Στην ιστορία της τέχνης δεν είναι λίγοι οι πίνακες διάσημων ζωγράφων που κλάπηκαν και έκτοτε αγνοούνται τα ίχνη τους: «Η γέννηση» του Καραβάτζιο, «Ο Χριστός στην καταιγίδα στη λίμνη της Γαλιλαίας» του Ρέμπραντ, «Το κονσέρτο» του Γιοχάνες Βερμέερ, «Παπαρούνες» του Βίνσεντ βαν Γκογκ, «Το κεφάλι του Αρλεκίνου» του Πάμπλο Πικάσο κ.ά. Την τύχη, ή μάλλον την ατυχία τους, δεν είχε η «Ολυμπία» του Ρενέ Μαγκρίτ: Κλάπηκε μεν, επιστράφηκε δε. Ζωγραφισμένος το 1948, ο πίνακας του Βέλγου σουρεαλιστή αποτελεί συνεκδοχή και ταυτόχρονα παρερμηνεία του ομώνυμου έργου του Εντουάρ Μανέ, που σόκαρε τον κόσμο της τέχνης όταν παρουσιάστηκε το 1863. Στο σκανδαλώδες αριστούργημα του Γάλλου ιμπρεσιονιστή απεικονίζεται μια γεμάτη αυτοπεποίθηση γυναίκα (που αναγνωρίζεται ως πόρνη από το προκλητικό της βλέμμα και τη μαύρη υπηρέτρια που στέκεται πλάι της), ξαπλωμένη γυμνή να κοιτάζει απευθείας τον θεατή. Η νεότερη εκδοχή του Μαγκρίτ απεικονίζει επίσης μια γυμνή ξαπλωμένη γυναίκα, με ένα εμβόλιμο σουρεαλιστικό στοιχείο στη σύνθεση: το μεγάλο κέλυφος θαλάσσιου σαλιγκαριού που ισορροπεί στην κοιλιά της.
Σύμφωνα με τους κριτικούς, η αισθητική του αξία έγκειται στην αινιγματική εικονοποίηση, καθιστώντας το περισσότερο πλούσιο εννοιολογικά, παρά όμορφο συμβατικά.
Ο πίνακας αυτός, με εκτιμώμενη αξία ανάμεσα στα 2 – 5 εκατομμύρια ευρώ, κλάπηκε το 2009 από το Μουσείο Μαγκρίτ, στο Ζετ των Βρυξελλών, το οποίο στεγάζεται στο σπίτι που κατοικούσε παλαιότερα το ζεύγος Μαγκρίτ. Οι δύο δράστες της ληστείας ενδιαφέρθηκαν ιδιαίτερα για αυτή την ελαιογραφία, ένα γυμνό της γυναίκας του ζωγράφου, Ζορζέτ, που τιτλοφορήθηκε «Ολυμπία» προς τιμήν του Μανέ. Αφού αφαίρεσαν τον πίνακα από τον τοίχο, διέφυγαν ανενόχλητοι. Η είδηση έκανε το γύρο του κόσμου και η απώλεια της «Ολυμπίας» αποτέλεσε ισχυρό πλήγμα για το μουσείο και για την πολιτιστική κληρονομιά του Βελγίου γενικότερα. Η κλοπή, ωστόσο, είχε αίσιο τέλος. Τρία χρόνια αργότερα ο πίνακας ανακτήθηκε, αφού οι δράστες, μην μπορώντας να τον πουλήσουν στη μαύρη αγορά, προσφέρθηκαν να τον επιστρέψουν. Η ειδησεογραφία της εποχής ανέφερε ότι ο πίνακας παραδόθηκε στην εταιρεία που ήταν ασφαλισμένος και, σύμφωνα με ορισμένες πληροφορίες, καταβλήθηκαν λύτρα για την επιστροφή του.

Αυτή η ασυνήθιστη ιστορία θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει το υλικό μιας αστυνομικής ταινίας (με χάπι εντ για να κόψει εισιτήρια). Έγινε, πάντως, το σενάριο ενός υβριδικού «ρεπορτάζ», από τον Αμερικανό Σον Κέλι. Διάσημος πολιτικός γελοιογράφος και σατιρικός συγγραφέας, συνεργάτης μεγάλων εφημερίδων όπως οι New York Times, Los Angeles Times, Washington Post κ.ά., ο Κέλι είναι γνωστός και για τα βραβευμένα έργα του στον τομέα της οπτικής δημοσιογραφίας. Την πρακτική αφήγησης ιστοριών για την επικοινωνία ειδήσεων και πληροφοριών, με τη χρήση εικόνων, γραφιστικών και άλλων στοιχείων, όπως το βίντεο, τα κινούμενα σχέδια και άλλες οπτικοποιήσεις δεδομένων. Ανταποκρινόμενος στην αυξανόμενη ζήτηση για αυτήν την πολυμεσική προσέγγιση στην ψηφιακή εποχή, ο Σον Κέλι απέδωσε το χρονικό της συγκεκριμένης κλοπής με χιούμορ σουρεαλιστικά εφάμιλλο του Μαγκρίτ. Η εξιστόρηση των γεγονότων, με ύφος που παραπέμπει σε αστυνομικό ρεπορτάζ, κατανέμεται σε 11 διάσημους πίνακες του ζωγράφου. Τα έργα συνδέονται με την αφήγηση, δημιουργώντας ένα πρωτότυπο κόμικς με την ακόλουθη σειρά:
―Σε μια ληστεία μέρα μεσημέρι («Η αυτοκρατορία του φωτός II», 1950),
―κλέφτες εισέβαλαν στο Μουσείο των Βρυξελλών («Η απροσδόκητη απάντηση», 1933)
―και έκλεψαν τον πίνακα «Ολυμπία» του Μαγκρίτ, ένα γυμνό πορτρέτο της συζύγου του καλλιτέχνη («Ολυμπία», 1948).
―Οι φύλακες είπαν ότι δύο άντρες («Η αναπαραγωγή απαγορεύεται», 1937)
―αφαίρεσαν τον πίνακα («Η ανθρώπινη κατάσταση», 1935)
―και έφυγαν τρέχοντας («Το κόκκινο μοντέλο», 1935).
―Ένα ανθρωποκυνηγητό για τους κλέφτες διεξάγεται από («Golconda – Φανταστική βροχή», 1953)
―τον κορυφαίο ντετέκτιβ της Ευρώπης («Η προδοσία των εικόνων», 1929).
―Και παρόλο που οι καλλιτέχνες της αστυνομίας («Η οξυδέρκεια», 1936)
―δημοσίευσαν το σκίτσο ενός από τους υπόπτους («Ο γιος του ανθρώπου», 1964),
―ακόμα ερευνούν πώς ένα μικροσκοπικό τρένο μπήκε στο τζάκι («Διαπερνώντας τον χρόνο», 1938)