Φόρτωσε μια καινούργια κασέτα φιλμ και έστρεψε την Polaroid προς τον δεξί τοίχο του σαλονιού
Μαύρες γραμμές πάνω στα μαλακά χρώματα, λεπτές και αιχμηρές
Φοβούνται μήπως απολιθωθούν. Μήπως γίνουν μάρμαρα μιας σκέψης που δηλητηριάζει, καθώς βαδίζουν μόνοι στα άδεια πάρκα
Κάπου άφησα πίσω μου μια πόρτα κήπου μισάνοιχτη να μπαίνει το σκοτάδι να ποτίζει τα πλακάκια
(Το συντριβάνι της ανησυχίας)
Το κοιμητήριο — σύμβολο ενοποιητικό, ανεμοποίκιλτη τοιχογραφία βίων, ναυλοσύμφωνο υποθέσεων που έκλεισαν...
Το ότι ο κύριος Φ. δεν τραβά επιδεικτικά την προσοχή των άλλων ισοδυναμεί με μια σπάνια κομψότητα
Τρένο που τρέχει στις ράγες των λέξεων, όπου μονόφθαλμοι εξακοντίζουν βράχια για ν’ αποκλείσουν τα τοπία
Εγώ προτιμώ εκείνα τα σπίτια που μοιάζουν να έχουν βυθιστεί έξω από τον χρόνο
«Κράτα το κάδρο λίγο πιο χαμηλά. Να φαίνεται και η θάλασσα», είπε. «Η θάλασσα φαίνεται έτσι κι αλλιώς», απάντησε εκείνη
Και μέσα της, ένα παιδί που είχε μάθει τι σημαίνει να χάνεις τον κόσμο, χωρίς να κάνει θόρυβο
Όταν μαλώνουν οι διπλανοί περνάει αρνί από το σπίτι μας
Το αίμα πάνω στο αίμα γνωρίζω/ και του homo sacer τα σπλάχνα, /τον μεγάλο, άγνωστο σκύλο του πόθου / και το βαθύ, ασίγαστο τραύμα
«Τέρας είναι όποιος δεν μπορεί / κατάματα το βλέμμα του να δει»
Ζει γιατί γράψαμε – χωρίς έστω τα ονόματά μας – ακόμη κι όταν δεν μας άφησαν να υπάρξουμε.
Κάθε τόσο ανασήκωνε το βλέμμα του από τα απλωμένα στο τραπεζάκι βιβλία, προς το τεράστιο μπαλκόνι του τρίτου ορόφου...
Στα social media ανεβάζουν ένα σωρό φωτογραφίες και εγκώμια ξαναζωντανεύουν την απόλαυση των ποιημάτων σου στις σύγχρονες μέρες
Στα φύλλα των δέντρων το μπλε φεγγάρι / Υπόσχεται εκπλήρωση ονείρων