Ελκυστικά παιχνιδίσματα καλειδοσκοπίου. Ο αρθρογράφος Παλαμάς

Ο Κωστής Παλαμάς, Μεσολόγγι 1919
Ο Κωστής Παλαμάς, Μεσολόγγι 1919

Κωστής Παλαμάς, «Άπαντα», τόμος 21: Μελέτες και άρθρα (1891-1895), φιλολογική επιμέλεια Θανάσης Αγάθος, Ίδρυμα Κωστή Παλαμά 2025

Χωρίς αμφιβολία το μεγαλύτερο επιστημονικό εγχείρημα στο πεδίο της νεοελληνικής φιλολογίας τα τελευταία χρόνια είναι η έκδοση της νέας σειράς Απάντων του Κωστή Παλαμά, την οποία εκπονεί πολυπληθής ομάδα νεοελληνιστών με τη γενική εποπτεία του ομότιμου καθηγητή και δεινότατου παλαμιστή Κ. Γ. Κασίνη και την αιγίδα του Ιδρύματος Παλαμά. Η προετοιμασία της έκδοσης διάρκεσε δεκαετίες, ενώ η πραγμάτωσή της εξελίσσεται πυκνά και σταθερά με αξιοθαύμαστο ρυθμό. Έχουν ήδη κυκλοφορήσει οι τόμοι της ποίησης, της διηγηματογραφίας, της δραματουργίας και των μεταφράσεων του ποιητή, ενώ εξελίσσεται η έκδοση των κριτικών μελετών και άρθρων, και ακολουθεί η πυκνή αλληλογραφία του. Τα νέα Άπαντα, που υπολογίζεται να ολοκληρωθούν σε 57 τόμους, συμπεριλαβανομένων ποικίλων ευρετηρίων και γενικού γλωσσαριού, θα αποδώσουν τόσο στο εξειδικευμένο όσο και στο ευρύτερο κοινό αποκατεστημένο και έγκυρο το παλαμικό έργο, απαλλαγμένο από αλλοιώσεις, παραμορφώσεις και παρανοήσεις.

Σε αυτό το πλαίσιο φέτος κυκλοφόρησε ο 21ος τόμος, σε φιλολογική επιμέλεια του Θανάση Αγάθου. Εδώ περιλαμβάνονται μελέτες και άρθρα, γραμμένα και δημοσιευμένα την περίοδο 1891-1895, ποικίλα στη θεματική, στην έκταση και στο ύφος. Πρόκειται για δημοσιεύματα στην εφημερίδα Εφημερίς και στο περιοδικό Εστία, καθώς και για 5 λήμματα στο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό των Μπαρτ και Χιρστ και, τέλος, για μία συνέντευξη-παρουσίαση του Παλαμά από τον Δημήτριο Χατζόπουλο, τον γνωστό Μποέμ.
Τα κείμενα του τόμου είναι άλλοτε επικαιρικά, περισσότερο δημοσιογραφικά, που θίγουν ζητήματα της τρέχουσας λογοτεχνικής και πολιτιστικής ζωής, και άλλοτε αποτελούν πιο συστηματικές πραγματεύσεις. Συζητούν πάλι το γλωσσικό ζήτημα ποικιλότροπα, κρίνουν τους διαβόητους ποιητικούς διαγωνισμούς, ενώ υπάρχουν και οι προσωπογραφίες Ελλήνων και ξένων, οι θλιβεροί και απολογιστικοί επικήδειοι, οι βιβλιοκρισίες και οι βιβλιοπαρουσιάσεις, ο σχολιασμός ή οι απαντήσεις σε άλλα δημοσιεύματα, χωρίς να λείπουν βέβαια και άρθρα ιδιάζοντα και αντισυμβατικά.

Δεν υπάρχει προσφορότερος τρόπος να συστήσει κανείς αυτόν τον τόμο παρά μέσα από τα ίδια τα περιεχόμενά του. Κατ’ αρχάς, ποιος είναι ο Κωστής Παλαμάς την εποχή που δημοσιεύει αυτά τα κείμενα (32 χρονών το 1891), μεροδούλι-μεροφάι στη δημοσιογραφία της πολιτιστικής κίνησης και του βιβλίου; Την ανθρώπινη εικόνα του, με λεπτομέρειες της ιδιωτικής ζωής του, την προσφέρει ο Μποέμ:

Η ώρα είναι η ενάτη της νυκτός, ησυχία βαθεία μέσα εις την καλώς και απλούστατα περιποιημένην αίθουσαν, τα παιδάκια του ποιητού κοιμώνται εις το πλαγινόν δωμάτιον, και ο κ. Παλαμάς δεν επέστρεψεν ακόμη, εργάζεται από το μεσημέρι εις την Εφημερίδα, έχει ταχυδρομείον απόψε, θα επιθεωρήση τόσας εφημερίδας ο ποιητής, θα μεταφράση, θα γράψη, και θα πληρώση ολόκληρα χειρόγραφα με την στρογγυλήν και παχείαν γραφήν του· ο ποιητής απόψε θ’ αργήση να έλθη εις το σπίτι του. […]

Ο ποιητής εργάζεται, εργάζεται πάντοτε, κερδίζει τόσα, όσα αρκούν διά την ολιγάρκειάν των […]. Ο κ. Παλαμάς κοιμάται αργά πάντοτε, το βράδυ αναγινώσκει πάντοτε, εγείρεται από την κλίνην του πρωί, και κυλίεται εις το πάτωμα, και παίζει και γελά, και λησμονεί τους στίχους του και την δημοσιογραφίαν του ανάμεσα εις τα δύο παιδιά του, τον μικρόν του και την μικράν του. Η δημοσιογραφική του εργασία τον απασχολεί φοβερά από την ποίησιν, εις τας αγκάλας της οποίας προσφεύγει, οπότε του μένει καιρός και οπόταν έχη διάθεσιν. Ο κ. Παλαμάς είναι σήμερα είς των γνωστοτέρων νέων Ελλήνων συγγραφέων, ως ποιητής, κριτικός, εγκυκλοπαιδιστής. […]

Εκτός της καθ’ εκάστην αυξανομένης και πληθυνομένης εργασίας του εις εφημερίδας και περιοδικά, ο ποιητής είναι γνωστός εκ των Τραγουδιών της Πατρίδος μου, του βραβευθέντος «Ύμνου» του προς την Αθηνάν, των τελευταίως εκδοθέντων Ματιών της ψυχής μου. Ο κ. Παλαμάς ζη ηρέμως, οικογενειακώς, σχεδόν ακοινωνήτως. Πουθενά δεν πηγαίνει, το πολύ-πολύ να πάη μίαν ώραν εις του κ. Δροσίνη, και μένει πάντοτε το πρωί εις το σπίτι του και το απόγευμα μέχρι νυκτός βαθείας εις τα γραφεία της Εφημερίδος. Εις την οικίαν του συχνάζουν πολλοί και γνωστότατοι άνθρωποι της πέννας, μεταξύ των οποίων τακτικός θαμών είναι ο κ. Μητσάκης και σπανιώτερος διά τα ταξίδια του ο κ. Καρκαβίτσας. […]
Η ώρα θα ήτο δωδεκάτη, οπότε ο συγγραφεύς ηκούσθη ανερχόμενος την κλίμακα. Ενεφανίσθη μειδιών, ευτυχής. Ήρχετο κατακουρασμένος εκ της νυκτερινής εργασίας του, ουχί ολίγην βροχήν συναποκομίζων επί του επανωφορίου του. Ο κ. Παλαμάς είναι βραχέος αναστήματος, αδύνατος, με μικράν κεφαλήν, με μεγάλους μαύρους μύστακας, με καλλιτεχνικόν οξύ γένειον, με δύο ζωηρούς πυρίνους μαύρους οφθαλμούς, εγκλείοντας όλον το ποιητικόν πυρ της ψυχής του. (σ. 265-267)

Όλα τα παλαμικά κείμενα του τόμου είναι γραμμένα σε μια καθαρεύουσα της δημοσιογραφίας, που είναι ήπια, απλή και ανάμεικτη με δημοτικά στοιχεία, αλλά καθόλου πρόχειρη· άλλοτε κοφτή και στακάτη, και άλλοτε μακροπερίοδη και μαιανδρική, κατά κανόνα όμως ψύχραιμη, εύστοχη και ακριβής. Ο τόνος εναλλάσσεται ανάλογα με το εκάστοτε θέμα και τις επιδιώξεις του συγγραφέα, κυμαινόμενος από την ουδέτερη ανάλυση μέχρι την καυστική ειρωνεία. Από αυτήν την άποψη τα περιεχόμενα του τόμου μάς δείχνουν έναν άλλο Παλαμά, όχι τον συνηθισμένο μα (νομίζω) καθόλου υποδεέστερο. Σήμερα, χωρίς παλιές γλωσσικές προκαταλήψεις, μπορούμε να εκτιμήσουμε και αυτές τις συγγραφές ενός μαχητικού δημοτικιστή. Κι ο ίδιος ο Παλαμάς, άλλωστε, δεν φαίνεται να αισθάνθηκε ποτέ μεταμέλεια για τη γλωσσική φυσιογνωμία της δημοσιογραφικής αρθρογραφίας του, αφού ένα μέρος της είχε ξεδιαλέξει και εκδώσει αυτοτελώς στη συλλογή Τα πρώτα κριτικά (1913).
Για να δώσω ένα δείγμα της εξαιρετικής μαστοριάς του σε καθαρευουσιάνικη φρασεολογία, αντιγράφω την πρώτη παράγραφο από το άρθρο του «Ο Φασουλής φιλόσοφος» (Εστία, 19 Ιανουαρίου 1892), που αφορά τον Γεώργιο Σουρή:

Τω καιρώ εκείνω ο σκεπτικός και σοφιστής, ο μουρμούρης και απαίσιος, ο σιγηλός και μηδενιστής, ο φιλήδονος και φιλόμωμος, ο αναίσθητος και αισθητικώτατος, ο θεότυφλος και όμως οξυδερκέστατος, ο μη ακούων τίποτε γύρω του και ικανός να ενωτισθή την μουσικήν των σφαιρών, ο αγέλαστος, ο κάμνων τον κόσμον να σπαρταρίζη από τα γέλια, ο τεμπέλης και γεννών κατά μυριάδας τους στίχους, ο πλήρης πεζότητος και μυστηρίου, ο αφελής και πονηρός, ο αμαρτωλός και αγνός, ο διπρόσωπος και μυριόψυχος, ο ευεξήγητος και ανεξήγητος Φασουλής απεφάσισε μέγα τι: να απομονωθή, να αρνηθή τα σπίτια, μέσα εις τα οποία εμούσκευε και μέσα εις τα οποία έπληττε, να λησμονήση τους γνωρίμους και τους φίλους, με τους οποίους δεν ήρχετο εις συνάφειαν και σπανίως εις κουβέντες, να εγκαταλίπη και αυτόν τον Περικλέτον, να προδώση κάθε του αδυναμίαν και κάθε τέρψιν εγκόσμιον, να αναχωρήση εις την εξοχήν, να ασκητεύση εκεί, και παρά την ακτήν της πολυφλοίσβου θαλάσσης, υπό την λάμψιν του αττικού ουρανού, και με τα θάλπη των θερινών ημερών και με τας αύρας των θερινών νυκτών, και προς τον ήλιον και προς τα άστρα, ―αλλά μη λησμονών και «τον καφφέ τον θεριακλή της Υεμένης»―, να εξιχνιάση και να εξηγήση την, κατά τον φιλόσοφον, «παλίντονον αρμονίαν όκωσπερ λύρας και τόξου», με άλλους λόγους «να φιλοσοφήση ακάματος επί των ανθρωπίνων». (σ. 161)

Στην έκδοση το απόσπασμα καταλαμβάνει είκοσι δύο αράδες, χωρίς τελεία, υποδειγματικές σε διαύγεια, πλούτο και τόνο.

Και στον 21ο τόμο αναδεικνύεται για άλλη μία φορά η τεράστια περιουσία βιβλιακής γνώσης και ενημέρωσης του Παλαμά, που ξεδιπλώνεται με κάθε ευκαιρία, κάποτε σε κάθε αράδα, ακόμη και σε κείμενα της πιο τρέχουσας δημοσιογραφικής ύλης. Τα πεδία τα οποία αφορούν αυτές οι αναγνώσεις είναι πολλά και ανόμοια, και πάντως δεν περιορίζονται μόνο στη λογοτεχνία, στην ιστορία της, στη θεωρία και στην κριτική της. Σπεύδω να αναφέρω, για παράδειγμα, το απολαυστικό κείμενο για τους ιθαγενείς Αϊνού στα βορινά ιαπωνικά νησιά, γραμμένο με μοναδικό οίστρο, όπου η ειλικρινής έκπληξη για το εξωτικό και το παράδοξο ισορροπεί με το γκροτέσκο και το γελοίο. Είναι, πραγματικά, κομμάτι σπουδαίας πρόζας. Μεταφέρω εδώ ένα απόσπασμα:

Τα χωρία των αναδίδουσιν οσμήν παστού ιχθύος, ήτις διαδίδεται μέχρις αποστάσεως πολλών χιλιομέτρων. Αλλ’ άμα ως εισέλθη τις εις τα χωρία των, την οσμήν των ιχθύων διαδέχεται η των κατοίκων οσμή πολύ χειροτέρα. Νομίζει τις ότι ευρίσκεται εις τον κλωβόν των πιθήκων ζωολογικού κήπου, πριν πλυθή ο κλωβός.
Η εντύπωσις αύτη καθίσταται ισχυροτέρα άμα ως ευρεθή τις απέναντι αυτών. Οι άνδρες είναι τριχωτοί ως άρκτοι, από κεφαλής μέχρι ποδών, μη εξαιρουμένης μηδέ της ρινός μηδέ του μετώπου. Τρίχωμα ατελείωτον τους καλύπτει μέχρι των οφθαλμών. Τα μαλλιά θα τους εσκέπαζαν ακόμη και τα μάτια αν δεν τα έκοπταν εις το μέρος εκείνο διά να βλέπουν καθαρώς οπωσδήποτε. Και αυτή είναι η μόνη φροντίς καλλωπισμού την οποίαν έχουν. Κατά τα λοιπά οι Αινός ζώσι και αποθνήσκουν χωρίς ποτέ να κουρευθούν, χωρίς να κτενισθούν, χωρίς να πλυθούν, χωρίς να καθαρισθούν καθ’ οποιονδήποτε τρόπον. Έχουν όμως κάποια ιδέαν της καθαριότητος. Οι αυτόχθονες του Υέζο μετά πολλής αηδίας έβλεπον πλυνόμενο τον κ. Λάνδωρ. Πρέπει, του έλεγαν, πρέπει να είσθε πολλοί βρωμεροί σεις οι λευκοί, διά να πλύνεσθε καθημέρα στο ποτάμι, όπως κάμνεις εσύ.

Διαβάζοντάς το, ο νους μου πήγαινε συνεχώς στην εξωφρενική «Κωμόπολιν Φθειρία» του Εμμανουήλ Λυκούδη, μα και στην παράδοση μιας λογοτεχνίας πιθηκανθρώπων, με τη δαρβινική θεωρία να σκορπίζει σαρωτικά τις ειδυλλιακές φαντασιώσεις του Ρουσσώ, ενώ παράλληλα σκεφτόμουν όσα μας είπε ένα σχετικά πρόσφατο διεθνές best-seller, η Αυγή των πάντων (The Dawn of Everything) των David Graeber και David Wengrow. Τέτοιες αμέθοδες συσχετίσεις μπορεί να κάνει πολλές ο αναγνώστης του τόμου, απολαμβάνοντας ένα πλούσιο σύνολο από ελκυστικά παιχνιδίσματα του υφολογικού και θεματολογικού καλειδοσκοπίου. Με αυτό θέλω να πω πως δεν χρειάζεται να έχεις απαραιτήτως την αυστηρότητα και τα ενδιαφέροντα του ειδικού για να τον περιεργαστείς και να τον χαρείς.

Για τον Παλαμά τα πεζά του κείμενα, ο δοκιμιακός και κριτικός μα και ο τελείως δημοσιογραφικός και επικαιρικός λόγος του, δεν αποτελούσαν πάρεργο που δεν είχε αξία και ρόλο στο συνολικό του έργο, όπως το έχτιζε και το διαμόρφωνε, όλο και περισσότερο κατασταλαγμένος τη δεκαετία του 1890. Ακούγεται αυτονόητο και κοινότοπο, αλλά αξίζει να ειπωθεί και πάλι: τα άρθρα του και οι μελέτες του συμπληρώνουν λειτουργικά και πολύπλευρα το ποιητικό έργο του. Κάποτε μάλιστα το φωτίζουν απρόσμενα. Για παράδειγμα, αντιγράφω μια αξιοπρόσεκτη περικοπή από το κείμενο του τόμου με τον τίτλο «Δι’ ένα σοφόν επιφυλλιδογράφον», δημοσιευμένο στην Εστία τον Φεβρουάριο του 1892: «Οι θεσιθήρες οι ματαίως κρούοντες τας θύρας των υπουργείων, εκδικούνται εν τέλει μεταβαλλόμενοι εις φλογερούς πατριώτας και υβρίζοντες τους κυβερνήτας ως προδότας της πατρίδος» (σ. 185). Δεν ακούμε, άραγε, εδώ την ίδια κοινωνική και πολιτική επίκριση, όπως τη συναντούμε και στα Σατιρικά γυμνάσματα δύο δεκαετίες αργότερα; Και πιστεύω γενικότερα πώς η πρόζα του Παλαμά, σε ορισμένα σημεία, είναι ισάξια της καλύτερης ποίησής του.

Στον τόμο, όπως και στους υπόλοιπους της νέας σειράς των Απάντων, τα παλαμικά κείμενα πλαισιώνονται με σχολιασμό και άλλες πληροφορίες. Με τόσες πολλές, ελληνόγλωσσες και ξενόγλωσσες, πηγές, συχνά άδηλες, καθώς και με τις τροποποιήσεις σε τίτλους και αποσπάσματα, παράλληλα με βασικές εργασίες, όπως τα βιβλιογραφικά των πρώτων δημοσιεύσεων, πολυειδή σχόλια, πληροφορίες, διευκρινίσεις και συσχετίσεις με άλλα τμήματα του παλαμικού corpus και της βιβλιοθήκης του, ο φιλολογικός μόχθος που απαιτείται για την αποκατάσταση του κειμένου και για την κατάστρωση του εκδοτικού υπομνήματος αυξάνεται εντυπωσιακά. Αν σε αυτά προστεθούν και τα αυτονόητα εργαλεία που αποτελούν την αναγκαία σκευή μιας επιστημονικής έκδοσης, όπως οι πίνακες, τα ευρετήρια (τα οποία επέχουν συχνά και θέση πραγματολογικών σχολίων) και του γλωσσαριού, τότε μπορούμε να αντιληφθούμε τον κόπο που κατέβαλε, ευσυνείδητα και λυσιτελώς, ο επιμελητής Θανάσης Αγάθος, προκειμένου να κρατούμε εμείς στα χέρια μας έναν τόμο έγκυρο και πλήρη. Δικαιούται περισσότερο από τον έπαινο κάτι πιο ουσιαστικό: τις ευχαριστίες μας.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: