Χάρτης 92 - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-92/biblia/mia-paradoksi-sinomilia-se-mia-paradoksi-ghonia

Στην πορεία του αναγνωστικού μου βίου συνηθίζω, προς ιδίαν τέρψη, σκέψη και συμμόρφωση, να ανοίγω κουβεντούλα με τους χαρακτήρες των βιβλίων, να εντοπίζω βιωματικά στοιχεία στα γεγονότα της αφήγησης και ενίοτε, να ανταλλάσσω απόψεις με τον συγγραφέα και τις ιδέες του. Εντούτοις, στο δεύτερο βιβλίο μικρομυθοπλασίας του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου με τίτλο Στουρνάρη και Ηπείρου γωνία, το οποίο εκδόθηκε την περασμένη άνοιξη και το οποίο περιλαμβάνει είκοσι εφτά μικρο-διηγήματα και ένα μονόπρακτο, ο άτυπος αυτός διάλογος με το συγγραφικό σύμπαν, μάλλον, υπερβαίνει τα εσκαμμένα˙ και θα προσπαθήσω να εξηγήσω τι εννοώ.
Πριν από λίγο καιρό έχασα την ενενηντάχρονη μητέρα μου. Έκτοτε, στο δρόμο συναντώ διάφορους "φίλους" της που με ρωτούν «Τι κάνει η κυρία Κωνσταντίνα; Έχω μέρες να την δω» (εν τω μεταξύ, η μαμά μου ήταν τουλάχιστον τρία χρόνια καθηλωμένη στο κρεβάτι ή στον καναπέ στην καλύτερη περίπτωση). «Να, ξέρετε, πέθανε» ψελλίζω, συνήθως, διστακτικά γιατί οι "φίλοι" είναι ηλικιωμένοι άνθρωποι και ποτέ δεν ξέρεις. Ακολουθούν τα συνήθη τυπικά «αχ, τι κρίμα», «τα θερμά μας συλλυπητήρια», «ζωή σε λόγου σας», «να ζήσεις κορίτσι μου να τη θυμάσαι» κλπ. Η συζήτηση κλείνει, σχεδόν πάντοτε, με την ερώτηση «Και από τί πέθανε;». Είναι εκείνη η στιγμή που θέλω να απαντήσω (αλλά η καλή ανατροφή μου -στα τσακίδια να πάει- δεν μου το επιτρέπει) «Από ατύχημα, έκανε μαλακίες με το μηχανάκι!!!», θεωρώντας ότι μια τόσο παράδοξη εικόνα θα τους έκανε να αντιληφθούν (ή έστω να υποπτευθούν) την, εν προκειμένω, αφέλεια της ερώτησης. «Που την είδες την παραδοξότητα στην εικόνα, κυρία μου;» διαμαρτύρεται ο Παλαιολόγος, που αρχίζει να σκάει μύτη από την παράδοξη γωνία του. «Δες, λόγου χάριν, την κυρία Μερόπη που οδηγεί μηχανάκι στα ογδόντα της, χωρίς κράνος, φυσικά, γιατί δεν γουστάρει να την σφίγγει τίποτα, που ακούει στη διαπασών Μάιλι Σάιρους από το τρανζιστοράκι που έχει στερεωμένο με μονωτική ταινία στον αριστερό καθρέφτη και που συνηθίζει να καβαλάει το πεζοδρόμιο της κεντρικής πλατείας, προκειμένου να διαβάσει από κοντά και να απολαύσει απροκάλυπτα, τα κηδειόχαρτα».
«Απλή σύμπτωση σκέψεων», λέω, και συνεχίζοντας την ανάγνωση του βιβλίου και το σκάλισμα των αναμνήσεων, θυμήθηκα πως όταν ήμουν μικρή πηγαίναμε, συχνά, με τη μητέρα μου στο Μινιόν, συνήθως Σάββατο μεσημέρι, για να πάρουμε φαγητό. Αρνί στη σούβλα για εκείνη, από το οβελιστήριο που ήταν ακριβώς από κάτω, και για μένα (που σιχαινόμουν το κρέας γενικώς και το αρνί ειδικώς) παστίτσιο από το εστιατόριο στον τελευταίο όροφο του Μινιόν (και το παστίτσιο το σιχαινόμουν από τότε, αλλά αυτό κατάφερα να το πω φωναχτά πολύ αργότερα). Ένα από αυτά τα Σάββατα, λοιπόν, καθώς ανεβαίναμε με τις κυλιόμενες, έπεσε το μάτι μου σε ένα ζευγάρι λευκά μποτάκια από λουστρίνι, με φερμουάρ στο πλάι και χοντρή λαστιχένια σόλα. Ακόμα τα θυμάμαι εκείνα τα μποτάκια (τι σου είναι το απωθημένο, όμως!). Η μητέρα μου αρνήθηκε να μου τα πάρει κι εγώ έκλαιγα σε όλη την διαδρομή της επιστροφής με το τρένο. Έκλαιγα και αφού φτάσαμε στο σπίτι. Έκλαιγα μέχρι να πέσω για ύπνο. Έκλαιγα και την επόμενη ημέρα (και σταματώ εδώ διότι με τα συνεχή "έκλαιγα" διατρέχω τον κίνδυνο να αποκαλυφθούν οι αφηγηματικές μου αδυναμίες). Τελικά, μου υποσχέθηκε ότι την επόμενη φορά που θα πηγαίναμε να πάρουμε φαγητό, θα αγοράζαμε και τα μποτάκια. Θα ήταν το δώρο μου για τα Χριστούγεννα που πλησίαζαν. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, δεν την πίστεψα και δικαιώθηκα λίγες μέρες αργότερα όταν μου είπε ότι το Μινιόν κάηκε. «Ποτέ δεν είναι αργά» μουρμουράει, κάπου απ’ το βάθος, ο Παλαιολόγος. «Που ξέρεις; Ίσως, λίγο πριν μελαγχολήσεις για τα εξήντα που έρχονται, να επιστρέψεις ξάφνου στην παιδική σου ηλικία και κάποιοι να σου αγοράζουν, επιτέλους, εκείνα τα λουστρίνια από το Μινιόν». «Δε μπορεί», σκέφτομαι, «κι αυτό σύμπτωση θα ’ναι, παρότι σύμπτωση που επαναλαμβάνεται παύει να είναι σύμπτωση»˙ θεωρία που επαληθεύεται μερικές σελίδες παρακάτω.
Όταν ήμουν στο λύκειο, λοιπόν, περνούσα την πρώτη (αλλά όχι την χειρότερη) καταθλιπτική μου περίοδο. Προκειμένου να αποφύγω την πλήρη κατάρρευση, και κυρίως για να μην πάρει τίποτα χαμπάρι η κυρά Κωνσταντίνα, έκανα (σε εβδομαδιαία βάση, μάλιστα) κοπάνα από το σχολείο μου στην Αχαρνών (aka ακαρνόν) στα Κάτω Πατήσια και πήγαινα με τα πόδια στην Πατησίων για να χαζέψω με τις ώρες τις βιτρίνες, να αγοράσω φτηνές εκδόσεις βιβλίων από τους πλανόδιους με τα καροτσάκια και, ενίοτε, εάν η κοπάνα γινόταν στην απογευματινή βάρδια, για να πιώ έναν καφέ στη Φωκίωνος Νέγρη. Εκείνη την εποχή, επίσης, ο σύντροφος ενός συμμαθητή μου, ο οποίος ήταν ήδη φοιτητής στην Καλών Τεχνών και μανιώδης αναγνώστης (άραγε λέγεται αυτό, ή είναι μόνο "μανιώδης καπνιστής";), μου δάνεισε Το Παυσίπονο του Πέτρου Τατσόπουλου. Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου, η ανώνυμη ηρωίδα, την παραμονή της πρωτοχρονιάς του 1980, φορά τη μακριά διάφανη νυχτικιά της και αυτοκτονεί πέφτοντας από τη βεράντα του σπιτιού της. Δεδομένων και των συνθηκών, η σκηνή αυτή με είχε στοιχειώσει. Την ζουσα, την οπτικοποιούσα σε εκείνες τις βόλτες. Σήκωνα το κεφάλι μου και έβλεπα μπροστά μου την ηρωίδα να βουτά στο κενό από το μπαλκόνι κάποιας από τις πολυκατοικίες που συνωθούνταν στα στενά της περιοχής. Άκουγα τους μουσαμάδες που ανέμιζαν από τις προσόψεις των νεοαναγειρόμενων ή ανακαινιζόμενων οικοδομών, και νόμιζα ότι ακούω το παράπονο του νυχτικού της που είχε ξεμείνει πιασμένο στα κάγκελα για να θυμίζει και κυρίως να θυμάται την ιδιοκτήτριά του. Κάθε χτύπος του μουσαμά στον αέρα, και ένα "αντίο", ένα τελευταίο "σ αγαπώ" (με ή χωρίς απόστροφο) του νυχτικού προς την γυναίκα που, μέχρι πρότινος, κοιμόταν στην αγκαλιά του. «Τι εννοείς "νόμιζα";» παρεμβαίνει, απροκάλυπτα αυτή τη φορά, ο Παλαιολόγος. «Ρίξε μια προσεκτική ματιά στα μπαλκόνια του αθηναϊκού τοπίου, και θα δεις ότι τα απλωμένα ρούχα (όντως) νοσταλγούν τους αυτόχειρες που τα κρέμασαν επιμελώς στο σκοινί, λίγο πριν βουτήξουν στο κενό».
Και κάπου εκεί, αποφασίζω να κλείσω το βιβλίο φοβούμενη ότι η κατάσταση θα γίνει ακόμα χειρότερη. Και κάπου εκεί, συνειδητοποιώ ότι η Πατησιών με την Αχαρνών σχηματίζουν ένα παρόμοιο, εξίσου ανοιχτό παραλληλεπίπεδο, όπως εκείνο που σχηματίζουν η Στουρνάρη και η Ηπείρου. Και κάπου εκεί, τα δύο παραλληλεπίπεδα τεντώνουν τις πλευρές τους μέχρι η Στουρνάρη να συναντήσει την Πατησίων και η Ηπείρου να συναντήσει την Αχαρνών. Και κάπως έτσι, κάποια παραλληλεπίπεδα παύουν να μοιάζουν (τόσο) ξέφραγα και κάποιες γωνίες της ζωής μας παύουν να φαντάζουν (τόσο) ανέφικτες.