
Η σταδιακή μεταμόρφωση του Μισέλ Φάις σε αρχιτέκτονα είχε προαγγελθεί εδώ και καιρό – δεν έγινε με αφορμή την κυκλοφορία του τελευταίου του βιβλίου Μεσοτοιχίες. Κι αυτό πιστοποιείται με πολλούς και περίεργους τρόπους, όπως θα διαπιστώσει ο προσεκτικός αναγνώστης. Αποδεικτικά στοιχεία μπορούσαν άλλωστε να προσκομιστούν όχι μόνο μέσα από παλιότερα γραπτά του, και μάλιστα σε ολοένα και πιο έντονες δόσεις με το πέρασμα του χρόνου, αλλά ακόμα και μέσα από τις υπόλοιπες δραστηριότητές του.
Στα κείμενά του για παράδειγμα θα παρατηρούσε κανείς μια πραγματική εμμονή στις περιγραφές χώρων, κάτι που κάνουν συστηματικά οι αρχιτέκτονες συχνά αποκλείοντας οποιοδήποτε άλλο στοιχείο αναγνώρισης. Αίφνης οι φωτογραφίες που έπαιρνε γίνονταν όλο και πιο αφαιρετικές, όλο και πιο προσεκτικά εστιασμένες σε τυχαίες συνευρέσεις σκιών και χαραγμάτων. Δηλαδή, σε όσα ο οποιοσδήποτε θα ταύτιζε με σχέδια της τυχαιότητας όπως καταγράφονται σε παλιούς τοίχους ερειπίων. Γιατί κι αυτά τα συμπτώματα είναι ένα κομμάτι από τα ενδιαφέροντα των αρχιτεκτόνων, τουλάχιστον ορισμένων από αυτούς. Χωρίς να επεκταθούμε άλλο, ας προσθέσουμε ακόμα την τάση του Φάις να χρησιμοποιεί έναν επαναληπτικό, ρυθμικό λόγο, λες και ανάγεται σε παμπάλαια σχήματα εκφοράς, που κι αυτό θα έμοιαζε με την τάση των αρχιτεκτόνων να προτιμούν έναν ιερατικό, συνθηματικό λόγο είτε μιλώντας για την τέχνη τους είτε υποστηρίζοντας απόψεις τους.
Μετά λοιπόν από τόσα χρόνια, ο Φάις σταδιακά ξεπέρασε τη γνώριμή του κρυπτικότητα και προτάσσει στον τίτλο του βιβλίου του έναν αναγνωρίσιμο αρχιτεκτονικό όρο, τη μεσοτοιχία. Τι είναι όμως μια μεσοτοιχία; Επειδή όλοι μας, κατοικώντας στη συντριπτική πλειοψηφία μας σε πολυκατοικίες, το γνωρίζουμε, ίσως δεν χρειάζεται κάποιος να μας πει τι σημαίνει αυτός ο όρος. Είναι όμως έτσι τα πράγματα;
Αν δεχτούμε πως χρειάζεται μια διευκρίνιση, ας ξεκαθαρίσουμε ότι δεν πρόκειται μόνο για το κατακόρυφο στοιχείο ή διάφραγμα στο εξωτερικό περίγραμμα της οικοδομής, για τον «τυφλό τοίχο», το «ντουβάρι» όπως θα το έλεγε ένας τυπικός κατασκευαστής. Μεσοτοιχία είναι εξίσου και ο τοίχος που χωρίζει το ένα διαμέρισμα από το διπλανό του. Εκείνος μάλιστα ο τοίχος που δεν μας επιτρέπει να κοιτάξουμε τους γειτόνους μας αλλά μόνο να τους ακούσουμε.
Εκεί ο Φάις μας βάζει σε σκέψεις, γιατί σημασία έχει τι θεωρεί εκείνος ως μεσοτοιχίες. Ο ίδιος μας προσφέρει τρια κλειδιά: τη φωτό του εξωφύλλου, τον υπότιτλο ("Αθέατοι συγκάτοικοι") και τη φωτό του οπισθόφυλλου. Τι συμπέρασμα βγαίνει από αυτά; Οι φωτογραφίες λένε και δεν λένε: η εμπρός φωτό δείχνει ένα ταλαιπωρημένο τοίχο γεμάτο χαρακιές κάπου, άγνωστο πού. Η πίσω φωτό δείχνει ένα μπαγδατί (δηλαδή, ξύλινο σκελετό) πίσω από τους πεσμένους σοβάδες κι ένα διακοσμητικό σχέδιο, ίσως ταπετσαρία, από κάτω. Όσο για τον υπότιτλο, αυτός κι αν μπλέκει τα πράγματα, αφού τονίζει το «αθέατοι», αλλά για ποιους αθέατους μιλάει; Σίγουρα εκείνους που βρίσκονται πίσω από τη μεσοτοιχία, δηλαδή από την άλλη μεριά του τοίχου. Άρα, συμπεραίνουμε, δεν πρόκειται για διαχωριστικούς τοίχους αλλά για εκείνους που κρύβονται πίσω τους και υποψιάζεσαι την ύπαρξή τους μόνο από τους ήχους που βγάζουν.
Και τώρα, ας ρίξουμε μια ματιά σε όσα συμβαίνουν μέσα στο ίδιο το βιβλίο. Πρόκειται για εκατό διηγήματα με τίτλους που όλοι τους ανεξαιρέτως αρχίζουν με τις λέξεις «το δωμάτιο», προσθέτοντας «του τάδε» ή «με το τάδε» συν τρία «χωρίς». Έτσι ο Φάις έχει σπείρει σε διάφορα σημεία του βιβλίου του περιγραφές από οροφές», «τοίχους», «ανοίγματα» κτλ., χωρίς υποχρεωτικά να μιλάει για «δωμάτια». Άρα είναι παραπειστικοί τίτλοι; Και αν είναι, τότε γιατί; Αυτές οι ενδείξεις σημαίνουν πως ο Φάις χρησιμοποιεί τα συστατικά της κατοίκησης γενικευμένα κι όχι αυστηρά περιορισμένα στις «μεσοτοιχίες». Παραθέτει αυτά τα στοιχεία περισσότερο ως σκηνικές οδηγίες. Όχι ως κατασκευές που περιβάλλουν τη σκηνή, που σχηματίζουν μια «πλάτη» στη σκηνή, αλλά μάλλον ως κατασκευές που ορίζουν την ίδια τη σκηνή, που της δίνουν νόημα. Άρα ο αρχιτέκτονας Φάις υπονοεί την παρουσία μιας συμβολικής σκηνής, όπου φανταζόμαστε αυτά τα διαφράγματα ως εμπόδια στην όραση, όχι πλέον στα όρια ενός τυπικού διαμερίσματος αλλά οπουδήποτε κινούμαστε μέσα στους χώρους της καθημερινότητας.
Και μιλώντας για «όραση» μέσω της λέξης «αθέατοι» στον υπότιτλο, δηλαδή αυτοί που δεν φαίνονται, ο Φάις έχει ήδη μετατοπιστεί από το επίπεδο της υλικότητας των παραστάσεων, κάτι δηλαδή που συλλαμβάνει η έννοια του τοίχου, στη συμβολική απόδοση μιας απουσίας. Η αρχιτεκτονική διαθέτει τέτοιες αμφισημίες, καθώς προτείνει διάφορες διαβαθμίσεις της διαφάνειας ανάλογα με τα υλικά που χρησιμοποιεί. Έτσι μπορεί να προσφέρει δυνατότητα οπτικής σύνδεσης με απουσία ακουστικής επαφής ή το αντίστροφο. Μπορεί βέβαια και να παραμορφώνει τις εντυπώσεις: να διαθλά μια εικόνα, να την διαστρέφει, να ξεγελάει δηλαδή ως προς τις πραγματικές διαστάσεις των πραγμάτων.
Σε μια περίπτωση ίσως μόνο διακρίνεται μια απευθείας αναφορά σε «μεσοτοιχία», όπως την εννοούμε, στο διήγημα Το δωμάτιο στο Κουκάκι (σ.85), όπου συσχετίζονται όσοι ζουν σε γειτονικά διαμερίσματα, και τελειώνοντας, διαπερνούν τον τοίχο «σαν φαντάσματα» οπότε γίνονται «ισόβιοι ιδανικοί συγκάτοικοι». Αυτή η ωραία παρατήρηση δεν διαφέρει από ό,τι προηγούμενα είπαμε για την ικανότητα της αρχιτεκτονικής σήμερα. Ο Φάις προσωποποιεί τη σχέση, της αφαιρεί την υλική υπόσταση και παίζει με φαντάσματα. Δηλαδή με εκείνο που δεν βλέπεις αλλά νιώθεις ότι υπάρχει. Και αυτό ισοδυναμεί με ένα «παιχνίδι» όπου οι αισθήσεις απονευρώνονται και οι μονόλογοι ή διάλογοι στα «δωμάτια» καταντούν καθαρόαιμα θεατρικό έργο. Και γνωρίζουμε ότι ο Φάις παίζει συστηματικά με τη θεατρικότητα.
Δεν είναι η πρώτη φορά που το κάνει αυτό ο Φάις. Τα 100 δωμάτια που περιγράφει κατοικούνται από ένα ετερόκλητο πλήθος. Εκεί μέσα στριμώχνονται υπαρκτά, οικεία και φανταστικά, φτιαχτά πλάσματα, συστρεφόμενα σαν σκουλήκια που βγαίνουν στο φως, να σπαράσσονται αέναα. Όλοι εκείνοι που σε παλιότερα βιβλία του συναντιούνταν στα πιο ετερόκλητα κι εξωτικά μέρη, εδώ καταγράφονται ως «ένοικοι», δηλαδή ως εκείνοι που μοιράζονται ένα οικοδόμημα χωρίς καμιά μεταξύ τους επαφή. Είναι ο γνώριμός του κόσμος, που τον ξέρουμε από παλιότερα βιβλία του, ο οποίος κόσμος εδώ απλά συγκατοικεί στα κύτταρα-δωμάτια ενός πύργου της Βαβέλ.
Ο αριθμός 100 των δωματίων είναι συμβολικός, όπως συμβολική είναι και η πλειοψηφία των σχολαστικών καταμετρήσεων – κι αυτό άλλη μια νοσηρή συνήθεια του Φάις – που ώρες-ώρες γεμίζουν τις περιγραφές δωματίων. Όλη η κοινωνία είναι τελικά στρυμωγμένη μέσα σ’ αυτά τα «δωμάτια», αλλά πουθενά δεν διαβάζουμε κάποια ένδειξη πως προκαλούν αίσθηση ασφυξίας. Όλοι, δηλαδή, βολεύονται αρκεί να μην παραβιάζεται η απόλυτη ερημιά τους, η μοναδικότητά τους, οι εμμονικές συνήθειές τους που τους συντηρούν και τους επιβεβαιώνουν. «Κλαίτε σαν αρχιτέκτονας», γράφει ο Φάις στο Δωμάτιο του Υπνωτιστή (σ.109) κι ίσως εννοεί τους δικούς του ολολυγμούς μπροστά σε ένα φανταστικό τοίχο των προσευχών. Γιατί η κατασκευή-τέρας που στεγάζει την ανθρώπινη αποικία του δεν έχει υπόσταση κτιρίου. Οι αρχιτέκτονες, εδώ και κάποια χρόνια, ενθαρρύνονται άλλωστε από την τεχνολογία επινοώντας χώρους υβριδικούς, μεταβαλλόμενους, στο όριο της υλικής υπόστασης. Ο Φάις κάνει κάτι ανάλογο χρησιμοποιώντας τα δικά του υλικά. Τα δωμάτιά του μοιάζουν με τον γλοιώδη ιστό, που συγκρατεί μεταξύ τους τα ωάρια κάποιου αμφίβιου οργανισμού, όπως ενός βατράχου, έτσι που πλέουν στο στάσιμο νερό.
Οι φωνές, τα ξεσπάσματα και οι αποτρόπαιες πράξεις των ενοίκων στα επιμέρους δωμάτια είναι προμελετημένα επεισόδια μιας τελετουργίας. Σε αυτούς επιτρέπονται ελεγχόμενες κινήσεις μέσα σε μικρές ζώνες ελευθερίας. Άλλωστε δεν ψάχνουν τρόπους διαφυγής. Και να το ήθελαν, θα ήταν αδιανόητο: στα δωμάτια δεν υπάρχουν πουθενά πόρτες ή παράθυρα θέας. Μια μόνο περίπτωση διέκρινα, όπου κάποιος αυτοκτονεί πέφτοντας στο κενό – ένα κυριολεκτικό και ασύλληπτο «κενό». Δεν υπάρχει γενικά η έννοια του «έξω» στα δωμάτια, όπως δεν υπάρχουν καν διάδρομοι, περάσματα, αδιέξοδα γύρω τους. Μόνο τα «δωμάτια» σαν να κρέμονται στο ιλιγγιώδες άπειρο. Μια ακόμα ειρωνική αντιστροφή στην καθημερινότητά μας, όπου μετράμε τους χώρους κατοίκησης με βάση τον αριθμό δωματίων: λέμε «δυάρι», «τριάρι», κτλ. ακολουθώντας ακούσια τη λογική του Φάις για έναν τέτοιο απόκοσμο, απρόσωπο τόπο συμβίωσης.
Οι «συγκάτοικοι» απολαμβάνουν ενδόμυχα αυτό τον εγκλεισμό, απορροφημένοι σε αυτή την αναπαράσταση του κενού στον Κόσμο. Και δείχνουν μάλιστα πως τους αρκεί. Κάτι που εξίσου πετυχαίνει η αρχιτεκτονική, προσφέροντας την ψευδαίσθηση μιας ιδανικής ολοκλήρωσης και αυθυπαρξίας. Εδώ αυτή η παράταιρη αίσθηση διοχετεύεται στο τελευταίο, το εκατοστό δωμάτιο, το δωμάτιο της αιωνιότητας, με ένα ανώνυμο «οκτάχρονο αγόρι που ζει στο πιο φωτεινό δωμάτιο από καταβολής κόσμου». Έτσι το βιβλίο κλείνει με μια θαρραλέα χειρόγραφη φράση του: «Η μέρα που θα ζήσω είναι άγνωστη, γι’ αυτό θα περπατήσω με το πάσο μου».