Η γυναικεία φύση στην Τέχνη και στη ζωή

Η γυναικεία φύση στην Τέχνη και στη ζωή

Αμάντα Μιχαλοπούλου, «Το μακρύ ταξίδι της μιας μέσα στην άλλη», Εκδόσεις Πατάκη 2025

Το εξώφυλλο είναι ήδη δηλωτικό. Ο τίτλος Το μακρύ ταξίδι της μιας μέσα στην άλλη διακόπτεται από το όνομα της συγγραφέως, οπότε αν προσθέσεις νοερά ένα σίγμα το κάνει να φαίνεται σαν «Το μακρύ ταξίδι της μιας Αμάντα(ς) Μιχαλοπούλου μέσα στην άλλη». Και κατά κάποιο τρόπο αυτό συμβαίνει! Η Αμάντα Μιχαλοπούλου, αποτελεί μια ιδιαίτερη συγγραφέα ως προς τον τρόπο που προσεγγίζει τις θεματικές που αναπτύσσει στα βιβλία της: ο χρόνος την απασχολεί διαρκώς, οι σηματωροί κάθε εποχής της ζωής της μέσα στο πολιτισμικό γίγνεσθαι, οι πολιτισμικές εποχές ― με άλλα λόγια και ο τρόπος που τις έχει βιώσει η ίδια.
Ύστερα είναι και η σχέση της με τα βιβλία. Θα έλεγε κανείς ότι οι ηρωίδες των βιβλίων της αντανακλούν πρότυπα ηρωίδων που εκφράζουν πτυχές της προσωπικότητάς της και της διαδρομής της στην τέχνη και στη ζωή (της). Έχει κανείς την αίσθηση ότι η Αμάντα Μιχαλοπούλου (ειδικά με το αυτοβιογραφικό υλικό που μοιράζεται μαζί μας σε αυτό το βιβλίο) είναι πιο ελεύθερη μέσα στην περιδιάβαση της στην τέχνη, από ότι οπουδήποτε αλλού στη ζωή της. Η διαδρομή της στη λογοτεχνία, και την τέχνη γενικότερα, μοιάζει να είναι ο επιλεγμένος δρόμος της προς την απελευθέρωση.
Κι εδώ συμπεριλαμβάνεται και η οξεία ευαισθησία της για τα γυναικεία ζητήματα σε αντιπαραβολή με την θέση της γυναίκας στην τέχνη και την λογοτεχνία. Σε αυτό το βιβλίο εστιάζει σε μια καίρια μετάβαση στη ζωή κάθε γυναίκας : την εμμηνόπαυση, μια αναπόδραστη χρονική φάση κατά την οποία μια γυναίκα ολοκληρώνει την δυνατότητά της και την «υποχρέωσή» της στην αναπαραγωγή και αναβαθμίζεται κοινωνικά και διανοητικά (καθώς ελευθερώνεται από την καταδυνάστευση των ορμονών) σε μια γυναίκα που περνάει οριστικά στο Μέρος Τρίτον της περιπέτειας της ζωής της. Μια γυναίκα σε αυτή τη φάση, αρχίζει να έχει μια πολύ καθαρότερη εικόνα του εαυτού της ως αναπόσπαστου μέρους της “φυλής” και της κοινής μοίρας των γυναικών αλλά και μια σαφέστερη εποπτεία της διαδρομής της από κόρη σε μητέρα ( και κάποια στιγμή-ελπίζει κανείς- σε γυναίκα ελευθερωμένη κι από τους δύο ρόλους).
Η ηρωίδα του βιβλίου διαπραγματεύεται επίσης και την θέση της ως ενήλικη κόρη, εφόσον η μητέρα της παραμένει ακόμη ζωντανή. Ανήκει στην ονομαζόμενη «γενιά σαντουιτς», που είναι στριμωγμένη ανάμεσα σε κόρη και μητέρα, αναγκασμένη να φροντίσει (και να υποστεί) και τις δύο.

Ας πάμε όμως στο ίδιο το βιβλίο. Θα πρέπει να τονίσω, καταρχήν, ότι αυτό το βιβλίο της Αμάντας Μιχαλοπούλου είναι, συγγραφικά, το πιο ελεύθερο απ’ όλες τις συγγραφικές της εργασίες που έχω διαβάσει. Πραγματική αναβάθμιση στην ψυχολογία και στην γραφή της! Το μακρύ ταξίδι είναι πράγματι μακρύ (400 σελίδες- λέω εγώ τώρα, γιατί έχω μια φοβία με τα βιβλία πάνω από 300 σελίδες , μάλλον αποτέλεσμα του εθισμού μου με τη εικόνα) και είναι μια αυτοβιογραφική συνειρμική αφήγηση ανάμεσα στο πραγματικό και στο ονειρικό. Αλλά ταυτόχρονα είναι ιδωμένο και σαν παιχνίδι- κι αυτό το κάνει εξαιρετικά διασκεδαστικό!
Ξεκινάει με την εμφάνιση μιας κιτς και αγριωπής Παναγίας και η ψευδο-μεταφυσική αρχή του βιβλίου σύντομα μεταφέρεται σε ψυχολογικό και κοινωνικό επίπεδο. «Ο ονειρικός κόσμος ανήκει κατά ένα τρόπο στη συνέχεια του είναι στον κόσμο », διαβάζουμε.

Ως αναγνώστης ακούω κι εγώ με τον δικό μου ελεύθερο συνειρμό. Κάθε γυναίκα έχει μια ιστορία, την ιστορία της. Είκοσι χρόνια τώρα, μεσα από τη δουλειά μου ως ψυχίατρος ασχολούμαι ( και προβληματίζομαι) με την ψυχική υγεία των γυναικών, ακούω ιστορίες γυναικών. Και τις έχει όλες μέσα η Αμάντα: «Ήμουν στενογράφος, πριν κεντήστρα, έχω δουλέψει σε εργοστάσια συσκεύαζα μπισκότα. Απ όλα ξέρω». Όλες οι γυναίκες του μόχθου ενσωματωμένες: μία για όλες, όλες για μία- η μεγάλη Μπάμπουσκα η Παναγία, υπαρκτή και μη.
Όλες οι Παναγίες και οι γυναίκες - Παναγίες στις διάφορες μορφές τους ( μαζί και η Αμάντα στις διάφορες μεταμορφώσεις της) αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοστηρίζονται. Οι γυναίκες απανταχού έχουν ένα εξιδανικευμένο πρότυπο-στερεότυπο να αντιμετωπίσουν και να απελευθερωθούν από αυτό. Η ιδανική γυναίκα της υποχρέωσης, της αυτοθυσίας, της υποχωρητικότητας, της φροντίδας, της μητρότητας δεν είναι ποτέ τόσο απλή και ανεπίπλεκτη όσο διαφημίζεται! Και είναι επιβαρυντική, ως φαίνεται, στο έπακρο.

Αρχέτυπο μητέρας η Παναγία στο βιβλίο της Μιχαλοπούλου (μια Παναγία εδώ, όμως, αποφασισμένη να ζήσει απελευθερωμένη από τον μύθο της και τον ρόλο που της έχει δώσει η Ιστορία) και την ακολουθεί μια φαντασμαγορία από πρότυπα γυναικών: γυναίκες και μητέρες στη λογοτεχνία και στη ζωή. Και η ίδια η Αμάντα, κινητοποιημένη από την εμμηνοπαυσιακή “μετάβαση”, επιταχύνει, ανακεφαλαιώνει, έχει ανάγκη να δεί τι συμβαίνει, τι μένει να γίνει, τι προλαβαίνει. Στέκεται πάνω από την ζωή της και την βλέπει σε κάτοψη όλη μαζί, πραγματική και συγγραφική: η Παναγία μέσα στις απεικονισμένες στην ζωγραφική Παναγίες, οι συγγραφείς μέσα στη συγγραφέα που τις κυοφορεί όλες, η παλιά Ελληνίδα που πασχίζει να επιζήσει μέσα στη νέα Ελληνίδα, αυτές είναι οι ιδέες που ρέουν ατίθασες και ελεύθερες μέσα στη σύνθεση του έργου. Η μία και η άλλη (που είναι η μία και οι άλλες ως τα alter ego της συγγραφέως), το δίκτυο των γυναικών οριζοντίως και καθέτως και πλαγίως: στην τρέχουσα ζωή της, στην ιστορία του πολιτισμού, στην αέναη τέχνη.
Το βιβλίο της Μιχαλοπούλου δεν είναι ένα βιβλίο που απορροφάται σε ένα διάβασμα. Δεν είναι μια στρωτή αφήγηση. Διαβάζεται καλύτερα, κατά τη γνώμη μου, κομμάτι κομμάτι σε διάφορες στιγμές, χρονικές αλλά και συναισθηματικές. Και φωτίζεται αλλιώς σε κάθε ανάγνωση, ανάλογα με τη συγκινησιακή φόρτιση και την οπτική γωνία του αναγνώστη. “Το μακρύ ταξίδι” στη διαδρομή του θέτει ερωτήματα, διαπιστώσεις, παίρνει θέσεις. Είναι ένας εσωτερικός και εξωτερικός διάλογος, αναπτυγμένος ταυτόχρονα και διαδοχικά σε πολλές κατευθύνσεις. Αποκαλύπτει ιζήματα της καθημερινής ζωής, σωματικές αισθήσεις που εκφράζονται και βιώνονται μεταποιημένες μέσα στο όνειρο («δεν είναι λίμνη, είναι η νυχτερινή μου εφίδρωση » ) και σκόρπιες συνειρμικές αναμνήσεις, ακριβώς όπως στα όνειρα που τις αυτοσκηνοθετούνται ανάλογα με το συναισθηματικό τους φορτίο στην καθημερινή ζωή.
Η Μιχαλοπούλου περιγράφει την εμπειρία της εμμηνόπαυσης ως ένα είδος δεύτερης εφηβείας, πιο σκούρας, σκοτεινιασμένης από την υπαρξιακή αγωνία της φθοράς, του τέλους της γονιμότητας, της δυνατότητας για δημιουργία, για ανανέωση, για ζωή απεριόριστη. Κάθε γυναίκα αντιλαμβάνεται το πέρασμα στην εμμηνόπαυση ανάλογα με τις ψυχολογικές της αποσκευές και τα εφόδιά της, αλλά τα θέματα που φέρει μέσα της ξυπνούν μαζικά ―όπως σε κάθε μεγάλη μετάβαση στη ζωή― και κατακλύζουν τη συνείδηση.
Πότε αναζητάει κανείς την Παναγία στη ζωή του; Στις υπαρξιακές του κρίσεις. Θυμήθηκα εδώ έναν αγαπημένο φίλο μου, χαμένο πια από τον κόσμο αυτό, που στην αφελή ερώτηση μιας Αμερικανίδας φίλης, “εσύ πιστεύεις τον θεό;” απάντησε, αφού πρώτα σκέφτηκε λίγο, “ Ναι, όταν κινδυνεύω!”
Στην εμμηνόπαυση ο άντρας μοιάζει θηλιά στο λαιμό μιας γυναίκας, έχει κι αυτός τα δικά του προβλήματα και την ενοχλούν βαθιά τα ζητήματά του: «Ο άντρας μου ροχαλίζει πάλι, μού’ ρχεται να τον πνίξω. Κάθε βράδυ η ίδια πειραματική ταινία. Μαύρο σκοτάδι κι ο ήχος που βγάζει η θάλασσα όταν ξεραθεί αλλά εκείνη από συνήθεια νομίζει πως κυματίζει » (σελ. 29). Δεν σε σώζει ο άντρας πρίγκηπας, σε πνίγει στις δικές του κοινοτοπίες, ένας άλλος θάνατος ― να ξεφύγεις!

«Θάψαμε μεσα μας το κορίτσι που υπήρξαμε κι αφοσιωθήκαμε σε ένα πλάσμα που μας χρειάζεται ». Η εμμηνόπαυση είναι μια επώδυνη και ίσως αγωνιώδης συνειδητοποίηση ότι η παιδικότητα χάνεται για πάντα, απομακρύνονται οριστικά τα παιχνίδια με τη μαμά, οι χαρές της εφηβείας (το παιχνίδι των φιλενάδων με τις ερωτήσεις στο βιβλίο), η αθωότητα και η αγάπη που τα διάβρωσαν η πραγματικότητα και οι κοινωνικοί ρόλοι.
Η Παναγία αναπαριστά το θαύμα της αιώνιας παιδικότητας. Ούτε καν της νεότητας. Μαζί πενθούν το τέλος της νοσταλγίας ενός ιδανικού άμωμου κόσμου που, πολλές φορές, μπορεί να τον φαντασιώθηκαν μόνο και να μην τον έζησαν και ποτέ.
Κατόπιν η ενήλικη ζωή, οι ρόλοι. «Γυναικείες» ασχολίες. Γυναίκα και φαγητά και μαγείρεμα, μαμά και κόρη και πέρα από αυτό. Η σχέση της κάθε γυναίκας με τη μητέρα της: Τι ισόβιο ζήτημα για τις γυναίκες! Μια διαρκής σύγκριση με τη μητέρα: «Όμως το θέαμα της λυπημένης μητέρας αναστατώνει την κόρη. Είναι οι δυο τους συγκοινωνούντα δοχεία».

Η μητέρα της μητέρας. Η κόρη της κόρης της μητέρας. Η κόρη, μητέρα της μητέρας. Η κόρη, μητέρα της κόρης. Καλές γυναίκες/κακές γυναίκες. Να είμαι καλή γυναίκα για τη μαμά μου, να είμαι κακή γυναίκα για να γλιτώσω από τη μαμά μου.
Τι θυμάται στ’ αλήθεια από αυτή τη σχέση με τη μητέρα, τόσα χρόνια μετά η ηρωίδα;
«Ότι δεν θυμόμαστε το συμπληρώνουμε με τη φαντασία μας» λέει. Η ανάγκη να δούμε ολόκληρη την εικόνα πριν την κλείσουμε οριστικά. Αλλά δεν είναι ποτέ ολόκληρη, είναι καλειδοσκοπική, όπως το βιβλίο της Αμάντας.
Η ίδια η Παναγία είναι μια άγνωστη οντότητα, δεν είναι γυναίκα, είναι μόνο ένα σύμβολο, άρα μπορούμε να την κάνουμε ό,τι θέλουμε, να προβάλουμε επάνω της ό,τι έχουμε ανάγκη, είναι ένα είδος μεταβατικού αντικείμενου που η συγγραφέας το χρησιμοποιεί φορτώνοντας του τα πάντα, ώστε να κάνει τη μετάβαση που χρειάζεται. Μετάβαση στη δυνατότητα της νέας αυτονομίας που της προσφέρει η “κρίση” της εμμηνόπαυσης.
Πώς θα βρω τον επόμενο εαυτό μου, μετά το τέλος της γονιμότητας, ίσως και της θηλυκότητας; Θα υπάρχει; Πώς θα βρώ το είδος μου, τη φυλή μου; «Ένας τοίχος χτίζεται γύρω μου κάθε πρωί και γκρεμίζεται το βράδυ που ονειρεύομαι. Κοιμάται μια άλλη γυναίκα μέσα μου όσο εκείνη ξαγρυπνά; Μια γυναίκα που δεν την έχει ζωγραφίσει κανείς; Νυσταγμένη και κλαμμένη;»

Η γλώσσα τη Μιχαλοπούλου σε αυτό το τελευταίο βιβλίο της δεν είναι γλώσσα κλασσικής πεζογραφίας. Είναι γλώσσα ποίησης και ονείρου ― τέτοια τεχνάσματα χρησιμοποιεί, τέτοια ελευθερία, τέτοια απεικόνιση. Εκφράζει το βίωμα, όχι τις καταστάσεις, εκφράζει αυτό που την βαραίνει και την πνίγει συναισθηματικά. Όπως κάνουν τα όνειρα στην προσπάθεια να διαβούμε τον Αχέροντα του ύπνου. Που είναι τσακισμένος στην εμμηνόπαυση.
«Μάθε μας να αγαπάμε η μια την άλλη...» Τι σπαραχτική στη σελ. 389, η προσευχή των γυναικών: «Επίτρεψέ μας τα πιο ακραία πειράματα, αλλά φυλαξέ μας απο το κακό». Αυτό το βαθύτερο που είναι είναι μόνο των γυναικών: λαχτάρα, ενθουσιασμός, περιέργεια για ζωή και παρέες και ταυτόχρονα φόβος για το κακό.

Ένας χείμαρρος το βιβλίο της Αμάντας Μιχαλοπούλου! Πώς να το διαβάσεις, άραγε; Αποσπασματικά σαν χείμαρρο διαπιστώσεων, διατυπώσεων, συναισθημάτων, λαχτάρας, ανάγκης; Σαν ημερολόγιο καταστρώματος πριν το τελευταίο αλλά μεγάλης διάρκειας ταξίδι της ζωής; Σαν λεύκωμα πλούσιο, ξεχειλισμένο, ζωντανό, εφηβικό και ταυτόχρονα προβληματισμένο και ώριμο; Σαν οριστικό και ανήσυχο πέρασμα στη μέση ηλικία;

«Δεν είναι άνθρωπος είναι καλλιτέχνης» λέει η ηρωίδα της. Και αλλού: «Δεν ονειρεύομαι. Είμαι, πάντα ήμουν δυο γυναίκες: αυτή που ζει κι αυτή που κοιτάζει εκείνη που ζει. Και τότε ποια ειν’ αυτή η τρίτη στο πλάι μας; »

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: