Χάρτης 95 - ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-95/biblia/sfaktiria

Θυμάμαι πολλές φορές τον Δημήτρη Κοσμόπουλο, όταν συνέτρωγα και συνέπινα μαζί του, να ζητάει λαδόκολλες, που του τις έφερναν εκθύμως τα γκαρσόνια, τυλιγμένες μ΄ ένα λαστιχάκι σαν αρχαία ειλητάρια.
Αυτές τις λαδόκολλες τις γέμιζε αργότερα με μια βυζαντινή καλλιγραφία.
Τα τέτοια χούγια της γραφής έχουν κάτι το μυθικό. Θυμίζουν τα περίφημα κουτιά σιγαρέτων του Αντωνίου μα και την επίσης βυζαντινή καλλιγραφία του Ρίτσου. Είναι και μια πράξη αντίστασης στην αποχαύνωση αυτών που ζουν και γράφουν προσκολλημένοι σε μιαν οθόνη υπολογιστή.
Σ’ αυτές τις λαδόκολλες απαρτίστηκε ―εικάζουμε― ένα πλούσιο σε ποσότητα και αξιόλογο σε ποσότητα έργο, και πρωτογενές και μεταφραστικό, που μόνον ένα μέρος του έχει εκδοθεί.
Με την Σφακτηρία έρχεται στο φως το καλύτερο ίσως έργο του Κοσμόπουλου. Μαζί με το Έθνος εξαιρετικά και την εισέτι ανέκδοτη Μηχανή του Τηλεμάχου συναπαρτίζει την τριλογία του νόστου και της ιθαγένειας. Μολονότι δεν ασχολούμαι με την παρουσίαση σύγχρονων λογοτεχνικών βιβλίων, εδώ θα κάνω μιαν εξαίρεση, γιατί και τα τρία αυτά έργα μου δίνουν την αφορμή να μιλήσω για διαχρονικά ζητήματα του έλληνος λόγου.
Για το Έθνος εξαιρετικά ισχύει ό τι γράφει ο Ελύτης για τον Παπαδιαμάντη: «Σε μια στιγμή που ―όπως δείχνουν τα πρώτα του έργα― παλεύει με τις σκιές , εντελώς ξαφνικά, σε μιαν ηλικία σχετικά προχωρημένη, συνειδητοποιεί πως κρατάει στα χέρια του καθαρές μονάδες― θέλω να πω μορφές λαξευμένες από τους ανέμους και ακατάλυτες καθώς οι βράχοι».
Βέβαια, το έργο του Κοσμόπουλου εξ αρχής κατοικούνταν από τέτοιες μονάδες (βλέπε το «Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού»). Εδώ όμως οι μορφές των ανθρώπων αιθριάζουν περισσότερο, φωτισμένες από ένα φως έξω απ’ τον χρόνο. Αυτές οι μορφές είναι οι τελευταίοι πολεμιστές της μικρασιατικής εκστρατείας, που ο Κοσμόπουλος τους γνώρισε παιδί.
Μιλήσαμε για σπουδές ιθαγένειας. Ας ξεκαθαρίσουμε απ’ την αρχή πως πατρίδα είναι τρία πράγματα: η γλώσσα, ο τόπος κι οι άνθρωποι. Πατρίδα είναι ακόμη κι πνευματική παράδοση του τόπου, ο αρχαίος μύθος κι ο Χριστιανισμός. Αν και τα στενά λατρευτικά ποιήματα απουσιάζουν από τη Σφακτηρία, η Ορθοδοξία παραμένει το μόνιμο πνευματικό υπόβαθρο της ποίησης του Κ. Οι αναφορές στον αρχαίο μύθο δεν λείπουν, είναι όμως διακριτικές. Όσο για την γλώσσα, αυτή ―και εδώ― παρουσιάζει σπάνια δαψίλεια. Προτείνω στον αναγνώστη να φτιάξει έναν κατάλογο αγαπημένων λέξεων, παρμένων από αυτό έργο.
Στην Σφακτηρία από αυτή την τετραπλή πατρίδα, κυριαρχεί ο υλικός τόπος, που όμως σωματοποιείται και ψυχοποιείται, καθώς κυοφορεί και εισδέχεται τα θαύματα των μύθων. Τόπος είναι οι ακτές, οι θάλασσες, τα βότσαλα, όλα αυτά μέσα στον κύκλο των ημερών ―νύχτες, αυγές, μεσημέρια, σούρουπα― και των εποχών ― κυρίως καλοκαίρι και φθινόπωρο. Ας αναφέρω δίκην επικεφαλίδων τα βασικά θέματα. Τόπος και καιρός. Τόπος άλλοτε πυρπολημένος απ’ τον ήλιο κι άλλοτε μαστιγωμένος από καταιγίδες. Ο τόπος και τα πλάσματά του: δέντρα, πουλιά, ζώα. Κι η θλίψη, όταν ο τόπος μαχαιρώνεται μέσα στα πλάσματά του -που είναι και τα πιο ευάλωτα.
Με τα σεληνιακά ποιήματα η αναδίφηση των ριζών μετατοπίζεται, κατ’ αντιστροφήν, στον ουρανό. Αυτή η ενότητα είναι απ’ τις καλύτερες του βιβλίου. Αναρωτιέται ο λυρικά σεληνιασμένος:
Την ομορφιά σου πως ν΄ αντέξω, πανδαμάτειρα Σελήνη,
Πώς να ξεφύγω απ’ την πλημμύρα σου, πού να κρυφτώ;
Μαζί με τη σελήνη προβάλλουν και τα ζώα τα νυχτερινά: ο λαγός, η κουκουβάγια η χρυσή, ο γκιώνης ξανά και ξανά, το ζαρκάδι ― αληθινή ακολουθία ενός σεληνόπληκτου Ορφέα.
Ετούτη η ποιητική ζωολογία προανακρούεται στην προηγούμενη ενότητα, όπου πρωταγωνιστεί ο «φυγόδικος λύκος». Το έναυσμα της ενότητας το δίνει μια δημοσιογραφική είδηση: ψαράδες αντίκρυσαν έναν λύκο να κολυμπά από τη χρυσή ακτή της Πύλου προς τη Σφακτηρία. Ο λύκος περιθάλπεται από ένα ψαρά, που τον ταϊζει κάθε μέρα, κι έκτοτε ζει αρμονικά με τα άλλα ζώα. Το περιστατικό αυτό υποτυπώνει την προφητεία του Δευτεροησαϊα, πως κάποτε ο λύκος και το αρνί θα συμβιώσουν αρμονικά. Ο ψαράς, βέβαια, συμβολίζει τον μέγα Αλιέα. Σημειώνω και τον συγκινητικό «Τάφο των Αλόγων ΙΙ».
Τα σεληνιακά ποιήματα προεκτείνονται στο «Τραγούδι του Δραπέτη». Δεν ξέρω πόσοι θυμούνται την ταινία του Ιοσελιάνι «Οι ευνοούμενοι του Φεγγαριού», που ο τίτλος της υπονοεί τους κλέφτες και τους παράνομους. Εξόριστος απ’ τους ανθρώπους, και μέσα κι έξω απ’ τη φυλακή, ο δραπέτης ζει από την ευσπλαχνία του σεληνόφωτος. Εδώ αποτίεται φόρος τιμής σ’ όλους τους εγκάθειρκτους κι εκτελεσμένους του γένους και της ανθρωπότητας: στον Κολοκοτρώνη, τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη, τον Παλαμά, οραματιστή στο κελί του, τον Ρίτσο, κατ’ εξοχήν ευνοούμενο του φεγγαριού, και σε τόσους άλλους, κυριολεκτικά και μεταφορικά, δραπέτες, που μας καθιστούν κι εμάς κατά χάριν συνδραπέτες προς τη χώρα του ονείρου και της ελευθερίας.
Στη Σφακτηρία υπάρχουν ακόμα σατιρικά ποιήματα κι ένα θαυμάσιο ποίημα ερωταγάπης, η «Ιμερτή». Xρυσή και πλούσια συγκομιδή.