ντύλαν Τόμας στο έργο του Σαχτούρη μπορεί κανείς να δει: Άντεια Φραντζή, «Ο Μίλτος Σαχτούρης και η “δεξίωση” των ποιητών», Εντευκτήριο, ό.π., σ. 8-14.
30. Μιχ. Γ. Μπακογιάννης, «Ζητήματα υποδοχής και πρόσληψης του Franz Kafka στην Ελλάδα», στον τόμο: E. Close, G. Couvalis, G. Frazis, M. Palaktsoglou, and M. Tsianikas (επιμ.), Greek Research in Australia: Proceedings of the Biennial International Conference of Greek Studies, Flinders University Department of Languages - Modern Greek, Aδελαΐδα 2007, σ. 723.

31. Μίλτου Σαχτούρη, «Ο Μεγάλος Καθρέφτης», στον τόμο Ποιήματα (1980-1998), ό.π., σ. 60.
32. Θάνος Κωνσταντινίδης, «Ο καθρέφτης στο έργο του Μίλτου Σαχτούρη και άλλων ποιητών», Αντί, τχ. 858-859, Δεκέμβριος 2005, σ. 69.

33. Αλέξης Ζήρας, «Ο εχθρικός κόσμος και το άδειο. Σημειώσεις για το προλογικό νόημα της ποίησης του Μίλτου Σαχτούρη», Διαβάζω, τχ. 436, Ιανουάριος 2003, σ. 117.
34. Μίλτου Σαχτούρη, «Ποίημα αφιερωμένο στον φίλο μου Θάνο Κωνσταντινίδη», στον τόμο Ποιήματα (1980-1998), ό.π., σ. 86.

35. Μίλτου Σαχτούρη, «Ο περίπατος», στον τόμο Ποιήματα (1980-1998), ό.π., σ. 75.
36. Βασίλης Αμανατίδης, «“Αφιερώνω ξαφνικά και φεύγω” ή Διακεκομμένος ασύρματος Μίλτου Σαχτούρη», ό.π., σ. 77.

37. Μίλτου Σαχτούρη, «Η αυτόχειρ», στον τόμο Ποιήματα (1980-1998), ό.π., σ. 91.
38. Μίλτου Σαχτούρη, «Ο φίλος μου Γιώργος Μακρής», στον τόμο Ποιήματα (1980-1998), ό.π., σ. 29.

39. Μίλτου Σαχτούρη, «Μελαγχολία», στον τόμο Ποιήματα (1980-1998), ό.π., σ. 38.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: