Χάρτης 95 - ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-95/klimakes/imerologhio-afiksanakhoriseon
[ Βλ. το Α΄ μέρος εδώ, το Β΄μέρος εδώ και το Γ΄μέρος εδώ ]
Δ΄ μέρος
Στην Ελένη Μερκενίδου
Ο ταξιδιώτης, ένας αχάριστος. Ένας συνειδητά αμετανόητος. Ο μοναχικός επισκέπτης των τοπίων. Αυτός που σκέφτεται, που ενεργεί σαν αρπακτικό. Εννοώ ασφαλώς εκείνον που δεν έχει καν διανοηθεί να μοιραστεί με τους άλλους τα οφθαλμοφανή κέρδη των οριζόντων.
*
Θα πρέπει να σβήσουν για λίγο τα φώτα στο εσωτερικό του αεροσκάφους. Το απαιτεί, ως γνωστόν, η τυπική διαδικασία της προσγείωσης. Σε λίγο, η Μπανγκόκ. Για να γίνει δική μας (πάλι). Μεσάνυχτα σχεδόν. Πετάμε μέσα στο μαύρο ρούχο του χρόνου. Ύπαρξη κι ανυπαρξία. Και οι δυο τους προέρχονται από τον ίδιο πάντα βυθό. Μόνο χάρη στο όνομά τους διαφοροποιούνται. Αυτό το κοινό βάθος το έχουμε ονομάσει προ πολλού σκοτάδι. Η εν λόγω ετυμηγορία ανήκει στον Λάο Τσε. Αποτυπώνεται ξεκάθαρα στο Τάο Τε Κινγκ. Προκύπτει ξανά αβίαστα. «Δες, στο μεταξύ, σκοτεινιάζει κι άλλο εδώ μέσα, να το, λοιπόν, το πέρασμα που θα σε οδηγήσει σε όλα ανεξαιρέτως τα θαύματα», συμπληρώνει ο Κινέζος σοφός. Κι είναι σαν να κάθεται δίπλα μου τώρα.
*
Στο Παρίσι. Από το παράθυρό μου μαντεύω το μεγάλο, το ταλαιπωρημένο ποτάμι. Βαθύ απόγευμα. Οι γραμμές συνεχώς δυσδιάκριτες. Τα χρώματα τελειώνουν σ’ ένα βαθύ σκούρο μπλε. Το αεροπλάνο στο μεταξύ έχει ήδη αρχίσει να κατεβαίνει. Προσπαθώ άλλη μια φορά να αποδεχτώ και να δικαιολογήσω, όσο γίνεται πιο νηφάλια, το αίτιο και το αιτιατό εκείνου του σκληρού αφορισμού, ο οποίος επιμένει να μας θυμίζει ότι «ο κόσμος είναι φυλακή του πιστού και ο παράδεισος του άπιστου». Μερικοί τον απέδωσαν εσφαλμένα στο Κοράνι. Θα τον μνημονεύσω ξανά, είμαι σίγουρος, όταν θα περπατήσω αύριο το πρωί στην Οδό Βίκτωρος Ουγκώ. Στην παλιά μου γειτονιά, στο 16ο τμήμα της πρωτεύουσας των Γάλλων. Φυλακή και παράδεισος. Διαχρονικά θέματα, εκτός των άλλων, της λογοτεχνίας που ευδοκίμησε ομολογουμένως εδώ. Οι λέξεις προσπαθούν από την πλευρά τους να προσδιορίσουν, έστω σ’ ένα κάποιο βαθμό, τις έννοιες.
*
Στα υπόψιν, καθώς το τοπίο μου επιτρέπει να διαβάσω τις αράδες του, όσες προλάβω από τις αλλεπάλληλες επιφάνειες των σημασιών του, οι οδηγίες ενός αμετανόητου περιηγητή ονόματι Βάλτερ Μπένζαμιν: «το πλήθος είναι το πέπλο μέσα από το οποίο η οικεία πόλη μεταμορφώνεται για τον πλάνητα σε φαντασμαγορία».
*
Αποχαιρετισμοί. Το Παρίσι αρχίζει να χάνεται πίσω από τα σύννεφα του Σεπτεμβρίου. Η πτήση, η πεποίθηση ότι όλα θα παραμείνουν αληθινά. Η πραγματικότητα άλλη μια φορά στον αέρα. Ο Σηκουάνας ακόμα ένα ευδιάκριτο σημείο στίξης. Έτσι, μόνο για λίγα λεπτά.
*
Περασμένα μεσάνυχτα. Το αεροπλάνο κινείται αργά πλέον. Το αναγκαίο πρωτόκολλο της τροχοδρόμησης. Στο μεταξύ, μετρώ τους προβολείς στην αριστερή πλευρά της πίστας του αεροδρομίου στο Πεκίνο. Τους παραβάλλω με τους πυρσούς του Σαίξπηρ, όπως ανάβουν όλοι μαζί στο έργο του με τίτλο Με το ίδιο μέτρο. Δίνουν ασφαλώς το δικό τους κωδικό νόημα. Μας αφορά βέβαια. Δεν ανάβουν στην τύχη, έτσι θέλει ο ουρανός. Έτσι αναλογικά λέγεται ότι υπάρχουμε κι εμείς οι ίδιοι. Για την ακρίβεια, σαν να είμαστε οι πυρσοί της προσφοράς. Αλλιώς είμαστε εντελώς άχρηστοι. Κατά λέξη προβάλλονται τα εξής: Heaven doth with us as we with torches do, / Not light them for themselves; for if our virtues / Did not go forth of us, ’twere all alike /As if we had them not.
*
Κοιτάζω πάντα, βγαίνοντας από την καμπίνα του αεροσκάφους, να μην έχω ξεχάσει στη θέση μου, εκεί που είχα κουρνιάσει τόσες ώρες, κάτι που δεν θα ήθελα να αποχωριστώ. Το σπουδαιότερο, να μην έχω αφήσει πίσω μου εκείνες τις λεπτομέρειες του ταξιδιού που θα μπορούσαν να γίνουν με τη σειρά τους παράγραφοι σ’ ένα κείμενο.