Εγκαταστάσεις: Συμπεριφορές, αλληλουχίες και συνεκδοχές τόπων της ποιητικής γραφής

Εγκαταστάσεις: Συμπεριφορές, αλληλουχίες και συνεκδοχές τόπων της ποιητικής γραφής

(Πρώτα παραδείγματα κι ενδεικτικές κατόψεις)



1. Προσδιορισμοί, δείκτες και αντινομίες

Υπάρχει κάποιο είδος φυσικού νόμου, σύμφωνα με τον οποίο οι οργανισμοί αιχμαλωτίζονται από το περιβάλλον τους. Ο οργανισμός υφίσταται μια μορφή φαντασιακής αιχμαλωσίας σε μιαν εξωτερική εικόνα. Είναι η φάση του καθρέφτη.
Ζακ Λακάν, Écrits, εκδ. Seuil, Παρίσι 1966 


Οι εξομολογήσεις ασίγαστες. Οι ρήξεις εγώ-πραγματικού αλλεπάλληλες. Ο Γιώργος Σεφέρης δείχνει να γνωρίζει πού πατά. Και με την πάροδο των ετών πολλαπλασιάζεται, όπως θα περίμενε κανείς, το άλγημα. Η αυτογνωσία τροφός, εκτός των άλλων, άπωσης. Ένα δείγμα έστω: «Μα η αλήθεια είναι, πως τώρα μου δόθηκε η ευκαιρία να κοιτάξω καλύτερα πόσο ξένος είμαι από τους ανθρώπους, και πόσο αθεμέλιωτες οι σχέσεις μου. Συλλογίζομαι καμμιά φορά, πως η αιτία όλων αυτών είναι που μου λείπει ίσως η επιείκεια…Άλλοτε πάλι πως είναι στις σχέσεις μου με τον εαυτό μου που θα υπάρχει κάποιο λάθος…». (1) Ο κόσμος φαίνεται ότι δεν είναι ο καλύτερος που θα μπορούσε να είναι. Κι ακούω ξανά τον ποιητή. Τώρα, ήδη στα 38 του χρόνια, είναι πράγματι θυμωμένος, παρορμητικός, απορριπτικός. Αποδεικνύει, γράφοντας τακτικά εις εαυτόν, ότι δεν τον χωράει, κυριολεκτικά, ο τόπος. Ή μάλλον ο τόπος-τρόπος του Άλλου. Η δυσλειτουργία είναι οριακή. Ο ίδιος δηλώνει βεβαίως «ευπειθέστατος» στο καθαρά υπηρεσιακό πλαίσιο, ως στέλεχος του διπλωματικού κλάδου του Σεβαστού Υπουργείου Εξωτερικών. Η εξέγερση διατυπώνεται, όπως θα περίμενε κανείς, ακέραιη στο ημερολόγιό του. Η χαρτώα επικράτεια ομιλεί. Και μάλιστα πεντακάθαρα. Ένα είδος, ατελές ως εκ των πραγμάτων, απόδοσης δικαιοσύνης. Στο μεταξύ η νεύρωση καραδοκεί. Η ετυμηγορία είναι σαφής. Έχω μάθει, στο μεταξύ, από τον Άρθουρ Σοπενάουερ, ότι τα πρώτα σαράντα χρόνια της ζωής μας απαρτίζουν το κείμενο, τα επόμενα τριάντα τα σχόλια περί αυτού (2). Παραθέτω κατά λέξη τα εξής ενδεικτικά: «Ο τόπος αυτός που μας πληγώνει, που μας εξευτελίζει. Η Ελλάδα γίνεται δευτερεύουσα υπόθεση, όταν συλλογίζεται κανείς τον Ελληνισμό. Ό, τι από την Ελλάδα μ΄ εμποδίζει να σκεφτώ τον Ελληνισμό, ας καταστραφεί. Αν ήταν δίκαιο να μεγαλώσει ο τόπος αυτός, δεν ήταν για να έχουμε περισσότερους βουλευτές, νομάρχες ή χωροφύλακες˙ ήταν για να μπορέσει ν΄ αναπτυχθεί σε μια γωνία της γης ο Ελληνισμός – αυτή η ιδέα της ανθρώπινης αξιοσύνης και της ελευθερίας, όχι αυτή η αρχαιολογική ιδέα. Δεν πιστεύω σ΄ αυτούς τους ανθρώπους που φλυαρούν, ή στους άλλους που δεν ξέρουν τι κάνουν˙ δεν εννοώ να βουλιάξω μέσα στην απερίγραπτη μιζέρια των χαρακτήρων –πιστεύω σε δυο– τρεις ιδέες που προχωρούν, και τώρα ακόμη, ύστερ΄ από χιλιάδες χρόνια, σ΄ αυτή τη γλώσσα. Γι’ αυτές τις δυο-τρεις ιδέες που πρέπει να ζήσουν εδώ, και μονάχα εδώ θα μπορούσαν να ζήσουν καθώς τις σκέπτομαι, υπομένω αυτή την αθλιότητα»: Τετάρτη, 5 Ιανουαρίου [1938]. Αθήνα (3).

Αρκετές δεκαετίες μετά μαθαίνουμε ότι «ο άνθρωπος δεν είναι το αυτονόητο επίκεντρο και αντικείμενο της επιστήμης, παρά μια σχετικά πρόσφατη επινόηση προορισμένη να εξαφανιστεί στο προσεχές μέλλον. Γιατί ανέκυψε στο πλαίσιο ενός ορισμένου τύπου σκέψης, ο οποίος διαμορφώθηκε μόλις κατά τον δέκατο ένατο αιώνα και διαδέχτηκε άλλους τύπους σκέψης, θεμελιακά διαφορετικούς και ολότελα ξένους προς ό,τι αργότερα ονομάστηκε "άνθρωπος"» (4). Η πιθανότητα της κατάρρευσης απαντά σε ποιήματα που αποτυπώθηκαν σε διάφορες χρονικές περιόδους. Η εμμονή της ανεύρεσης του δίκαιου προσώπου παρά ταύτα είναι εμφανής. Φτάνει ως την περιώνυμη εκείνη «Ομιλία στη Στοκχόλμη» του Γιώργου Σεφέρη στη διάρκεια της τελετής για την απονομή του Βραβείου Νόμπελ στις 10 Δεκεμβρίου του 1963. Απομονώνω τις εξής χαρακτηριστικές σημάνσεις: «Τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα - και τι θα γινόμασταν αν η πνοή μας λιγόστευε; Είναι μια πράξη εμπιστοσύνης - κι ένας Θεός ξέρει αν τα δεινά μας δεν τα χρωστάμε στη στέρηση εμπιστοσύνης[ . . .]Σ΄ αυτό τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει να αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται» (5). Η ψυχική αλκή, η πνευματική ορμή προϋποθέτει ομολογουμένως την απώλεια. Το αίτιο και το αιτιατό της διέγερσης. Εξ ου και η στράτευση στην άρνηση. Το κατά φαινόμενα οξύμωρο προοικονομεί το αντικείμενο του λόγου. Ο χώρος περιβάλλει τους στίχους αλλά δεν τους ανήκει.

Αναφέρομαι ασφαλώς σε μια παρατεταμένη δυσθυμία. Άλλωστε η δυστοπία δείχνει από καιρό ανέκκλητη. Πρόκειται για ένα είδος ασφυξίας του τέλματος. Διαβάζω συνεπώς στο βάθος των συναφών εξομολογήσεων του Γιώργου Σεφέρη ό, τι στοιχειώνει ανέκαθεν τη στοχαστική επισκόπηση του χωρόχρονου. Παραβάλλω τα όσα αφορούν στο άλλο τέλμα, το κατά πολύ ευρύτερο, όπως αποδίδεται με ενάργεια ήδη από τον 5ο π. Χ. αιώνα. Εννοώ τα εξής ενδεικτικά: «Επιπλέον, είπε [ο Σωκράτης], έχω πειστεί ότι [η γη] είναι κάτι πελώριο και ότι εμείς, από τον ποταμό Φάση μέχρι τις Ηράκλειες Στήλες, δεν κατοικούμε παρά ένα μικρό κομμάτι της, και ζούμε γύρω από τη θάλασσα, σαν μυρμήγκια ή βάτραχοι γύρω από ένα τέλμα, ενώ σε άλλα σημεία κατοικούν πολλοί άλλοι σε πολλούς άλλους παρόμοιους τόπους» (6). 


2. Η α-τοπία, οι εγγύτητες των αφορισμών


Εκδρομή σήμερα στον Υμηττό. Καισαριανή˙ το πλήθος πλημμυρίζοντας το μοναστήρι, σκεπάζοντας την εξοχή με ψώρα. Χοντρή χαρά φραγκοφορεμένων αγριανθρώπων: μεθυσμένα μούτρα, ούτε μια φυσιογνωμία αξιοπρόσεχτη, ούτε ένα όμορφο κορίτσι. Καμιά πραγματική κατάνυξη στο λαό που γέμιζε τη μικρή εκκλησία. Κάτι γυναίκες προσπαθούσαν να κολλήσουν δεκάρες στα πρόσωπα των αγίων
˙ κάποτε το κόλπο πετύχαινε. Καθαρή Δευτέρα, 15 Μάρτη [1926] (7)

Ξανά στα πρόθυρα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Γιώργος Σεφέρης νοσταλγεί την ταυτότητα ενός ανυπόκριτου ιδεαλισμού. Παραπέμπω στη δική του αυτοψία. Μερικά τινά για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής: «Όσο προχωρεί ο καιρός και τα γεγονότα, ζω ολοένα με το εντονώτερο συναίσθημα πως δεν είμαστε στην Ελλάδα, πως αυτό το κατασκεύασμα που τόσοι σπουδαίοι και ποικίλοι απεικονίζουν καθημερινά δεν είναι ο τόπος μας αλλά ένας εφιάλτης με ελάχιστα φωτεινά διαλείμματα, γεμάτα μια πολύ βαριά νοσταλγία. Να νοσταλγείς τον τόπο σου, ζώντας στον τόπο σου, τίποτε δεν είναι πιο πικρό» (8). H δυσκολία να συμφιλιωθείς με τον χώρο ανακαλεί την κατ΄ εξοχήν παράδοξη εκείνη απόφανση του Ζήνωνα του Ελεάτη, η οποία αποτυπώνει με μοναδικό τρόπο την αγωνία του όντος να ανακαλύψει, να διεισδύσει και να ιδιοποιηθεί, έστω πρόσκαιρα, τον πολυπόθητο Τόπο. Όσο κι αν μας ξενίζει στο πρώτο άκουσμά της, η φράση εμπεριέχει την τραγική φύση της Ου-τοπίας. Θυμίζω : «Αν υπάρχει ο τόπος, θα είναι μέσα σε κάτι· γιατί κάθε ον είναι μέσα σε κάτι· και το να είναι μέσα σε κάτι, είναι να είναι και μέσα σε τόπο. Άρα και ο τόπος θα είναι μέσα σε τόπο, και τούτο επ’ άπειρον· άρα δεν υπάρχει ο τόπος» (9). Αλλά μήπως και στον αφορισμό της Πρώτης ελεγείας του Ντουίνο ο Ρίλκε δεν διατυπώνει κάτι ανάλογο; Στην περιώνυμη εκείνη άρνηση «Denn Bleiben ist nirgends», προβάλλεται έντονα αυτό, το οποίο ο Γιώργος Σεφέρης συχνά πυκνά υποδηλώνει, υπονοεί ή ευθέως καταθέτει. Ούτε, εν ολίγοις, η Νέα Υόρκη, ούτε η Υπεριορδανία ούτε το Γιοχάνεσμπουργκ και το Παρίσι κι ούτε (φυσικά…) η Βηρυτός, το πόστο των οιονεί ανεπιθύμητων, σύμφωνα με τον ίδιο πάντα, του Σεβαστού Υπουργείου Εξωτερικών, αποτελούν συνισταμένες μιας τοπο-ποιότητας. Οι χώροι είναι τα κατ΄ εξοχήν εμβλήματα της ξενότητας. Ίσως το διπλό όνειρο της Κύπρου και της γενέθλιας Σμύρνης να συνιστούν κατά βάθος από κοινού μιαν εντροπία του πραγματικού. Την ποθητή όψη μιας αδιαμφισβήτητης ευρυχωρίας.

Βεβαίως η επιφύλαξη είναι ορατή, καθώς προχωράμε στο δάσος των εξομολογήσεων. Έχουμε μάθει άλλωστε ότι η νοσταλγία ενός τόπου είναι εξ αντικειμένου παρελκυστική. Η ματαιότητα αναβλύζει. Να μνημονεύσω απλώς για την περίσταση τα εξής διευκρινιστικά: «Πιστεύουμε ότι νοσταλγούμε ένα μακρινό τόπο, ενώ στην πραγματικότητα νοσταλγούμε μόνον τον χρόνο που ζήσαμε εκεί, τότε που ήμασταν πιο νέοι και πιο φρέσκοι. Έτσι λοιπόν μας ξεγελάει ο χρόνος: φορώντας τη μάσκα του χώρου. Αν ταξιδέψουμε ως εκεί, θα συνειδητοποιήσουμε την πλάνη μας» (10). Όπως κατέδειξε ο Μαρσέλ Προυστ, τα γεγονότα δεν υπεισέρχονται κατ΄ ανάγκην αυτούσια στον κόσμο, στα σημεία όπου εντοπίζονται, όπου ακριβώς ξέρουν να αναφύονται οι πεποιθήσεις μας. Οι τελευταίες, άλλωστε, ούτε δημιουργήθηκαν, ούτε πρόκειται να ακυρωθούν από τα γεγονότα. Η δε μαρτυρία των αισθήσεων δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια ακόμη επιπρόσθετη λειτουργία του νου. Πρόκειται για εστίες πνεύματος όπου η πεποίθηση δημιουργεί τα όποια αποδεικτικά υλικά. Εδώ η προοπτική της ποίησης του Γιώργου Σεφέρη συναντά τη σκέψη του μεγάλου γάλλου συγγραφέα. Έχει μάθει άλλωστε κι αυτή πώς να πηγάζει από διαυγείς ή λίαν δυσερμήνευτες διεργασίες νευρώνων και ορμονών. Επισημαίνω τον δραστικό ρόλο της μετωνυμίας (= μετάθεσης). Δρα άραγε η μετωνυμική αλυσίδα ως να ήταν ο φορέας της απόλαυσης που διαπερνά το στίχο ή μήπως πρόκειται για ένα όχημα της έλλειψης, ό τι δηλαδή συνιστά την ίδια την επιθυμία, όπως δίδαξε ο Ζακ Λακάν; Μάλλον το τελευταίο φαίνεται να ισχύει.  


3. Οι συνειρμοί δεν έχουν τέλος

Ρουμάνοι: λαός βαρύς και αλαφρόμυαλος˙ δυσκινησία στη σκέψη. Το γυαλιστερό, το χτυπητό, η γρήγορη απόλαυση τους τραβά, όπως το φως τα έντομα του καλοκαιριού. Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου [1939] (11)

Επισημαίνω ορισμένες συναφείς απόψεις, οι οποίες, εκτός των άλλων, συνοψίζουν το συγκεκριμένο τόνο του σεφερικού δράματος: «Στην πραγματικότητα, η άκρη του κόσμου, όπως κι η αρχή του, είναι η προσωπική μας σύλληψη του κόσμου. Μέσα μας είναι που τα τοπία έχουν τοπίο. Γι’ αυτό, όταν τα φαντάζομαι, τα δημιουργώ· αν τα δημιουργώ, υπάρχουν· κι εφόσον υπάρχουν, τα βλέπω όπως βλέπω και τα άλλα. Γιατί να ταξιδέψω; Στη Μαδρίτη, το Βερολίνο, στην Περσία, στην Κίνα, στον καθένα από τους δύο πόλους – πού αλλού θα βρισκόμουνα παρά μέσα σε μένα τον ίδιο, με τη δική μου ιδιαιτερότητα και τον δικό μου τρόπο να αισθάνομαι. Η ζωή είναι αυτό που εμείς την κάνουμε να είναι. Τα ταξίδια είναι οι ίδιοι οι ταξιδιώτες. Αυτό που βλέπουμε, δεν είναι αυτό που βλέπουμε, είναι αυτό που είμαστε» (12). Τα τοπία παραμένουν ειλικρινή. Σημαίνουν όσα πιστεύουν ακράδαντα ότι συνιστούν εξ ορισμού. Δεν αποτελούν αφηρημένες έννοιες, μήτε δρουν ως κατασκευάσματα, ως απόρροιες του τάδε πολιτισμικού δεδομένου. Ο σεφερικός νους συντονίζεται με αυτές ακριβώς τις δομές του εξ αντικειμένου αληθούς. Εξ ου και το ισχυρό άγχος. Το αίσθημα μιας τελεσίδικης φθοράς. Η εμβριθής και συχνά πυκνά επιμελής προβολή της τελευταίας προσδίδει στο σύνολο του ποιητικού έργου του Γιώργου Σεφέρη το ικανό και αναγκαίο ποσοστό ρεαλισμού. Εννοείται ότι «το τραύμα έχει πάντα μια πατρίδα, ένα χωριό, μια χώρα, ένα σπίτι» (13). Βεβαίως το αίσθημα της απόλαυσης υφίσταται. Είναι κάθετο και οριζόντιο. Διαπερνά τους στίχους ως αδιαπραγμάτευτο αίτημα του εγώ. Η απόλαυση συνιστά μάλιστα την άλλη όψη της δικαιοσύνης. Και το αναπόφευκτο όραμά της Η γραφή επεμβαίνει, δρώντας ομοιοπαθητικά, επιδιώκοντας να συνεγείρει την ίαση. Το έγκαυμα, το ρήγμα ενδεχομένως να μπορεί να θεραπευτεί με έναν εξορκισμό, έστω πρόσκαιρο, του ενδογενούς άγους. Ανάλογα ισχύουν και σε άλλα πεδία δράσης του σαρωτικού βλέμματος. Είναι εκείνο, το οποίο δικαιούται και μπορεί εκ του ασφαλώς να διαισθανθεί, να διαδεί τα ποθητά άκρα του όντως όντος. Έχω συγκρατήσει φέρ’ ειπείν επιπροσθέτως τα εξής διαφωτιστικά: «Τα ζωγραφισμένα στον τοίχο του σπηλαίου του Λασκώ ζώα δεν βρίσκονται εκεί με τον τρόπο που βρίσκεται η ρωγμή ή το εξόγκωμα του ασβεστόλιθου. Ούτε όμως βρίσκονται και κάπου αλλού [. . .] Μου είναι δύσκολο να πω πού βρίσκεται ο πίνακας τον οποίο κοιτάζω. Διότι δεν τον κοιτάζω με τον τρόπο που κοιτάζει κανείς ένα πράγμα, δεν τον περιορίζω στον συγκεκριμένο τόπο του˙ το βλέμμα μου περιπλανιέται στον πίνακα σαν να ήταν αυτός το φωτοστέφανο του Είναι» (14).

Ο Γιώργος Σεφέρης παραμένει εκεί: ένα αυθεντικό θραύσμα στο μεταίχμιο των αισθητών και των υπεραισθητών. Τα δε ερωτήματα, τα οποία έθεσε εκείνος ο πολυπράγμων των λογισμών, ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς, εξακολουθούν να αιωρούνται· δηλαδή: «είναι ο νους κτήμα μου; Αυτός που μου γεννά εικασίες, αυτός που με γεμίζει πλάνες, που παραληρεί, που παραλογίζεται, αυτός ο οποίος στη φρενίτιδα αποδεικνύεται η ίδια η άρνηση του νου;». Οι μεταφορές και οι μετωνυμίες, εν τω μεταξύ, τις οποίες υιοθετεί συστηματικά η σεφερική τεχνική, αναδεικνύουν, εκτός των άλλων, το μέτρο του Κακού. Ως συνετός διαχειριστής συγκινήσεων από την τριβή του με τα αλλότρια, με τα άφατα και τα ειδικότερα, τα δυσεξήγητα στοιχεία των περιστάσεων, ο ποιητικός λόγος σπεύδει να δηλωθεί τροφός της ύπαρξης. Επιβεβαιώνει με τον τρόπο του ότι «το υποκείμενο δεν ανήκει στον κόσμο, είναι μάλλον ένα όριο του κόσμου» (15). Εξ ου και η πηγαία αποστροφή του ποιητικού υποκειμένου σε ό, τι αφορά πλείονες καταστατικές πλευρές του κοσμοειδώλου. Γράφοντας για το κρίσιμο διακύβευμα της μετάβασης στο παρόν, μόνον όταν είναι πανέτοιμο, τότε ολοκληρώνει πάθος





ΒIBΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΑΡΑΘΕΜΑΤΩΝ

1. Γιώργος Σεφέρης, βλ. Ιωάννα Τσάτσου, Ο αδελφός μου Γιώργος Σεφέρης, Εστία, 1976, σ. 274-275.
2. Άρθουρ Σοπενάουερ, Επιλογή από το έργο του, μετάφραση: Ν. Σκουτερόπουλος - Κλ. Μπέτσεν, Στιγμή 1996.
3. Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Γ΄. 16 Απρίλη 1934 – 14 Δεκέμβρη 1940, Ίκαρος 1977, σ. 95
4. Μισέλ Φουκώ, Οι λέξεις και τα πράγματα, επιμ.: Παναγιώτης Κονδύλης, μτφρ.: Κωστής Παπαγιώργης, Γνώση 2008.
5. Γιώργος Σεφέρης, «Ομιλία στη Στοκχόλμη», Δοκιμές, Δεύτερος Τόμος, (1948 – 1971), Ίκαρος 1981, σ. 159-161: 160 – 161.
6. Πλάτων, Φαίδων, 109, εισαγωγή–μετάφραση–σχόλια φιλολογική ομάδα Κάκτου, Κάκτος 1993.
7. Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Α΄, 16 Φεβρουαρίου 1925 – 17 Αυγούστου 1931, Ίκαρος 1975, σ. 46
8. Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Γ΄, ό. π. σ. 33.
9. Προσωκρατικοί, επιλεγμένα αποσπάσματα. Εισαγ. – μτφρ.: Ευάγγελος Ν. Ρούσσος, Κατάλογος 22, Στιγμή 2000.
10. Άρθουρ Σοπενάουερ, ό.π.
11. Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Γ΄, ό. π. σ.111.
12. Φερνάντο Πεσσόα, Το βιβλίο της ανησυχίας, επιλογή κειμένων – πρόλογος – μτφρ.: Άννυ Σπυράκου, Αλεξάνδρεια 1989.
13. Λίμπυ Τατά Αρσέλ, Με το διωγμό στην ψυχή, Κέδρος 2014.
14. Maurice Merleau – Ponty, Η αμφιβολία του Σεζάν – Το μάτι και το πνεύμα, μετάφραση: Αλέκα Μουρίκη, Νεφέλη 1991.
15. Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, Tractatus Logico- Philosophicus, (βλ. 5. 632), πρόλογος Μπέρναρντ Ράσελ, μτφρ.: Θανάσης Κιτσόπουλος, εκδ. Παπαζήση 1978.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: