Χάρτης 94 - ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-94/klimakes/imerologhio-afiksanakhoriseon
[ Βλ. το Α΄ μέρος εδώ και το Β΄μέρος εδώ ]
Γ΄ μέρος
Στη Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου
Για τους χρήστες της κάθε γλώσσας λειτουργεί μια απλή, μια εντελώς συντροφική κυριολεξία, στην καλύτερη μάλιστα των περιπτώσεων: ουρανός. Πρόκειται για μια ή για ελάχιστες πάντως συλλαβές. Για μας, φτάνουν αποκλειστικά τρεις. Μια μόνο λέξη φαίνεται πως επιτέλους αρκεί να μπει στη θέση του πολύ μακρινού, του πεισματικά αγνώστου.
Φθινόπωρο. Έχω φτάσει από νωρίς στον σταθμό των τρένων της Χαϊδελβέργης, αφήνοντας πίσω μου το «Μονοπάτι των Φιλοσόφων». Με ακολουθεί ξανά ως εδώ η εντύπωση ενός εμφανώς ανθεκτικού, ενός αείζωου υλικού μπαρόκ. Ομολογώ κι εγώ με τη σειρά μου ότι το στοιχείο αυτό έχει καταφέρει να συναιρέσει το μακρινό πριν σ’ ένα και μόνο βλέμμα. Από οποιοδήποτε σημείο κι αν κοιτάξω, οπουδήποτε κι αν σταθώ, το μπαρόκ είναι η αδιάβροχη, η εξαιρετικά ανθεκτική αλήθεια του χωροχρόνου.
Το ταξίδι και η αναμενόμενη, η επιμελής, η συστηματική επανάληψή του. Σε τακτά ή άτακτα διαστήματα. Από συγκεκριμένη πρόθεση, από ευθέως (ή και όχι) δηλωμένη ανάγκη. Ως ένα διακριτό μοτίβο καθόλα συνειδητής πράξης, το οποίο μας καθοδηγεί μαθηματικά, για πολλοστή φορά, σε εμφανώς ιδιαίτερα προσφιλείς μας προορισμούς. Φέρ’ ειπείν (πάντα) στα νησιά του Αιγαίου Πελάγους. Ή (πάντα) στο Μανχάταν. Ή στο Τόκιο. Και εδώ έρχονται να μας θυμίσουν σημαίνουσες προσωπικές μας ιστορίες, μαζί με τις λανθάνουσες εκδοχές τους, ορισμένοι παρεμφερείς στοχασμοί. Τους δανείζομαι από τον Άρτουρ Σοπενχάουερ, επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, τη διαχρονικά χρηστική τους σκοπιμότητα. Τους έχουν διασώσει στη γλώσσα μας, με εμφανή φιλολογική συνέπεια, οι εκδόσεις της «στιγμής». Κατά λέξη έχουν ως εξής: «πιστεύουμε ότι νοσταλγούμε έναν μακρινό τόπο, ενώ στην πραγματικότητα νοσταλγούμε μόνο τον χρόνο που ζήσαμε εκεί, τότε που ήμαστε πιο νέοι και πιο φρέσκοι. Έτσι λοιπόν μας ξεγελάει ο χρόνος: φορώντας τη μάσκα του χώρου. Αν ταξιδέψουμε ως εκεί, θα συνειδητοποιήσουμε την πλάνη μας».
Επινόηση ή ανακάλυψη; Η άφιξη π. χ. στο Χαρτούμ ανοίγει απλώς ένα ακόμη κεφάλαιο εμπειρικών δοκιμών ή μήπως εγκαινιάζει μια πλοήγηση σε οραματικά τοπία;
Ταξίδι, μια εντελώς ορατή μορφή των προθέσεών μας για έναν ευκρινέστερο επαναπροσδιορισμό των ορίων της ουσιαστικής κατανόησης του έξω. Πάντα αυτή η ριζωμένη πεποίθηση. Ακόμη και όταν μπαίνουμε σ’ ένα πλοίο για κάποιο κοντινό λιμάνι.
Ξημερώνει. Πού ακριβώς σκοπεύει να τελειώσει το πράσινο χρώμα και πότε ακριβώς θα αρχίσει, άραγε, να επιβάλλεται εδώ το ήδη επερχόμενο γαλάζιο; Ένας πολύπειρος ζωγράφος θα μπορούσε ασφαλώς να αποδώσει με υποδειγματική συνέπεια το μετακινούμενο μεταίχμιο αυτής ακριβώς της στιγμιαίας χρωματουργίας, καθώς το πλοίο μας πλησιάζει το λιμάνι των Βερμούδων. Ο προορισμός, η εστία των αναστοχασμών, το σπίτι της αναδημιουργίας σκέψεων. Η θάλασσα παραμένει σκόπιμα ακύμαντη. Θέλει να μας κάνει να πιστέψουμε ότι θα πάρει κι αυτή πλέον τη μορφή μιας απέραντης, μιας φιλήσυχης λίμνης. Αργότερα, στο Χάμιλτον, την πρωτεύουσα του νησιού, η απαραίτητη διασταύρωση με τον Χέρμαν Μέλβιλ. Αλλά και η από καιρό αναμενόμενη συνάντησή μας με τον Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον. Τα βιβλία τους βιάζονται ν’ ανοίξουν, ειδικά για μας, ένα προς ένα όλα τα φύλλα τους. Πρόκειται για ένα αρχετυπικό καλωσόρισμα. Άραγε, οι δύο αυτοί συγγραφείς περπατούν τώρα δίπλα μας; Βρίσκονται εδώ κι εκείνοι για πρώτη ή μήπως για πολλοστή φορά;