Χάρτης 94 - ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-94/moysikh/o-thlimmenos-maestros-d
_____________________
ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ, ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ, ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ
_____________________
[ ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ και τελευταίο ]
ΣΑΣ ΕΛΕΓΑ για τα ξεκινήματά μου ως μαέστρου.
Το πρώτο μου ρεσιτάλ το είχα δώσει στο σπίτι του βιομήχανου Συρεγγέλα στο Κολωνάκι, στην οδό Κανάρη: ο Συρεγγέλας είχε μια κόρη που λίγα χρόνια αργότερα δολοφονήθηκε από τον Πέρση εραστή της. Εκείνη την ακόμη ανέφελη εποχή, που η Αθήνα είχε πεντακόσιες χιλιάδες κατοίκους, έκανα παρέα με τους τύπους που χαρακτηρίζονταν «Φίφτυ-φίφτυ τού», κι αυτή ήταν μια λαϊκή έκφραση που σατίριζε τον ελιτίστικο αυτόν κύκλο ― συχνά τους αποκαλούσαν και «ντιστανγκέ» ή «λιμοκοντόρους», να φανταστείτε! Τα μέλη λοιπόν του συλλόγου των «Φίφτυ- φίφτυ τού» ήσαν πενήντα δύο τον αριθμό. Οι ιδρυταί του συλλόγου διατηρούσαν έξι τιμητικές θέσεις για κάποια μέλη της βασιλικής οικογένειας. Μεγάλη μασονία! Έτσι έμεναν ακόμα σαράντα έξι θέσεις για κοινούς θνητούς, άνδρες και κομψές ή σεβαστές κυρίες, μεταξύ των οποίων συγκαταλέχθηκα κι εγώ. Μάλιστα, είχα την άδεια από τον Συρεγγέλα να δοκιμάζω τις πιανιστικές μου δεξιότητες μπροστά στον δάσκαλό μου τον Σκόκκο: αυτόν που πρώτος τόλμησε να δηλώσει δημοσίως ότι ο Σκαλκώτας ήταν σπουδαίος συνθέτης.
Στο σπίτι της Κοτοπούλη θυμάμαι νέους ανθρώπους να ονειροπολούν. Ρομαντική εποχή, δεν λέω. Όλοι έκαναν σχέδια, ακόμη και όσοι προέρχονταν από τους bas peuple, την πλέμπα, να πούμε. Όνειρα σημαντικά, συχνά ανέφικτα αλλά πάντα μεγαλεπήβολα. Δεν έφτανε όμως να ονειρεύεσαι. Όλα παρέμεναν στάσιμα και επαναλαμβάνονταν. Αυτός ο κόσμος εκειπέρα είχε τελειώσει: έπρεπε να ανακαλύψω νέους ορίζοντες.
Κι έτσι έφυγα για το Σάλτσμπουργκ. Και δεν θα το πιστέψετε: εκεί αισθάνθηκα σαν τον Ταμίνο στον «Μαγικό Αυλό», που πήγε στο κάστρο του Ζαράστρο για να βρει τον Ναό της Σοφίας. Έτσι κι εγώ, πήγα στο Σάλτσμπουργκ για να βρω τον «Ναό της Σοφίας», όμως δεν βρήκα καθόλου κάτι τέτοιο και φυσικά απογοητεύτηκα κι από αυτόν τον τόπο.
Τα υπόλοιπα σας τα έχω διηγηθεί: για το Μόναχο και για την παρότρυνση του Γεωργιάδη να επισκεφθώ τον Ορφ στο σπίτι του. Για το Αμβούργο και για τη μαγνητοφώνηση στο ράδιο της Σονάτας του Χίντεμιτ, για την πρώτη μου επαφή με το μικροφίλμ της παρτιτούρας για το Κοντσέρτο του Σκαλκώτα και για τον δύστροπο Σέρχεν.
Στην Ελλάδα επέστρεψα ―αλλά όχι οριστικά― το 1955. Η χώρα ήταν μουσικά υπανάπτυκτη, όμως υπήρχε εδώ πλούσιο υλικό: στην Ελλάδα αισθάνθηκα μια θερμή επαφή με τη ζωή, που ξεφύτρωνε μετά τον δραματικό Εμφύλιο.
Η πρώτη μου εμφάνιση ήταν η μαγνητοφώνηση του Κοντσέρτου του Σοπέν στην ΕΡΤ με τον Οικονομίδη. Σε μια μου εκτέλεση του Κοντσέρτου του Μπραμς γνώρισα και τον Μάνο Χατζιδάκι, που είχε ακούσει την ερμηνεία μου του Σοπέν και ενδιαφέρθηκε να μιλήσουμε.
Τι διαπίστωσα για τον Χατζιδάκι; Ότι δεν χρειαζόταν να πάει στα ωδεία, γιατί αυτός τα ωδεία δεν τα χρειαζόταν.
Και δεν ήταν ο μόνος: μαζί με την αδελφή μου την Πία πήγαμε σε μια συναυλία του Τσιτσάνη και ενθουσιαστήκαμε. Θα σας πω σε λίγο περισσότερα για την υπέροχη αδελφή μου...

ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ εγκαταστάθηκα το 1961. Το Μάντσεστερ είχε δέκα πλήρεις συμφωνικές ορχήστρες από ερασιτέχνες. Τα όμποε και τα φαγκότι τα έπαιζαν γιατροί, δικηγόροι και άλλοι επιτηδευματίες. Αυτές οι ορχήστρες, ξέρετε, ολοσχερώς εξαφανίστηκαν όταν βγήκε η τηλεόραση: η τηλεόραση ήταν θάνατος για τον μουσικό πολιτισμό.
Αρχικά για τρία χρόνια πήγα στην Αγγλία, αλλά τελικά κόλλησα στο Κολέγιο για είκοσι τρία ολόκληρα χρόνια.
Σε όλο αυτό το διάστημα, ως σολίστ παρουσίασα, δίπλα στο κλασικό και ρομαντικό ρεπερτόριο, έργα πολλών σύγχρονων συνθετών, όπως Σένμπεργκ, Σκαλκώτα, Χρήστου, Στραβίνσκι, Ορφ, Άλμπαν Μπεργκ, Βέμπερν, Ξενάκη, Τακεμίτσου και διάφορους νεότερους 'Άγγλους συνθέτες. Διηύθυνα έργα Σκαλκώτα και Χρήστου σε κατά τόπους πρώτες εκτελέσεις με τη Nothern Sinfonia και το Bach Festival Ensemble του Λονδίνου, με την ορχήστρα RAI του Μιλάνο, με τη Φιλαρμονική Kosice της Σλοβακίας στο Φεστιβάλ Αθηνών και με την Ορχήστρα της Ραδιοφωνίας της Δανίας. Το 1959 έπαιξα και τη «φωτεινή» μουσική του Μάνου Χατζιδάκι στο Λένινγκραντ, και επισκέφθηκα (όπως ήδη σας έχω διηγηθεί) τον Χάινριχ Νόιχαουζ.
Το 1992 ―ή μήπως ήταν το ’93;― διηύθυνα επτά διαφορετικά προγράμματα του κλασικού ρεπερτορίου στο Βερολίνο με την Sinfonie Orchester και το 1994 ξαναεπισκέφθηκα τη Ρωσία: αυτή τη φορά τη Μόσχα, όπου έπαιξα το «Πασχαλινό ορατόριο» του Μπαχ και πρωτοπαρουσίασα έργα του Σκαλκώτα.

ΔΕΝ ΣΑΣ ΜΙΛΗΣΑ όμως για το Χόρτο....
Το Χόρτο για μένα είναι πολύ σημαντικό!
Η αδελφή μου η Πία είχε ιδρύσει στο Χόρτο έναν θεσμό που καλλιεργούσε τη διδασκαλία της Τέχνης.
Από το 1983, λοιπόν, διηύθυνα το μουσικό τμήμα των ετήσιων σεμιναρίων στο Χόρτο όπου, συνδυάζοντας νέους μουσικούς από διάφορες χώρες της Ευρώπης με νέους Έλληνες μουσικούς, συγκρότησα συμφωνικές ορχήστρες με τις οποίες παρουσίασα το Γερμανικό Ρέκβιεμ του Μπραμς, τη Συμφωνία αρ. 13 «Baby Yar» του Σοστακόβιτς, τα Carmina Burana του Ορφ και το Cosi fan Tutte του Μότσαρτ σε δική μου ελληνική μετάφραση και ιδίως με επαναφορά του recitativo στην αρχική, θεμελιώδη του έννοια. Παρουσίασα επίσης μεταξύ άλλων την Περσεφόνη και τους Γάμους του Στραβίνσκι[1] σε πρώτη εκτέλεση στην Ελλάδα.
Η αδελφή μου, η Πία Χατζηνίκου-Αγγελίνη, γεννήθηκε στον Βόλο το 1920 [-2018]. Το βαφτιστικό της ήταν Καλλιόπη και από το υποκοριστικό Καλλιοπίτσα έγινε Πίτσα και από Πίτσα φτάσαμε να τη φωνάζουμε όλοι Πία. Ο πατέρας μας, ο Νικόλας Χατζηνίκος, ήταν γιος κτηματία από την Αργαλαστή: εκεί εξάσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου και είχε το παρατσούκλι «καραμέλας» γιατί ήταν γλυκομίλητος. Όμως έχασε την περιουσία του και πέθανε το 1937, αφήνοντάς μας στην ψάθα.
Πριν όμως συμβούν αυτά, η παιδική ηλικία της αδελφής μου εκτυλίχθηκε στον Βόλο μαζί με τη δική μου παιδική ηλικία, με αυστριακή γκουβερνάντα, τη «φροϊλάιν», όπως την αποκαλούσαμε. Ακόμη δεν είχαμε καλά καλά ακούσει τον ήχο της μουσικής, ούτε η Τέχνη είχε εγκατασταθεί για τα καλά στη ζωή μας.
Η Πία μετακόμισε στην Αθήνα το 1957 και έκανε δύο γάμους. Είναι μια γυναίκα που βασίζεται στο αλάνθαστο ένστικτό της. Με αυτοθυσία προσπάθησε να παροτρύνει πολλούς ανθρώπους να επικοινωνήσουν με την ουσία της Τέχνης. Ο καημός της είναι ότι δεν βρέθηκε ούτε ένας αξιωματούχος ή κυβερνητικός να την επαινέσει για τις προσπάθειές της. Όπου κι αν στράφηκε για να οργανώσει νέες εκδηλώσεις, βρήκε τις πόρτες κλειστές. Μεγάλο ζήτημα αυτό, αγαπητέ μου, κεφαλαιώδες: η θέση της γυναίκας στην Ελλάδα!
Η Πία άρχισε να συνειδητοποιεί το μειονέκτημα του να είσαι γυναίκα στον επιχειρηματικό κόσμο, για να μην αναφέρουμε ότι εργαζόταν εκτός της αιγίδας του Υπουργείου Πολιτισμού, και άρα δεν μπορούσε να πετύχει καμία συνεργασία. Κόντρα σε όλες τις αντιξοότητες συνέχισε μόνη της (ακόμη και σήμερα δεν έχει καμία βοήθεια!) και τα επόμενα χρόνια έφερε στην Ελλάδα διάσημα κουαρτέτα εγχόρδων, σολίστες όπως τον Ροστροπόβιτς, την Κρατική Όπερα της Στουτγάρδης με έργα Wagner και Oρφ (μάλιστα ήρθε και ο ίδιος ο Oρφ), τη Βασιλική Όπερα και το Μπαλέτο του Covent Garden, την Κρατική Όπερα της Πράγας, τον Benjamin Britten, το Μπαλέτο Paul Taylor, τη Συμφωνική Ορχήστρα της Ραδιοφωνίας του Μιλάνου (RAI), τη Συμφωνική Ορχήστρα SWR (Γερμανία) με τον Στοκχάουζεν, το Living Theater, το Murray Dance Theater του Alvin Nikolai, το Royal Winnipeg Ballet (Καναδάς), το Βασιλικό Μπαλέτο της Δανίας, το Μπαλέτο της Όπερας της Βιέννης, το Μητροπολιτικό Χοροθέατρο της Σεούλ το 1988 με την εκεί Ολυμπιάδα, τον Charles Aznavour, το Μπαλέτο του Ρολάν Πετί, ένα σύνολο Ινδικού Κλασικού Χορού, το Μαύρο Θέατρο της Πράγας, το ιαπωνικό κρατικό θέατρο Noh Kanzekai, τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου, τους Virtuosi di Roma με τον Renato Fasano, τις μαριονέτες του Σάλτσμπουργκ και ένα σωρό άλλους.
Επιπλέον, οργάνωσε περιοδεία του Θεάτρου Τέχνης του Κάρολου Κουν στη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Πολωνία και τη Σοβιετική Ένωση. Ενθάρρυνε τη χορεύτρια και χορογράφο Ζουζού Νικολούδη να δημιουργήσει το χορευτικό συγκρότημα «Χορίκα», οργάνωσε πολλές συναυλίες για τη Μικρή Ορχήστρα Αθηνών, στο πλαίσιο των οποίων ανέβασε και την πρώτη παράσταση του «Άξιον Εστί» του Ελύτη με μουσική του Μίκη Θεοδωράκη και σολίστ τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.
Είναι σπουδαία η Πία!
Πρέπει όμως να σας πω και για τις άλλες γυναίκες της ζωής μου...

Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ η Ευτέρπη, το γένος Λαζαρίνου, ήταν απόγονος του Μιαούλη και είχε ταλέντο στη μουσική και στο πιάνο. Πέθανε όταν εργαζόμουν στο Κολέγιο, ζώντας πλέον μόνιμα στην Αγγλία. Στο μεταξύ είχε γυρίσει και έμενε με την Πία στην Αθήνα. Μου τηλεφώνησε, αλλά ήταν πολύ δύσκολο να γυρίσω στην Αθήνα εκείνη την εποχή.
Από τον θάνατό της μέχρι σήμερα συνεχίζω να ζω στο Μάντσεστερ, όπου έχω τα πάντα. Νότες, πάρτες, πιάνο με ουρά, τα πάντα. Μάλιστα μου λέει ο γιος μου ο Νικολός (δεν σας είπα για τον Νικολό!) να κάνουμε μια φορτωτική για Ελλάδα, να πουλήσουμε ένα κτήμα που έχω στο Χόρτο, όμως λόγω κρίσης τώρα δεν πουλιέται τίποτε εδώ στην Ελλάδα. Στο Μάντσεστερ είμαι στο ενοικιοστάσιο, είναι μια «τακτοποίηση» προσωρινή, βέβαια. Γι’ αυτό το φταίξιμο το ρίχνω στη μακαρίτισσα τη σύζυγό μου, που ήθελε να νιώθει προσωρινή, και δεν με άφησε να αγοράσω το διαμέρισμά μας με mortgage!
Η Τίνα, ξέρετε, είχε λάβει μέρος με τα σήματα Μορς στην Αυστραλία ― για τα αεροπλάνα ήταν υπεύθυνη, ως μόνιμη πολιτική υπάλληλος της Αεροπορίας. Μάλιστα είχε σώσει μερικούς αεροπόρους, καθοδηγώντας τους. Ήταν η ειδικότητά της τα σήματα Μορς για αεροπλάνα, και μάλιστα θα ΄πρεπε να είχε πάρει και σύνταξη από την Αυστραλία, αλλά ο αδελφός της δεν της το είχε πει εγκαίρως, και απληροφόρητη όπως ήταν την έχασε τη σύνταξη.
Κι ενώ εγώ είχα «κλείσει» στην τράπεζα τη μισή μου σύνταξη, για να την εξασφαλίσω, έμεινα κι εγώ στο τέλος με «κολοβή» σύνταξη. Και είχα πληρώσει και πολλά λεφτά, γιατί δεν ήμουν σε πλήρη υγεία. Μα και από το Ελληνικό Κράτος δεν παίρνω πεντάρα. Όσο για το Κολέγιο, στην Αγγλία αντιμετώπιζα τη ζήλεια ενός συναδέλφου, που επηρέαζε τον Διευθυντή, και μαζί μού έκαναν πόλεμο, και δεν μου έδωσαν ποτέ το sabbatical που δικαιούμουν, δηλαδή μια χρονιά να μπορώ να φύγω από τη δουλειά μου έστω και για δύο μέρες. Και για μια μαγνητοφώνηση που ήθελα να κάνω, μετά από μια καριέρα είκοσι επτά χρόνων στο Κολέγιο, αναγκάστηκα και αυτήν να την πληρώσω. Αφήστε, δραματική ιστορία αυτή με τους Εγγλέζους!
Αυτό που με συνέδεε ―ευτυχώς― με το Κολέγιο ήταν οι μαθητές μου: ωστόσο, και αυτοί ακόμη έχουν μεγάλη πικρία. Υπήρξαν δύο μαθήτριές μου που τους αρνήθηκαν το πτυχίο, στα πλαίσια του «πολέμου» που μου είχαν κηρύξει. Και δεν ήταν τόσο ο διευθυντής του Κολεγίου, όσο ένας μυστικοσύμβουλός του, ένας πραγματικός Ιάγος. Πάνω απ’όλα όμως σε αυτό συνέβαλε ο ρατσισμός τους για το γεγονός ότι ήμουν μετανάστης.

ΝΑ ΜΗΝ ΣΑΣ ΖΑΛΙΖΩ όμως με τους καημούς μου! Θέλω να σας μιλήσω για την Τίνα.
Η σύζυγός μου ―η κυρία που σας έλεγα πως γνώρισα στην Αγγλία τη δεκαετία του ’60, στην Πανσιόν της Κυρά Κατίνας― ήταν που εδραίωσε και τη σχέση μου με τα Κύθηρα. Η Τίνα ήταν το γένος Κρίθαρη, δηλαδή Κυθήρια εκ καταγωγής. Όπως αντιλαμβάνεστε, για δεκαετίες ολόκληρες δεν παρέλειπα να κατεβαίνω κάθε Ιούλιο στο νησί, όπου διατηρούσα σπίτι δίπλα στην θάλασσα, για να κάνω τα μπάνια μου. Με τα χρόνια ανέπτυξα σχέσεις με κάποια άτομα που έμεναν μόνιμα εκεί και ήμουν γνωστός στην τοπική κοινωνία, ως ένας διεθνούς φήμης μουσικός.
Ένας πολύ καλός μου φίλος από το νησί ήταν και ο Ολλανδός μηχανικός ―αλλά και ικανότατος πιανίστας― Γιώργος Κόκσμα, που ήλθε στα Κύθηρα το 1963 ως απεσταλμένος του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών για να βοηθήσει στη δημιουργία υποδομών, και τελικά εγκαταστάθηκε εκεί μόνιμα. Στο σπίτι του, χτισμένο έξω από το χωριό, στην πλαγιά ενός λόφου με θέα την θάλασσα, διατηρούσε και ένα πιάνο με ουρά.
Πρέπει να ήταν προς το τέλος της δεκαετίας του ΄60 όταν ο πεθερός μου έτυχε να μιλήσει στον Κόκσμα για μένα, λέγοντάς του ότι ήμουν σπουδαίος μουσικός και ότι έπρεπε να με γνωρίσει. Έτσι, όταν γνωριστήκαμε το καλοκαίρι, του εκμυστηρεύτηκα ότι δεν μπορούσα να μένω όσο θα ήθελα στο νησί, επειδή δεν υπήρχε πιάνο όπου θα μπορούσα να μελετάω. Ο Κόκσμα προσφέρθηκε να με βοηθήσει, δίνοντας μου τη δυνατότητα να πηγαίνω να μελετώ στο δικό του πιάνο, στο σπίτι πάνω στον λόφο.
Με φαντάζεστε, να ανηφορίζω τον λόφο με τις παρτιτούρες υπό μάλης;
«Κατασκοπεύοντας» τη μελέτη μου, από το διπλανό δωμάτιο, ο Κόκσμα στην αρχή δεν εντυπωσιάστηκε καθόλου. Εγκλωβισμένος όπως ήμουν στο νησί, δεν είχα παίξει για κάμποσο καιρό. Όσο όμως περνούσαν οι ώρες και «ζεσταινόμουν», τόσο αποκαλύπτονταν σιγά σιγά στον Κόκσμα το ταλέντο μου, κι εκείνος δεν παρέλειπε να εκφράζει τον απόλυτο θαυμασμό του και την έκπληξή του βεβαίως, που είχε μια τέτοια εμπειρία στα απομακρυσμένα και υπανάπτυκτα τότε Κύθηρα.
Σας έλεγα όμως για την Τίνα.
Η Τίνα είχε προσπαθήσει παλαιότερα να έλθει στην Αγγλία μόνιμα, επιστρατεύοντας μια συστατική επιστολή από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό της Αυστραλίας, αλλά τότε ήταν πάρα πολύ δύσκολο να εγκατασταθείς στην Αγγλία προερχόμενος από ξένη χώρα. Το συστατικό αυτό γράμμα «Να την βοηθήσουν…» από τον Πρωθυπουργό της Αυστραλίας χρησιμοποιήθηκε για να βοηθηθεί και άλλη μια οικογένεια στην εγκατάστασή της στη Μεγάλη Βρετανία. Η κόρη της οικογένειας ζει ακόμη, μάλιστα μίλησα μαζί της, αλλά τους επίλοιπους δεν τους έχω συναντήσει ποτέ.
Έβηχε, έβηχε συνέχεια αυτή η γυναίκα. Της είχα πει να κοιταχτεί σε γιατρό, γιατί είχε πόνους στην πλάτη της. Την είχα πάει σε ένα γιατρό ειδικό, που της είχε δώσει μια θεραπεία. Εκείνη ακολούθησε τη θεραπεία και ο γιατρός της έγραψε «εγώ αυτό μπορούσα να κάνω, τίποτε παραπάνω». Δεν ήταν αυχενικό ακριβώς και ο γιατρός κάτι υποψιάστηκε, αλλά η Τίνα έπρεπε να πάρει χρυσό μετάλλιο του Benson & Hedges, γιατί κάπνιζε συνέχεια, σαν φουγάρο! Να σκεφτείτε ότι ο γιος μου ο Νικολός δεν άγγιξε ποτέ του το τσιγάρο, από φόβο και από αντίδραση.
Η γυναίκα μου αποφάσισε να πάρει τη ζωή της. Είχε αφήσει σημείωμα προτού αυτοκτονήσει, όπου έγραφε: «σας αφήνω γιατί πονώ πολύ, δεν θέλω να σας είμαι βάρος».
Καθώς λοιπόν ετοίμαζα, στο Χόρτο, την όπερα «Μαγικός Αυλός» του Μότσαρτ, μου τηλεφωνούν από την Αργαλαστή ― ήταν μια ανδρική φωνή ξερή και άχρωμη:
«Είστε ο κύριος Χατζηνίκος; Από την Αγγλία;»
«Μάλιστα», λέω εγώ.
«Και...έχετε μια σύζυγο;»
«Ναι», λέω απορημένος.
«Πέθανε», μου λένε. Έτσι, ωμά.
Έχασα το χρώμα μου.
Το ίδιο απόγευμα έφυγα σαν σφαίρα. Εκείνη είχε λάβει το γράμμα το απολογητικό του γιατρού που άνοιγε προοπτικές για μια θεραπεία αλλά έλεγε τα πράγματα με το όνομά τους. Και τότε πήρε ένα ναρκωτικό σε μείγμα και το ήπιε σε υπερβολική δόση. Από παρεννόηση της επιστολής του γιατρού θεώρησε πως δεν είχε ελπίδα. Μάλιστα η φίλη μου στην Αγγλία, της οποίας τον γιο τον είχα αφήσει να φροντίζει τη σύζυγό μου, επισκεπτόταν τακτικά ένα νοσοκομείο, καθώς και την αδελφή της (και έπρεπε πάντα να παίρνω τηλέφωνο υπεραστικό στην Αυστραλία για να μαθαίνω αν ζει και πώς είναι).
Ο θάνατος της γυναίκας μου συνέβη παράλληλα με τις πρόβες μου για την όπερα, οπότε αναγκάστηκα να γυρίσω στο Χόρτο άρον άρον και να μαζέψω τις δυνάμεις μου να συνεχίσω πρόβες.
Όταν ο γιος μου ο Νικολός ήρθε να δει χωρίς να ξέρει τίποτε για όσα συνέβησαν, με ρώτησε:
«Τι έχεις; Κάτι συμβαίνει, δεν μου το βγάζεις από το μυαλό!»
Τι να έκανα; Με στρίμωχνε με την ερώτησή του. Και έτσι αναγκάστηκα να του ανακοινώσω τον θάνατο της μητέρας του.
Ευτυχώς στην Αγγλία έχουν το κρεματόριο. Πήρα, κατόπιν, τις στάχ
τες της, τις έφερα εδώ, όπως το επιθυμούσε, για να ταφεί στα Κύθηρα, στον τόπο απ’ όπου καταγόταν ο πατέρας της.
Τότε η Αυστραλία βρισκόταν σε ένα έξοχο μουσικό επίπεδο. Η σύζυγός μου είχε μια φίλη στην Αυστραλία που πήγε να τη συναντήσει (οι γονείς της είχαν πεθάνει και οι δύο). Με είχαν καλέσει ήδη στην Αυστραλία όσο ακόμα ζούσε η πεθερά μου, και τυπικά είχα το δικαίωμα να πάρω sabbatical από το Κολέγιο και να πάω εκεί να διευθύνω τα «Carmina Burana» για μια βδομάδα.
Έλα όμως που το sabbatical δεν μου το έδωσαν τελικά και απουσίασα στην πιο τραγική της στιγμή.
Παραλίγο κάποτε να μεταναστεύσω στο Σίδνεϊ, όπου υπήρχαν Έλληνες μουσικολόγοι, τώρα πια όμως, και στην ηλικία όπου βρίσκομαι, κανείς δεν βρίσκεται να με καλέσει, αλλά ούτε και θα το αποτολμούσα είκοσι ώρες ταξίδι.

ΤΟ
2006 ΗΤΑΝ ΕΤΟΙΜΟ το δοκίμιό μου Logic and foundations of musical interpretation. Τότε ο Γιόχαν Νέπομουκ Ντάβιντ, ηγούμενος μιας cantorei, δηλαδή μιας αυτοσχέδιας τραγουδιστικής ομάδας, διέκρινε τη βαρύτητα του κουαρτέτου εγχόρδων που είχε εισηγηθεί στην Ελλάδα ο Θεόδωρος Βαβαγιάννης: ο εν λόγω μαέστρος είχε φέρει τέσσερα νέα παιδιά από τις σπουδές τους στην Αυστρία, για να τους καθιερώσει ως το πρώτο κουαρτέτο, τη γέφυρα, δηλαδή, ανάμεσα στη φωνή και την ορχήστρα. Ήταν η εποχή όπου στην αθηναϊκή μουσική σκηνή κυριαρχούσαν ο Πονηρίδης, ο Βάρβογλης και ο Καλομοίρης.
Αυτές οι μορφές με έχουν στοιχειώσει.
Κλείνοντας ―έχει πάει και αργά― θεωρώ απαραίτητο να σας πω δυο πράγματα για την εκτέλεση της μουσικής...
Και να σας εξηγήσω γιατί, όταν μπήκε η μουσική στην καρδιά μου, βγήκε οριστικά από την καρδιά μου η χώρα μου.
Για να προχωρήσει κανείς στην εκτέλεση πρέπει να έχει περάσει από το στάδιο της εσωτερικής μελέτης, πρέπει να μάθει πως όλα ξεκινούν από ένα εσωτερικό ‘levare’ προτού προχωρήσεις στην εκτέλεση και την ερμηνεία.
Σκεφτείτε μια αυλή, λαϊκή αυλή, στον Βόλο των αρχών του εικοστού αιώνα.
Μπορείτε να το κάνετε εικόνα;
Μπορείτε να μυρίσετε τις γαρδένιες και το φούλι, την αρμπαρόρριζα, τον δυόσμο και τη μαντζουράνα;
Είναι μια λαϊκή, φτωχική αυλή, πλούσια σε αρώματα.
Προσπαθήστε, τώρα, να κλείσετε τα μάτια σας και να ακούσετε τον ήχο που θα σας πω.
Προσπαθήστε να ακούσετε το μικρό τρενάκι, το «Κέκο ντιρντάχ» που σας έλεγα, το τρενάκι που σε πήγαινε στις Μηλιές του Πηλίου.
Φτάνει στ’αυτιά σας ο ήχος από το κουδουνάκι του;
Μπράβο.
Ενός λεπτού σιγή τώρα. Μαζί θα την τηρήσουμε.
[...]
Αυτό μόνο. Ανοίξτε τώρα τα μάτια σας.
Φυσικά δεν μείνατε στην Ελλάδα, είμαι σίγουρος γι’αυτό! Με τη φαντασία σας ταξιδέψατε πολύ μακριά! Δεν μείνατε στον Βόλο, δεν μείνατε στα Κύθηρα, δεν μείνατε στην Αρκαδία... πετάξατε, έτσι δεν είναι;
Α, μπράβο!
Ε, αυτό ακριβώς έπαθα κι εγώ: στην Ελλάδα ονειρεύτηκα να γίνω οδηγός ατμομηχανής, και στο τέλος αναχώρησα οριστικά με το τρένο. Η Ελλάδα δεν έγινε ποτέ η χώρα της ψυχής μου, όπως δεν έγινε ποτέ και η χώρα της ψυχής του Ξενάκη. Η Ελλάδα δεν με κατάλαβε ποτέ. Και στον τομέα των ανθρώπινων σχέσεων δεν νομίζω ποτέ να διέπρεψα, όπως διέπρεψα στη μουσική.
Δεν είναι ότι είμαι επηρμένος, όπως ίσως σκεφτήκατε ― και με το δίκιο σας, όμως η διαδρομή που έκανα ήταν πολύ σημαντική. Πήρε φόρα η ατμομηχανή και με πήγε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Και τίποτε στη ζωή μου δεν υπήρξε τυχαίο, γιατί ―να ξέρετε― όλα είναι αλληγορικά στη ζωή. Και η ζωή η ίδια.
Και τώρα σκεφτείτε, εσείς που είστε νέος κι έχετε μπροστά σας πολλά ακόμα να δείτε: τι είναι η κλασική μουσική;
Και ποιοι είναι αρμόδιοι να εκτελούν έργα κλασικής μουσικής;
Μια παγκόσμια λαϊκή μουσική είναι η κλασική μουσική, φίλε μου! Που την εκτελούν εμπειροτέχνες. Είναι πολύ απλό.
Κοιτάξτε, όμως.
Σήμερα δεν υπάρχουν πια εκτελέσεις, oύτε repetiteurs!
Σας υπενθυμίζω τον Ρίχτερ, που επέμενε να παίζει σε σκοτεινές αίθουσες, με μόνο μία μικρή λάμπα για να φωτίζεται η παρτιτούρα.
Για να μην αποσπάται το κοινό από την εκτέλεση.
Σήμερα δεν υπάρχουν πια Ρίχτερ ― υπάρχουν μόνο επαναλήψεις.
Δεν λέω να σηκώνονται οι μουσικοί και να ουρλιάζουν, σαν τους πρωτόγονους ανθρώπους που φοβούνταν μήπως δεν έρθει ποτέ το ξημέρωμα. Δεν λέω αυτό, αυτό είναι υπερβολή.
Και δεν πιστεύω πως υπάρχει η παραμικρή ιερότητα στη μουσική. Ιερές είναι μόνο οι ανθρώπινες σχέσεις.
Αυτό που λέω είναι ότι μια σωστή εκτέλεση πρέπει να χτίζεται κάθε φορά από την αρχή. Όπως και μια σωστή ανθρώπινη σχέση.
Πάρτε, για παράδειγμα, την τελευταία σονάτα του Χάιντν. Ακουμπάς τα δάχτυλα στο πιάνο. Πολύ διστακτικά ξεκινάς, σαν να αναπνέεις τον πρωινό αέρα από το παράθυρό σου και σαν να λες ένα «ευχαριστώ» στη φύση.
Όταν ένα κομμάτι, μια σπουδή, οτιδήποτε, φτάνει στα ύψη, δεν υπάρχει διαφορά ως προς την εσωτερική ανάταση.
Σας μιλώ για το συναίσθημα που ζωογονεί τον άνθρωπο, και που γεννιέται από μια σπίθα. Μια ελάχιστη, τόση δα μικρούλα σπίθα, που κρύβεται κάτω από τη στάχτη που τα σκεπάζει όλα.
Γιατί όλα, τα πάντα, αγαπητέ μου (και λυπάμαι που έφτασα στα βαθιά γεράματα για να το ανακαλύψω) δεν είναι παρά στάχτη και μπούρμπερη...

1. Η «Περσεφόνη» (1934) και οι «Γάμοι» (1923) είναι δύο από τα πιο εμβληματικά έργα του Ιγκόρ Στραβίνσκι, τα οποία αποκαλύπτουν τις δύο όψεις του μεγάλου συνθέτη: τη νεοκλασική σύνδεση με την αρχαία Ελλάδα και την ανεπεξέργαστη, λαϊκή απλότητα της ρωσικής παράδοσης. Μετά την ερμηνεία του του Στραβίνσκι, και σε αναγνώριση της προσφοράς του Χατζηνίκου στην ευρωπαϊκή μουσική, το ιταλικό πανεπιστήμιο της Παβίας τού απένειμε το 1990 το μετάλλιο Maria-Teresa Ugo Foscolo. Το φθινόπωρο του 1993 ο μαέστρος συγκρότησε, σε ένα δίμηνο σεμινάριο του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αθηναίων, μια συμφωνική ορχήστρα με νέους σπουδαστές οι οποίοι, αφού μελέτησαν 10 συμφωνίες παρουσίασαν σε δημόσια συμφωνική συναυλία το ένα από τα δύο πλήρη συμφωνικά προγράμματα που εκείνος είχε προπαρασκευάσει. Συνέχισε, παράλληλα, τα διεθνή σεμινάρια, που τον έφεραν, μεταξύ άλλων, στην Ισλανδία, τη Βραζιλία, την Ισπανία, την Ινδία και τις ΗΠΑ όπου έριξε φως σε άγνωστες ή παραμελημένες πτυχές της μουσικής ερμηνείας, σε έργα που καλύπτουν τη μουσική φιλολογία από τον 18ο αιώνα μέχρι και σήμερα. Εκτός από δάσκαλος, ο Χατζηνίκος ακολούθησε μια μεγάλη καριέρα σολίστα και μαέστρου με εμφανίσεις σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες, καθώς και στη Σοβιετική Ένωση, Ινδία, Βόρειο και Νότιο Αμερική, και Αφρική. Συνεργάστηκε με κορυφαίες ορχήστρες, μεταξύ των οποίων με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου, τη Συμφωνική Ορχήστρα του BBC, την Τόνχαλε της Ζυρίχης και τις ραδιοφωνίες της Γαλλίας, του Αμβούργου και της Βιέννης. Στην Ελλάδα έπαιξε ως σολίστ με όλες τις σπουδαίες ορχήστρεςς (Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, Ορχήστρα της ΕΡΤ) υπό τη διεύθυνση μυθικών μαέστρων όπως οι Σέρχεν, Ντοράτι, Μπαρμπιρόλι, Μπουρ, και των συμπατριωτών του Μιλτιάδη Καρύδη, Δημήτρη Χωραφά, Ανδρέα Παρίδη και Σόλωνα Μιχαηλίδη. Ως σολίστας παρουσίαζε τα κυριότερα Κοντσέρτα του ρεπερτορίου, μεταξύ άλλων, των Μπραμς, Λιστ, Σούμαν, Μπετόβεν, Χατσατουριάν, Τσαϊκόφσκι, Ραχμάνινοφ, Μπάρτοκ, Σοπέν, Σένμπεργκ, Φρανκ και Ραβέλ.