Ακούς καμένο βουνό;
της Ευγενίας Δούρου
Τρέχεις, φεύγεις απ’ την κουζίνα, διασχίζεις το σαλόνι, το διάδρομο, σκοντάφτεις πάνω σ’ ένα ζευγάρι μπότες, πέφτεις, σηκώνεσαι, τρέχεις, περνάς το κατώφλι του δωματίου σου, κοπανάς την πόρτα σαν να’ σαι άνεμος 52 μποφόρ, κάνεις τρεις δρασκελιές, ανοίγεις την μπαλκονόπορτα, βγαίνεις στο μπαλκονάκι-τσέπης, κολλάς πάνω στα κάγκελα, σηκώνεσαι στις μύτες των ποδιών, τεντώνεις την πλάτη, προτάσσεις το στέρνο, γίνεσαι πανί ιστιοφόρου, σαλπάρεις πριν σαλτάρεις κι ουρλιάζεις στο καμένο βουνό απέναντί σου: «Τέσσερα χρόνια, δυο μήνες και δεκαεφτά μέρες ακόμα. Ακούς καμένο βουνό; Πώς σε λένε; Πάρνηθα; Υμηττό; Τέσσερα χρόνια, δυο μήνες και δεκαεφτά μέρες!»
Η πόρτα του δωματίου σου δεν θα ξανανοίξει. Δεν θα ξαναφάς το φαΐ τους. Άμα μπουν κλέφτες στο σπίτι, θα τους πεις: «Περάστε!» Θα τους δείξεις κάτω από ποια σανίδα είναι κρυμμένα τα λεφτά. Θα τους χώσεις τη συλλογή με τα γραμματόσημα από τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο στη σακούλα με τα λάφυρα. Άμα εισβάλουν οι Τούρκοι, όπως ανακοινώνουν κάθε τόσο οι ειδήσεις, θα τους πεις «τσοκ γκιζέλ» που λένε και στα σίριαλ. Κι αν η χώρα πτωχεύσει, όπως λέει αυτός που σου επέβαλε το επίθετό του, θα κλέψεις τα σκουλαρίκια αυτής που σε γέννησε με τις πορτοκαλί χάντρες και θα κατηφορίσεις προς την παραλία. Θα γίνεις ένα με τους θηριοδαμαστές, τους ακροβάτες και τους πιερότους· τις κοπέλες με τα τέλεια σώματα και τα μελαγχολικά βλέμματα.
Θα ζωγραφίζετε μαργαρίτες πάνω στα μαξιλάρια σπασμένων καναπέδων. Θα σου μάθουν να παίζεις φυσαρμόνικα, να κάνεις κατακόρυφο, γέφυρα, σπαγγάτο. Να εκτινάσσεσαι πάνω απ’ το πλήθος, να διέρχεσαι μέσα από φλεγόμενες βάτους, να βάζεις σωστά το κραγιόν και το αϊλάινερ, να πυροβολάς άδεια μπουκάλια μπύρας. Τεντώνεις τα χέρια, ενώνεις τις παλάμες και σχηματίζεις ένα πιστόλι με τα δάχτυλά σου. Σημαδεύεις ένα πιάτο τηλεόρασης από την απέναντι ταράτσα, αλλά τελευταία στιγμή αλλάζεις γνώμη και στοχεύεις το βουνό. Μπαμ και κάτω.
Θ’ αλλάξεις όνομα και γλώσσα. Θα διασχίζεις τα σύνορα περπατώντας, παρέα μ’ ένα γαϊδουράκι που σου εμπιστεύτηκε ένας πλανόδιος ακορντεονίστας πριν φύγει για το Μοντεβιδέο. Θα είσαι ορφανή, ξυπόλυτη, αχτένιστη. Ελεύθερη να κάνεις τον γύρο της γης περπατώντας.
Μέχρι τότε θα κλειδαμπαρωθείς εδώ μέσα και θα καταπιείς το κλειδί. Εδώ με τις αφίσες, τα κολάζ και τα βιβλία σου. Θα συνεννοηθείς με τη γιαγιά, ώστε να σου κατεβάζει ένα καλαθάκι με τρόφιμα από τον πάνω όροφο, όπως κάνουν στα Μετέωρα. Θα κατουράς στο μπαλκόνι, όπως τ’ αγόρια. Θα γράφεις ποιήματα και τραγούδια κι αποσπάσματα απ’ τα αγαπημένα σου βιβλία στους τοίχους: «Κι όταν η Μπίμπι έλεγε πως ήθελε να κατακτήσει το Μανχάταν, εγώ σκεφτόμουν πως δεν ήθελα να κατακτήσω τίποτα, ήθελα μονάχα να δω όλες τις χώρες του κόσμου και να γίνω εκστατικά ευτυχισμένη. Εκστατικά ευτυχισμένη μαζί και δίπλα και απέναντι σε ένα αγόρι. Δεν ήθελα να τον παντρευτώ, ούτε ήθελα να είναι πλούσιος- ήθελα μόνο να με κάνει να γελάω και να ξέρει τα αγαπημένα μου τραγούδια και να φιλάει ωραία και να θέλει κι αυτός να δει τον κόσμο».*
Θα οργανώσεις το μέλλον με κάθε λεπτομέρεια, σαν τον κόμη Μοντεχρίστο στο μπουντρούμι της φυλακής του Σατό ντ’ Ιφ. Στα χρόνια της αυτοεξορίας σου θα μάθεις γαλλικά κι ισπανικά. Αντί για ανώμαλα ρήματα, θα αποστηθίσεις τις Ωδές στον Πρίγκηπα, τα ονόματα των λουλουδιών και των δέντρων, τις σημαίες και τις πρωτεύουσες όλων των χωρών του κόσμου.
Όταν θα αρχίζεις να σαλτάρεις και να παραμιλάς από την απομόνωση, θα βγαίνεις στο μπαλκονάκι του δωματίου σου και θα μιλάς στο καμμένο βουνό, σαν να είναι ο Θεός ή μια ψυχολόγος. Του ψιθυρίζεις: «Καμμένο βουνό, απόψε οι φτέρνες των συμμαθητριών μου ματώνουν απ’ τις γόβες. Τ’ αγόρια βουτάνε μέσα σε κολυμπήθρες με αρώματα κάλβιν κλάιν. Τα πουκάμισά τους κολλάνε πάνω στην πλάτη τους και το βλέμμα τους θολώνει σαν τα τζάμια του αυτοκινήτου, όταν βρέχει. Η Στέλλα κρατάει ψηλά σε αλογοουρά τα μαλλιά της Ελευθερίας που στέκεται γονατισμένη μπροστά στην τουαλέτα. Της χαϊδεύει την πλάτη, ενώ εκείνη χώνει το κεφάλι της μέσα στην τουαλέτα σαν να θέλει να βγάλει μια κραυγή ή να ψιθυρίσει ένα μυστικό. Ο Κώστας αγγίζει τις άκρες των μαλλιών της Νίνας. Εκείνη βάζει το χέρι του στον μηρό της. Σκύβει από την κορυφή των 15ποντων παπουτσιών της, τον φιλάει, και μέσα στις τουαλέτες του κλαμπ ακούγεται κάτι σαν βότσαλο που σκάει – πλιφ – μέσα σε λίμνη».
Όταν πριν από δυόμιση μήνες έσβησες δεκατέσσερα κεράκια, ευχήθηκες να σε αφήσουν να πας στη χοροεσπερίδα του Λυκείου. Επιτέλους, επιτέλους, πότε θα συμβεί κάτι μεγάλο και συναρπαστικό, κάτι που θα δικαιώσει όλη αυτή την αναμονή, τις μέρες που διαδέχονται απαράλλαχτες η μία την άλλη σαν κυλυόμενες σκάλες; Τα διαγωνίσματα μαθηματικών, τα απογεύματα στην τηλεόραση με ειδήσεις και τηλεπαιχνίδια, τα μεσημέρια Κυριακής στην ταβέρνα που μυρίζει νεκρά ψάρια; Πότε θα ζήσεις μια νύχτα που θα σκάσει πάνω σου και θα σε πιτσιλίσει σαν ένα τελάρο ρόδια; Πότε θα παρουσιαστεί μπροστά σου ο λόχος της ζωής σου; Χοσέ Ολιβέρο, εραστής, παρών. Φιόνα Μέι, φίλη αδελφική, παρούσα. Εύα Ρες, μεντόρισσα, παρούσα. Αλτάι Νόιμαν, Γιαρόν Μπενζούρ, Σβετλάνα Χιρς, Ελάιρα Ρόχα.
Μέχρι να γίνεις δεκαοχτώ και να σαλπάρεις για τη Νότια Γαλλία, αυτή η πόρτα δεν θα ξανανοίξει ούτε με κομπρεσέρ. Θα σπρώξεις μ’ όλη σου τη δύναμη τη βιβλιοθήκη, το γραφείο, το κρεβάτι και την πολυθρόνα. Θα συγκεντρώσεις όλα τα έπιπλα πίσω απ’την πόρτα. Θα ταμπουρωθείς πίσω απ’ τα οδοφράγματα και μόνο με τρακτέρ θα ξαναμπούν στο δωμάτιό σου. Κι αν τολμήσουν να σηκωθούν απ’ τον καπιτονέ καναπέ της γιαγιάς Μανίνας και φέρουν τρακτέρ, θα σκαρφαλώσεις πάνω του σαν να’ ναι βασιλική άμαξα. Θα κάνεις θεαματική έξοδο, λες κι είσαι η βασίλισσα Ισαβέλλα και χαιρετάς τους κονκισταδόρες που φεύγουν για τον Νέο Κόσμο. Όσο για τη Στέλλα, αν σε πεθυμήσει κι αρχίσει να σε αναζητά, θα της γράφεις πολυσέλιδα γράμματα που θα προσγειώνονται στο μπαλκόνι της σε μορφή σαΐτας.
Πιάνεις τα ψαλίδια, τις κόλλες και τα χαρτιά σου. Κάθεσαι οκλαδόν στο πάτωμα του μπαλκονιού και αφήνεσαι να σε οδηγήσουν οι λουστρινένιες εικόνες. Το κολάζ είναι το πλέξιμο των εφήβων, λέει κάποιες φορές η γιαγιά κι εσύ καμαρώνεις που σε καμαρώνει. Στρώνεσαι στη δουλειά. Φτιάχνεις τις εικόνες που θέλεις να ζήσεις. Να μια εικόνα: Είναι Ιούνιος κι είσαι με το αγόρι σου σε μια παραλία στη Νότια Γαλλία. Τον λένε Χοσέ κι είναι μισός Χιλιανός και μισός Γάλλος. Σπουδάζει στην καλύτερη σχολή χορού του κόσμου και ξέρει να μιμείται με το στόμα του τους ήχους των πουλιών. Νο πουέδο βιβίρ σιν τι, έρες μι μέδια ναράνχα, σου λέει. Σκύβει, σε φιλάει και σε γεμίζει άμμο. Φοράς κόκκινο, μεσάτο παντελόνι κι ένα μαύρο τοπ που αφήνει έξω τον αφαλό σου. Έχεις κι ένα σκουλαρίκι στον αφαλό. Ακόμα δεν ξέρεις τι θέλεις να κάνεις με τη ζωή σου, αλλά δεν πειράζει. Δουλεύεις σερβιτόρα στο πιο έξαλλο μπαρ της πόλης κι όταν σχολάς τα ξημερώματα, καβαλάς τη μηχανή του Χοσέ, όπως οι αθλήτριες ενόργανης γυμναστικής την δοκό ισορροπίας. Κολλάς το σαγόνι σου στον ώμο του και καθώς γκαζώνετε στον παραλιακό δρόμο, απλώνεις τα χέρια σου κι αγγίζεις τις άκρες των φοινίκων.
Κόβεις, κολλάς, και φτιάχνεις την εικόνα με σένα και τον Χοσέ πάνω σ’ ένα γκοφρέ χαρτόνι. Παραμένεις οκλαδόν, τεντώνεις τα δυο σου χέρια κι υψώνεις το χαρτόνι σαν πανό διαμαρτυρίας. Θα μείνεις έτσι για ώρες. Σε στάση αναμονής. Σ’ ένδειξη διαμαρτυρίας. Κρατάς το μέλλον στα χέρια σου. Το δείχνεις στα πουλιά, τ’ αεροπλάνα, τ’ αστέρια. Αν ήσουν στην ακτή, θα σφήνωνες ένα μήνυμα μέσα σ’ ένα γυάλινο μπουκάλι και θα το έριχνες στο βυθό. Θα ένωνες τα βότσαλα πάνω στην άμμο, με τρόπο που να σχηματίζεται μια μαγική φράση. Δεν είσαι στην ακτή, αλλά σ’ ένα μπαλκονάκι-τσέπης. Έχει νυχτώσει κι αναγκάζεσαι να μισοκλείσεις τα μάτια για δεις τον κόσμο. Το βουνό μοιάζει να’ χει ξαπλώσει και να κοιμάται. Άραγε κρυώνει έτσι ξεσκέπαστο; «Καμένο βουνό, συγχώρα με που σε πυροβόλησα και που δεν ξέρω το όνομά σου».
*Σώτη Τριαντάφυλλου, Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης, Πατάκης 2008.
Δυο εφηβείες
Της Αλεξάνδρας Ευαγγελιδάκη
Ζω σε μια σοφίτα που έχει οκτώ παράθυρα, αλλά καμία πόρτα. Το πρωί, που φωτίζεται ο τόπος, η σοφίτα μοιάζει με θερμοκήπιο και τα βιβλία στα ράφια με φυτά, που φωτοσυνθέτουν. Εδώ καταλήγουν τα βιβλία που δεν αρέσουν σε κανέναν. Στα δεκατέσσερά μου, ανέθεσα στον εαυτό μου μια αποστολή, να δώσω σε καθένα από αυτά μία ευκαιρία. Πρόκειται για μια πάθηση που κουβαλάω από μικρή ηλικία· αγοράζω φαγητό από άδεια φαστφουντάδικα, βλέπω ταινίες στα σινεμά που δεν πατάει κανείς και πίνω τον καφέ μου σε συνοικιακά μαγαζιά που από στιγμή σε στιγμή χρεωκοπούν. Το φέρνω βαρέως που το ανθρώπινο όραμα, ακόμη και για τα πιο ευτελή, αντιμετωπίζεται ώρες ώρες σαν μία ενοχλητική μύγα, που ήρθε στον κόσμο τη μία στιγμή, για να φύγει την επόμενη.
Στην πραγματικότητα πέρασα δύο εφηβείες, μία δική μου και μία δική σου. Δύο εφηβείες, με δύο εφηβικά δωμάτια. Όταν δεν με χωρούσε το δικό μου, ζητούσα άσυλο στο δικό σου, κι όταν κι αυτό γινόταν αφιλόξενο, γυρνούσαμε στους δρόμους σαν αδέσποτες, αλλά καλοζωισμένες γάτες. Δεν είμαστε αδέλφια, μοιάζουμε, όμως, στον νωχελικό τρόπο που περπατάμε πάνω σε αυτόν τον κόσμο, λες και δεν θέλουμε να τον πονέσουμε, και στην ισχυρή μας πεποίθηση πως μια μέρα θα τον κατακτήσουμε. Ο μόνος που ζηλεύουμε είναι ο μελλοντικός μας εαυτός, εκείνος που θα ζει ελεύθερος σε ένα διαμέρισμα στο κέντρο παρέα με έναν σκύλο, μία μικροσκοπική κουζίνα του ’60 κι ένα πακέτο κάμελ μπλε.
Το δικό σου δωμάτιο ήταν άναρχο και εχθρικό. Όπως άκουσα τη μαμά σου να λέει στο τηλέφωνο εκείνο το απόγευμα, «Τα κορίτσια διακόσμησαν το δωμάτιο σε όλες τις αποχρώσεις του μαύρου». Πρώτα περάσαμε με κάμποσα χέρια μπογιάς τον τοίχο πίσω από το κρεβάτι κι ύστερα φιλοτεχνήσαμε κατά μήκος της εντοιχισμένης ντουλάπας ένα κολάζ από αφίσες και στίχους, που σε προκαλούν να διαφωνήσεις,. Εσύ, που είσαι κοντή, ξεκίνησες από κάτω προς τα πάνω, κι εγώ, που πάντοτε ήθελα να λογίζομαι για ψηλή, ανέβηκα στο κρεβάτι με τα παπούτσια κι ακολούθησα αντίθετη πορεία. Η μαμά σου μας χάζευε πότε-πότε από τον διάδρομο. Περισσότερο γελούσε και λιγότερο θύμωνε, γι' αυτό ήταν πάντοτε η πιο αγαπημένη μας από τις δύο μαμάδες.
Μετράω αντίστροφα τους χειμώνες για την ενηλικίωση. Κάτω από το πάπλωμα απλώνεται ένας ολόκληρος κόσμος. Εδώ και μέρες, κουρνιάζει στα πόδια μου μια μαδημένη έκδοση ενός βιβλίου, από αυτά που βγάζει κανείς, δίχως ντροπή, μόνο από την τσάντα της παραλίας. Κάτω από το μαξιλάρι μου, βρίσκουν καταφύγιο εκατοντάδες ψίχουλα, από όλα εκείνα που αποκτάνε γεύση, όταν κανένας δεν σε βλέπει να τα καταβροχθίζεις. Εδώ φυλάω τα ακουστικά μου. Τα γαλάζια, που χάλασαν πέρυσι, αλλά ήταν δώρο και δεν τα πέταξα, τα γκρι, που έκλεψα από μια ξενάγηση σε ένα μουσείο στην Πράγα και τα ιδιότροπα, εκείνα που συνεργάζονται μόνο αν τα ενθαρρύνεις αρκετά.
Σε λίγες μέρες αυτός ο χειμώνας φτάνει στο τέλος του, αλλά τον καθυστερώ, μιας κι η Εύα σιχαίνεται την άνοιξη. Οι κάμπιες αρχίζουν να κατεβαίνουν από τα πεύκα, οργανωμένες σε ομάδες κρούσης και μετατρέπουν τις απογευματινές μας βόλτες πλάι στο ρέμα σε ακροβασία σε εαρινό ναρκοπέδιο. Αφού περιποιηθώ τα σκασμένα της πέλματα και ετοιμάσω το απογευματινό μας, της βγάζω το κολάρο και παραβγαίνουμε μέχρι τη σοφίτα με γεμάτο στομάχι. Εγώ κάθομαι μπροστά στο γραφείο μου ―μια ξεπερασμένη σκαλιστή τραπεζαρία― κι εκείνη χώνεται από κάτω και καταλαμβάνει τον μέγιστο δυνατό χώρο. Άλλοτε διαβάζω κι άλλοτε τη χαζεύω, χώνω την παλάμη μου στο πυκνό της τρίχωμα και πενθώ με προκαταβολικά δάκρυα τον μέλλοντα θάνατό της.
Το κρεβάτι μου
Της Σοφίας Σταύρου
Το κρεβάτι μου έπιανε σχεδόν το ένα τρίτο του δωματίου. Ειδική παραγγελία της μαμάς σε έναν σιδερά, όταν άρχισα να ψηλώνω απότομα, γύρω στα δεκατρία. Στενό, όσο ένα τυπικό εναμισάρι κρεβάτι, αλλά πιο μακρύ. Ολόμαυρο. Κεντρικά στο κεφαλάρι, ανάμεσα σε περίτεχνες σπειροειδείς καμπύλες, υπήρχε ένα λουλούδι. Αντίστοιχο ήταν το μοτίβο στο ποδαρικό. Οι κολόνες στις γωνίες του κρεβατιού κατέληγαν σε μικρές σφαίρες που μου άρεσαν πολύ, γιατί χωρούσαν ακριβώς μέσα στη χούφτα μου. Τρεις άντρες χρειάστηκαν για να το ανεβάσουν δύο ορόφους από τις σκάλες και να το συναρμολογήσουν. Έκτοτε, έμεινε καρφωμένο στο πάτωμα.
Μια μέρα, γύρισα απ’ το σχολείο και βρήκα το κρεβάτι μου βαμμένο χρυσό. Η μαμά είχε αποφασίσει πως ένα μαύρο κρεβάτι δεν μου ταιριάζει και μαζί με τον αδερφό μου πήραν από ένα πινέλο και έβαψαν τις σφαίρες, χωρίς να προσέξουν ιδιαίτερα πως είχε τρέξει η μπογιά, καθώς και ένα τμήμα της καμπύλης στο κεφαλάρι. Μετά μάλλον βαρέθηκαν. Και ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ένα μαύρο κρεβάτι με χρυσές λεπτομέρειες μου ήταν πιο ταιριαστό από ένα μαύρο κρεβάτι. Τα λουλούδια και οι καμπύλες δεν ήταν, φαίνεται, αρκετά.
Όταν καθόμουν στο γραφείο, η πλάτη της καρέκλας ακουμπούσε στα πόδια του κρεβατιού μου. Ένιωθα το μέταλλο να αγγίζει το μπράτσο μου και καμιά φορά σταματούσα ό,τι έκανα και ξάπλωνα. Έβαζα ένα μαξιλάρι κάτω από το κεφάλι και ένα πίσω από την πλάτη και φανταζόμουν ότι ένα αγόρι με είχε πάρει αγκαλιά. Για να είναι πιο ρεαλιστικό έσφιγγα το χέρι μου γύρω από τη μέση. Ύστερα, αφού είχα βεβαιωθεί πώς όλοι ήταν στα δωμάτια τους, το κατέβαζα ανάμεσα στα πόδια μου. Ντρεπόμουν – στο κατηχητικό μας έλεγαν πως είναι αμαρτία. Όμως εγώ το απολάμβανα. Τις μέρες που ήμουν αγχωμένη το έκανα ξανά και ξανά.
Το στρώμα ήταν σκληρό και συχνά τις νύχτες στριφογυρνούσα. Έτσι κι αλλιώς, η καλύτερη ώρα ήταν όταν όλοι έπεφταν για ύπνο. Έκλεινα την πόρτα με ανακούφιση και καταπιανόμουν με όσα απέφευγα να κάνω μέσα στη μέρα. Αν άκουγα τον παραμικρό θόρυβο απ’ έξω, έσβηνα το φως και έτρεχα κάτω απ’ το πάπλωμα. Η επιθεώρηση άνοιγε την πόρτα, που ήταν ακριβώς δίπλα στο προσκέφαλό μου, και με κοιτούσε εξονυχιστικά, αλλά είχα βρει τον τρόπο να κάνω πως κοιμάμαι.
Στα δεκαοχτώ πέρασα στο πανεπιστήμιο και νοίκιασα το δικό μου σπίτι. Ήθελα να πάρω το κρεβάτι μου και ζήτησα απ’ τον μπαμπά να κανονίσει τη μεταφορά. Εκείνος δεν ήθελε. Είπε πως του ήταν ήδη δύσκολο να ανοίγει την πόρτα του δωματίου και να λείπω εγώ, πόσο μάλλον αν έλειπε και το κρεβάτι μου. Άλλωστε η μαμά συχνά πυκνά ξάπλωνε εκεί και με έπαιρνε τηλέφωνο κλαίγοντας. Μου έδωσαν το παλιό τους κρεβάτι, ξύλινο και βαρύ, το οποίο ποτέ δεν συνήθισα. Λίγους μήνες μετά το επέστρεψα και έβαλα το στρώμα στο πάτωμα.
Όταν επέστρεφα, έβρισκα το δωμάτιο απαράλλαχτο. Τα βιβλία στα ράφια, η μολυβοθήκη στη δεξιά γωνία του γραφείου και το κρεβάτι στη θέση του. Ίδια μαξιλάρια, ίδια σεντόνια, ίδιο πάπλωμα. Λες και δεν είχα φύγει ποτέ. Ένα απόγευμα Κυριακής, χώθηκα κάτω απ’ το κρεβάτι, με την πλάτη στο ξύλινο πάτωμα. Είδα τις τάβλες του κρεβατιού και το στρώμα από κάτω, όπως όταν ανοίγεις ένα ψητό ψάρι στα δύο και βλέπεις τη ραχοκοκαλιά του. Έμεινα εκεί για ώρα.
Χθες, έμαθα πως στο κρεβάτι αυτό κοιμάται ο μεγάλος μου αδερφός.
O Θεός Της
Της Ιωάννας Μαραγκουδάκη
Με λένε Γαβριήλ. Έχω όμως κι άλλα ονόματα. Απλώς δεν έχουν όλα ήχο. Δεν συνηθίζω να διηγούμαι ιστορίες. Μάλλον συμβαίνει το αντίστροφο. Άλλοι διηγούνται ιστορίες για μένα. Κι από αυτές κάποιες δεν έχουν ήχο.
Βρίσκομαι εδώ, σε αυτό το ξύλινο κρεβάτι και κρέμομαι στο πλάι. Δεν έχω αφή, όμως νιώθω το σατέν της ροζ κορδέλας από την οποία είμαι περασμένος. Δεν έχω γεύση, όμως τρώω φρουτένια σταγονίδια από hair mist που ψεκάζονται και αιωρούνται για μέρες στον χώρο. Δεν έχω οσμή, όμως μυρίζω απομεινάρια εμμήνου ρύσης που ξέφυγαν, πάνω στα σεντόνια.
Το να μένω κοντά Της, σε αυτό εδώ το δωμάτιο με τα χιλιάδες μονά σκουλαρίκια, τα μυστικά και τα πεταμένα στο πάτωμα σουτιέν, είναι κάτι που δεν έχω ξαναζήσει. Σε καμία από όλες μου τις διαστάσεις.
Κάποιες φορές, όταν λείπει, λύνω την κορδέλα μου και τεντώνομαι. Συνήθως, ανεβαίνω για λίγο στην πάνω πλευρά του κουρτινόξυλου με τη λουλουδάτη κουρτίνα. Στο τελείωμα της, υπάρχουν τουλάχιστον δύο τρύπες από καύτρα. Βλέπω τα ανοιχτά φύλλα της ντουλάπας με τα ανακατεμένα ρούχα. Το μπεζ χαλί, που ξαπλώνει ανάσκελα όταν ακούει πάνω από δύο ώρες Nirvana. Κι αυτό έχει σημάδια από καύτρα, αλλά δεν φαίνονται. Είναι χοντρή η πλέξη.
Βλέπω τον ολόσωμό Της καθρέφτη με τις δαχτυλιές, τα φιλιά από κραγιόν και τις χωμένες στα πλάγια φωτογραφίες.
Δεν έχω φύλο, αλλά όταν μένει γυμνή μπροστά του, ταράζομαι.
Κλείνω τα μάτια.
Δεν είναι ερωτικό. Δεν μπορώ να νιώσω τέτοια συναισθήματα. Είναι όμως ένα εκτυφλωτικό φως που καλύπτει όλο το τριχωτό του εφηβαίου Της. Δεν είναι της νεότητας και της παρθενίας. Είναι ένα αρχαϊκό φως αιώνων που συντονίζεται με τον τρόπο που τα ποτάμια κυλάνε. Τον τρόπο που το φεγγάρι γεμίζει και οι αέρηδες μετακινούν τις εποχές. Τη στιγμή που τα πουλιά αναχωρούν για τους τροπικούς. Φως εκ φωτός, μπλεγμένο ανάκατα στις σγουρές Της τρίχες.
Στην αρχή αναρωτήθηκα μήπως είναι σαν εμένα. Όταν κουλουριάζεται ανάποδα στο κρεβάτι, σχεδόν αφανίζεται μέσα στα μέλη Της. Μοιάζει άυλη. Δεν είναι όμως. Γιατί κάποιες νύχτες, το χωμάτινο σώμα Της γεμίζει σπορά το μαξιλάρι που έχει ανάμεσα στα πόδια.
Και τότε κλείνω τα μάτια. Από σεβασμό. Δεν είναι τα χωράφια μου αυτά.
Δεν φεύγω. Μένω. Γιατί θέλω να Την καταλάβω. Τη μια στιγμή παίζει με τα λούτρινα που έχει στολισμένα στην κορυφή της βιβλιοθήκης. Τα αγκαλιάζει ενοχικά με όλη τους τη σκόνη και τα παρηγορεί που βυθίζονται αργά στη λήθη. Καμιά φορά παίρνει ένα και κοιμάται μαζί του στο κρεβάτι, σφίγγοντας το, μέχρι που τα δάχτυλα Της ασπρίζουν.
Και την άλλη στιγμή, θυμωμένη, χτυπιέται σε αυτοσχέδια, πρωτόγονα χορευτικά πηδώντας από το γραφείο στο κρεβάτι σαν διονυσιακή μαινάδα. «My girl, my girl, where will you go? I'm going where the cold wind blows».
Μοιάζει σαν να θέλει να διπλώσει εκατοντάδες φορές σαν κρυφό χαρτάκι ό,τι Της ανήκει σε αυτό το δωμάτιο, να του βάλει φωτιά και να φάει τη στάχτη. Να μην μπορούν ν’αγγίξουν ό,τι είναι δικό Της.
Συγχρόνως, δεν θέλει να Την αγγίξει κανείς και ονειρεύεται όλοι να Την αγγίζουν. Και κλαίει απαρηγόρητη. Από ντροπή, επιθυμία και ό,τι υπάρχει ανάμεσά τους.
Δεν φεύγω. Μένω. Προσπαθώ να Την καταλάβω. Τη βλέπω να σταυρώνεται τουλάχιστον τρεις φορές την ημέρα, για λόγους που μου φαίνονται εξωφρενικοί. Σταυρώνει τον εαυτό Της για το οτιδήποτε. Για μία λέξη που ειπώθηκε από κάποιον. Για μια λέξη που δεν ειπώθηκε.
Φοράει το ακάνθινο στεφάνι που έχει παρατήσει στο κομοδίνο, στολισμένο με γκλίτερ και στρασάκια. Το φοράει για τη μάνα, την αδελφή, τη νεκρή Της γιαγιά και την Εύα που με μία απλή δαγκωνιά της τα χρέωσαν όλα.
Βλέπω τα σημάδια στα πόδια Της από τα ψηλά τακούνια. Τα πετάει στη γωνία του δωματίου μαζί με τη σχολική τσάντα με τα χρωματιστά μπλιμπλίκια. Θέλω τόσο πολύ να Την αγκαλιάσω Χριστέ μου. Να Την αλαφρύνω από τα προπατορικά της βάσανα. Θέλω τόσο πολύ να Τη βάλω κάτω από την αριστερή μου φτερούγα και ας τη λερώσει το αίμα από τα πληγωμένα Της πέλματα.
Φοβάμαι μην Την τρομάξω. Δεν με ξέρει. Δεν με πιστεύει. Δεν φεύγω όμως. Και Τη βλέπω να σταυρώνεται ξανά, μετά τα Αγγλικά. Μία ακόμα φορά, επειδή τα μαλλιά της δεν στρώνουν και νιώθει η πιο άσχημη σε γη και ουρανό. Και μία τρίτη, κατά τας γραφάς, αφού βάλει πιτζάμες και ξαπλώσει για να μην κοιμηθεί.
Και φτάνει το πρωί. Το πρωί. Απίστευτο. Το πρωί και πάλιν ερχομένη μετά δόξης· Άγγελος ή πιστός δεν μπορεί να το διανοηθεί. Ανασταίνεται ολόκληρη. Σώμα και αίμα, φτιαγμένα από την αρχή. Κάθε πρωί σε αυτό το δωμάτιο, ανάσταση από την αρχή.
Δεν φεύγω. Θα μείνω εδώ, κρεμασμένος στο προσκεφάλι Της.
Δεν φεύγω.
Χριστούγεννα
Της Κατερίνας Νικολακέα Raynaud
Κάθισε στην άκρη του ημίδιπλου κρεβατιού μου. Τα χοντρά αθλητικά του παπούτσια καλά στερεωμένα στο ξύλινο πάτωμα και τα χέρια του πάνω στη φούξια βελουτέ κουβέρτα. Μ’ ένα γρήγορο βλέμμα περιεργάστηκε το μικροσκοπικό μου δωμάτιο. Εγώ δεν ήξερα πού να κάτσω, πού να σταθώ. Μέσα στο ίδιο μου το δωμάτιο. Έπιασα τελικά την άλλη άκρη του κρεβατιού γεμίζοντας τον χώρο αμηχανία. Ήμουν αληθινή δεξιοτέχνης σε κάτι τέτοια.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που τον έφερνα κρυφά στο σπίτι, αλλά πρώτη φορά τον καλούσα στο δωμάτιό μου. Ήταν κάποια μέρα των Χριστουγέννων και δεν θυμάμαι γιατί αλλά όλοι έλειπαν. Και ανυπομονούσα και φοβόμουν. Όλη μέρα φτιαχνόμουν κι έφτιαχνα το δωμάτιο. Είχα κρύψει τα αγαπημένα μου cd της Britney και της Avril Lavigne, κι είχα αφήσει να φαίνονται στα ράφια του γραφείου όσα έκλεβα από τη συλλογή του πατέρα μου κατά καιρούς, ένα των Beatles που αγαπούσα, ένα άλλο του Joe Cocker κι αυτό των Pink Floyd με το διαστημικό εξώφυλλο. Είχα σπρώξει κάτω από το κρεβάτι όλα μου τα Cosmopolitan κι αναρωτιόμουν τι θα έκανα μ’ εκείνο το λεπτό βιβλιαράκι του Neruda.
―Ωραίο το δωμάτιό σου.
Του χαμογέλασα με κλειστό το στόμα. Δεν ήξερα τι να πω. Μάλλον κι αυτός για να σπάσει τον πάγο το είπε, γιατί δεν πιστεύω ότι ήταν του γούστου του δωμάτια με φούξια κουβέρτες, πολύχρωμα μαξιλαράκια και λουλουδένιες κουρτίνες. Ούτε και μένα ήταν. Δεν μ’ ένοιαζε έτσι κι αλλιώς, ήθελα απλά να έχω το κεφάλι μου ήσυχο.
Χαμογέλασε στραβά, είχε σαρκώδη χείλη. Σηκώθηκε και μέσα σε δυο βήματα βρέθηκε να στηρίζεται στο γραφείο. Τον είδα να ψαχουλεύει την τσέπη του.
―Θες να καπνίσεις;
Και ξεκίνησε ν’ απαντάει πριν καλά καλά τελειώσω την ερώτηση.
Δεν ήθελε να καπνίσει. Δεν ήθελε; Και τότε τι έψαχνε; Ήθελε να βεβαιωθεί μήπως ότι είχε φέρει; Δεν το είχε ξεχάσει, το είχε μαζί του. Μια μπαλίτσα από βαμβάκι στάθηκε ξαφνικά στον λαιμό μου.
Μόλις έπιασε αυτό που έψαχνε σήκωσε το βλέμμα και με κοίταξε, νομίζω, πονηρά.
―Έρχεσαι να σου δείξω κάτι;
Τώρα γιατί γινόταν ωμός; Του είχα πει ότι δεν είχαμε πολύ χρόνο μπροστά μας αλλά δεν ήταν ανάγκη να βιαστούμε τόσο πολύ. Ήμουν διατεθειμένη να κάνω ό,τι ήθελε. Μου άρεσε. Ήταν ψιλόλιγνος, φόραγε φαρδιά παντελόνια, είχε μεγάλες πλάτες και στενή λεκάνη. Μου άρεσε που δεν είχε τρίχες στο πρόσωπο. Φαινόταν λιγότερο άγριος. Λιγότερο απ’ όσο ήθελε να δείχνει.
Μόλις έφτασα κοντά του έριξα το βλέμμα στα πόδια μου. Ντρεπόμουν. Φοβόμουν. Κι ας ήθελα να αποδείξω το αντίθετο. Ένιωσα ανακούφιση όταν το μεταλλικό του δαχτυλίδι ακούμπησε το μάγουλό μου.
―Γιατί τέτοια μούτρα;
Πάντα έτσι ευθύς και λιγομίλητος ήταν. Κι αυτό μου άρεσε.
―Δεν ξέρω.
―Γιατί δεν με κοιτάς στα μάτια;
Κοιταχτήκαμε. Τα δικά του ήταν πράσινα. Τα δικά μου είχαν σκιά και μολύβι και μάσκαρα. Οι βλεφαρίδες μου τρεμόπαιζαν. Μου έχωσε κάπως άγαρμπα το τσαλακωμένο πακετάκι στο χέρι. Ξαφνιάστηκα κι έκανα κάνα δυο βήματα πίσω για να το κοιτάξω. Ήταν ένα χάρτινο φακελάκι, έμοιαζε με δώρο. Χώθηκα στην αγκαλιά του σαν μετανιωμένο παιδί.
―Τι; Χριστούγεννα δεν είναι; Μου ψιθύρισε στο αυτί.