Χάρτης 93 - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-93/theatro/faidra
________
Π Ρ Ο Σ Ω Π Α
________
ΦΑΙΔΡΑ
ΠΕΔΡΟ, ο σύζυγός της
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ, γιος του Πέδρο και θετός γιος της Φαίδρας
ΕΥΣΤΑΘΙΑ, τροφός της Φαίδρας
ΜΑΡΣΕΛΟ, γιατρός, φίλος του Πέδρο
ΡΟΖΑ, η υπηρέτρια

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
Η Φαίδρα, πολύ αδύναμη, σχεδόν ετοιμοθάνατη, στηρίζεται στο μπράτσο της Ευσταθίας.
ΦΑΙΔΡΑ: Επιτέλους θα τελειώσει αυτό το μαρτύριο! Έρχεται η ώρα της ανάπαυσης!
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Μα, τι έκανες, κόρη μου;
ΦΑΙΔΡΑ: Δεν μπορούσα να συνεχίσω να ζω, δεν μπορούσα να ζω σε αυτή την κόλαση· εχθρότητα ανάμεσα σε πατέρα και γιο εξ αιτίας μου και πάνω απ’ όλα χωρίς τον Ιππόλυτο, χωρίς τον Ιππόλυτό μου! Όμως τώρα θα έρθει, ε; Τώρα θα έρθει να με δει να πεθαίνω, να μου δώσει το αποχαιρετιστήριο φιλί…, το τελευταίο… Όχι! Το πρώτο! Τώρα θα έρθει να με συγχωρήσει, έτσι δεν είναι, Ευσταθία;
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Ναι, τον έχουν καλέσει, και ο Πέδρο κατά βάθος ανυπομονεί να τον δει, και λαμβάνοντας υπόψιν την κατάστασή σου, έδωσε τη συναίνεσή του…
ΦΑΙΔΡΑ: Θα έρθει…, θα έρθει… Τώρα λυπάμαι γι’ αυτό που έκανα· τώρα θέλω να ζήσω, να ζήσω, να ζήσω, αλλά μαζί του, χωρίς αυτόν όχι! Πέθαινα…, δεν μπορούσα άλλο! Κάθε φορά που πήγαινα στο δωμάτιό του, άδειο τώρα πια από την παρουσία του, για να κλάψω εκεί απελπισμένη, πλάι στο κρεβάτι που κοιμόταν, σκιζόταν η καρδιά μου… Και έπειτα αυτός ο Μαρσέλο, αυτός ο απαίσιος Μαρσέλο…, το βλέμμα του με διαπερνούσε ως το βαθύτερο σημείο· ήταν ο φύλακας δαίμονάς μου, ο κατήγορός μου. Μάντεψε το μυστικό μου, το ξέρω, έπρεπε να το μαντέψει.
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Αυτό δεν είναι το χειρότερο.
ΦΑΙΔΡΑ: Και τώρα, αντιμέτωπη με τον θάνατο, θα μπορέσω να πω την αλήθεια, όλη την αλήθεια στον Πέδρο. Και αυτοί, πατέρας και γιος, θα ζήσουν ειρηνικά και χωρίς εμένα, με τον θάνατό μου. Θα θυμούνται αυτή τη θυσία μου; Μια τελευταία χάρη, Ευσταθία, θα μου την κάνεις;
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Λέγε.
ΦΑΙΔΡΑ: Όχι. Θα μου την κάνεις;
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Λέγε!
ΦΑΙΔΡΑ: Υποσχέσου μου!
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Το υπόσχομαι…
ΦΑΙΔΡΑ: Πάρε αυτό το γράμμα. Είναι η τελευταία μου εξομολόγηση, για το έγκλημά μου· είναι όλη η αλήθεια. Χωρίς αυτό η Παναγία, η Παναγία μου των Παθών, δεν θα με συγχωρήσει. Όταν εγώ θα έχω πεθάνει, αφού θα έχουν κλείσει αυτά τα μάτια και αυτό το στόμα ύστερα από το τελευταίο του φιλί, παράδωσε αυτό το γράμμα στον Πέδρο, στον πατέρα του. Θα του το παραδώσεις;
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Ναι!
ΦΑΙΔΡΑ: Μου το ορκίζεσαι;
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Σου το ορκίζομαι, αλλά…
ΦΑΙΔΡΑ: Αχ, όχι, όχι! Θέλω να ζήσω αγνή στη μνήμη του…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Αφού λοιπόν είναι έτσι…
ΦΑΙΔΡΑ: Έτσι· μόνο η αλήθεια εξαγνίζει. Η ψυχή μου δεν θα ξεκουραζόταν, θα πήγαινε στην κόλαση, αν ο Ιππόλυτος συνέχιζε να σηκώνει το βάρος της συκοφαντίας μου. Αφού θα έχω πεθάνει, δεν θέλω να καταχραστώ μία υπόληψη που δεν μου ανήκει. Θέλω να αγκαλιάζονται πατέρας και γιος στην ανάμνησή μου. Και τώρα ξαναθυμάμαι τη μητέρα μου…, πώς πέθανε;
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Άφησέ το!
ΦΑΙΔΡΑ: Ναι, πέθανε αγνή, δίνοντάς μου φιλιά. Κι εγώ θα πεθάνω αγνή επίσης. Μόνο η αλήθεια εξαγνίζει. Όλη η αλήθεια και μόνο η αλήθεια είναι καθαρή. Αν δεν παρουσιαστώ μαζί της, πώς θα με δεχτούν στον ουρανό και πώς θα με συγχωρήσουν που αμάρτησα πολύ γιατί αγάπησα πολύ; Δεν είναι αλήθεια, βάγια, ότι η Παναγία των Παθών και ο θείος γιος της θα με συγχωρήσουν;
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Αν πιστεύεις, εξομολογείσαι και μετανοείς…
ΦΑΙΔΡΑ: Ω, ναι, ναι, τώρα πιστεύω, τώρα μάλιστα πιστεύω και παραδέχομαι και ομολογώ το έγκλημά μου…, το τελευταίο πάνω απ’ όλα, αυτό του θανάτου μου. Συγχώρησέ με, Χριστέ μου, συγχώρησέ με! Χριστέ μου, δάσκαλε στην οδύνη, εσύ με την οδύνη μού έδωσες τη σωτήρια πίστη. Ποτέ δεν θα πίστευα ότι σε τόσο εύθραυστο σκεύος, όπως το σώμα μιας γυναίκας, θα χωρούσε τόσος πόνος χωρίς να το κομματιάσει.
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Αλλά αυτό που έκανες, Φαίδρα, αυτό είναι πολύ μεγάλη αμαρτία!
ΦΑΙΔΡΑ: Ναι, το ξέρω, αλλά πες μου, δεν είναι μια θυσία;
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Η θυσία θα ήταν να πεις την αλήθεια, όλη την αλήθεια.
ΦΑΙΔΡΑ: Χωρίς τον θάνατο; Όχι, δεν υπάρχει θυσία χωρίς θάνατο.
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Αλλά τον θάνατο ο Θεός τον…
ΦΑΙΔΡΑ: Ο Θεός μού τον στέλνει!
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Μην βλασφημάς, Φαίδρα!
ΦΑΙΔΡΑ: Ωχ, Χριστέ μου, είμαι ακόμα τρελή, τρελή· θεράπευσε με εσύ με τον θάνατο, εσύ που αφέθηκες να πεθάνεις στον σταυρό για να μας θεραπεύσεις…! Συγχώρα με! Και τώρα πάμε, ας μπούμε μέσα, θέλω να ξαπλώσω· δεν αντέχω άλλο να είμαι όρθια… Θα έρθει, ναι, θα έρθει!
Αποσύρεται στηριγμένη στο μπράτσο της Ευσταθίας.
ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
Ο Πέδρο και ο Μαρσέλο.
ΠΕΔΡΟ: [Μπαίνει με τον Μαρσέλο.] Επομένως…
ΜΑΡΣΕΛΟ: Αυτό είναι κάτι πολύ σοβαρό, πάρα πολύ σοβαρό. Ήδη από χτες φοβόμουν… Και σήμερα το πρωί χειρότερα! Φοβάμαι…
ΠΕΔΡΟ: Μέχρι και…
ΜΑΡΣΕΛΟ: Ναι, μέχρι και αυτό. Ήταν τρομερό, αιφνιδιαστικό…, δεν μπορώ να το εξηγήσω…, κάποια ύπουλη πάθηση…, μαράζι…
ΠΕΔΡΟ: Μεγάλο…
ΜΑΡΣΕΛΟ: Η καρδιά έχει διαλυθεί.
ΠΕΔΡΟ: Ναι, έχει διαλυθεί η καρδιά, αλλά, πες μου, σε παρακαλώ. Μαρσέλο, πες μου, ξέρεις κάτι;
ΜΑΡΣΕΛΟ: Για την ασθένειά της;
ΠΕΔΡΟ: Για αυτή της ψυχής της.
ΜΑΡΣΕΛΟ: Η ψυχή δεν είναι η ειδικότητά μου. Και για να σου πω την αλήθεια, δεν πιστεύω στην ύπαρξή της ούτε και στις ασθένειές της.
ΠΕΔΡΟ: Μα…
ΜΑΡΣΕΛΟ: Ας το αφήσουμε αυτό τώρα. Αυτό που επείγει είναι να προσπαθήσουμε να τη θεραπεύσουμε αν είναι δυνατόν και φοβάμαι πως δεν είναι· να την κρατήσουμε στη ζωή όσο μπορούμε, που θα είναι πολύ λίγο και κυρίως, και αυτό είναι το πιο σίγουρο, να μην υποφέρει.
Αυτή τη στιγμή βγαίνει από το δωμάτιο η Ευσταθία.
ΠΕΔΡΟ: Ναι, ναι, να μην υποφέρει καθόλου! [Στην Ευσταθία.] Πώς είναι;
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Χειροτερεύει.
ΜΑΡΣΕΛΟ: Ας μπούμε να τη δούμε.
Μπαίνουν.
ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ
Η Ευσταθία.
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Τελειώνει πια… Κακόμοιρη Φαίδρα! Εκεί οδηγούν αυτά τα πάθη! Ποτέ δεν θα πίστευα ότι είναι ικανή για τέτοιο πράγμα. Και δεν μπορώ να βγάλω απ’ το μυαλό μου τη μητέρα της και εκείνο τον φρικτό θάνατο. Φαίνεται ότι με εκείνο το φιλί, το μόνο που θυμάται από αυτήν, της μετέδωσε την ψυχή της και το πεπρωμένο της. Και αυτό το μενταγιόν, αυτό το μενταγιόν, τι μυστικά έχει ακούσει! Τι εξάψεις το έχουν ζεστάνει! Μου ζήτησε κι άλλο νερό [Καλεί.] και βγήκα να αναπνεύσω. Μοιάζει σαν να πεθαίνει από τη δίψα…, αυτή που κατακαίει. [Στη Ρόζα που εμφανίζεται.] Φέρε κι άλλο νερό, Ρόζα!
ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
Η Ευσταθία και η Ρόζα.
ΡΟΖΑ: Πώς τα πάει;
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Άσχημα, πολύ άσχημα, είναι χαμένη υπόθεση, Ρόζα.
ΡΟΖΑ: Αχ, Θεέ μου! Να πεθάνει έτσι, τόσο νέα, τόσο ξαφνικά, τόσο χωρίς νόημα… Και εκεί που θα γινόταν κουμπάρα στον γάμο μου…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Ποια; Η Φαίδρα;
ΡΟΖΑ: Ναι, μου το είχε υποσχεθεί, αν και στο τέλος έψαχνε δικαιολογίες και μου έλεγε ότι έχει κακό χέρι και ότι θα έφερνε δυστυχία στον γάμο μου.
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Είναι πιθανόν. Αλλά όπως βλέπεις, δεν θέλει ο ουρανός…
ΡΟΖΑ: Αυτό, αυτό σίγουρα μοιάζει να φέρνει δυστυχία…, κακός οιωνός… Κακόμοιρη κυρία Φαίδρα! Πάω για το νερό. [Από την πόρτα καθώς πάει να βγει.] Ήρθε…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Ποιος;
Η Ρόζα φεύγει.
ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ
Η Ευσταθία και ο Ιππόλυτος.
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: [Από την πόρτα.] Εγώ.
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Ω, Ιππόλυτε, πέρασε!
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Η Φαίδρα;
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Άσχημα, πολύ άσχημα, πεθαίνει και γρήγορα. Γι’ αυτό σε κάλεσαν.
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Πεθαίνει; Από τι;
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Από πάθος!
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Τι μοιραίος θάνατος! Δεν θα το πίστευα ποτέ. Εγώ, εγώ φταίω. [Περνάει η Ρόζα προς το δωμάτιο κρατώντας το νερό.] Εγώ…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Γιατί; Επειδή δεν παραδόθηκες;
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Ευσταθία…!
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Αχ, έλα.
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Όχι, αυτό ποτέ, ποτέ, ποτέ. Αλλά μήπως μπόρεσα και να διορθώσω την κατάσταση έγκαιρα. Πώς έζησα τόσο τυφλός; Πώς δεν το μάντεψα νωρίτερα; Τι αδέξιοι, τι άξεστοι που είμαστε οι άντρες!
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Λίγο…
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Βλέπουμε την άβυσσο μόνο όταν φτάσουμε στο χείλος της. Πώς μπόρεσα να ζήσω μαζί της τόσο τυφλός; Πώς δεν κατάλαβα τα φιλιά της;
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Γιατί υπάρχουν πράγματα που εσείς οι άντρες νομίζετε ότι σας αναλογούν εξ ορισμού και γι’ αυτό δεν τα προσέχετε. Ένας άντρας σπάνια αντιλαμβάνεται τις διαφορετικές αγάπες· είσαστε όλοι εγωιστές, ακόλαστοι από εγωισμό και από εγωισμό ενάρετοι…
ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ
Οι παραπάνω και η Ρόζα.
ΡΟΖΑ: [Βγαίνει κλαίγοντας.] Καημενούλα! Πόσο τη λυπάμαι! Με κάλεσε, μου δικαιολογήθηκε που δεν θα μπορέσει τελικά να με παντρέψει· «αν και σου το υποσχέθηκα», έλεγε…, σαν να ήταν δικό της το φταίξιμο… Και συμβουλές! Δεν θα έχω άλλη κυρία που να με αγαπάει πιο πολύ.
Φεύγει.
ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ
Η Ευσταθία και ο Ιππόλυτος.
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Ναι, η αρετή μου, μια τυφλή αρετή, ήταν εγωισμός. Νιώθοντας ακέραιος εγώ δεν κατάλαβα ότι εκείνη γινότανε κομμάτια… Κι ύστερα εκείνη η ζωή στην εξοχή όπου γύρευα ικανοποίηση για την υπέρμετρη ενέργειά μου…, αυτό με έκανε αδέξιο. Κι εγώ που θυμάμαι πως την είχα προτείνει και σε εκείνη προσκαλώντας την να έρθει μαζί μου, οι δυο μας μόνοι, στην εξοχή! Μήπως να ήταν καλύτερα, μήπως να το είχα διακρίνει ξεκάθαρα και πιο έγκαιρα… Όχι, δεν μου το συγχωρώ…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Είναι αργά πια…
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Πάντα είναι αργά. Καημένη μητέρα! Και θέλει να με δει πριν πεθάνει; Τι ίδιο κι εγώ. Για να της ζητήσω συγγνώμη για την αδεξιότητά μου, για την τυφλότητά μου, για την κυνηγετική μου αγριότητα που δεν αντιλήφθηκα πώς γινότανε κομμάτια και δεν την στήριξα έγκαιρα, πριν φτάσει η κατάσταση σε αδιέξοδο…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Και τώρα αυτό το τρομερό βήμα…· δεν ήξερε να περιμένει… Της έλεγα εγώ να περιμένει, πως ακόμα ήταν νέα, πως ήσασταν νέοι…
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Πάψε, πάψε! Ένας πατέρας δεν πεθαίνει ποτέ!
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Κοίτα, ο πατέρας σου είναι εκεί μέσα· στο δωμάτιο, με τον Μαρσέλο, και δεν είναι πρέπον να σε δει έτσι, τόσο ξαφνικά, αν βγει, χωρίς να έχει ειδοποιηθεί. Πήγαινε εκεί, στο γραφείο, και περίμενε. Κάποιος βγαίνει.
Ο Ιππόλυτος φεύγει.
ΣΚΗΝΗ ΟΓΔΟΗ
Η Ευσταθία και ο Μαρσέλο.
ΜΑΡΣΕΛΟ: [Βγαίνει.] Λοιπόν, κυρία, τώρα που είμαστε, όπως φαίνεται, μόνοι, εσείς πρέπει να ξέρετε την αλήθεια. Τι έχει συμβεί;
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Στενοχώριες…
ΜΑΡΣΕΛΟ: Οι στενοχώριες δεν σκοτώνουν έτσι. Χρειάζεται να μάθω την αλήθεια. Τι συνέβη;
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Ε… αυτό που υποθέτετε.
ΜΑΡΣΕΛΟ: Πήρε κάποια χάπια…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Τρία ή τέσσερα. Μα, για τον Θεό, κύριε Μαρσέλο…!
ΜΑΡΣΕΛΟ: Μην ανησυχείτε· ξέρω ποιο είναι το καθήκον μου σε κάθε περίπτωση. Και δεν ρωτάω τίποτα παραπάνω, γιατί τα υπόλοιπα… τα μαντεύω.
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Τι; Τι ακριβώς μαντεύετε;
ΜΑΡΣΕΛΟ: Γι’ αυτό είμαι γιατρός, κυρία. Και επίσης γνώρισα τη μητέρα της, τη μητέρα της Φαίδρας, γνώρισα την αδερφή της, κάτι ξέρω από οικογενειακή παράδοση από τη γιαγιά της…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Ας αφήσουμε τις παλιές ιστορίες…
ΜΑΡΣΕΛΟ: Ναι, ας τις αφήσουμε· όμως, κυρία, υπάρχουν πράγματα που μεταφέρονται με το αίμα…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Κύριε Μαρσέλο!
ΜΑΡΣΕΛΟ: Όχι, αφού δεν είπα τίποτα! Προσπάθησα πολύ να μεταπείσω τον καημένο τον Πέδρο, εφόσον από αυτό…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Ναι, από αυτό, τι χρειάστηκε να πείτε; Τι γίνεται τώρα;
ΜΑΡΣΕΛΟ: Τίποτα. Εκείνη μόνη της έκρινε τον εαυτό της!
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Ας μην την κρίνουμε εμείς, λοιπόν.
ΜΑΡΣΕΛΟ: Πράγματι· έκρινε τον εαυτό της, τον καταδίκασε, οφείλουμε να σεβαστούμε την αγιότητα μιας κατάστασης που έχει κριθεί. Κακόμοιρε, Πέδρο! Τέλος πάντων, πηγαίνω στο μεταξύ να δω έναν άλλο άρρωστο στα πέριξ· αν και εδώ δεν με χρειάζονται πια.
Φεύγει.
ΣΚΗΝΗ ΕΝΑΤΗ
Η Ευσταθία και ο Πέδρο.
ΠΕΔΡΟ: [Βγαίνει από το δωμάτιο.] Ζητάει να δει εσάς και…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Εκεί, στο γραφείο είναι.
ΠΕΔΡΟ: Ναι, λοιπόν, να έρθει…, να τη δει… [Η Ευσταθία πάει να βρει τον Ιππόλυτο.] Θεέ μου, δώσε μου δυνάμεις για να το αντέξω αυτό! Μου φτάνει η δική μου αδυναμία. Είμαι καταρρακωμένος. Δεν ξέρω αν είμαι ζωντανός…
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ
Η Ευσταθία, ο Πέδρο και ο Ιππόλυτος.
Μπαίνει ο Ιππόλυτος με την Ευσταθία και παραμένει κατηφής μπροστά στον πατέρα του που τον μετράει για μια στιγμή σιωπηλά με το βλέμμα του.
ΠΕΔΡΟ: Ξαναήρθες εδώ λοιπόν;
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Έστειλες να με καλέσουν…
ΠΕΔΡΟ: Εγώ όχι! Εκείνη…, εκείνη που τη σκότωσες! [Καλύπτει το πρόσωπό του.]
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Πατέρα, πατέρα, συγχώρησέ με!
ΠΕΔΡΟ: Συγγνώμη; Πήγαινε να τη ζητήσεις σε εκείνη! Και είναι εκείνη, εκείνη αυτή που λέει ότι σε κάλεσε για να σου ζητήσει να τη συγχωρήσεις… Να σου ζητήσει συγγνώμη εκείνη…! Βλέπε τι μεγάλη καρδιά έχει!
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Ναι, χρειάζομαι τη συγγνώμη της, επειδή έζησα τόσο τυφλός, επειδή δεν…
ΠΕΔΡΟ: Είναι πια αργά! Αλλά προτού είναι ακόμα πιο αργά, πήγαινε! Πήγαινε να σε συγχωρήσει, πήγαινε!
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Μαζί σου, πατέρα…
ΠΕΔΡΟ: Ε; Τι; Όχι! Μπες μέσα μόνος σου! Ή μήπως έπαψες να είσαι γιος μου; Να ιδωθείτε μόνοι σας, ο ένας απέναντι στον άλλο και απέναντι στον θάνατο… Δες το έργο σου σε ολόκληρη την ωμότητά του!
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Πατέρα!
ΠΕΔΡΟ: Σου είπα να μπεις μέσα!
Ο Ιππόλυτος μπαίνει.
ΣΚΗΝΗ ΕΝΔΕΚΑΤΗ
Ο Πέδρο και η Ευσταθία.
ΠΕΔΡΟ: Κι εγώ θέλω να πεθάνω, βάγια, και να πεθάνουμε όλοι! Για ποιο λόγο να συνεχίσουμε να ζούμε; Για ποιο λόγο έχω γεννηθεί; Κι έπειτα…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Έπειτα… τι;
ΠΕΔΡΟ: Τίποτα, πράγματα που ακούει κανείς μέσα του, υπαγορευμένα από τη φωνούλα ενός δαίμονα που μας ψιθυρίζει στα σκοτεινά, τότε που είμαστε μόνοι μας και δεν θέλουμε να ακούμε, δεν πρέπει να ακούμε…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Όχι, δεν πρέπει να τα ακούτε…
ΠΕΔΡΟ: Εσείς δεν ακούτε; Αυτοί οι λυγμοί μέσα! Τι να λένε;
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Πηγαίνετε να ακούσετε!
ΠΕΔΡΟ: Όχι, είναι ιερό! Τώρα κλαίει…, τώρα σιωπή…, τι σιωπή!
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: [Κατ’ ιδίαν.] Το τελευταίο φιλί…, το πρώτο!
ΣΚΗΝΗ ΔΩΔΕΚΑΤΗ
Οι παραπάνω και ο Ιππόλυτος.
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: [Βγαίνει καταβεβλημένος.] Σβήνει, πατέρα, και θέλει να σε αποχαιρετήσει.
ΠΕΔΡΟ: Τι, σε συγχώρησε;
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Ναι, και ο Θεός θα μας συγχωρήσει όλους!
ΠΕΔΡΟ: Φρικτή μετάνοια αυτή που σε περιμένει, φρικτή!
Μπαίνει στο δωμάτιο.
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΤΡΙΤΗ
Ο Ιππόλυτος και η Ευσταθία.
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Τι;
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Αυτό ξεπερνάει τις δυνάμεις μου· είναι πιο εύκολο να γρονθοκοπιέσαι με μια εξαγριωμένη αρκούδα. Πες μου, βάγια, τι ήταν αυτό;
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Γιε μου!
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Έλα, τι ήταν;
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Ε, αυτό που φαντάζεσαι…
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Τι φρίκη! Ναι, εγώ, εγώ τη σκότωσα με την τύφλα μου, εγώ! Καημένη μητέρα! Καημένη μητέρα!
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
Οι παραπάνω και ο Πέδρο.
ΠΕΔΡΟ: [Βγαίνει.] Ξεκουράστηκε τελικά. [Κάθεται και κλαίει με λυγμούς.] Όταν μπήκα σχεδόν δεν είχε δυνάμεις για να με κοιτάξει…, εκείνη η συγγνώμη εξάντλησε όσες της είχαν απομείνει…, ούτε καν μπόρεσε να μου δώσει το αποχαιρετιστήριο φιλί…, έμοιαζε σαν να μην με βλέπει…, κοίταζε δεν ξέρω πού… Έβγαλε μόνο μια κλωστίτσα φωνής για να μου πει δεν ξέρω για ποια τελευταία γραπτή εξομολόγηση που εσείς, βάγια…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Αυτό είναι για αργότερα…
ΠΕΔΡΟ: Όχι, τώρα, τώρα αμέσως!
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Μα πατέρα…
ΠΕΔΡΟ: Πατέρα; Ε; Τι συμβαίνει; Για να δούμε, τι συμβαίνει; Υπάρχουν κι άλλα μυστικά; Θα μάθω επιτέλους όλη την αλήθεια; [Πηγαίνει προς τον γιο του.]
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: [Μπαίνει στη μέση.] Όχι, όχι!, ας είναι! [Του παραδίδει το γράμμα που ο Πέδρο αρχίζει να διαβάζει.]
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: [Στην Ευσταθία.] Τι είναι αυτό;
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Η αλήθεια.
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Η αλήθεια; Όλη η αλήθεια;
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Ναι, η αλήθεια ολόκληρη.
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Ωχ…! [Προσπαθεί να πάει στον πατέρα του, αλλά σταματάει.] Μα, ναι, ναι! Τώρα χρειάζεται η αλήθεια, για αυτόν, για εμένα, για εκείνη, για να τη θυμόμαστε καλύτερα και για την ίδια την αλήθεια πάνω απ’ όλα!
ΠΕΔΡΟ: [Πηγαίνει στον Ιππόλυτο με το γράμμα στο χέρι.] Αυτό που λέει εδώ, γιε μου, τι είναι;
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Η αλήθεια!
ΠΕΔΡΟ: Όλη η αλήθεια;
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Ναι, όλη· η γυμνή αλήθεια, η μετά θάνατον αλήθεια.
ΠΕΔΡΟ: Και γιατί δεν μου την αποκάλυψες νωρίτερα, γιε μου;
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Ποιος; Εγώ; Εναντίον της; Εναντίον σου; Ενάντια στην ησυχία σου, στη γαλήνη σου και στην τιμή σου; Και γιατί; Μόνο για να αμυνθώ;
ΠΕΔΡΟ: Ναι, μπράβο σου! Είσαι ο γιος μου, γιος μου, από το αίμα μου! Αλλά πώς μπόρεσες να αφήσεις έτσι… Ωχ, όχι, όχι, όχι, είμαι τρελός, δεν ξέρω τι λέω…, δεν ξέρω αν είμαι νεκρός ή ζωντανός! Γιε μου! Γιε μου! Ο γιος μου!
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: [Πηγαίνει στην αγκαλιά του.] Πατέρα!
ΠΕΔΡΟ: [Ενώ τον αγκαλιάζει.] Παρ’ όλα αυτά ήταν μια οσιομάρτυρας! Ήξερε πώς να πεθάνει!
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Να ξέρουμε να ζούμε, πατέρα!
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Είχε δίκιο, είναι το πεπρωμένο!
Τ Ε Λ Ο Σ