Πρόσεχα πάρα πολύ πώς πρόφερα το όνομά της...
Έστω το λίκνισμα των ταξιανθιών / υπό υμέναιου άνεμου να νιώσει;
Μια βραβευμένη Ελληνοκαναδή ποιήτρια
Τα γυναικεία πουκάμισα με τις δαντελωτές / αποσπάσεις, τις αμφίλογες...
Περπατώ στον δικό μου Παράδεισο / σπουδάζοντας ταπεινοφροσύνη, / ευσέβεια και σύνεση κι εγκράτεια
Έτρεξα τότε στο πρώτο πιάνο και άνοιξα απότομα το καπάκι για να το τσακώσω. Έντρομος είδα ότι όλα τα σολ δίεση το είχαν σκάσει...
Όλα του τα σκυλιά είχαν πάντα το ίδιο όνομα. Και τα αγαπούσε εξίσου το ίδιο
Ήθελε να γίνει σαν εκείνους τους βαρετούς φιλόλογους των παιδικών του ετών, που τρώνε απ’ το τάπερ τους το κολατσιό τους
Οι λέξεις του έπεφταν βροχή στο πάτωμα και σκόνταφταν κάτω από τα έπιπλα, προσπαθώντας να μετακινηθούν
Άρχισε από τη στιγμή εκείνη πάλι να ονειρεύεται...
Οι θόρυβοι ήταν ούτως ή άλλως καταδικασμένοι να κρυφτούνε στα φυλλώματα
Δύο διηγήματα
Ίδια πρόσωπα φουσκωμένα / Έπεφταν σαν φυλλαράκια λάσπης / Ενώ ο Βιβάλντι χαμογελούσε
Ένα μικροδιήγημα
Δύο τραπέζια στημένα παράλληλα και στον διάδρομο που σχηματίζεται ανάμεσά τους ανθοδοχεία φορτωμένα λουλούδια. Μάλλον γλαδιόλες
Η Ιθάκη θα τελειώνει πάντα σε ήτ(τ)α
Δόντια σφιγμένα / Λυσιμελές θέρος