Η καθημερινότητα ενός πολέμου, το λάθος για τον υπαίτιο ενός βιασμού και η εκδίκηση μέσα από έναν νόστο που ξεμάκραινε από τον στόχο του

Η καθημερινότητα ενός πολέμου, το λάθος για τον υπαίτιο ενός βιασμού και η εκδίκηση μέσα από έναν νόστο που ξεμάκραινε από τον στόχο του

Ισίδωρος Ζουργός, «Τα χάλκινα κατώφλια». Εκδόσεις Πατάκη 2025

Μπορεί ένας ανέστιος παρακατιανός, ένας δούλος, και μάλιστα όχι ενός αφέντη, ένας ασήμαντος, σχεδόν χωρίς όνομα, ένας μη πολεμιστής, να καθορίζει την πορεία του Τρωικού πολέμου και τον νόστο του Οδυσσέα; Στα Χάλκινα κατώφλια του Ζουργού αυτό είναι δυνατό, και μάλιστα είναι αυτός που αφηγείται όλη την ιστορία, ένα ρεαλιστικά επινοημένο πρόσωπο από τον συγγραφέα, που συμμετέχει στα δρώμενα και τα αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο (μόνο στη σ. 462 παρεμβαίνει ο συγγραφέας), είναι η δική του οπτική γωνία θέασης του πολέμου, ένας που επηρέασε τις εξελίξεις με τις μυθώδεις διηγήσεις του και τα επινοημένα όνειρά του κυρίως προς το τέλος και μετά τον πόλεμο, ένα παιδί που δεν είχε όνομα, ήταν αυτός που άκουγε φωνές, μετά έγινε ο Φλούδας, λεπτός και ασήμαντος, ύστερα έγινε ο Λύκαστος, νονός του ο Οδυσσέας, ένας παραμυθάς (σ. 353), «εμένα ο κόσμος μου ήταν τα ψέματα» (σ. 337), ένας μη πολεμιστής που αναρωτιόταν πως και δεν ενθουσιαζόταν από τις ηρωικές πράξεις ούτε από τη μεταθανάτια δόξα.
Μέσα από αυτόν τον αφηγητή, και τις μεταβάσεις του από κατώφλι σε κατώφλι, ο συγγραφέας πετυχαίνει: α) να παρέμβει στον μύθο και να τον παραλλάξει, όπως άλλωστε είναι στη φύση των μύθων –να μην είναι στατικοί, μονοσήμαντοι, μονολιθικοί· β) να αφηγηθεί τον πόλεμο, υποτίθεται τον Τρωικό, στην καθημερινότητα, τη σωματικότητά του, και από τις δύο αντίπαλες πλευρές· γ) να παρέμβει μυθοπλαστικά και να συνενώσει δύο κόσμους που ιστορικά και μυθολογικά δεν συναντιούνται· δ) να μας εισάγει στην εποχή και στον κόσμο που έπλασε θεούς και μύθους και οργάνωσε τελετουργίες, δηλαδή τη θρησκεία· ε) να θέσει, έμμεσα, το ερώτημα αν αλλάζει ο άνθρωπος ή αν απλώς «μαθαίνει να λαξεύει, να μεταμφιέζει και να αποκρύπτει κάποιες συμπεριφορές, ανάλογα με το περιβάλλον στο οποίο βρίσκεται», όπως είχε πει ο Ζουργός σε μια συνέντευξή του το 2019.1

Αυτός ο επινοημένος αφηγητής/ήρωας περνάει σταδιακά διάφορα κατώφλια –χάλκινα, πέτρινα, υδάτινα ή ό,τι άλλο. Τουλάχιστον τέσσερα είναι τα περάσματά του, και καθένα σηματοδοτεί νέες εμπειρίες μέσα από τις οποίες πλουτίζει τις γνώσεις για τον κόσμο, τους πολιτισμούς, τον άνθρωπο, τον εαυτό του, για να καταλήξει ότι ο άνθρωπος σε πόλεμο όπου γης ίδιος είναι.

1η απομάκρυνση του δεκάχρονου αγοριού μετά τον σεισμό στον γενέθλιο τόπο που κατέστρεψε τα σπίτια, όχι όμως το δικό τους, κάτι που οι χωριανοί δεν το βλέπουν με καλό μάτι: «Ένα παιδί μολυσμένο απ’ τους θεούς δεν το ήθελε κανείς δίπλα του» (σ. 27). Η μάνα διασφαλίζει τη σωτηρία και την επιβίωση του παιδιού της μακριά από το χωριό και την ίδια σε έναν ναό με πέτρινα λευκά κατώφλια. Εκεί θα ανακαλύψει κάποια στιγμή τη σεξουαλικότητά του αλλά και εκεί το ανέστιο παιδί θα ακούει και θα μαθαίνει από τους προσκυνητές του ναού ιστορίες του τόπου τους. Από αυτούς άκουσε και για έναν πόλεμο που ερχόταν αλλά και για τη διαφορά εκείνων που φοράνε πανοπλίες και εμφορούνται από τον «πόθο για τους σκοτωμούς και τα όπλα» και τους εμπόρους που «ήξεραν πως ο πόλεμος τις περισσότερες φορές τούς βυθίζει στη φτώχεια. Υπάρχουν όμως κι εκεί ευκαιρίες…» (σ. 35). Αυτά τα πλάγια γράμματα της τελευταίας φράσης ταράζουν τον αναγνώστη, καθώς υπενθυμίζουν τα οφέλη που αποκομίζουν κάποιοι από έναν πόλεμο, πριν, στη διάρκεια και μετά. Αλήθεια, ποιοι θα ανοικοδομήσουν τη βομβαρδισμένη Γάζα; (Για την Ουκρανία έχει ήδη αρχίσει η συζήτηση) Και αναρωτιέμαι μήπως ο Ζουργός ωθεί τον αναγνώστη να στοχαστεί για τους πολύ σύγχρονους πολέμους γύρω μας.

2η απομάκρυνση του 15χρονου πια νέου: Τον παίρνουν μαζί τους οι Παίονες, σύμμαχοι των Τρώων, που κινούν για τον πόλεμο –ο Ζουργός μας υπενθυμίζει την ιστορική πραγματικότητα, ότι οι κατοικούντες επάνω από τον Όλυμπο ήταν σύμμαχοι των Τρώων-, θα γνωρίσει τη θάλασσα, αυτός που γνώριζε μόνο βουνά και ποτάμια, θα μάθει τα άλογα αλλά και «ότι κάποιοι απ’ τους πολεμιστές του στενού κύκλου του βασιλιά τις νύχτες φιμώνανε κάποιους από μας και τους έσερναν στις άκρες του στρατοπέδου, κάνοντας μαζί τους αυτά που έκαναν με τις γυναίκες τους» (σ. 47). Κάποιους από εμάς… «Εμείς τι ήμασταν; Κακοπληρωμένοι μισθοφόροι και δούλοι…» (σ. 67) Εκεί, στην πλούσια πόλη της Τροίας θα αποκτούσε νέες γνώσεις αλλά θα βίωνε την αναστάτωση από την έλευση των Αχαιών, αλλά και σταδιακά την επαναφορά στην καθημερινότητα –ως και τα πορνεία άνοιξαν-. Πόσο πια να περιμένει κανείς την τελική έκβαση που προχωρούσε αργά; Η πόλη εξοικειώθηκε με τον πόλεμο.

3η απομάκρυνση: Ο Οδυσσέας τον υφαρπάζει και τον κάνει υπηρέτη του στο αχαϊκό στρατόπεδο.

Μέσα λοιπόν από αυτόν τον ασήμαντο, τον μη πολεμιστή αλλά τον τόσο αναγκαίο για την «ομαλότητα» της ζωής σε ένα στρατόπεδο, ο Ζουργός οδηγεί τον αναγνώστη μέσα σε αυτό και τον ωθεί να δει τον Τρωικό πόλεμο πιο εμπράγματα και ρεαλιστικά, πιο σωματικά θα έλεγα (όπως το κάνει ο στρατιώτης που έρχεται από την Τροία και μιλάει για την καθημερινότητα όχι των βασιλιάδων αλλά των απλών στρατιωτών στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου) με κυρίαρχη αίσθηση την όσφρηση. Τα σώματα μυρίζουν, έχουν ανάγκες, φυσικό δεν είναι; Πού και πώς πετούσαν τα σκουπίδια τους οι πολιορκημένοι Τρώες; Τις κοπριές των ζώων; (σ. 80). Πού έκαναν τις σωματικές τους ανάγκες οι Αχαιοί; «Κάθε φορά που πλησίαζα στην ακτή, έκλεινα τη μύτη μου, αφού όλοι συνήθιζαν να ανακουφίζονται δίπλα στο κύμα. Ήταν και τα αίματα από τα σφαχτά, το ξέπλυμα των καζανιών, τα ψόφια σκυλιά και τα ποντίκια. Όταν φυσούσε άνεμος θαλασσινός, όλη αυτή η δυσωδία κάπως σκόρπιζε. Είχαμε όμως και μέρες άπνοιας, που σου κοβόταν η αναπνοή και νόμιζες ότι οι μύγες πάχαιναν σαν τα στριφτοκέρατα βόδια, λες κι ήταν τα ιερά έντομα του Ποσειδώνα» (σ. 105). Ως και τα άλογα είχαν τσιμπούρια και αλογόμυγες (σ. 29). «Το δέρμα στις πλάτες τους είχε πληγιαστεί απ’ τα αγριοπούρναρα και τα καυσόξυλα που κάθε τόσο τα φόρτωναν» (σ. 104 ). Όσο για τους πολέμαρχους, αυτούς που ξέρουμε από την Ιλιάδα, και αυτοί παρουσιάζονται στην ανθρώπινη διάστασή τους. Για παράδειγμα, για τον Μενέλαο, ο αφηγητής λέει: «Ήταν περιφρονητικός, αλλά καθόλου βίαιος, στην πραγματικότητα ήταν ραγισμένος από τον έρωτά του για μια γυναίκα. Αν δεν είχε αδελφό τον Αγαμέμνονα, ίσως να έμενε στη Σπάρτη και να θρηνούσε για πάντα» (σ. 95).
Ο πόλεμος δεν παρουσιάζεται εδώ στην «ευγένεια» και τον ηρωισμό του αλλά στην πραγματικότητα της καθημερινότητας με τις «ταξικές» και τις έμφυλες διαφοροποιήσεις. Οι δούλοι κρυώνουν, ενώ στήνονται μεγαλοπρεπείς πυρές για τους νεκρούς άρχοντες και πολλοί από αυτούς «θα ήθελαν να ζουν στον οίκο του [Οδυσσέα]. Ακούγαμε τι γινόταν στα σπίτια των άλλων αρχηγών, όπου οι υπηρέτες έμεναν νηστικοί, ενώ κάποιοι μαστιγώνονταν μέχρι θανάτου. Μερικοί άρχοντες των Αχαιών τούς έβαζαν να τους σκουπίζουν ακόμη και τον πισινό με σφουγγάρια βουτηγμένα σε χλιαρό νερό. Τις δούλες, όταν τις βαριόντουσαν, τις χάριζαν στο στράτευμα, σε κείνη τη σκηνή στην άκρη του στρατοπέδου, που είχε απέξω στημένο ένα ξόανο της θεάς Αφροδίτης. Όταν ξεψυχούσαν απ’ τη χρήση, τις έκαιγαν κάπου εκεί κοντά, στα παρατημένα μαδέρια των γέρικων καραβιών» (σ. 135). Αλλά και ο Οδυσσέας, που τράβηξε πολλά για την αγάπη της συζύγου του, τις δούλες του ποτέ σου δεν τις ένιωσε, μόνο τις καβαλούσε (σ. 323).
Και όσο για τη μεταθανάτια δόξα, για «το κύδος, που το άκουγα γύρω μου ολημερίς, δεν μπορούσα να το χωνέψω. Όλοι το επιζητούσαν, ενώ εγώ το ξερνούσα σαν εμετό, σαν να έτρωγα χαλασμένο κρέας». (σ. 73) «Τι ήταν αυτό που δεν καταλάβαινα;» (ό.π.) Μα τι να καταλάβει όταν ερχόταν σε επαφή με το τραύμα και τον θάνατο στη μη ηρωική του διάσταση; Όταν άκουγε ιστορίες ηρωισμού από άντρες με ένα χέρι, με τρυπημένους λαιμούς, με πόδια χωρίς δάχτυλα; Πολύ ρεαλιστικά ο Ζουργός περιγράφει τη συγκέντρωση των νεκρών προκειμένου να οδηγηθούν στην πυρά –μια πυρά όχι σαν των αρχόντων: «Πώς να ξεχωρίσεις τους δικούς σου από τους άλλους; Είχαν όλοι τους θώρακες και κράνη, και οι πληγωμένοι βογκούσαν με τον ίδιο τρόπο. Οι τρυπημένοι απ’ τα δόρατα λαιμοί δεν έγραφαν επάνω καμιά πατρίδα. Ρωτούσαμε τα όρνεα, που γύριζαν πάνω απ’ τα κεφάλια μας, αν μπορούσαν να μας βοηθήσουν στο ξεδιάλεγμα, όμως εκείνα σιωπούσαν. Καθώς η διαλογή συνεχιζόταν, πιάναμε τους σκοτωμένους πόδια-κεφάλι και τους πετούσαμε στις άμαξες. Μετά που γέμιζε η καρότσα, ρίχναμε επάνω και τα λιανά, όπως τα λέγαμε μεταξύ μας, πόδια, χέρια και κεφάλια κομμένα. Παίρναμε τον δρόμο της επιστροφής ακολουθούμενοι από σύννεφα μύγες, αυτές που ήταν τελικά οι νύμφες του καλοκαιριού» (σ. 78) Ο πόλεμος έφερε «θάνατο, κρύο, πείνα…». Σε μια άλλη περιοχή, όπου θα έφταναν κάποια στιγμή, την ίδια εικόνα αντίκρισαν –ο πόλεμος και η δουλεία παντού έχουν το ίδιο πρόσωπο: «Πολύ συχνά οι δούλοι κουνούσαν τα χέρια τους απελπισμένοι. Γυμνοί, μόνο μ’ ένα πανί τυλιγμένο ανάμεσα στα πόδια, σκελετωμένοι, κατάμαυροι απ’ τον ήλιο, ικέτευαν για λίγο ψωμί. Τις πρώτες φορές πετούσαμε κάποια ξεροκόμματα, μια χούφτα χουρμάδες ή και ξερά σύκα. Ήταν θλιβερό να βλέπεις τι πόλεμος ξεσπούσε πάνω στη σχεδία. Παρατούσαν τα κουπιά και μάλωναν σαν τα θηρία, πάλευαν μεταξύ τους με μίσος, κυλιόντουσαν ανάμεσα στους κορμούς κάνοντας τις σχεδίες να παραπαίουν» (σ. 369). Ποια σχέση έχει αυτή η πραγματικότητα με την ιδεαλιστική απεικόνιση των σωμάτων στην τέχνη του κλασικισμού όπου ο άνθρωπος διατηρεί την υπεροχή του νου και την αξιοπρέπεια ακόμη και στον θάνατο από το κρύο και την πείνα;

Είναι ιδιαίτερης σημασίας η επινόηση αυτού του αφηγητή, είναι ξένος, δεν έχει ρίζες ούτε στη μία ούτε στην άλλη πλευρά, δεν είναι πολεμιστής. Είναι ένας παρατηρητής, ο οποίος λέει τα πράγματα με το όνομά τους –μιλάει για σφαγή στην Τροία, όπως μίλησε ο Ποσειδώνας και η Αθηνά στις Τρωάδες του Ευριπίδη. «Βρισκόμουν μέσα σ’ ένα παραλήρημα μίσους, σ’ ένα σφαγείο.[…] Αν είχα τώρα άλογο, δε θα ’χε πού να πατήσει, γιατί ο δρόμος ήταν στρωμένος πτώματα. […] γέροι, γυναίκες και παιδιά σφαγμένα, με το βυζί της μάνας στο στόμα. Αριστερά και δεξιά ακούγονταν ουρλιαχτά, γυναικών πιο πολύ, […] που μέσα τους έριχναν οι πολεμιστές μαύρο σπέρμα (σ. 181-182). Δεν ήταν πλέον στρατιώτες που πολεμούσαν, ήταν φονιάδες και άρπαγες.2 «[…] να μην ξεχάσει κανείς μας τις βιασμένες Τρωαδίτισσες, τις σφαγμένες αγρότισσες των γύρω χωριών, τις δούλες που έπλεναν πριν από την ταφή τους χθεσινούς βασανιστές τους ως τιμημένους νεκρούς, τις μάνες των νόθων παιδιών που γεννήθηκαν στο στρατόπεδο και μεγάλωναν σαν ορφανά ποντίκια, τριγυρίζοντας στις λασπωμένες πρασιές.» (σ. 299)

Ποιος είναι τελικά ο Λύκαστος; Ένας που περνάει από μία συνθήκη σε μια άλλη, ένας που πρέπει διαρκώς να προσαρμόζεται στο εκάστοτε πολιτισμικό περιβάλλον, για να επιβιώνει, ένας που φτάνει στο σημείο να ασπαστεί θεούς στους οποίους δεν πιστεύει –««Καθώς ο καιρός περνούσε, έβλεπα πως ήμουν ο μοναδικός που δεν ανέφερε τους θεούς. Ήταν κάτι που έπρεπε να το προσέξω» (σ. 108)-, να επινοήσει ιστορίες που και όνειρα που τον αναδεικνύουν σε εκλεκτό των θεών, ο ηθικός αυτουργός της λύσης του Δούρειου ίππου, ένας άνθρωπος που ζήτησε εκδίκηση για κάποιον που βίασε τη δική του αγαπημένη, που κατηύθυνε τη σκέψη και την πορεία του, που τον χειραγώγησε και που τελικά αποδείχτηκε πως δεν ήταν αυτός που εκείνος νόμιζε. Ο Οδυσσέας. Ο πολυμήχανος, ο επινοητής, χειραγωγείται από τον καλύτερό του μαθητή, τον Λύκαστο, ο οποίος, επινοώντας μια ιστορία για την Πηνελόπη που βρίσκεται ανατολικά, αποπροσανατολίζει τον Ιθακήσιο βασιλιά και εκτρέπει την πορεία του μακριά από το νησί του, μακριά από την κατοικία του βασιλιά όπου ο Λύκαστος θα έπρεπε να τον υπηρετεί.
Στα μέσα του βιβλίου αρχίζει ο νόστος του Οδυσσέα και η «μονοτονία» ενός ανδρικού κόσμου (σ. 298). Ο Ζουργός δίνει στοιχεία από τους γνωστούς τόπους από τα ομηρικά έπη, αλλά ο νους και οι επιθυμίες του αφηγητή του τον διώχνουν σε άλλες χώρες, γιατί τον πείθουν πως σ’ εκείνες τις άλλες χώρες βρίσκεται η Πηνελόπη. Όσοι επιβίωσαν μαζί του σε αυτόν εξέφραζαν όλες τις ανάγκες, του καραβιού και του εαυτού τους. Ο Οδυσσέας ήταν πια μόνος να αντιμετωπίσει την πείνα τους, τη δίψα τους, την απώλεια έστω και ενός κωπηλάτη/πολεμιστή, την γκρίνια, τις αλληλοκατηγορίες και τις αποκαλύψεις για ανομήματα. Σε αυτόν τον νόστο παρεμβαίνει έντονα ο Ζουργός μέσω του αφηγητή-εκδικητή και τον στέλνει σε μέρη και άλλα από αυτά που γνωρίζουμε από την Οδύσσεια, τον στέλνει μέσα στην Ανατολή, στον εβραϊκό κόσμο, δύο πολιτισμοί. Με αυτόν τον τρόπο ο συγγραφέας πάλι απλώνει το χέρι στον αναγνώστη σε ένα ταξίδι στον χρόνο, στους πολιτισμούς, στα καινούρια στοιχεία που ανακάλυπταν αυτοί που έρχονταν από άλλους κόσμους με διαφορετική τη φύση, καινούρια ζώα, όπως ένας πίθηκος, νέους θεούς –κάθε τόπος και ο θεός του-, νέες δεξιότητες, όπως του σκηνοποιού. Και αυτό, γιατί ο αφηγητής μας δεν ήθελε να πατήσει το πόδι του στην Ιθάκη. Και χειραγώγησε τον Οδυσσέα με τα όνειρα που δεν έβλεπε, έναν Οδυσσέα κουρασμένο, χαμένο, αποπροσανατολισμένο, έναν Οδυσσέα για τον οποίον τα χάλκινα κατώφλια των θεών ήταν αδιάβατα (σ. 239), που χρειαζόταν στήριγμα. Όπως και του σπιτιού του. Και αυτό ήθελε ο εκδικητής, δεν ήθελε να τον ακούσει να λέει στην Πηνελόπη κατορθώματα και να αποκρύβει τη βαρβαρότητα, τους βιασμούς, τη σφαγή, τη θυσία της Πολυξένης, τον φόνο του Αστυάνακτα. «Θα κυβερνούσα το πλοίο με όνειρα, ήμουν πια ένας ευφάνταστος αφηγητής, ένας αοιδός που τραγουδούσε τις συναντήσεις του με τους θεούς.» (σ. 273)

Χάνεται η ανθρωπινότητα των σφαγέων; Όσων σκλήρυναν στον αγώνα και την αγωνία για την επιβίωση; Σκληροτράχηλοι άνδρες που ένιωσαν την αδυναμία του αβοήθητου όταν τους έλειψε η τροφή και το νερό; Τι γίνεται όταν κάποιος αισθάνεται ξανά ασφαλής; «Θυμηθήκαμε, ύστερα απ’ τις άγριες μέρες της ανοιχτής θάλασσας, πώς γελάνε οι άνθρωποι, πώς τεμπελιάζουν, πώς αφήνουν να γλιστρήσουν απ’ το στόμα τους κουβέντες δίχως έγνοια και περίσκεψη, λόγια αφελή και χαρούμενα. Είχαμε γλιτώσει απ’ τη σκοτεινιά του Άδη και φτάσαμε στην Τύρο, όπου ξεδιψάσαμε, χορτάσαμε, χαϊδέψαμε ανθρώπινα σώματα. Οι εταίροι, μάλιστα, τις ώρες της αναμονής στο λιμάνι άρχισαν να παίζουν σαν παιδιά στην άμμο, να γελάνε και να κουτρουβαλιούνται, σαν να μην είχαν γνωρίσει τον αιματηρό πόλεμο στον κάμπο της Τροίας και την ανάτριχη ερημιά της θάλασσας.» (σ. 335) Και αλλού: «Είχα ξαναέρθει στον κόσμο. Θυμήθηκα πώς κατουράνε απόμερα, πώς κόβουν και μοιράζουν το ψωμί, πώς, όταν σηκώνεται ο ήλιος, λένε καλημέρα.» (σ. 447)
Από κατώφλι σε κατώφλι το παιδί που ήταν ο Κανένας, επέστρεψε στην κοιτίδα του. Γέρος πια γυρνά στα βουνά και τους ποταμούς της παιδικής του ηλικίας. Μόνο που για τον θάνατό του διαλέγει τη θάλασσα, αυτή που γνώρισε με τον Οδυσσέα: «Γιε του Λαέρτη, δεν μπορούσα να γλιτώσω από σένα, πρώτα ήταν το μίσος, τώρα η μνήμη (σ. 452).

Τι πετυχαίνει ο Ζουργός με το βιβλίο του αυτό; Από τη μια μας μυεί μυθιστορηματικά σε ιστορικές πραγματικότητες που δημιούργησαν μύθους και τελετουργίες. Τα πρώτα κεφάλαια μου θυμίζουν την επίσκεψη μου στο ΑΜΘ στο υπόγειο όπου βρίσκονται τα προϊστορικά, εκεί που φαίνεται ο αγώνας του ανθρώπου για την επιβίωση μέσα από τη γνώση της φύσης. Όμως με εισήγαγε και στον τρόπο με τον οποίο δημιουργούνταν οι μύθοι, η επίδραση που είχε το φυσικό περιβάλλον, οι ποταμοί με τους ήχους τους και με όσα κουβαλούσαν, οι νύμφες που τριγυρνούσαν στα δάση και προστάτευαν τα δέντρα, Δρυάδες, Αμαδρυάδες, οι λίμνες. Το δεκάχρονο παιδί έμοιαζε να ακούει φωνές και αναρωτήθηκα αν οι φωνές αυτές, οι θεϊκές, ήταν ό,τι αφουγκραζόταν μέσα στη φύση. Όμως το παιδί αυτό πατούσε με σιγουριά και στα όνειρα, μάθαινε να έχει «τον έλεγχο στον ανισόπεδο κόμβο τους» (σ. 18). Όταν έπαψε να ακούει τις Φωνές, του έμειναν τα όνειρα.
Μας μυεί και στον κόσμο και την αναγκαιότητα της τελετουργίας, κυρίως της ταφής και του θρήνου, προκειμένου να βιωθεί το πένθος, αλλά και στην αμφιβολία για το αν υπάρχουν θεοί: «Μίλησα με ανθρώπους απ’ όλες τις φυλές, όμως τέρατα ή θεούς δε συνάντησα. Φαίνεται πως μόνο ο Οδυσσέας είχε αυτό το χάρισμα, να προσελκύει επάνω του όλα τα αλλόκοτα, όπως το ψημένο αρνί τις μύγες.» (σ. 451) Όσο για τους ιερείς, αυτοί εξαγόραζαν «τις εξομολογήσεις και τους φόβους των ανθρώπων» (σ. 295). Ωστόσο, και ο Λύκαστος είχε ανάγκη από έναν θεό προστάτη: «Ο προστάτης μου δεν είχε όμορφα μακριά μαλλιά κι εκφραστικά μάτια, μια κοφτερή λάμα ήταν με κοκάλινη λαβή. Ήταν ένας άγγελος των καιρών μου, μια ανάμνηση της κτηνωδίας του πολέμου που έζησα.» (σ. 450-1)
Μας μιλά για τον εκβαρβαρισμό του ανθρώπου μέσα στον πόλεμο, τον οποιοδήποτε πόλεμο και για τις πραγματικές αιτίες: «Γυρίσαμε αυτά τα χρόνια όλον τον κόσμο, για να καταλάβουμε πως τιμή δεν υπάρχει δίχως ασήμι και χαλκό, το ξυπόλυτο κύδος είναι ένα ψέμα. Ακόμα και οι ήρωές μας, που τώρα χειμάζονται στα δώματα του κάτω κόσμου, ο Αχιλλέας, ο Αίαντας, ένα σωρό λιοντάρια της μάχης, το χρυσάφι και το ασήμι τα είχαν πάντα ισάξια με τους θεούς. Μπορείτε να φανταστείτε, σύντροφοι, τον Αχιλλέα δίχως την αστραφτερή πανοπλία, τις σκηνές του, τις δούλες και τους περήφανους ίππους; Πόσο όμορφος θα μπορούσε να ήταν ένας Πάτροκλος κουρελής;» (σ. 378) Η απληστία και η αλαζονεία της εξουσίας.
Τελικά, ποιοι ήταν οι νικητές και ποιοι οι ηττημένοι; Οι βασιλιάδες στον Ζουργό εμφανίζονται κι αυτοί κουρελιασμένοι, όπως το κάνει ο Ευριπίδης. Κουρελιασμένοι είναι φυσικά και οι πολεμιστές: «Η ντροπή για την επιστροφή των ξεβράκωτων πολεμιστών, η ταπείνωση, τα γηρατειά που είχαν φανεί στον ορίζοντα [...]. Στα χείλη έμεινε μόνο ο πόθος της επιστροφής, να φτάσουν στο κατώφλι του σπιτιού τους και να ζεσταθούν το πρώτο βράδυ δίπλα στην εστία» (σ. 204), θαρρείς και οι δικοί τους θα τους περίμεναν με ανοιχτές τις αγκαλιές μετά από τόσα χρόνια, και μάλιστα χωρίς ούτε ένα λάφυρο! Τουλάχιστον να υπήρχε αυτό!

Ένας αφηγητής με τα σχέδια και τους εφιάλτες του για την τιμωρία κάποιου που ήταν αθώος –για το συγκεκριμένο έγκλημα του βιασμού. Η αθωότητά του αποκαλύφθηκε πολλές σελίδες μετά, πολλά χρόνια μετά. Πώς είναι να κουβαλάς τόσο μίσος; Πώς είναι να δρασκελάς τα χάλκινα κατώφλια των αρχόντων που αναγκαστικά τα δρασκέλιζαν δούλοι και υπηρετούσαν αυτούς που στην ουσία μισούσαν;

―κι έτσι όπως ο νεαρός μαθαίνει τη γεωγραφία όπως την αντιλαμβάνονταν τότε, ο Ζουργός μας ενημερώνει μυθιστορηματικά και εμάς για τις τότε αντιλήψεις περί κόσμου. Με άλλα λόγια ο Ζουργός κάνει ένα μάθημα ιστορίας μένοντας πιστός στις γνώσεις που έχουμε για το τότε αλλά με τρόπο μυθιστορηματικό.

Με εξαιρετικό τρόπο περιγράφει τον απόλυτο μονάρχη: Εξαιρετικός ο τρόπος που ο συγγραφέας περιγράφει την απόλυτη εξουσία, τον απόλυτο άρχοντα: «Ο βασιλιάς Χιράμ. Ένας άντρας που ήταν και δεν ήταν. Έμοιαζε με ακίνητο ξόανο πάνω στο οποίο είχαν κρεμάσει πορφυρένια υφάσματα, ζαφειρένια δαχτυλίδια, περικάρπια από κασσίτερο και έβενο, περιδέραια με χάντρες από τοπάζι και ίασπι. Έμοιαζε με όρθιο τυλιγμένο τάπητα υφασμένο από σάρκα, ένα χαλί όρθιο με ανέκφραστο, βαμμένο πρόσωπο κι ένα άτριχο κεφάλι, κατάλληλο μόνο για να στηρίζει ένα ψηλό καπέλο.» (σ. 342)



________________
1. Ισίδωρος Ζουργός: «Στην Ελλάδα, δυστυχώς, πρέπει να παλέψεις για το αυτονόητο» | LiFO (Μια συζήτηση με τον Γιάννη Πανταζόπουλο, 9.11.2019).
2.  Ανακάλεσα στη μνήμη μου μία από τις μεγαλύτερες λεηλασίες πολιτιστικών θησαυρών, αυτή που έγινε στο Εθνικό Μουσείο του Ιράκ στη Βαγδάτη το 2003, με 15.000 αρχαιότητες να γίνονται βορά στα χέρια αρχαιοκαπήλων και να διοχετεύονται στις μεγάλες, παράνομες αγορές του κόσμου. Ο τότε υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Ντόναλντ Ράμσφελντ, είπε: «Αυτά τα πράγματα συμβαίνουν… είναι μια ακαταστασία της ελευθερίας και οι ελεύθεροι άνθρωποι είναι ελεύθεροι να κάνουν λάθη, να διαπράττουν εγκλήματα και να κάνουν κακά πράγματα».

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: