ΤΑ ΒΡΑΒΕΙΑ ΤΟΥ «ΧΑΡΤΗ» (2021)

Οι κατάλογοι των βιβλίων που διακρίνονται προκύπτουν ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ από τις αρχικές προτάσεις των τακτικών χαρτογράφων. Δεν μεσολαβούν επιτροπές ή διαβουλεύσεις, κανένας δεν γνωρίζει τι ψηφίζουν οι άλλοι, ενώ ούτε η συντακτική ομάδα εμπλέκεται στις επιλογές.
——————
ο
ΤΕΛΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ

Ποίηση:
Γιώργος Αλισάνογλου, Κυψέλες, εκδ. Κίχλη
Δήμητρα Κωτούλα, Θα ήσουν παντελώς ανυπεράσπιστος, εκδ. Πατάκη
Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Ευγενής ναυσιπλοΐα, εκδ. Μελάνι

Πεζογραφία (διηγήματα, νουβέλα, μυθιστόρημα):
Σωτήρης Δημητρίου, Ουρανός απ’ άλλους τόπους, εκδ. Πατάκη
Μαρία Μήτσορα, Η κυρία Τασία και ο Γουλιέλμος Καταβάθος, εκδ. Πατάκη
Φαίδων Ταμβακάκης, Το τελευταίο ποστάλι, εκδ. Εστία 

Δοκίμιο (μελέτη ή μαρτυρία):
Βασίλης Μακρυδήμας, Στον αστερισμό των αντιθέσεων, εκδ. Gutenberg
Χριστίνα Ντουνιά, Αργοναύτες και σύντροφοι, εκδ. Εστία
Συλλογικό: Πολίτες της Βαβυλωνίας (επιμ. Μαρία Παπαδήμα), εκδ. Νήσος

Μετάφραση:
Μαργαρίτα Ζαχαριάδου: Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ! του William Faulkner, εκδ. Gutenberg
Μπεάτα Ζούλκιεβιτς: Η ζωή εδώ και τώρα, της Βισουάβα Σιμπόρσκα, εκδ. Καστανιώτη
Γιάννης Κοιλής: Μαύροι καθρέφτες, του Arno Schmidt, εκδ. Κίχλη

Βιβλία για παιδιά
Μαρία Γιαγιάννου: Η κουνελόσκαλα, εκδ. Καλέντης
Θεοδώρα Κατσιφή: Γκούρι σημαίνει πέτρα, εκδ. Καλειδοσκόπιο
Κωστής Στήκας: Μηχανισμός των Αντικυθήρων – Το μαγικό ταξίδι. εκδ. Στήκας

Χάρτης της Ουτοπίας (έκδ. Λουβένης, 1516)


Τα
ΒΡΑΒΕΙΑ του Χάρτη (2021)

ΠΟΙΗΣΗ:
Δήμητρα Κωτούλα: Θα ήσουν παντελώς ανυπεράσπιστος, εκδ. Πατάκη

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ:
Μαρία Μήτσορα: Η κυρία Τασία και ο Γουλιέλμος Καταβάθος, εκδ. Πατάκη

ΔΟΚΙΜΙΟ:
Χριστίνα Ντουνιά, Αργοναύτες και σύντροφοι
, εκδ. Εστία

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ:
Μαργαρίτα Ζαχαριάδου: Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ!
του William Faulkner, εκδ. Gutenberg

ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ:
Θεοδώρα Κατσιφή: Γκούρι σημαίνει πέτρα
, εκδ. Καλειδοσκόπιο

——————

Οι χαρτογράφοι* που πρότειναν τα βιβλία για βράβευση είναι οι εξής:

Δημοσθένης Αγραφιώτης, Γιώργος Βέης, Χάρης Βλαβιανός, Αθηνά Βογιατζόγλου, Ιάκωβος Βούρτσης, Ευριπίδης Γαραντούδης, Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, Ανθούλα Δανιήλ, Αγαθή Δημητρούκα, Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής, Γιάννης Ζέρβας, Μιχαήλα Καραμπίνη-Ιατρού, Δημήτρης Κοσμόπουλος, Μάνος Κοντολέων, Βασίλης Λαμπρόπουλος, Βαγγέλης Λιβιεράτος, Αλέξιος Μάινας, Άρης Μαλανδράκης, Παυλίνα Μάρβιν, Μιχάλης Μοδινός, Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, Σοφία Νικολαΐδου, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Bασίλης Παπαγεωργίου, Σάββας Πατσαλίδης, Νίκος Πρατσίνης, Θεοδόσης Πυλαρινός, Αριστοτέλης Σαΐνης, Νικήτας Σινιόσογλου, Λάμπρος Σκουζάκης, Ανδρέας Τσάκας, Μίλτος Φραγκόπουλος, Άντεια Φραντζή, Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Δήμητρα Ι. Χριστοδούλου.

( *Βιβλία τακτικών χαρτογράφων δεν μπορούν να είναι υποψήφια, ανεξαρτήτως του αν οι συγγραφείς τους στέλνουν προτάσεις ή όχι. )


Ο πόλεμος

( 1896, Δρέσδη,Πινακοθήκη των Νέων Δασκάλων )

Η πανουργία του λόγου


————
ENΔΟΝ ΔΗΓΜΑΤΑ

————


Υπάρχουν συγγραφείς ολκής, ανώτερης στάθμης, απλησίαστης : κανείς δεν μιλάει γι’ αυτούς. 'Oχι μόνον όσοι τους διαβάζουν για να γράψουν, αλλά και όσοι μιλάνε για τα κείμενα όσων τους διάβασαν για να γράψουν, αλλά, τσιμουδιά· δεν λένε λέξη γι΄ αυτούς.
Αυτοί που διαβάζονται, αλλά σπανίως ή ποτέ κανείς γραφιάς δεν τους αναφέρει, είναι παραδείγματα προς μίμηση. Οι άλλοι, που τους διάβασαν για να γράψουν κι όλοι μιλάνε για αυτούς, είναι παράδειγμα προς αποφυγήν. Αν παρέθεταν, αν παρέπεμπαν, αν έκαναν αναφορές, σχόλια, μνείες, αν απέτιαν, τέλος πάντων, φόρο τιμής στα έργα που διάβασαν προκειμένου να γράψουν, θα ήταν σαν νά ’βγαζαν τα μάτια τους, από μόνοι τους . Αντί να τους εγκωμιάζουν οι αναγνώστες τους, είναι πιθανό να τους χαρακτήριζαν σφετεριστές ή λογοκλόπους.
Για να αποφύγουν τέτοιους βαρείς, όσο να πεις, χαρακτηρισμούς, αναγκάζονται να μην επαινούν όσους παραποιούν, κλέβουν ή διασκευάζουν, ακόμη και αν ο έπαινος είναι σημάδι γενναιόδωρης φύσης. Επιλέγουν την σιωπή ιχθύος, αφού εννοείται, δεν παραποιείς ούτε ξεσηκώνεις κάποιον που δεν αξίζει να επαινέσεις.
Ο Σαίξπηρ παραποιούσε τις πηγές του, έκρυβε τα δάνεια διαγράμματα των πλοκών, παραβίαζε την αληθοφάνεια των δραματικών καταστάσεων όσον αφορά τις αιτίες τους ή τα κίνητρα των ηρώων. Για να διασκευάσει τον Βασιλιά Ληρ ενός προγενέστερου συγγραφέα, άγνωστου πλέον σε εμάς, φρόντισε να σβήσει τα ίχνη του κι αυτά, σαν να ήταν γραμμένα πάνω σε πάγο που λιώνει, χάθηκαν οριστικά και για πάντα. Ο Τολστόι έξω φρενών, δεν του συγχώρησε τους ενταφιασμούς που του χάρισαν την αθανασία.
Και σήμερα, είθισται να ενταφιάζουμε αυτούς που θα επαινούσαμε, αν δεν διασκευάζαμε ή δεν παραλλάζαμε ιδέες, πλοκές, χαρακτήρες που ανέπτυξαν στα γραπτά τους.

Η πανουργία του λόγου αρκεί για να βάλει πάνω από τους δημιουργούς και το έργο τους το ου ένεκα που αιώνες τώρα δρομολογεί.

ΤικΤοκΠοίηση


Το 5ο παράθυρο του συγγραφέως


«Ξέρεις τίποτε για το ΤικΤοκ;», ρώτησε τη 13χρονη κόρη του ο Καναδός ποιητής Ράσελ Θόρντον, που ζει στο Βόρειο Βανκούβερ στη Βρετανική Κολομβία. Τον είχε ειδοποιήσει ένας συνάδελφός του. Τι είχε συμβεί;
Μάρνι Webb (με επώνυμο που απέχει ένα b από τον ιστό του παγκόσμιου web, που αποσυγκολλείται με αφορμή τον πόλεμο στην Ουκρανία) ονομάζεται η Αμερικανίδα ΤικΤόκερ Ohmarni, που επικαλείται ιδιότητες μέντιουμ και αναφέρει όνειρα που έχει δει.
Σε ένα από αυτά κάποιος τη ρώτησε «Είναι το πέμπτο παράθυρο ανοιχτό;». Ψάχνοντας στο διαδίκτυο βρήκε την ομώνυμη συλλογή The Fifth Window του Θόρντον, που είχε εκδοθεί το 2000 από έναν μικρό εκδοτικό οίκο στην καναδική επαρχία Σασκατούν. Δεν ήταν διαθέσιμο σε βιβλιοπωλεία το βιβλίο ούτε εύκολο να το δανειστεί από πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη.
«Τώρα εξηγήστε μου, γιατί ένα βιβλίο για τον ψυχικό κόσμο και τον πραγματικό κόσμο που συναντώνται είναι εντελώς κλειδωμένο … Αυτό είναι περίεργο, αυτό είναι ύποπτο», έγραψε σε βίντεο που κοινοποίησε στις 31 Δεκεμβρίου 2021 στο ΤικΤοκ, όπου το είδαν περισσότερες από τρία εκατομμύρια φορές. [Yall, if my search for this mysterious book leads me across the world, netflix better create a series about it. #dreams #psychic (tiktok.com)]
Έχοντας ειδοποιηθεί, ο Θόρντον της έστειλε ένα από τα δύο τελευταία αντίτυπα του βιβλίου που είχε, ενώ εκείνη συνέχισε να κοινοποιεί βιντεοσκοπήσεις όπου αναφέρει ότι ονειρεύτηκε δύο από τα ποιήματα στη συλλογή.
Ο εκδότης φυσικά προχώρησε σε ανατύπωση, λέγοντας ότι παραγγελίες έρχονται όχι μόνον από τον Καναδά, αλλά από 33 πολιτείες των ΗΠΑ και από άλλες χώρες, όπως Ιρλανδία, Νορβηγία, Αυστραλία, Γερμανία, Βουλγαρία και Βερμούδες.

«Είναι τόσο δύσκολο να αποσπάσει την προσοχή οποιοδήποτε βιβλίο ποίησης στον Καναδά», δήλωσε ο Θόρντον. Στην αρχή νόμιζε ότι επρόκειτο για κάποιο αστείο. Τίτλοι επόμενων βιβλίων του: Οι εκατό ζωές και Απάντηση στο μπλε, που παραπέμπει στην ερώτηση του Ντ. Χ. Λώρενς «τι μπορεί μέσα σου να απαντήσει» σε αυτό που είναι μπλε.

Συνεχίστε να ονειρεύεστε.

Ανακαλώ και ένα αρχαίο ποίημα (από τα «Μυστικά του επαγγέλματος»):

ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΣΗ

Διορίστηκε ποιητής


2 0 2 2

Ευχαριστούμε τους συνεργάτες, τους αναγνώστες, τους χορηγούς και τον εκδοτικό κόσμο και ευχόμαστε

————————————
Κ Α Λ Η   Χ Ρ Ο Ν Ι Α

————————————

Τρία χρόνια


Από το τεύχος αυτό αρχίζει η αναβάθμιση και ο επανασχεδιασμός σελίδων του Χάρτη: στην «Αρχική σελίδα», γίνεται προβολή τόσο των μεγάλων όσο και των μικρών αφιερωμάτων (Σελίδων) με εκτεταμένη αναφορά στο εξώφυλλο κάθε τεύχους. Συγκεντρώνονται τα ηχητικά ντοκουμέντα («Ηχηρά παρόμοια») με κατευθείαν πρόσβαση από την αρχική σελίδα. Άμεση πρόσβαση στις επιμέρους υποενότητες γίνεται και από την κυλιόμενη μπάρα. Στο «Ευρετήριο» τα ονόματα των χαρτογράφων ομαδοποιούνται τώρα ανά γράμμα. Παράλληλα ετοιμάζεται ο επανασχεδιασμός του «Αρχείου» τευχών, των «Αφιερωμάτων» και των «Σελίδων» του Χάρτη.

«Ζωολογικός Κήπος»



Από τον Ιανουάριο, μια νέα σελίδα στον «Χάρτη» με πολλαπλά κείμενα (πρωτότυπα και μεταφράσεις) για ζώα κάθε είδους (πραγματικά ή φανταστικά)

——— ≈ ———

Mίκης Θεοδωράκης (1925-2021)



Ποτέ δεν θα ξαναδείς / το χρώμα τ’ ουρανού / δε θ’ ακούσεις ποτέ / τον ήχο των χρωμάτων.
Σαν βολίδα προχωρείς στο χάος. / Στερνή φορά ας ακουστεί μες στη σιωπή / το τραγούδι της Γης.
Πριν τελικά τυλιχτώ στο χάος / ένα «γειά σου» θα πω στη ζωή.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΓΗΣ (1980)

Ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας



Ιερώνυμος Μπος, «Κόλαση» (λεπτομέρεια)· μετά το 1490. Φλωρεντία, Δουκικό Ανάκτορο


Όμως ο τόπος που τον πελεκούν και που τον καίνε σαν το πεύκο, και τον βλέπεις
είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια, νύχτες και νύχτες
είτε στο πυρωμένο πλοίο που θα βουλιάξει καθώς το δείχνουν οι στατιστικές,
ετούτα ρίζωσαν μες στο μυαλό και δεν αλλάζουν
ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα
που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση
κι αυτά καρφώνονται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν∙
ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελώντας
λεύγες και λεύγες∙
ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.
Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει∙
Στάζει τη μέρα στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος.

[ «Τελευταίος Σταθμός» (1944) Απόσπασμα ]

Ετοιμάζονται τα αφιερώματα



Μίλτος Σαχτούρης (επιμ. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου)
Γιάννης Πάνου (επιμ. Αριστοτέλης Σαΐνης)
Oδυσσέας Ελύτης
(επιμ. Ιουλίτα Ηλιοπούλου)
Γλώσσα
(επιμ. Χριστόφορος Χαραλαμπάκης)
«1821» (επιμ.  Νικήτας Σινιόσογλου)
Ένας Χάρτης της Κίνας (επιμ. Γιώργος Χουλιάρας)
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ (επιμ. Γιώργος Βέης)
Μάτση Χατζηλαζάρου
(επιμ. Χρήστος Δανιήλ - Άντεια Φραντζή)
Νίκος Γκάτσος (επιμ. Αγαθή Δημητρούκα)
Τζον Άσμπερι (επιμ. Βασίλης Παπαγεωργίου)

Για τα επόμενα τεύχη του «Χάρτη», ετοιμάζονται τα αφιερώματα:

Ηλίας Λάγιος (επιμ. Δημήτρης Κοσμόπουλος)
Μίλτος Σαχτούρης
 
(επιμ. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου)
Γιώργος Χειμωνάς (επιμ. Ευριπίδης Γαραντούδης)
Σάμιουελ Μπέκετ (επιμ. Βασίλης Παπαγεωργίου)
Ένας Χάρτης της Κίνας
(επιμ. Γιώργος Χουλιάρας)
Oδυσσέας Ελύτης (επιμ. Ιουλίτα Ηλιοπούλου)
Γλώσσα
(επιμ. Χριστόφορος Χαραλαμπάκης)
«1821» (επιμ.  Νικήτας Σινιόσογλου)
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ (επιμ. Γιώργος Βέης)
Μάτση Χατζηλαζάρου
(επιμ. Χρήστος Δανιήλ - Άντεια Φραντζή)
Νίκος Γκάτσος (επιμ. Αγαθή Δημητρούκα)

Ε  Π  Ι  Σ  Η  Σ:
Σελίδες  για τον Χουάν Ροδόλφο Ουίλκοκ
(επιμ. Ναταλία Καραγιάννη, συνεργασία Ιφιγένεια Ντούμη, Νίκος Πρατσίνης)


Αφιερώματα - Σελίδες

Με το τεύχος αυτό ολοκληρώνεται η ανάρτηση των 26 τευχών  του έντυπου «Χάρτη» (1982-1987)
και τα οποία βρίσκονται εδώ


ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΥ «ΧΑΡΤΗ»

Νάσος Θεοφίλου  ≈  Νίκος Χουλιαράς ≈ Μάνος Ελευθερίου Mίμης Σουλιώτης  ≈  Χόρχε Λουίς Μπόρχες ≈ Άδωνις  ≈ Γιάννης Βαρβέρης  ≈ Γιώργος Πάτσας  ≈ Τάσος Δενέγρης Χούλιο Κορτάσαρ  ≈ Κωστής Παπαγιώργης  ≈ Ίταλο Καλβίνο  ≈ Βασίλης Φωτιάδης  ≈ Γιάννης Κοντός  ≈ Νίκος Καρούζος Eλένη Βακαλό

ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΥ «ΧΑΡΤΗ»

Λεονόρα Κάρινγκτον (Χάρτης 10Αλλατίνη (Χάρτης 14)   Λουίς Σεπούλβεδα (Χάρτης 17) Λευτέρης Ξανθόπουλος (Χάρτης 19 Ντίνος Χριστιανόπουλος (Χάρτης 21) Φράνκο Μαρία Ρίτσι (Χάρτης 22)

Προσεχώς

Για τα επόμενα τεύχη του Χάρτη, ετοιμάζονται τα αφιερώματα:
————————

Ελένη Βακαλό (επιμ. Μαρία Κακαβούλια-Άντεια Φραντζή)
Κύπρος
(επιμ. Θεοδόσης Πυλαρινός)
Μαρία Κυρτζάκη
(επιμ. Γιώργος Βέης-Αθηνά Βογιατζόγλου)
Μίλτος Σαχτούρης (επιμ. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου)
Γιώργος Χειμωνάς (επιμ. Ευριπίδης Γαραντούδης)
Σάμιουελ Μπέκετ (επιμ. Βασίλης Παπαγεωργίου)
«1821» (επιμ.  Νικήτας Σινιόσογλου)
/ Φ.Δ. Δρακονταειδής, Γιάννης Ευσταθιάδης, Μανόλης Κορρές κ.ά.
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ (επιμ. Γιώργος Βέης)

Με την Εύα στο φως του Πιραντέλο

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΥΡΙΚΙΟΣ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΑ ΤΗΝ ΕΥΑ ΚΟΤΑΜΑΝΙΔΟΥ (1936-2020)


Γνωριστήκαμε στις 27 Σεπτεμβρίου του 1975 μπρος στις κάμερες της ΕΡΤ, σε μια κοινή μας συνέντευξη για τις ταινίες που θα προβάλλονταν το ίδιο βράδυ στο 16ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης· η Εύα ως πρωταγωνίστρια στον Θίασο του Αγγελόπουλου· εγώ ως πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης του Polemonta. Καθώς επρόκειτο για την παρθενική συνέντευξη και των δυο μας, χρόνια μετά θυμόμασταν το τρακ μας, που είχε να κάνει με το «είναι» και το «φαίνεσθαι» μπρος στον αμείλικτο φακό που θα ανίχνευε την αλήθειά μας.
Ο χώρος της συνέντευξης υπήρξε «πιραντελικά» προφητικός: το γύρισμα γινόταν πάνω στην Κεντρική Σκηνή του ΚΘΒΕ, εκεί ακριβώς όπου το 1987 θα ανέβαινε η –επίσης παρθενική μου– παράσταση, το Έξι Πρόσωπα Ζητούν Συγγραφέα του Πιραντέλο, με πρωταγωνίστρια την Εύα Κοταμανίδου.
Της χρωστώ πολλά, γιατί με τη συνεργασία μας έμαθα πολλά· τόσο από το ταλέντο της, τον δυναμισμό και την υποδειγματική της εργατικότητα, όσο και από τις ευγενικές συμβουλές της, βγαλμένες από την ήδη μεγάλη πείρα της στο σανίδι. Ειδικά που επρόκειτο για την τρίτη φορά που θα έπαιζε στο συγκεκριμένο έργο, μετά από τις παραστάσεις του Κουν, το ’68, και του Τριβιζά, το ‘84. Έχοντας ήδη ερμηνεύσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο, η Εύα, αντί να επαναπαυθεί στην ευκολία που της προσέφερε αυτή η σύμπτωση, υποστήριξε με θέρμη τη νέα μετάφρασή μου και το όραμά μου να ανέβει το έργο «ανατρεπτικά», με μάσκες, όπως ήθελε ο Πιραντέλο στην αναθεωρημένη του έκδοση, άγνωστη ως τότε στην Ελλάδα. Μάλιστα κάτω από μια μάσκα με έντονα χαρακτηριστικά υπήρχε μια δεύτερη, «άμορφη» μάσκα, που αποκαλυπτόταν με την αφαίρεση της πρώτης επί σκηνής. Σκληρό το να ιδρώνεις επί τρεις ώρες με τις δυο μάσκες για την Εύα και τους τρεις συμπρωταγωνιστές της, που έχουν φύγει πια κι εκείνοι: Καρέλης, Λαμπράκη, Σεργιανόπουλος. Φορώντας τη διπλή της μάσκα η Εύα ερμήνευσε λαμπρά την Προγονή, κορυφαία πιραντελική ηρωίδα. Από την ερμηνεία της αυτή είναι το τραγούδι του Νίκου Κυπουργού σε γαλλικούς στίχους μου, που συνοδεύει ως ντοκουμέντο αυτό το κείμενό μου για τον Χάρτη.


Η Εύα Κοταμανίδου το 1987, ως Προγονή στο Έξι Πρόσωπα Ζητούν Συγγραφέα του Πιραντέλο, ερμηνεύει ένα τραγούδι από την παράσταση του έργου στο  ΚΘΒΕ σε μετάφραση-σκηνοθεσία Δημήτρη Μαυρίκιου. Μουσική: Νίκος Κυπουργός, στίχοι: Δημήτρης Μαυρίκιος.

Το δεύτερο ντοκουμέντο είναι ένα βίντεο αρχείου από τη συνεργασία μας στη Φρεναπάτη του Κορνέιγ, την οποία είχα διασκευάσει για το Εθνικό Θέατρο το 2010· ένα «πιραντελικό» έργο γραμμένο τρεις αιώνες πριν από τον Πιραντέλο. Η Εύα ερμήνευε τον αξονικό ρόλο μιας δεσποτικής μητέρας, που ανακαλύπτει έκπληκτη ότι ο χαμένος γιος της έχει γίνει ηθοποιός κι ότι η ίδια βρίσκεται πάνω σε μια θεατρική σκηνή. Η στιγμή της αυτή προκαλούσε το αυθόρμητο χειροκρότημα των θεατών.

Η Εύα Κοταμανίδου το 2010 ως Πριδαμάντα στη Φρεναπάτη του Κορνέιγ από την παράσταση του έργου στο Εθνικό Θέατρο σε μετάφραση-σκηνοθεσία Δημήτρη Μαυρίκιου. (Βίντεο από το αρχείο του Εθνικού Θεάτρου).


Όμως η πιο γλυκιά από τις αναμνήσεις μου με την Εύα είναι ένα ταξίδι, που είχαμε κάνει οι δυο μας για μια βδομάδα στη Ρώμη, το 1999, προσκεκλημένοι ομιλητές στο διεθνές συνέδριο Il Secolo di Pirandello στο Teatro Argentina, το θέατρο που διηύθυνε ο Πιραντέλο. Η Εύα είχε κάνει μια ωραία ομιλία σε άψογα γαλλικά, καθώς, αν δεν απατώμαι, είχε σπουδάσει γαλλική φιλολογία πριν γίνει ηθοποιός. Θυμάμαι τις ατέλειωτες βόλτες μας στην αιώνια πόλη, με την Εύα να διψάει να δει τα πάντα και εμένα να θέλω να της δείξω κάθε γωνιά της πόλης όπου είχα σπουδάσει. Η πιο συγκινητική στιγμή ήταν όταν βρεθήκαμε μπροστά σε μία ταπεινή πόρτα της πλατείας του ιστορικού Teatro Valle, πάνω από την οποία υπήρχε μια επιγραφή που μας πληροφορούσε ότι από εκεί φυγαδεύτηκε ο Πιραντέλλο στην επεισοδιακή πρεμιέρα του Έξι Πρόσωπα Ζητούν Συγγραφέα.
Αλησμόνητο το ταξίδι αυτό στην ηλιόλουστη πόλη του συγγραφέα που μαζί είχαμε λατρέψει.
Αν μπορεί να υπάρξει ευχή το τωρινό ταξίδι της Εύας να είναι γαλήνιο και ακόμα πιο όμορφο από εκείνο, θα την ψιθυρίσω…

Διεθνής επείγουσα ανάγκη


του Άνχελ Μπόλιγκαν (βλ. συνέντευξή του στον Άρη Μαλανδράκη στο επόμενο τεύχος)

Προσεχώς


Για τα επόμενα τεύχη, ετοιμάζονται τα αφιερώματα:

Βασίλης Φωτιάδης
(επιμ. Aνδρέας Τσάκας)
Μαρία Κυρτζάκη (επιμ. Γιώργος Βέης-Αθηνά Βογιατζόγλου)
Γιάννης Κοντός
(επιμ. Γιώργος Βέης-Δημήτρης Κοσμόπουλος)
Ελένη Βακαλό (επιμ. Μαρία Κακαβούλια-Άντεια Φραντζή)
Ηλίας Λάγιος (επιμ. Δημήτρης Κοσμόπουλος)
Μαντώ Αραβαντινού (επιμ. Άντεια Φραντζή)
Mάτση Χατζηλαζάρου (επιμ. Άντεια Φραντζή)

Προσεχώς


Για τα επόμενα τεύχη, ετοιμάζονται τα αφιερώματα:
§
Ίταλο Καλβίνο
(επιμ. Δημήτρης Καλοκύρης)
Μαρία Κυρτζάκη
(επιμ. Γιώργος Βέης-Αθηνά Βογιατζόγλου)
Βασίλης Φωτιάδης (επιμ. Aνδρέας Τσάκας)
Ελένη Βακαλό
(επιμ. Μαρία Κακαβούλια-Άντεια Φραντζή)
Ηλίας Λάγιος (επιμ. Δημήτρης Κοσμόπουλος)
Μαντώ Αραβαντινού (επιμ. Άντεια Φραντζή)
Γιάννης Κοντός (επιμ. Γιώργος Βέης-Δημήτρης Κοσμόπουλος)
Mάτση Χατζηλαζάρου (επιμ. Άντεια Φραντζή)

Η ποίηση, η κρίση, το αθέατο !

Αν οι εποχές κρίσεων είναι εποχές αβεβαιότητας, τότε η ποίηση μπορεί να γίνει, σε μια τέτοια περίοδο, καταφυγή για κάποιους ή και ανάγκη. Γιατί απ’ τη φύση της η τέχνη –και ειδικότερα, λόγω του συγκεκριμένου γλωσσικού κώδικά της, η ποίηση– αμφισβητεί τις βεβαιότητες.Υποσκελίζει τις λογικές σταθερές και θέτει στο κέντρο της σκέψης την α-πορία ακόμη κι όταν προτείνει δικό της πόρο.
Εκφράζει την εποχή; Ναι, αλλά όχι γιατί σε πρώτο επίπεδο την αποτυπώνει –αυτό κι όταν συχνά γίνεται υποτάσσει την ποίηση στην δημοσιογραφία– αλλά γιατί εκφράζει την βαθύτερη αβεβαιότητα της ύπαρξης –ό,τι πιο σταθερό στην αντίληψη και αίσθηση των ανθρώπων, το αβέβαιο!– Την άλλη εκδοχή, το δίσημο, εκφράζει η ποίηση, την κεκρυμμένη σοφία, την για πολλούς αφέλεια, μ’ έναν λόγο την αίρεση του σταθερού, την ακύρωση του πραγματισμού, την διεύρυνση των λογικών ορίων, την υπέρβαση, τον εναγκαλισμό του αγνώστου, του απίθανου που με λέξεις πιθανοποιείται.
Το αόρατο, άλλωστε, πάντοτε βρίσκει τρόπο να εμφιλοχωρεί στη ζωή, ως πιθανότητα, ως πρόκληση στοχασμού, ως προσδοκία κάποτε, αλλά και πιο συχνά ως απειλή. Οι μαγγανείες των λέξεων άλλοτε το ξόρκιζαν, άλλοτε το προκαλούσαν. Με την ενέργεια τους, στην έντεχνη σύμπλεξή τους, στην ποίηση, οι λέξεις γίνονται παραβολικοί καθρέφτες του. Ωστόσο ακόμη κι αν το φέρουν πιο κοντά, ακόμη κι αν το κατονομάζουν –προβάλλοντας σε αυτό την γνώση μας για το οικείο– το αθέατο παραμένει άγνωρο, ανεξερεύνητο, ξένο. Ακόμη κι όταν το υπερβαίνουν, αυτό είναι εκεί να δείχνει το όριο, να χλευάζει κάθε βεβαιότητα, κάθε προγραμματισμό, κάθε πρόβλεψη για το αύριο.
Με τη σκαπάνη των συμφώνων, με την ιλύ των φωνηέντων προσπαθούμε να αποκαλύψουμε από μέσα μας κάτι, κάτι στοχαστικό διαισθητικό, παρηγορητικό, δυναμικό, κάτι. Κάτι που θα δώσει όψη, καθαρό περίγραμμα και φως στην ασάφεια μιας θολής εικόνας. Κάτι, που όπως γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης «Θα σου σταθεί βοηθός και αφού πεθάνεις». Κάτι ομόλογο αλλά και αιρετικό της αβεβαιότητας, κάτι σταθερό στην συνεχή αλλαγή του.

Χαίρε Ποτέ. Πάντοτε. Κική Δημουλά

————————————————————————————

Φοβερός Φεβρουάριος ενός δίσεκτου έτους: Μια γυναίκα που προπορεύτηκε στους δρόμους της ποίησης, μια κορυφαία του ελληνικού λόγου, κοιμάται.
Η Κική Δημουλά γέμισε το μυαλό, την καρδιά και τα χέρια μας με Το λίγο του κόσμου και αυτό είναι πολύ. Ποίησε με τη σκέψη της, υλοποιώντας τη δική μας, γιατί η ποίηση είναι τέχνη που σκέφτεται. Μετέφερε τη δική της συγκίνηση, δημιουργώντας μεταφορές για τη δική μας, γιατί η ποίηση είναι τέχνη που συν-κινεί. Χειροποίητες οι λέξεις της ήρθαν στα χέρια μας, γιατί η ποίηση είναι τέχνη χειρωνακτική.

Μεγάλο μερίδιο, από συλλογές ποίησης που διαβάζονται, αποτελούν τα δικά της βιβλία. Μεγάλο μερίδιο, από ποιήματα που ακούγονται, αποτελούν τα δικά της ποιήματα. Η Κική Δημουλά έφερε νέους αναγνώστες πιο κοντά στην ποίηση. Η Κική Δημουλά έφερε νεότερους πιο κοντά στη γλώσσα τους, παρασύροντας φράγματα μεταξύ όσων διαβάζουν και όσων γράφουν.

Χαμένα πάνε εντελώς τα λόγια των δακρύων.
Όταν μιλάει η αταξία η τάξη σωπαίνει
– έχει μεγάλη πείρα ο χαμός.
Τώρα πρέπει να σταθούμε στο πλευρό
του ανώφελου

γράφει στο Κονιάκ μηδέν αστέρων, με τη σοφία και το πικρό χιούμορ που τη χαρακτηρίζουν.

Η Κική Δημουλά γνώριζε. Ασφαλώς οι καιροί είναι δύσκολοι για την ποίηση, γιατί οι καιροί είναι πάντοτε δύσκολοι. Ασφαλώς υπάρχει αμφιθυμία για την ποίηση, που διαπιστώνουν όσοι με ένα π αναιρούν την οίηση.
Η πόλη και ο εξ αυτής πολιτισμός συνεχίζουν όμως να κινούνται. Μια άλλη Ελλάδα προσμετράται από την κηδεία του Παλαμά έως την κηδεία του Σεφέρη και έως σήμερα. Η ποίηση δεν είναι στάση. Είναι ανάσταση. Είναι επανάσταση. Ένα έτος πριν συμπληρωθούν διακόσια, η ποίηση θυμίζει μια άλλη Ελλάδα που δημιούργησαν, από τα απροσάρτητα Επτάνησα, ο Σολωμός και, από τη φιλελληνική οικουμένη, ο Μπάιρον, όπως κάποτε είχε κάνει ένας Όμηρος συνέχοντας τους Έλληνες.
Δεμένη με τον τόπο της, η Κική Δημουλά δεν μπορούσε παρά επίσης να μιλά σε άλλους στη δική τους γλώσσα: αγγλικά, γαλλικά, σουηδικά… Στη Σαπφώ, στην αρχαία ρίζα του λυρισμού, παρέπεμπε η εφημερίδα Νew York Times σε κριτική για το έργο της Δημουλά σε μετάφραση.
Η ποίηση στη Δυτική παράδοση ξεκινά ως ελληνικό επίτευγμα άλλωστε. Η ποίηση είναι μήτρα που εκλύει άλλες μορφές λόγου. Ποίηση εν κινήσει είναι το θέατρο. Ποίηση εν αφηγήσει συνιστά η πεζογραφία. Έχοντας αποταμιεύσει αρχαίες αρχές, η Κική Δημουλά επενδύει σε στίχους που στοιχειώνουν.

Πότε με είχες φέρει εδώ
να με ξεναγήσεις στους χρησμούς;
Να ρωτήσω τη μάντιδα Μνήμη.
Ή άλλη, η διπλανή ιέρεια Λήθη,
έχει πολύ κόσμο πνίγεται στη δουλειά
αμάσητα καταπίνει τα καπνώδη φύλλα
των λησμονητέων.

γράφει στην «Αναερείπωση», με προμετωπίδα στίχους από τον Άθω Δημουλά.

Στην οδό Πυθίας έμενε, όταν πριν από πολλές δεκαετίες την αναζήτησα, έχοντας φοιτητής βρει ένα βιβλίο της, καθώς δεν ήταν ακόμη γνωστή. Επιστρέφοντας στην Αμερική, μιλούσα για το βάθος που έχουν τα ελληνικά, αν μπορεί να σκύψει κανείς να σκάψει όπως εκείνη. Είχα την τύχη να γίνουμε φίλοι. Όπως όμως όλοι οι σημαντικοί συγγραφείς, η Κική Δημουλά γίνεται φίλη όσων έχουν την τύχη να μπορούν να τη διαβάσουν.
Η ζωή και το έργο της Κικής Δημουλά συνιστούν τεράστιο κέρδος για τον ελληνικό λόγο.

Σα να διάλεξες γράφει καταληκτικά στο ποίημα εκείνο για μια επίσκεψη σε λαϊκή αγορά, όπου δυσκολεύεται να επιλέξει τι να αγοράσει.

Το πολύ ν' αγοράσω λίγο χώμα. Όχι για τα λουλούδια.
Για εξοικείωση.
Εκεί δεν έχει διάλεξε. Εκεί με κλειστά τα μάτια.


Ρομαντικός διάλογος


Ο Μοντιλιάνι


«Μη με διαβάζετε [...]Όταν δεν ξέρετε πως ο ωραίος Modiglianiτρεις η ώρα τη νύχτα μεθυσμένος / χτυπούσε βίαια την πόρτα ενός φίλου του / γυρεύοντας τα ποιήματα του Βιγιόν / κι άρχισε να διαβάζει ώρες δυνατά / ενοχλώντας το σύμπαν»  ———Νίκος Καρούζος, «Ρομαντικός επίλογος»

Μα ναι, ακόμα θυμάμαι Βιγιόν… Εκείνη τη νύχτα ακόμα τη θυμάμαι. Είχε τον πιο ξάστερο ουρανό, μπλε κοβάλτιο, αυτό του Βικέντιου το μπλε, του σταροχώραφου με κοράκια, θα το χεις ακουστά, μπλε του σύμπαντος, της λυπημένης φάλαινας το μπλε, το μπλε του πάνω και του κάτω, πολύ βαθιά πολύ πολύ βαθιά, το μπλε του αγέννητου, το μπλε του όπιου που στάλαζε στα μάτια μας, βαθύ μπλε σχεδόν μαύρο κι εκείνη η σιγαλιά, η σιγαλιά, Βιγιόν, μια παγωμένη ηχώ, μεταλλική, ο ψίθυρος του σύμπαντος. Και δεν ήταν τα ξίδια, στο λέω να το ξέρεις, είναι το αίμα μας που έπηζε ψηλά, πολύ ψηλά στο στήθος και κόχλαζε κι εγώ το άκουγα, γιατί όλοι θαρρούν πως ο ζωγράφος βλέπει μόνο χρώμα, μέγα λάθος, θα στο πω, τους ήχους βλέπουμε, Βιγιόν, τον μυστικό χορό των χεριών, μια σακούλα να ανοίγει το στάξιμο του λαδιού στο άλικο, το πνίξιμο της βούρτσας, την απαλή γραμμή του ευγενικού πινέλου, το σβήσιμο του κουρελιού επάνω στον καμβά, μετά η πηχτή σιωπή της κάμαρας που θρονιάζεται βασιλικά πάνω στους σκονισμένους τοίχους. Σαν την ανάσα της Ζαν που πλάι μου κοιμισμένη ανάσαινε για δυο…
Κι εκείνη η νύχτα Βιγιόν, με ζάλιζε, ήθελα να σ’ακούσω, είσαι η φωνή που με νανούριζε από τα βάθη των αιώνων, αυτός που ό,τι κι αν πει είναι για μένα, όπως κι εγώ όποια μάτια κοιτάξω είναι τα μπλε των γυναικών, τα λόγια σου σα νύχια αρκούδας μού γραπώνουν το μυαλό, με πνίγει ο θάνατος, με πνίγει κι η ζωή και το φεγγάρι, Βιγιόν, μια παγωμένη λίμνη στον ουρανό – μα πώς μπορείτε να κοιμάστε πλάι σε μια τέτοια λίμνη; Μία λίμνη το φεγγάρι, δύο λίμνες τα μάτια της, χίλιες λίμνες οι λέξεις σου να βυθιστώ και να πνιγώ. Γιατι θάνατος δεν είναι να πνίγεσαι γιατί σου σώνεται ο αέρας, θάνατος είναι να πνίγεσαι γιατί δεν έχεις ομορφιά.
Τώρα, Βιγιόν, που είμαστε κι οι δυο πια πεθαμένοι, θα στο πω. Τις ξένες πόρτες τις είχα κατουρημένες μα ποιος βαστά τέτοιο ψοφόκρυο και τόσο μηλίτη;
Κι ύστερα ήταν κι εκείνος ο κατεργάρης ο Πάμπλο, μούτρο, μπασμένος στα κόλπα ως το λαιμό, μου κούναγε το πινέλο στη μύτη, «Μόντι», μου έλεγε, «Μόντι maudit, φτωχέ μου διάβολε, θα πεθάνεις στην ψάθα γιατί είσαι ρομαντικός».

Γιάννης Δάλλας (1924-2020)


Η ιστορία χωρίς εμάς, χωρίς τη δική μας – τη σωματική μας – παρέμβαση, δεν θα υπήρχε, γράφει, στους «Χρονοδείκτες», αυτός ο σπουδαίος ποιητής, ελληνιστής, μεταφραστής και δάσκαλος. Δείκτης του χρόνου πράγματι ήταν ο Γιάννης Δάλλας. Ο λόγος του σημάδεψε τους γύρω του με την ποίηση της πρόζας και την πεζογραφία μιας εν ποιήσει ζωής, ξεκινώντας με τη Σφαγή του Κομμένου (Άρτας), που δημοσιεύτηκε το 1947, και συνεχίζοντας με τον θάνατο του Λόρκα, συνθετικό ποίημα που εκδόθηκε τον επόμενο χρόνο.

Πάει καιρός που αφέθηκα και περιζώστηκα τη νύχτα
ζώστηκα τον ποδήρη της χιτώνα σαν του πλοκάμους
μιας μέδουσας

θυμίζει, στις «Γεννήτριες», αυτός ο ληξίαρχος Φιλιππιάδας –όπου γεννήθηκε και πρώτη φορά φυλακίστηκε, αρνούμενος να παραδώσει στοιχεία για τους κατοίκους στις κατοχικές αρχές– αυτός ο ληξίαρχος του ελληνισμού.
Έχοντας σπουδάσει κλασική φιλολογία στην Αθήνα, υπηρέτησε στη μέση εκπαίδευση, στο Πρότυπο Λύκειο Ιωαννίνων, του οποίου υπήρξε συνιδρυτής, στη Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία, στη Σχολή Μωραΐτη, αλλά και στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης. Υπηρέτησε στην ανώτατη εκπαίδευση ως καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Μετείχε στα πρώτα «Καβάφεια» στην Αλεξάνδρεια και παρουσίασε το έργο του σε πολλά πανεπιστήμια στο εξωτερικό.
Πράγματι, «μυστική τεθλασμένη των αντιστάσεων» η ποίηση. Ποιητής, που ασυνήθιστα ήταν φιλόλογος, πεζογράφος, δοκιμιογράφος, κριτικός, επιμελητής και εκδότης, είδε αλλιώς τις γενεαλογίες του ελληνικού λόγου. Συστηματικά ασχολήθηκε με συγχρόνους του, όπως ο Αναγνωστάκης και ο Σαχτούρης, διέγνωσε όσους δεν χωρούσαν στα προκρούστεια κρεβάτια της γενιάς του ’30, εμβάθυνε σε διχοστασίες και ιδεολογίες στον Καρυωτάκη και τον Βάρναλη, εξομολόγησε τον Τέλλο Άγρα και ανθολόγησε τον ιδαλγό της ουτοπίας Ρώμο Φιλύρα, σπούδασε τον Καβάφη, τον ελληνισμό και τη θεολογία του, μελέτησε τον Κωνσταντίνο Θεοτόκη και ζύγισε αντίζυγες ποιητικές Σολωμού και Κάλβου.
Αυτός ο «τελευταίος κληρονόμος των εποχών» υπήρξε συστηματικός μεταφραστής αρχαίων λυρικών και Αλεξανδρινών ποιητών.

Φωνές από την άλλη ζωή που υπήρξε
που ίσως υπάρχει στ’ άδυτα της μνήμης
και τώρα την ακούουν τα αισθήματα
των ποιητών

Έχει ξυπνήσει η χώρα
κι έρχονται ιδού από τ’ αποδυτήρια του ύπνου
συναγερμοί λαών θίασοι αλόγων
καλπάζοντας με λάβαρα αφθαρσίας
και στις επάλξεις αιωρούνται κήρυκες
με τα μεταλλικά τους στόματα αναγγέλλοντας
τους τοκετούς άλλης αυγής. Φυλάξου
μην κλείσει η μυστική ρωγμή της μνήμης
κ’ εσύ απομείνεις μόνος στις κερκίδες
με τη σπασμένη σάλπιγγά σου
Κάτι ξέρει
η μυλόπετρα του ήλιου μες στο χάος
κι οργίζεται πιο κόκκινη και ψάχνει
κάτω απ’ τις ρίζες του καιρού μαζεύοντας
στη φυλλωσιά της μέρας μ’ άγρια δάχτυλα
σπόρους και καταιγίδες κι άλλες
φωνές από τα κόκκαλα της ζωής μας

γράφει στα «Κυκλοδίωκτα».

«Διαφωτιστής και μες στην ποίηση ποιητής μαζί και ιδεολόγος», γράφει ο Γιάννης Δάλλας για τον Κάλβο, λες και μιλά για τον εαυτό του.

Ήρθα κοντά σας από υπόγειες σήραγγες
όχι από κει που μάταια περιμένατε
τηλεγραφόξυλα του νόστου δρόμοι του θηράματος
κι ύστερα από τα γνώριμα διόδια
στη σήμανση της πόλης
Δεν ήρθα απ’ τα παλιά ιδεοδρόμια […]

γράφει κοιτάζοντας με «Τα μάτια-μαστίγια».

Η «Ανατομία» του Γιάννη Δάλλα πληρώνει «Το τίμημα», λες και «Δόκιμος σε συντεχνία» είναι «Ο ζωντανός χρόνος» και «Αποθέτης», όπου «Στοιχεία ταυτότητας» γίνονται «Γεννήτριες», γιατί «Μας ένωνε υπόγεια η ποίηση» από παλιά, «από την εποχή του κατακλυσμού [που] ο ποιητής ανήκει στ’ αμφίβια», πριν από «τη μέρα που αναπαύονται τα όνειρα» και «αρχίζει η ενανθρώπιση των δερμάτων».

Γιάννη,

Βάλε μπροστά τη μηχανή των στίχων
Βάλε κι ας παίξει ο δίσκος στη διαπασών …

Συνάντηση με τον Άλφρεντ Σνίτκε

H Temppeliaukion Kirkko, «Εκκλησία των Βράχων», αποτελεί αξιοθέατο του κεντρικού Ελσίνκι. Σκαμένη ανάμεσα σε όγκους γρανίτη και σκληρών πετρωμάτων, που κύλησαν ως εκεί από την Εποχή των Παγετώνων, έργο των αδελφών Τίμο και Τούομο Σούμαλαϊνεν, χτίστηκε στην διετία 1968-1969, εξυπηρετεί θρησκευτικούς σκοπούς και προσφέρεται ως χώρος συναυλιών, χάρη στην εξαιρετική ακουστική, την οποία εξασφαλίζει το κυκλικό σχήμα της και ο μονοκόμματος κυκλικός χάλκινος θόλος της. Εκείνη την ημέρα καλοκαιρίας, ώρα του δειλινού που καθυστερούσε τον ερχομό της νύχτας, η συναυλία ήταν αφιερωμένη σε έργα του Άλφρεντ Σνίτκε (Alfred Schnittke). Το ακροατήριο πολυπληθές, τα μουσικά ακούσματα περνούσαν από πνευματώδη παιχνιδίσματα σε σύγχρονες αναταράξεις, από στοχαστικά συναισθήματα σε αποκρούσεις βίας, από την χαλάρωση στην ένταση.

Reginald Gray: πορτρέτο του Αlfred Schnittke

Μετά το τέλος της συναυλίας, το κοινό αποχωρούσε αργά και ψιθυριστά, ευλαβούμενο πιθανώς τον εκκλησιαστικό χώρο, όταν διαδόθηκε πως ο συνθέτης είχε εισέλθει ακροποδητί μετά την έναρξη της εκδήλωσης και παρέμενε καθισμένος στην τελευταία σειρά καθισμάτων, στην πέρα γωνία. Μια μικρή ουρά σχηματίστηκε για να τον χαιρετήσει. Ανταλλάξαμε μερικές φράσεις στα αγγλικά περί Μουσικής, του έσφιξα το χέρι, διατηρώ την εικόνα ενός αδύνατου ανθρώπου με μακριά ολόισια μαλλιά και βαθουλωμένα σπινθηροβόλα μάτια, που φορούσε ένα βαρύ και φαρδύ σακάκι, ένα κοντό κασκόλ ήταν τυλιγμένο στον λαιμό του, έσκυβε μπροστά σαν να ντρεπόταν για τα καλά λόγια που άκουγε από τους θαυμαστές του, ευχαριστώντας στα ρωσικά και στα γερμανικά, οπισθοχωρώντας λες και έψαχνε να βρει από πού θα έφευγε το ταχύτερο.

Άλκη Ζέη (1923-2020)


Το 1976 άρχισα να γράφω το πρώτο μου βιβλίο για παιδιά. Και με τη διάθεση έρευνας του χώρου που αποφάσιζα να εισέλθω αναζήτησα βιβλία γραμμένα από Έλληνες συγγραφείς.
Ήταν η εποχή όπου οι εκδόσεις Κέδρος κυριαρχούσαν στη σύγχρονη προοδευτική ελληνική λογοτεχνία και μαζί με συγγραφείς όπως ο Τσίρκας και η Σωτηρίου, προβάλανε και ποιοτικά λογοτεχνικά έργα για παιδιά.
Στην κατηγορία αυτή βασικοί εκπρόσωποι η Άλκη Ζέη και η Ζωρζ Σαρή.
Αγόρασα το βιβλίο της Ζέη Το καπλάνι της βιτρίνας. Ήταν μια κίνηση που έμελλε να επηρεάσει όλη τη συγγραφική μου πορεία.
Αυτό που υποσυνείδητα αναζητούσα να γράψω εγώ –μια ιστορία αυτογνωσίας– ξαφνικά το έβλεπα να έχει πάρει σάρκα και οστά από μια συγγραφέα που μετέτρεπε τον εαυτό της σε ηρωίδα του έργου της, ενώ παράλληλα τολμούσε (μέσα στα χρόνια της δικτατορίας, υπενθυμίζω) να δηλώνει τις αριστερές απόψεις της με ένα τρόπο τόσο απλό και φυσικό, όπως απλά και φυσικά καταθέτει την αλήθεια του ένα παιδί.

Λοιπόν, αυτό νομίζω είναι το εντελώς νέο που η Ζέη έφερε στην σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία η οποία διαβάζεται τόσο από παιδιά όσο και από ενήλικες. Ο αυθορμητισμός και η απλότητα με την οποία μπορεί –και αξίζει– κανείς να περιγράψει κοινωνικές συνθήκες και πολιτικές πράξεις.

Πρόχειρα ανασκαλεύω τη μνήμη μου για να υποστηρίξω πως αν όχι σε όλα, σίγουρα στα περισσότερα έργα της η Ζέη χρησιμοποιούσε την πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Και ακόμη πως πάντα η γραφή της (ακόμα και στο ένα και μοναδικό «ενήλικο» μυθιστόρημά της) διατηρούσε το ξάφνιασμα ενός παιδιού.
Μαζί με την Ζωρζ Σαρή σφραγίσανε το άνοιγμα της λογοτεχνίας που εκδίδεται ως παιδική σε μια πλατιά και χωρίς στρεβλώσεις αφήγηση.
Το έχω πει και στο παρελθόν, ευκαιρία και πάλι (στα πλαίσια αυτού εντελώς χωρίς, λόγω χρόνου, δυνατότητα τεκμηρίωσης σημειώματος) να το επισημάνω:
Η σύγχρονη μεγάλη αλλαγή στην νεοελληνική λογοτεχνία για παιδιά και νέους ξεκινά από το Καπλάνι της βιτρίνας, εκεί όπου από τη μια δηλώνεται πως ο Νίκος, ένα από το κεντρικά πρόσωπα του έργου, είναι «το κάτι άλλο» γιατί είναι κομμουνιστής (σ. 99*) και ακόμα πως στον Τρωικό Πόλεμο ήταν οι Έλληνες που είχαν άδικο γιατί πήγανε να κατακτήσουν ξένη γη (σ. 154*).
Προσωπικά θεωρώ πως η πλατιά αναγνώρισή της Ζέη τόσο από το αναγνωστικό κοινό όσο και από τα ΜΜΕ και τους ομότεχνούς της έχει πολλούς ιδιότυπα κοινούς πυλώνες με την αντίστοιχη της Δέλτα – θέση που νομίζω η Iστορία της λογοτεχνίας μας κάποια στιγμή θα το τεκμηριώσει.
Η Άλκη Ζέη ανήκει, πλέον, στους αναγνώστες της και μόνο. Συνδέθηκε μαζί τους μέσα από τη Μέλια, τον Πέτρο, την Κωνσταντίνα, τον νεότατo Ίκαρο, όλες και όλους τους ήρωές της.

* Οι σελίδες παραπέμπουν στην έκδοση του Κέδρου, 1975

Με κυνηγούν οι μέλισσες...

Από το «De natura animalium», Δημοτική Βιβλιοθήκη Καμπραί, Γαλλία, περ. 1270

Ζουάν Μαργαρίτ: Βραβείο Θερβάντες, το μεγαλύτερο βραβείο για την ισπανόφωνη λογοτεχνία

Στις 4 Νοεμβρίου 2019 η ισπανική Ακαδημία ανακοίνωσε ότι απένειμε το Βραβείο Θερβάντες, το μεγαλύτερο βραβείο για την ισπανόφωνη λογοτεχνία, στον Καταλανό ποιητή Ζουάν Μαργαρίτ.
Αν δε γνωρίζαμε τον ποιητή και δεν είχαμε παρουσιάσει έργα του στις Κλίμακες (Χάρτης #5), πιθανόν να συμμεριζόμασταν τις αντιρρήσεις της προέδρου της επιτροπής, της Ουρουγουανής ποιήτριας Ίδα Βιτάλε, κατόχου του Βραβείου Θερβάντες 2018, την οποία επίσης έχουμε γνωρίσει και παρουσιάσει εκτενώς στον «Χάρτη Θαλάσσης». Πιθανόν να διαβλέπαμε και κάποια πολιτική σκοπιμότητα, κάτι σαν ένδειξη καλής θέλησης της κεντρικής κυβέρνησης προς την Καταλονία, αφού ο Μαργαρίτ γράφει τα ποιήματά του ή την πρώτη του έμπνευση στα καταλανικά κι ύστερα τα μεταφέρει ή τα επεξεργάζεται στα ισπανικά.
Όπως ο ίδιος έχει δηλώσει πολλές φορές, ως γεννημένος το 1938 μέσα στη φρανκική δικτατορία, υποχρεώθηκε να μιλάει και να γράφει την ισπανική ως επιβεβλημένη γλώσσα. Γι’ αυτό και τα πρώτα του ποιήματα τα έγραψε στα ισπανικά, αλλά δε δίστασε να τα αποκηρύξει, όταν συνειδητοποίησε ότι η πραγματική μητρική του γλώσσα είναι η καταλανική. Κι όπως τόνισε στην ομιλία του στην Ακαδημία, διεκδικώντας τη μοναδικότητα να επεξεργάζεται τα ποιήματά του και στις δύο γλώσσες κατά τρόπο αυτόνομο, κανένας ποιητής δεν έχει γράψει καλά ποιήματα σε γλώσσα που δεν ήταν η μητρική του. Στην ίδια ομιλία ισχυρίστηκε, επίσης, ότι η ποίηση έχει περισσότερη σχέση με τη μουσική παρά με άλλα είδη λογοτεχνίας.
Καθώς σε κάποια συνέντευξή του είχε δηλώσει ότι «Δεν υπάρχει ποίηση χωρίς κάποιον αναγνώστη να αντιλαμβάνεται το ποίημα!» επιλέγουμε να κλείσουμε αυτή τη μικρή αναφορά μας στον Ζουάν Μαργαρίτ με το ακόλουθο ποίημά του:

Στον αναγνώστη

Δικές σου θα γίνουν οι γυναίκες που αγάπησα
και που δεν έχασα ποτέ, παρ’ όλο τον σκληρό
άνεμο των χρόνων, και δικό σου το αίνιγμα
για το νησί των θησαυρών.
Τα μάτια σου θα γίνουν δικά μου για μια στιγμή
και, ως αντάλλαγμα, θα σ’ αφήσω ν’ ακούσεις στα τζάμια
τη βροχή που εγώ ακούω τώρα, και θα σε κάνω συνεργό
του μέλλοντός μου, που εσύ θα μπορείς να γνωρίζεις,
δε θα επιτρέψεις να πεθάνω και, ένα βραδάκι,
θα μ’ αφήσεις να γίνω εσύ μέσα σε μιαν άλλη βροχή.

Ο Ζουάν Μαργαρίτ ( Joan Margarit i Consarnau, Σαναούζα 1938) είναι Καταλανός ποιητής και αρχιτέκτονας. Έχει εκδώσει ένα βιβλίο δοκιμίων και περισσότερες από τριάντα ποιητικές συλλογές. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Το έργο του έχει αποσπάσει το Βραβείο ποίησης Βινσέντ Αντρές Εστελιές (1981), το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας (2008), το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (2008), το Ιβηροαμερικανικό βραβείο ποίησης «Πάμπλο Νερούδα» (2017) και το Βραβείο Θερβάντες (2019).

Κατ’ αντανάκλαση γνωριμία με τον Χάντκε

Μπορεί να έχεις στη βιβλιοθήκη σου όλα –ή σχεδόν όλα– τα βιβλία ενός συγγραφέα που, προφανώς, αγαπάς και να μην τον έχεις συναντήσει ούτε εξ αποστάσεως, με τον ίδιο τρόπο που μπορεί να μην έχεις στη βιβλιοθήκη σου κανένα –ή σχεδόν κανένα– από τα βιβλία του και να έχεις προλάβει να δεθείς μαζί του με βαθιάς φιλίας δεσμά.
Αυτή την αντιθετική –και, συγχρόνως, αντιφατική– εξίσωση αφύπνισε μέσα μου ο Δημήτρης Άναλις εν έτει ’96, όταν γύρισε μια μέρα και με ρώτησε αιφνιδίως αν έχω διαβάσει Πέτερ Χάντκε. Αντί άλλης απάντησης, του έδειξα στη βιβλιοθήκη μου όσα βιβλία του είχα διαβάσει μέχρι τότε, μισά στα ελληνικά και μισά στα γαλλικά, καθώς δεν μιλώ γερμανικά. Ο Άναλις πήρε μερικά βιβλία του Χάντκε από το ράφι κι άρχισε να τα ξεφυλλίζει αργά, σταθμίζοντας από το πλήθος των υπογραμμίσεων και των χειρόγραφων σημειώσεων στο περιθώριο των σελίδων την αναγνωστική μου περιπάθεια.
Βάλθηκα να του μιλώ για ό,τι αποκαλείται «εικονοποιητική πρόζα» σε μιαν ανάλυση λογοτεχνική, η οποία «δείχνει» και «δεν λέει», εν αντιθέσει με την πρόζα που «λέει» και «δεν δείχνει», υιοθετώντας μια συνειδησιακή και εν πολλοίς εξομολογητική ροή του λόγου ως αφηγηματική τεχνική. Είχα αρχίσει να σχολιάζω την αμέτοχη και, εν πρώτοις, ψυχρή αφηγηματική ιδιοσυγκρασία του Χάντκε, που κοιτάει τα πράγματα αντί να τα περιγράφει, κατορθώνοντας ενίοτε την απόλυτη αντιστροφή μεταξύ παρατηρητή και παρατηρούμενου,1 όπου τα πράγματα δεν παρατηρούν μόνο τον αφηγητή αλλά και τον αναγνώστη, παραπέμποντας υπόρρητα τον δεύτερο σε βιώματα, στοχασμούς και συναισθήματα που ο πρώτος αφήνει στη σιωπή, όταν με διέκοψε, εξίσου αιφνιδίως, ο Άναλις για να μου πει –απολογητικά, σχεδόν– ότι τον συγγραφέα που είχα μάθει επί χρόνια να διαβάζω και να αγαπώ, εκείνος τον είχε φίλο ακριβό.
Εντυπωσιασμένη, βεβαίως, αρνήθηκα –θυμάμαι– να γνωρίσω τον Χάντκε από κοντά, έχοντας από νωρίς ενστερνιστεί την παλαμική ρήση ως προσωπική αρχή: «Τον Ποιητή να τον ακούς μακριάθε.» Θα είχα αρκεστεί στην αναγνωστική συμπάθεια του αυστριακού συγγραφέα, πιστεύω, εάν –κι εδώ αρχίζει η εξ αντανακλάσεως ανατροπή– δεν είχα αναγκαστεί, τρία χρόνια μετά, να αποδεχθώ ευγενικά την επιθυμία εκείνου να με γνωρίσει ως σύντροφο του φίλου του, η οποία αρνείται να τον δει, αν και τον αγαπάει ως γραφή.
Φθινόπωρο του ΄99, θα τον συναντήσω για πρώτη φορά ένα νοτισμένο απόβραδο στο Παρίσι, αναβιώνοντας μια παρόμοια αντιμετάθεση μεταξύ παρατηρητή και παρατηρούμενου τη στιγμή που θα τον δω να βγαίνει από το δάσος, να με πλησιάζει και να με παρατηρεί, γεμίζοντας τις παλάμες μου με κάστανα και βελανίδια από την απογευματινή του βόλτα. Διατηρώ ακόμη νωπά στη μνήμη μου δυο χέρια γεμάτα χώμα, που άδειαζαν αμήχανα τις τσέπες του στα δικά μου χέρια.
Ένα χρόνο μετά, ένα δροσερό μαρτιάτικο απόβραδο στην Αθήνα, θα με υποχρεώσει η συγκυρία να τον ξαναδώ – καθώς, παρά τη γοητεία και την ιδιότυπη ζεστασιά της παρουσίας του, συνέχισα να ενστερνίζομαι το «μακριάθε» ως αρχή– στην προσπάθειά μου να τον αποτρέψω να κάνει με τα πόδια τη διαδρομή Αθήνα-Πειραιά για να δει τον φίλο του Άναλι, κλινήρη από αρρώστια περαστική. Είχα παρκάρει βιαστικά, με αναμμένα stop μπρος στο Hotel Grande Bretagne, θυμάμαι, όταν τον είδα να κατηφορίζει τα σκαλιά της κεντρικής εισόδου του ξενοδοχείου με τα παπούτσια ανά χείρας, καθώς υπέφερε από κρυοπαγήματα μετά από πολύωρες πεζοπορίες στην εμπόλεμη πρώην Γιουγκοσλαβία. Διατηρώ την ανάμνηση από ένα νοτισμένο ασπασμό και την εκ νέου αντιμετάθεση μεταξύ παρατηρούμενου και παρατηρητή, καθώς άρχισε να μου περιγράφει πώς έκοψε μόνος τα μαλλιά του μπρος στον καθρέφτη του δωματίου του.


Το επόμενο πρωινό, θα τον ξαναδώ στο καφενείο Zonars της Πανεπιστημίου, συνοδεύοντας τον ασθενή ακόμη φίλο του στο ραντεβού τους στην Αθήνα. Θυμάμαι την έκθαμβη απορία του όταν του είπα πως διαβάζω κάθε βράδυ μία ή δύο –έντυπες ακόμη τότε– εφημερίδες για να ενημερωθώ. Έκτοτε, θα αραιώσω συνειδητά τις αφορμές να τον δω από κοντά, προκρίνοντας τη σημασία μιας δυαδικής επικοινωνίας στη φιλία του με τον Άναλι, κυρίως την εποχή που ταξίδευαν ενίοτε μαζί στη Σερβία, με άμεση συνέπεια να υποστούν και οι δύο –τηρουμένων των αναλογιών– τον αποκλεισμό τους στη Γαλλία, πρωτίστως, από κάθε διάκριση ή και απλή, έστω, αναφορά στο έργο τους, γεγονός που ώθησε τον μεν Χάντκε να απομονωθεί στο σπίτι του πίσω από το δάσος –αφήνοντας την παρισινή πόλη να συνεχίζει να υπάρχει όσο εκείνος ζούσε έναν εκούσιο εγκλεισμό–, τον δε γαλλόφωνο ποιητή Άναλι να εγκαταλείψει το Παρίσι, μετά από σαράντα πέντε χρόνια ζωής εκεί, μετοικώντας στην Ελλάδα οριστικά μέσα στο ’99.
Από το 2002 και μετά –με εξαίρεση ένα σύντομο ταξίδι του Χάντκε στην Αθήνα, τον Ιανουάριο του 2003, για να επισκεφθεί τον Κολωνό–,2 η ανάμνηση της μορφής του θα στομωθεί σταδιακά από το διστακτικό ηχόχρωμα της τηλεφωνικής φωνής του –πάντα στη γαλλική– κάθε φορά που καλούσε να μάθει για την κατάσταση υγείας του φίλου του, η οποία βρέθηκε αρκετές φορές σε κρίσιμη καμπή.
Τρεις μήνες μετά τον θάνατο του Άναλι, τον Φεβρουάριο του 2012, ο Χάντκε θα συντάξει ένα κείμενο –εν είδει επίμετρου στη δίγλωσση έκδοση της τελευταίας ποιητικής συλλογής του πρώτου με τίτλο Πρελούδιο στο νέο ψύχος του κόσμου / Prélude au nouveau froid du monde, που θα κυκλοφορήσει στην Αυστρία σε δική του μετάφραση–,3 το οποίο αρχίζει ως εξής:

Είναι 8 Μαΐου 2012 και πριν από τρεις μήνες έσβησε στην Αθήνα […] ο φίλος μου Δημήτρης Άναλις, ο Έλληνας ποιητής που έγραψε στη γαλλική γλώσσα. Τον Δημήτρη τον γνώρισα όταν ήταν πια σε προχωρημένη ηλικία, με κλονισμένη υγεία, […]. Ήταν, όμως, ακόμα αυτό που λέμε λεβεντάνθρωπος· συμπεριφερόταν, περπατούσε, κινείτο, απ’ την κορφή ώς τα πόδια, με τον αέρα του ευγενούς […].

Και καταλήγει:

Την τελευταία σύντροφο της ζωής του την έλεγαν / τη λένε Αντιγόνη – εγώ προφέρω και γράφω το όνομά της ακόμη Antίgone. Όλοι, όλοι όσοι γνώριζαν τον Δημήτρη γέμισαν θλίψη με την είδηση του θανάτου του· μια θλίψη βαθιά και συγχρόνως απαλή, έτσι όπως θα ταίριαζε μόνο στον θάνατο ενός χαμένου ποιητή. Σαν να του πρέπει η απώλεια του ποιητή –πράγμα οδυνηρά σπάνιο πια– και σαν αυτός, ο χαμένος ποιητής, να αξίζει ακέραιο το πένθος. […]4

Πέντε χρόνια μετά, την άνοιξη του 2017, με αφορμή μια επιστημονική ημερίδα που οργάνωσε η εκλεκτή φίλη Τιτίκα Δημητρούλια στο ΑΠΘ για το έργο του Δημήτρη Τ. Άναλι, θα τον αιφνιδιάσω τηλεφωνώντας του ένα πρωινό. Η παρατεταμένη σιωπή του μετά την πρώτη έκπληξη –ένιωσα να αναδεύονται χώματα, αγαπημένα ονόματα και αναφομοίωτος πόνος μαζί– διακόπηκε απότομα από ένα ηχηρό «ναι» μόλις άκουσε την πρόσκλησή μου να παραστεί. «Όχι γιατί θα το χαρεί η ψυχή του Δημήτρη, αφού δεν υπάρχει, αλλά γιατί θα το χαρείς εσύ», βιάστηκε να προσθέσει πριν κλείσει τη γραμμή.
Πράγματι, στις 5 Μαΐου του 2017, ο Πέτερ Χάντκε θα παραστεί στο Αμφιθέατρο της Κεντρικής Βιβλιοθήκης του ΑΠΘ, συμμετέχοντας στη δίγλωσση ημερίδα «Δημήτρης Τ. Άναλις: μια γραφή πέραν των ορίων / Dimitri T. Analis: L’écriture par-delà les frontières», ενώ η σύζυγός του, η Γαλλίδα ηθοποιός Σοφί Σεμέν (Sophie Semin), θα απαγγείλει σταδιακά ποιήματα του Άναλι, παίρνοντας τη σκυτάλη από τον Χάντκε.

Η ηλεκτρισμένη συγκίνηση του Αυστριακού συγγραφέα πάνω στο βήμα, την ώρα που μιλούσε για την ποίηση του φίλου του, απαγγέλλοντας με τη σειρά του ποιήματα από την τελευταία συλλογή του Άναλι, με επέστρεψε απρόσμενα σε μια παλιά συνέντευξη του πρώτου, την οποία έτυχε να διαβάσω ως φοιτήτρια στο Παρίσι την άνοιξη του ’86, στο βραχύβιο γαλλικό περιοδικό LAutre  journal. Σ΄ εκείνη τη συνέντευξη, με τον παράδοξο τίτλο «Το βιβλίο που η γάτα δεν μπορεί να διαβάσει», υπήρχε μια ερώτηση σχετικά με το «πώς μπορεί να φανταστεί κανείς έναν [αφηγηματικό] ήρωα», στην οποία ο Χάντκε απαντούσε, μεταξύ άλλων:

—  […] Το σκέφτομαι συχνά αυτό. Ξέρω αρκετούς ανθρώπους. Ακόμα και εδώ, σ’ αυτή τη μικρή πόλη, νομίζω ότι ξέρω καλά καμιά δεκαριά ανθρώπους. Δεν υπάρχει, όμως, ούτε ένας ανάμεσά τους που θα μπορούσα να τον δω σαν ήρωα μιας αφήγησης. […] Το να μπορεί κανείς να γίνει ήρωας μιας αφήγησης είναι πιο σημαντικό από το να γίνει βασιλιάς ή να πάρει βραβείο Νομπέλ. Ποτέ, σχεδόν, στη ζωή μου δεν συνάντησα έναν ενήλικα που να άξιζε να γίνει ήρωας. Κι εγώ ο ίδιος δεν είμαι άξιος. Γνώρισα, όμως, ετοιμοθάνατους, την ώρα του τέλους, και αρκετά παιδιά… […]
— Οι μόνοι ικανοί να είναι (λογοτεχνικοί) ήρωες είναι οι ετοιμοθάνατοι;
Ή οι νεκροί, ίσως. Το προτιμώ από το «ετοιμοθάνατοι». Έτσι άρχισα να γράφω. Επειδή η μητέρα μού διηγήθηκε την ιστορία των αδελφών της που σκοτώθηκαν στον πόλεμο. Δεν με συγκίνησε ο χαρακτήρας τους, αλλά το ότι ήσαν νεκροί. […] Οι ήρωες για μένα είναι κατά κάποιον τρόπο απόντες: δεν είναι διαθέσιμοι, ορατοί. Δεν βλέπεις ούτε τα μάτια, ούτε τα χέρια τους. Το αόρατο γεννά την προσκόλληση στον απόντα. Για να ακριβολογώ, αντί να πω «νεκρός», θα έπρεπε να πω «απών»: δημιουργεί ένα πολύ εύφορο κενό και δίπλα του υφαίνεται η ιστορία. […]5

Στα ίδια λόγια περί ήρωα μιας αφήγησης είχε επιστρέψει ο νους μου αβίαστα και το ’99, όταν έμαθα πως ο Χάντκε είχε μετατρέψει τον φίλο του Άναλι σε ήρωα6 του θεατρικού έργου του Die Fahrt im Einbaum oder das Stück zum Film von Krieg / Το ταξίδι με το μονόξυλο ή υλικό για μια ταινία για τον πόλεμο.7 Εάν, τότε, η επιλογή απόδοσης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών ενός ήρωα στο πρόσωπο ενός φίλου εν ζωή με είχε συγκινήσει, τώρα, η επιλογή απόδοσης τιμής στη μνήμη ενός «χαμένου ποιητή» στάθηκε ικανή να με πείσει πως, ναι, στα μάτια του Πέτερ Χάντκε, ο «χαμένος ποιητής», ως δυνητικός ήρωας νεκρός, είναι πιο σημαντικός από ένα βασιλιά ή ένα συγγραφέα που πήρε το βραβείο Νομπέλ.
Δύο χρόνια μετά, με την ανακοίνωση του βραβείου Νoμπέλ Λογοτεχνίας 2019, τον βλέπω στην οθόνη του υπολογιστή –πολιορκημένο από δημοσιογράφους, ετοιμοπόλεμες κάμερες και προτεταμένα μικρόφωνα– να κάθεται στην αυλή του σπιτιού του στη Σαβίλ (Chaville), με τα ίδια χέρια, γεμάτα χώμα, κουρασμένος από ένα μακρύ περίπατο στο δάσος. Καθώς τον ακούω να απαντά στις ομαδόν ερωτήσεις των δημοσιογράφων –πότε στην αγγλική και πότε στη γαλλική–, αναρωτιέμαι ποιο κινηματογραφικό σενάριο είχε προβλέψει για τη δική του ζωή: τη δόξα αυτή ή τη μοίρα ενός «χαμένου ποιητή»;
Για ένα πράγμα είμαι, όμως, βεβαία μπρος σε αυτή την εκ νέου αντιστροφή μεταξύ παρατηρητή και παρατηρούμενου: για εκείνη την παρέκκλιση του «τίποτα», εκείνο «τον χώρο υποδοχής μιας παρέκβασης» κατά τη διάρκεια της νοερής αφήγησης της ζωής του, «που δεν έχει καμία σχέση με το θέμα», αλλά αποβαίνει «η μεγαλύτερη ευτυχία και δικαίωσή [τ]ου», όπως εκείνη «η μπλε λάμψη του φωτεινού σήματος του ασθενοφόρου, για παράδειγμα, που αντανακλάται στην οδοντοστοιχία μιας γυναίκας στον Κινέζο του πόνου».8

Οκτώβριος 2019

Ο Πέτερ Χάντκε στην αυλή του σπιτιού του στη Σαβίλ (10.10.2019)

[1] «Το κύριο επίτευγμα του Χάντκε έγκειται στο ότι καταφέρνει να κάνει τα πράγματα, για τα οποία μιλάει, να μας κοιτούν», δηλώνει ο μεταφραστής του στα γαλλικά G.-A. Goldschmidt.
[2] Μια ηλιόλουστη γεναριάτικη μέρα, ξεκίνησε την περιδιάβασή του –όπως γράφει κι ο ίδιος– από το πατρικό μου στον Πειραιά, αφού μίλησε επί μακρόν με τη φιλόλογο μητέρα μου για τον Οιδίποδα επί Κολωνώ και τη συγκεκριμένη αθηναϊκή γειτονιά. Βλ. σχετικά, Πέτερ Χάντκε, «Το ταξίδι στον Κολωνό», μτφρ. Ι. Γαλερίδης, Γ. Αραμπατζής, περ. Το Δέντρο, τχ. 163-164, στο: http://costas-mavroudis.blogspot.com/2008/07/blog-post_7899.html, 24.10.2019, 1:38.
[3] Dimitri T. Analis, Präludium zur neuen Kälte der Welz, Gedichte, Aus dem Französischen von Peter Handke, Jung und Jung, Salzburg 2012.
[4] Πέτερ Χάντκε, «Ενθύμηση Δημήτρη Α.», μτφρ. Εύης Πετροπούλου, στο Αφιέρωμα «Δημήτρης Τ. Άναλις», περ. Νέα Εστία, τχ. 1869, Ιούνιος 2016, σσ. 369, 371.
[5] Peter Handke, «Το βιβλίο που δεν μπορεί να διαβάσει η γάτα», εισαγωγή-μετάφραση Αντιγόνη Βλαβιανού, περ. Η Λέξη, τχ. 173, Γενάρης-Φλεβάρης 2003, σσ. 43, 45.
[6] Ονόματι: ο Έλληνας.
[7] Μετάφραση Ιώ Μαρμαρινού, Εξάντας 2002.
[8] Peter Handke, «Το βιβλίο που δεν μπορεί να διαβάσει η γάτα», ό.π., σ. 42.

Νομπέλ για μύρια παλίμψηστα και μία περσόνα



Φωτ. Jacek Kołodziejski

OΝΟΜΑ: Όλγκα
ΕΠΙΘΕΤΟ: Τοκάρτσουκ
ΨΕΥΔΩΝΥΜΟ: Νατάσα Μπορόντιν
ΤΟΠΟΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ: Σουλέχουφ, Πολωνία
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΓΕΝΝΗΣΗΣ: 29/1/1962
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ: Συγγραφέας
ΛΟΙΠΕΣ ΑΣΧΟΛΙΕΣ: Ψυχοθεραπεύτρια / Ακτιβίστρια / Οικολόγος πράσινη

Σε μια κοινωνία που διαρκώς συντηρητικοποιείται και η κόντρα του ανθρώπου με τη φύση μεγιστοποιείται, η γραφή γίνεται κάποιες φορές το καταφύγιο και το όπλο του αποδεκατισμού. Με σημαντικότερα βιβλία της τα Σπίτι της μέρας, σπίτι της νύχτας (1998), Οδήγησε το αλέτρι σου ανάμεσα από τα κόκαλα των πεθαμένων (2009), το οποίο έγινε ταινία από την Αγκνιέσκα Χόλαντ το 2017, Οι οδοιπόροι (2007) και Τα βιβλία του Ιακώβ (2014), η Τοκάρτσουκ τεμαχίζει κόσμους και ανασυνθέτει ψηφιδωτά όπου ο χρόνος αποκτά άλλες διαστάσεις, αμβλύνεται επιμηκύνεται, γίνεται ταξιδιάρικος ή παγωμένος. Τα αφηγηματικά στερεότυπα καταρρέουν, τα φιλοσοφικά και θρησκευτικά επίσης και απομένουν η ζωή και οι στιγμές της μέσα από ένα αυστηρά επεξεργασμένο σύστημα.
Η Τοκάρτσουκ ανήκει σ’ εκείνους που υπερασπίζονται στις μέρες μας το μυθιστόρημα-δοκίμιο και, ως προς αυτό, η γραφή της υπηρετεί μια τάση, ένα ρεύμα. Οι εποχές μπερδεύονται, η Ιστορία ανακατώνεται με τη μνήμη, τη μυθοπλασία, τη διαδικτυακή ανάπλαση του κόσμου, την καθημερινότητα και τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειές της. Το καθαρά προσωπικό της στοιχείο πηγάζει από τις ιδιαιτερότητες της πατρίδας της: τον καθολικισμό, τις λαϊκές δοξασίες, τον κατακερματισμό, έως και την ιστορική ανυπαρξία της Πολωνίας, το προαιώνιο εβραϊκό ζήτημα και τα τοπία που ευνοούν τον ανιμισμό. Έτσι, ενώ καταφέρεται εναντίον των θρησκειών, συχνά κομμάτια από τα βιβλία της δίνουν την εντύπωση ότι είναι δημιουργήματα μιας πνευματίστριας: «Ο άνεμος είναι το βλέμμα των νεκρών», «Η θρησκεία των Νεκρών είναι πια και δικιά σου, με τις τόσο ατελείς, ατελέσφορες, πάντα ανολοκλήρωτες, ξερασμένες προσπάθειές τους να φτιάξουν τον κόσμο». Και τα δύο αποσπάσματα είναι από Τα βιβλία του Ιακώβ, με το δεύτερο να ανήκει σε μια γυναίκα που πεθαίνει από την αρχή αλλά είναι πάντα παρούσα παρακολουθώντας από ψηλά τη ζωή.
Στο Οι οδοιπόροι, ελεύθερα –και λίγο αστόχαστα– μεταφρασμένο στα αγγλικά Πτήσεις, η Τοκάρτσουκ απογειώνει την έννοια του ταξιδιού, του αργού, όμως, αεικίνητου ταξιδιού προς τη λύτρωση με όλες τις μορφές του, εσωτερικές, εξωτερικές, χρονικά σπασίματα και αμβλύνσεις, δημιουργώντας ένα παζλ από σύγχρονους νομάδες «που έχουν ως στόχο να συναντήσουν κάποιον άλλον όμοιό τους».
Το έργο της Τοκάρτσουκ μπαλαντζάρει ανάμεσα στην επαναστατικότητα και τη βλασφημία από τη μία και την απελπισία από την άλλη. Επιθυμεί αγωνιωδώς να μιλήσει, να γίνει αν είναι δυνατόν Λόγος και ταυτοχρόνως να πιαστεί λίγο πριν γκρεμιστεί στην άβυσσο. Η ίδια αγωνία υποβόσκει και στους προσωπικούς αγώνες της, στη μαχητικότητά της, στην παρουσία της καθώς εκπέμπει κάτι πολύ ισχυρό, όχι πια ως προσωπικότητα αλλά ως περσόνα. Και η σχέση αυτή ανάμεσα στο τρίπτυχο δημιουργός-δημιούργημα-προσωπείο είναι ένα επίσης ενδιαφέρον κομμάτι της Τοκάρτσουκ.
Ανάμεσα στις ανατολικές θρησκείες, τον Γιουνγκ και τον Μπλέηκ, στον οποίο χρωστά και τον τίτλο τού Οδήγησε το αλέτρι σου ανάμεσα από τα κόκαλα των πεθαμένων, η Τοκάρτσουκ έλκεται εξαιρετικά από το παράδοξο και το τερατώδες. Έτσι η καρδιά του Σοπέν ταξιδεύει με την αδερφή του πίσω στην Πολωνία –όπως ήταν και η αληθινή επιθυμία του άλλωστε– ένας ήρωας από το Σπίτι της μέρας, σπίτι της νύχτας τρώει ανθρωπινό κρέας, τα ζώα στο Οδήγησε το αλέτρι σου ανάμεσα στα κόκαλα των πεθαμένων σκοτώνουν τους κυνηγούς ή μήπως εκδικείται η ίδια η ηρωίδα;
Ιστορία, μεταφυσική αναζήτηση, ταξίδι υπό τη μορφή της λύτρωσης των κολασμένων, εικονικές περιηγήσεις, μύθοι και αλχημείες είναι τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν το σύμπαν της Τοκάρτσουκ, ένα σύμπαν που, κυρίως στα Οι οδοιπόροι και Τα Βιβλία του Ιακώβ, λειτουργεί ως μύρια παλίμψηστα που έρχονται στο φως για να κρυφτούν ξανά στο πρώτο φύσημα του ανέμου κι ύστερα πάλι απ’ την αρχή.
Η Τοκάρτσουκ προέρχεται από μια χώρα μικρή, ως προς τη γλώσσα, με μεγάλη όμως λογοτεχνία και πέντε νομπελίστες στον τομέα αυτόν, εκ των οποίων οι σπουδαιότεροι είναι ο Βλαντίσλαβ Ρέυμοντ (1924) και ο Χένρυκ Σιενκιέβιτς (1905). Από μια χώρα με παράδοση γενικότερα στις τέχνες και όπου ο πολίτης σέβεται ακόμη το βιβλίο. Αλλιώς πώς εξηγείται –πέρα από τους όρους του μάρκετινγκ, που κάποιος κακοπροαίρετος θα προτάξει– το γεγονός ότι, παρά τα κατά καιρούς προβλήματα που έχει αντιμετωπίσει η συγγραφέας με τις συντηρητικές κυβερνήσεις, την επομένη της ανακοίνωσης του Νομπέλ τα μέσα μαζικής μεταφοράς στην Πολωνία ήταν δωρεάν για όσους κρατούσαν ένα βιβλίο της;

Δεν είσαι εσύ: δυναμ/ήττες Νομπέλ

Μετά τον Μπομπ Ντύλαν (2016) και τον Καζούο Ισιγκούρο (2017), τα Βραβεία Νομπέλ για τη λογοτεχνία συνέχισαν φέτος με δύο βραβεία, λόγω διαλείμματος που προκάλεσαν σκάνδαλα, στην Όλγκα Τοκάρτσουκ (2018) και στον Πέτερ Χάντκε (2019): ένα εκρηκτικό μίγμα που προσιδιάζει στον δυναμιτιστή Σουηδό εφευρέτη και επιχειρηματία που με τη διαθήκη του καθιέρωσε τα ομώνυμα βραβεία.
Από 116 συγγραφείς, στους οποίους απονεμήθηκαν βραβεία από το 1901, δύο έγραφαν στα ελληνικά, όσοι και στα κινεζικά και τα ιαπωνικά, ενώ σε άλλες γλώσσες, όπως τα αραβικά, αντιστοιχεί ένα ή κανένα βραβείο. Φυσικά έχουν δοθεί περισσότερα σε γλώσσες «του βορρά»: νορβηγικά και δανικά από 3 βραβεία, πολωνικά 5, ρωσικά 6, σουηδικά 7, γερμανικά 14. Τα υπόλοιπα βραβεία αντιστοιχούν στα ιταλικά (6), τα ισπανικά (11) και τα γαλλικά (14), με τα αγγλικά να συγκεντρώνουν 29 βραβεία, που θα ήταν περισσότερα, αν τρεις συγγραφείς που έγραφαν επίσης στα αγγλικά δεν συνυπολογίζονταν σε άλλες γλώσσες: ο Ταγκόρ (Μπενγκάλι), ο Μπέκετ (γαλλικά) και ο Μπρόντσκι (ρωσικά).
Ενδιαφέρον βέβαια προκαλούν και τα παρεπόμενα των βραβείων, με χαρακτηριστική φέτος απάτη εις βάρος του κορυφαίου Ιρλανδού μυθιστοριογράφου Τζον Μπάνβιλ, συνεπώνυμου του Γάλλου ποιητή και πρόδρομου του παρνασσισμού. Ήταν ξαπλωμένος στον καναπέ στο σπίτι, με το κεφάλι κάτω και φυσιοθεραπευτή από πάνω, όταν δέχθηκε τηλεφώνημα μισή ώρα πριν ανακοινωθούν τα βραβεία για τη λογοτεχνία. Έχοντας συστηθεί ως ο μόνιμος γραμματέας της Σουηδικής Ακαδημίας, ο συνομιλητής του ρώτησε αν θα προτιμούσε να του επιδοθεί το βραβείο για το 2018 ή για το 2019, ενώ του διάβασε τι θα ανέφερε το συνοπτικό σκεπτικό του βραβείου. Ο Μπάνβιλ αμέσως τηλεφώνησε σε φίλους και γνωστούς του. Σαράντα λεπτά αργότερα τηλεφώνησε η κόρη του, που μόλις είχε δει στην τηλεόραση την ανακοίνωση των βραβείων. «Δεν είσαι εσύ», του είπε. Τηλεφώνησε πάλι σε όλους. «Μην αγοράσετε σαμπάνια», είπε. «Σταματήστε να πετάτε τα καπέλα σας στον αέρα.»

Μετά την ανακοίνωση των βραβείων υπήρξε και μήνυμα στον τηλεφωνητή του πεζογράφου, οι πολλές διακρίσεις του οποίου περιλαμβάνουν Μπούκερ (2005) και βραβείο Κάφκα (2011), πως προέκυψε, υποτίθεται, διαφωνία την τελευταία στιγμή. Ο Μπάνβιλ θεωρεί ότι αποτελεί παράπλευρη απώλεια προσπάθειας να σπιλωθεί το βραβείο. «Έμαθα σε σαράντα λεπτά όχι λίγα πράγματα για τον εαυτό μου», λέει. «Υπάρχει μια κωμική πλευρά και εν δυνάμει υλικό: ‘Ο άνθρωπος που σχεδόν κέρδισε το βραβείο Νομπέλ’.»

Εκείνο που θυμάμαι από τον Μπάνβιλ από την εποχή που ήμουν στο Δουβλίνο είναι πόσο του άρεσε το ανέκδοτο με τον νευροχειρουργό, που για να εκφράσει τον θαυμασμό του προς έναν συγγραφέα είχε πει: «Μόλις αποσυρθώ από τα χειρουργεία, θα γράψω κι εγώ μυθιστόρημα». Ο συγγραφέας τον ευχαρίστησε θερμά. «Κι εγώ σκέφτομαι», πρόσθεσε, «όταν αφήσω το γράψιμο, να ασχοληθώ με τη νευροχειρουργική».

Ο θάνατος του ποιητή

Όταν πεθαίνει ένας ποιητής η μαγεία του λόγου παύει να ενεργεί. Το νευρικό σύστημα που συνδέει τις λέξεις μεταξύ τους και στέλνει τα μηνύματα στον συλλογικό εγκέφαλο σμπαραλιάζεται. Τ' αποτελέσματα είναι θανάσιμα για τον λαό. Μία περίοδος σεξουαλικής ατροφίας ακολουθεί. Τα χωράφια δεν παράγουν σιτάρι, στα καρποφόρα δέντρα τα φρούτα ξεραίνονται πρόωρα. Ο ίδιος ο ήλιος σταματάει την κίνησή του. Φοβερές κάψες ακολουθούν. Λιμός και χολέρα ξεσπάνε. Παιδιά δεν γεννιούνται πια ζωντανά από τα σπλάχνα των μανάδων τους. Μία γενική παραλυσία σταματάει και εμποδίζει κάθε κίνηση στη χώρα. Τότε ξεκινάν τα πλήθη με επικεφαλής τον Αρχιερέα, τον διορισμένο από τον ίδιο τον τύραννο και πάνε να κάνουν τα παράπονά τους. Ζητάνε, ούτε λίγο ούτε πολύ, να τιμωρηθεί ο υπαίτιος και να γίνει παράδειγμα η περίπτωσή του ώστε να μην επαναληφθεί το κακό. Ο τύραννος δέχεται την αντιπροσωπεία του λαού με ανάμικτα αισθήματα. Αισθάνεται υποχρεωμένος να κάνει κάτι για να ξεπλύνει το όνειδος, το μεγάλο κενό – σαν μια πληγή που κακοφόρμισε, που άφησε στο θάνατό του ολάνοιχτο, σαν στόμα του Άδη, ο μακαρίτης. [...]

[ Αρχή πεζογραφήματος γραμμένου στην Καλιφόρνια το 1971 ]

Η οικογένεια των νάνων-πλανητών

Ένα νέο μέλος φαίνεται πως αποκτά η οικογένεια των νάνων-πλανητών, καθώς οι αστρονόμοι στις ΗΠΑ ανακάλυψαν έναν νέο νάνο πλανήτη στο ηλιακό μας σύστημα.
Το όνομά του είναι «Νάνος Βαλαωρίτης», έχει διάμετρο περίπου τόσα χιλιόμετρα στίχων που έχει γράψει και κινείται σε απόσταση 13,7 δισεκατομμυρίων χιλιομέτρων από τον Ήλιο, στην περιοχή πέρα από τον Πλούτωνα.
Είναι ενα νέο μέλος που μόλις ανακαλύφθηκε.

Νάνος Βαλαωρίτης: «Η ζωή μου μετά θάνατον εγγυημένη»


Υλικό ταινίας –υπό κατασκευήν– για τον Νάνο Βαλαωρίτη

Αποκλειστική παραχώρηση στο περιοδικό Χάρτης

*

Παραγωγή – Σκηνοθεσία: Δημήτρης Μουζακίτης
Μοντάζ – Ήχος: Δημήτρης Παπαδάκης
Φωτογραφία: Κατερίνα Τζόβα


Νάνος Βαλαωρίτης (1921-2019)

Ο Νάνος Βαλαωρίτης αποτελεί απολύτως εμβληματική φυσιογνωμία των ελληνικών γραμμάτων σε διεθνή προοπτική. Η δράση του συνδέει το άμεσο παρελθόν τους, αλλά και το απώτερο, με την ανάπτυξή τους τον εικοστό αιώνα. Η δράση του συνδέει όσα γράφονται στα ελληνικά με το παγκόσμιο περιβάλλον τους.
Πρόκειται για σύνδεση που αναπτύχθηκε σε τέσσερα δημιουργικά πεδία, διαπλέκοντας Έλληνες και ξένους συνομιλητές και πνευματικές και γλωσσικές οικογένειες, όπου πολλοί ανακαλούνται, από τον πρόγονό του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη έως τη γυναίκα του Νάνου, Αμερικανίδα εικαστικό Μαρί Γουίλσον, που έφυγε λίγο πριν από τον ίδιο.
Τα τέσσερα δημιουργικά πεδία που ανέδειξε και στα οποία αναδείχθηκε ο Νάνος Βαλαωρίτης είναι:

— Η ποίηση που έγραψε και η πεζογραφία του και οι άλλες μορφές γραφής, όπως το θέατρο, ως έκβαση, διαστολή και ενδελέχεια της ποίησης.
— Ο δοκιμιακός και κριτικός λόγος και τα κείμενά του ως ερευνητή, μαθητή και δάσκαλου της λογοτεχνίας, που περιλαμβάνουν πρωτότυπες θεωρίες ομηρικής ακροφωνίας.
— Η εισαγωγή στην ελληνική ποίηση και λογοτεχνία αναζητήσεων από τον χώρο της ευρωπαϊκής, αμερικανικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας.
— Η εξαγωγή της ελληνικής ποίησης και λογοτεχνίας πέρα από τα γλωσσικά και άλλα σύνορά της και η προσωπική παρουσία του στα πολιτιστικά τεκταινόμενα διεθνώς.

Στις πολύπλοκες αυτές διαδικασίες εισαγωγής, εξαγωγής και αμφίδρομης καλλιέργειας εντάσσεται η διαρκής δράση του ως δημιουργού και επιμελητή περιοδικών εκδόσεων, ανθολόγου και μεταφραστή.

Πόσοι στο πέλαγος πόσοι πνιγμένοι
Κι όσοι γυρίζοντας θα ναυαγήσουν
Όλοι περίμεναν να σ’ αντικρίσουν
Μονάχα ο θάνατος δεν περιμένει.

Το παραπάνω τετράστιχο, με το οποίο αρχίζει το ποίημά του Τροία, επίσης θυμίζει ότι ηττημένοι αντίπαλοι συνεχώς κινητοποιούν τη φαντασία των Ελλήνων, από τους απροκάλυπτα κρυφούς πρωταγωνιστές της Ιλιάδας Τρώες και τους Πέρσες του Αισχύλου έως σήμερα.
Ξεκινώντας ζωή περιπετειώδη, όπως τα έργα του, ο Νάνος Βαλαωρίτης γεννήθηκε εκατό χρόνια μετά την έναρξη του αγώνα για ανεξαρτησία, για ανεξαρτησία και των ελληνικών γραμμάτων. Αληθής και αειθαλής συμπλήρωσε 98 χρόνια από τη δεύτερη εκατονταετία μετά την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης.
Γεννημένος σε μια χώρα που δημιούργησε ο Καποδίστριας και δεν είναι η Ελλάδα, αλλά η Ελβετία, γεννημένος πολύ κοντά εκεί όπου έκλαψε ο Έλιοτ επί των υδάτων Λεμάν στην Έρημη χώρα, γεννημένος στη Λωζάνη, όπου υπηρετούσε ο πατέρας του ως γενικός πρόξενος, βρέθηκε παιδί στη Γερμανία, λόγω πατρικής ασθένειας, πριν από την επιστροφή στην Ελλάδα, από όπου διέφυγε προς Μέση Ανατολή στα χρόνια της γερμανικής κατοχής.
Βρέθηκε στο Λονδίνο, όπου γνώρισε τους πάντες, μετέφρασε πρώτος Σεφέρη και άλλους σύγχρονους ποιητές και δημιούργησε προϋποθέσεις για διεθνείς διακρίσεις της ελληνικής λογοτεχνίας. Βρέθηκε στο Παρίσι, όπου γνώρισε τη Μαρί Γουίλσον, που τον σύστησε στον Αντρέ Μπρετόν και τους υπερρεαλιστές. Μαζί της γύρισαν στην Ελλάδα, από όπου διέφυγαν, όταν επιβλήθηκε η στρατιωτική δικτατορία, πριν επιστρέψουν πάλι στην Αθήνα από την Καλιφόρνια μετά από σχεδόν τρεις δεκαετίες.

Έχουν περάσει περισσότερα από σαράντα πέντε χρόνια από τότε που για να τον γνωρίσω, με σύσταση του Κώστα Ταχτσή, κατέβηκα στον Άγιο Φραγκίσκο από το Όρεγκον, όπου είχα βρεθεί μετά το γυμνάσιο φοιτητής.

Η ανακάλυψη του Καβάφη τον έφερε, όταν ήταν 14 ετών, στην ποίηση. Συνέχισε να γράφει ποιήματα με το χέρι και να τα διορθώνει, αργότερα σε υπολογιστή, όπου άλλο άτομο είχε αντιγράψει το δυσανάγνωστο χειρόγραφο. Έγραφε πεζά κείμενα ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Μετέφραζε καθισμένος. Έγραφε όρθιος σε αναλόγιο, μου έχει πει. Έγραφε διαρκώς.

«Θα συνεχίσω άραγες να γράφω και μετά θάνατον; Έχω γράψει σε ώρα τροπικής θύελλας τις παραμονές του τέλους κι όταν το πλοίο βυθιζόταν τραγούδησα στο κατάστρωμα κι όταν γκρεμίζονταν οι πυλώνες του ναού, έκρουσα τις φωνητικές μου χορδές με την τελευταία μου πνοή…
Έγραψα σε ώρες συσκότισης λόγω διακοπής ρεύματος, σε ώρα ψυχικού κλονισμού, παγιδευμένος κάτω από χαλάσματα χωρίς αέρα κι αντικρίζοντας εκτελεστικά αποσπάσματα δικτατοριών. Έγραψα ακούγοντας εκκωφαντικές συναυλίες σκληρού ροκ και στο κρεβάτι μου όταν κοιμόμουνα: τώρα χρειάζομαι μόνο χαρτί και καλαμάρι και θα συνεχίσω να γράφω στον αιώνα τον άπαντα». (Από το βιβλίο του Η ζωή μου μετά θάνατον εγγυημένη)

Εδώ γράφουν


Πάρκαρα έξω από τα γραφεία της Εταιρείας Συγγραφέων κι ήρθε ένας τύπος και μου λέει: «Πρόσεξε, φίλε, εδώ γράφουν». [Αλιευμένο από το fb]

Γνώση & απόγνωση


«Βιβλιοπωλείο έπρεπε να ανοίξεις», είπε η μητέρα μου, βλέποντας να μπαίνω με μια σακούλα γεμάτη βιβλία. Παρά τη σχέση της με τα βιβλία, που ήταν εγνωσμένη, απεγνωσμένη φαινόταν, καθώς περίμενε γυναίκα.
Αργότερα το βράδυ έγινε ή μάλλον έκανε κάποια προεργασία βάζοντας προσωρινά σε κιβώτια βιβλία στοιβαγμένα στο πάτωμα ή οπουδήποτε υπήρχαν ελεύθερες επιφάνειες, που έπρεπε να καθαριστούν.
Όταν την επόμενη ημέρα ήρθε η γυναίκα, επανέλαβε αυτό που μου είχε πει: «Βιβλιοπωλείο έπρεπε να ανοίξει ο γιος μου».
«Μπα», είπε η γυναίκα, κοιτάζοντας τα βιβλία. «Αυτά δεν πουλιούνται. Είναι για διάβασμα».

1786: Οι 39 από το Κερί


Στον καιρό της Βενετίας, έτος του Σωτήρος Χριστού 1786, στο χωριό Κερί της Ζακύνθου, ήρθε η κουβέντα για ζήτημα μεγάλο. Άρχισαν δηλαδή οι άνθρωποι να ρωτούν γιατί πάντα να υπάρχει Βενετσιάνος Προβλεπτής και ποτέ κάποιος από εμάς; Πολλοί είπαν τι τα θέλετε και τα συζητάτε τώρα αυτά; Σε κακό θα μας βγουν. Κι άλλοι τόσοι είπαν, και γιατί να μην τα συζητάμε, αφού το σωστό και το δίκαιο είναι να έχουμε κι εμείς σειρά στα πράγματα του κόσμου. Κάποιοι άλλοι πρότειναν και γιατί δεν πάμε να ρωτήσουμε ταπεινά τον Προβλεπτή μας; Να βάλουμε τα καλά μας, λουσμένοι, πλυμένοι και ξυρισμένοι, να του φτιάξουμε κι ένα γλυκό, αφού λένε ότι είναι λιχούδης να μην πάμε με άδεια χέρια. Οι περισσότεροι συμφώνησαν να γίνει το πράγμα έτσι, επειδή το πράγμα δεν ήταν για γέλια. Να πάμε χαρούμενοι, είπαν, να μη δείχνουμε θλιμμένοι, συνοφρυωμένοι, υποκριτές. Και μαζεύτηκαν σαράντα, πήραν το δρόμο το στρατί, στρατί το μονοπάτι και χτύπησαν την πόρτα του Προβλεπτή.


– Μα δεν είπες ότι ήταν τριανταεννιά; θα ρωτούσε ο Φραγκίσκος τον μοναχό μαθητή του.

– Τριανταεννιά ήταν στο τέλος, αλλά σαράντα πήγαν. Χτύπησαν την πόρτα του Προβλεπτή και για να μην τα πολυλογούμε του άφησαν ένα κουτί σοκολατάκια κι άλλο ένα με φοντάν.

– Μα υπήρχαν τότε τέτοια γλυκά;
θα γελούσε ο Φραγκίσκος.
– Ήταν σπιτίσια.

– Και τι έγινε μετά;

– Είπαν στον Προβλεπτή την απορία τους. Γιατί πάντα Βενετσιάνος κι όχι δικός μας; Δίκιο έχετε να ρωτάτε απάντησε ο άρχοντας και έβαλε τα γέλια, αλλά για να πω την αλήθεια δεν γνωρίζω το λόγο, το ζήτημα μου φαίνεται δύσκολο και μόνο το Συμβούλιο των Δέκα της Γαληνοτάτης που ξέρει τα πάντα και δεν αστειεύεται, επειδή δεν έχει καλή γνώμη για το γέλιο, θα ξέρει να σας δώσει απάντηση. Λέω λοιπόν να σας ετοιμάσω μια γαλέρα και να πάτε στη Βενετία να ρωτήσετε. Έτσι δεν θα χάνουμε τον καιρό μας με υποθέσεις και θα έχουμε σίγουρη και τελειωτική απάντηση. Αν μάλιστα το πράγμα εξηγηθεί καλά, θα πρέπει όλοι να είσαστε εκεί, ώστε το Συμβούλιο να βγάλει έναν από σας Προβλεπτή.

Να πάμε λοιπόν συμφώνησαν οι χωριάτες.
«Όλοι εκτός από εμένα!» είπε κάποιος που ξεγλίστρισε κι έφυγε γελώντας. Κάτι είχε υποψιαστεί, του φαινόταν για γέλια να γίνει τέτοια κουβέντα με τέτοιο τρόπο. Κι ετοιμάστηκε η γαλέρα και μπήκαν οι τριάντα εννιά γελαστοί. Και σαλπάρισε το πλεούμενο. Κι αντί να πάει στη Βενετία ήρθε κι άραξε στο Βόιδι, στο νησάκι έξω από τη Ζάκυνθο, ούτε τριακόσια μέτρα από την ακτή. Το τσούρμο άρπαξε τους χωριάτες, τους πήρε τα υπάρχοντά τους, τους ξύλισε, τους έβγαλε στα βράχια και τους έφερε σε ένα εγκαταλειμμένο μοναστήρι, όπου ρίχτηκαν σ’ ανήλιαγα και μισογκρεμισμένα κελιά. Εκεί τους άφησαν δίχως νερό και δίχως φαί, ώσπου πέθαναν ψάλλοντας την Τρίτη Διεθνή.
– Δεν ήταν δικό μας το μοναστήρι, θα ομολογούσε ο Φραγκίσκος.

Ο Σαιν-Τζων Περς στον Σεφέρη περί Μπόρχες

«Πήγα να τον αποχαιρετήσω στη Βιβλιοθήκη του Μπουένος Άιρες. "Ελάτε" είπε "να σας δείξω". Πήγαινε μπροστά· ακολουθούσα – ήταν τραγικό μαζί και υπερρεαλιστικό, υπογραμμίζει. Ανεβήκαμε σε μια στριφογυριστή σκάλα. "Εδώ" έλεγε ψηλαφώντας κάθε τόσο "ήταν ένα άνοιγμα στον τοίχο, το έκλεισαν" (ils l'ont muré')". Ανεβήκαμε ακόμη, βγήκαμε έξω από τον τρούλο, προχωρήσαμε στο μάκρος του παραπέτου, όταν εκεί κάπου ο Μπόρχες άνοιξε κάτι σαν καταπακτή: "Εδώ δούλευαν κάτι εργάτες" είπε ¨κοιτάχτε¨. Κοίταξα και είδα μια μπανιέρα, μόνη.
Η διήγησή του δίνει την εντύπωση ενός υστερόγραφου στη ¨Βιβλιοθήκη της Βαβέ먻.

[Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Θ΄, (Ιούλιος 1964), επιμ. Κ. Κρίκου-Davis, Ίκαρος 2019]

2003: Τα παιδιά του δρόμου (Τιφλίδα – ένα χατσιαπούρι)

Περπατούσα αργά, μουσκευόμουν. Κατέβαινα τη λεωφόρο Τσαβτσαβάτζε, πλησίαζα στο ξενοδοχείο μου. Στη τελευταία γωνία, κάτω από ένα υπόστεγο, ερχόταν ένας ήχος που θύμιζε καλαμένια φλογέρα. Εκεί ήταν ένα παιδί ηλικίας οκτώ ετών περίπου, ένα παιδί κακοντυμένο, ένα παιδί όμορφο, με ένα πολύχρωμο σκούφο στο κεφάλι του, που φυσούσε σε ένα πλαστικό καλαμάκι και, κοιτάζοντας τους ελάχιστους περαστικούς στα μάτια, έπαιζε μια ήρεμη μελωδία: ένας δεξιοτέχνης. Το πλαστικό καλαμάκι γεννούσε τη μελωδία, που το παιδί είχε γεννήσει μέσα του. Δίπλα του το σκυλί.

Το πλησίασα. Δεν έπαψε να παίζει. Ακούμπησα το χέρι στον ώμο του. Συνέχισε να παίζει, η μελωδία με χτυπούσε κατάμουτρα. Το ρώτησα γιατί στεκόταν εκεί. Μου έδειξε στην απέναντι πλευρά του στενού δρόμου ένα μισοφωτισμένο μαγαζί που πουλούσε χατσιαπούρι (είδος τυρόπιττας στην Γεωργία, που πωλείται σε φούρνους, αλλά και στο δρόμο από υπαίθριους περιποιητές) μου ψιθύρισε ότι πεινούσε, περίμενε να μαζέψει λίγα χρήματα για να αγοράσει ένα χατσιαπούρι. Κοίταξα γύρω μου, σκέφτηκα πως κάποιος ενήλικος είχε βάλει εκεί το παιδί να ζητιανέψει και να του πάρει τα λεφτά. Του έδωσα χρήματα, του είπα να πάει απέναντι και να φάει, να κρατήσει τα ρέστα για να φάει και αύριο. Του είπα πως θα στεκόμουν κάτω από το υπόστεγο για να βεβαιωθώ ότι θα έτρωγε και ότι δεν θα εμφανιζόταν κάποιος να του πάρει τα χρήματα. Του είπα να φάει μέσα στο μαγαζί και να μην τολμήσει να βγει στο δρόμο, σκέφτηκα πως αν έβγαινε στο δρόμο κάποιος θα του έκλεβε το φαγητό του. Του είπα να φυλάξει το πλαστικό καλαμάκι, δεν του χρειαζόταν άλλο σήμερα. Του είπα πως αν έτρωγε μέσα στο μαγαζί, θα βλεπόμαστε κάθε μέρα την ίδια ώρα, θα του έδινα χρήματα κάθε βράδυ για να έχει το δείπνο του. Με άκουγε σοβαρό. Με άκουγε και το σκυλί.

Ποτέ στη ζωή μου δεν πρόκειται να ξεχάσω την αξιοπρέπεια εκείνου του παιδιού. Ποτέ στη ζωή μου δεν πρόκειται να ξεχάσω τη ματιά του: στεκόταν πίσω από τη μισοφωτισμένη βιτρίνα του μισοφωτισμένου μαγαζιού, έτρωγε αργά, κατάπινε αργά, κοίταζε το χατσιαπούρι του, μου έδειχνε ότι το έτρωγε πράγματι, εκείνη τη στιγμή έγινε διακοπή ρεύματος. Το σκυλί με πλησίασε.

Πέρασα στην απέναντι μεριά του δρόμου, έβλεπα το παιδί, τα μάτια του παιδιού. Ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνα τα μάτια. Ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνο το παιδί, που δεν συνάντησα άλλη φορά, που δεν ήρθε στο ραντεβού μας: η συγκίνηση δεν με άφησε να μάθω περισσότερα για εκείνο το παιδί. Ο σκύλος δεν ήξερε κάτι.

Ποτέ δεν θα ξεχάσω τα μάτια του. Την αγάπη του. Χάιδεψα τον σκύλο. Μου έκανε χαρές. ‘Ηταν δίπλα μου τις λίγες μέρες που έμεινα στην Τιφλίδα. Ύστερα, χαθήκαμε. Φορτώσαμε παλιοσίδερα στο Πότι και φύγαμε για Μοντεβιδέο.

Τόνι Μόρισον (1931-2019)

Στις 5 Αυγούστου πέθανε η βραβευμένη με Νομπέλ (1993) Αφρο-Αμερικανίδα πεζογράφος Toni Morrison. Μυθιστορήματά της: The Bluest Eye (Το πιο γαλανό μάτι, 1970), Sula (Σούλα, 1973), Song of Solomon (Τραγούδι του Σολομώντα, 1977), Tar Baby (Μωρό από πίσσα, 1981), Beloved (Αγαπημένη, 1987), Jazz (Τζαζ, 1992), Paradise (Παράδεισος, 1997), Love (Αγάπη, 2003), A Mercy (Έλεος, 2008), Home (Σπίτι, 2012), God Help the Child (Ο Θεός να σώσει το παιδί, 2015).

«Η αγάπη δεν είναι ποτέ καλύτερη από εκείνον που αγαπά.»
(Το πιο γαλανό μάτι)

«Αν παραδιδόσουν στον αέρα, θα μπορούσες να πετάς.»
(Τραγούδι του Σολομώντα)

«Ο ρόλος της ελευθερίας είναι να ελευθερώσεις κάποιον άλλον.»
(Ομιλία σε τελετή αποφοίτησης στο Κολέγιο Μπάρναρντ το 1979)

«Δεν ζήτησα ποτέ από τον Τολστόι να γράψει για εμένα, ένα μικρό έγχρωμο κορίτσι στο Λορέιν στο Οχάιο. Δεν ζήτησα ποτέ από τον Τζόυς να μην αναφέρει τον Καθολικισμό ή τον κόσμο του Δουβλίνου. Ποτέ. Και δεν ξέρω γιατί θα έπρεπε να μου ζητηθεί να εξηγήσω τη δική σου ζωή σε εσένα. Έχουμε υπέροχους συγγραφείς να το κάνουν αυτό, αλλά εγώ δεν είμαι μία από αυτούς. Είναι αυτή η ιστορία του να είσαι παγκόσμιος, μια λέξη απελπισμένα απαλλαγμένη από κάθε νόημα για εμένα. Ο Φώκνερ έγραφε αυτό που υποθέτω θα μπορούσε να αποκληθεί τοπική λογοτεχνία και εκδιδόταν σε όλον τον κόσμο. Αυτό είναι που θέλω να κάνω. Αν προσπαθούσα να γράψω ένα παγκόσμιο μυθιστόρημα, θα ήταν νερό. Η ερώτηση που μου γίνεται υποκρύπτει τον υπαινιγμό ότι το να γράφεις για μαύρους ανθρώπους κατά κάποιον τρόπο μειώνει το γράψιμο. Όπως το βλέπω, υπάρχουν μόνο μαύροι άνθρωποι. Όταν λέω ‘άνθρωποι’, αυτό εννοώ.»
(Συζήτηση με τον Thomas LeClair στο περ. New Republic, 21 Μαρτίου 1981)

«Το γράψιμο για εμένα είναι μια προχωρημένη και αργή μορφή ανάγνωσης. Αν βρεις ένα βιβλίο που πραγματικά θέλεις να διαβάσεις αλλά δεν έχει γραφεί ακόμη, τότε πρέπει να το γράψεις.»
(Συνέντευξη στην εφ. The Cincinnati Enquirer, 27 Σεπτ. 1981, μετά από ομιλία στο Συμβούλιο Τεχνών του Οχάιο)

«Οι προσδιορισμοί ανήκουν στους προσδιοριστές, όχι στους προσδιοριζόμενους.»
(Αγαπημένη)

«Αν δεν μπορείς να το φανταστείς, δεν μπορείς να το έχεις.»
(Διάλεξη στο Πόρτλαντ, Όρεγκον το 1992)

«Μόνον η γλώσσα μάς προστατεύει από τον τρόμο των πραγμάτων χωρίς όνομα.»
(Oμιλία κατά την απονομή του Βραβείου Νομπέλ)

«Πεθαίνουμε. Αυτό μπορεί να είναι το νόημα της ζωής. Αλλά κάνουμε γλώσσα. Αυτό μπορεί να είναι το μέτρο της ζωής …»
(Ομιλία κατά την απονομή του Βραβείου Νομπέλ)

«Πιστεύω στη δύναμη της γνώσης και στην αγριότητα της ομορφιάς, οπότε, όπως το βλέπω, η ζωή σας είναι ήδη ένα έργο τέχνης – που περιμένει, απλώς περιμένει, από εσάς να την κάνετε τέχνη.»
(Ομιλία σε τελετή αποφοίτησης στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον το 2005)

Για τον Λαυρέντη


Με τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα συνεργαστήκαμε μόλις δύο χρόνια 1993-95. Δεν προλάβαμε να γίνουμε φίλοι αλλά κάναμε πολύ ωραία τραγούδια.

Σ’ ευχαριστώ πολύ Λαυρέντη, γιατί χάρη στις αρετές ενός χαρισματικού Τραγουδοποιού σαν κι εσένα, άκουσα τα πρώτα μου σουξέ, με εξαίρεση το «Σου μι τζου» του Ξυδάκη που είχε προηγηθεί.

Είσαι αρτεσιανός μελωδός, ερμηνευτής με ιδιαίτερη χροιά φωνής και έχεις πολύ καλή σχέση με τον λόγο και τους ακροατές σου.

Χαιρετισμούς στον Μάνο και στους άλλους λαλητάδες του κάτω κόσμου. Να μας θυμάστε, όσο κι εμείς.


[…]

Κι εγώ μέσα στους αχινούς / στις γούβες στ’ αρμυρίκια
Σαν τους παλιούς θαλασσινούς / ρωτούσα τα τζιτζίκια:

– Ε σεις τζιτζίκια μου άγγελοι / γεια σας κι η ώρα η καλή
Ο βασιλιάς ο Ήλιος ζει; / κι όλ’ αποκρίνονται μαζί:

– Ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει

[ Oδυσσέας Eλύτης, Τα ρω του έρωτα ]

Ο Μορντίγιο δε μένει πια εδώ

«Αφού δημιούργησε τον κόσμο, ο Θεός έπλασε τον άνδρα και τη γυναίκα. Κατόπιν δημιούργησε την αίσθηση του χιούμορ. Ευτυχώς». Τα λόγια του Γκιγιέρμο Μορντίγιο θα μπορούσαν να χαραχθούν στον τάφο του. Ο θάνατός του, ακριβώς πριν ένα μήνα (1/7/2019) και λίγο πριν γιορτάσει τα 87α γενέθλιά του, άφησε ένα μεγάλο κενό στην –ανεξάντλητη κατά τα άλλα– σάτιρα. Ένας από τους πιο αγαπημένους καρτουνίστες (στο χαρτί και στην οθόνη), ο Γκιγιέρμο Μορντίγιο υ Μερέντεζ όπως ήταν το πλήρες όνομά του, γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες από γονείς Ισπανούς μετανάστες. Έμελλε να γίνει –κυριολεκτικά– ένας πολίτης του κόσμου, με πολλές χώρες να τον φιλοξενούν στη δημιουργική ζωή του.
Αφετηρία του η Αργεντινή, όπου σε ηλικία μόλις 18 ετών, εικονογραφεί με επιτυχία παιδικά βιβλία και παρουσιάζει τις πρώτες ταινίες του κινουμένων σχεδίων στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο. Το 1955 ταξιδεύει στο Περού, δημιουργεί χιουμοριστικές κάρτες και δημοσιεύει τα πρώτα δείγματα του μετέπειτα στιλ που τον χαρακτήρισε: 2-4 εικόνες, σε οριζόντιο «σινεμασκόπ» format, ή σε κάθετες στήλες, παρουσιάζουν «τηλεγραφικά» μια πλήρη ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Η τέχνη του Μορντίγιο είναι κατεξοχήν οπτική, με το απροσδόκητο να καιροφυλακτεί στη γωνία. Στο τέλος κάθε οπτικού χάι-κου, επιφύλασσε στους αναγνώστες την έκπληξη ενός γκαγκ. Πάντα αναπάντεχου, πάντα σκανταλιάρικου και πάντα ευφρόσυνου στο τελικό αποτέλεσμα.
Το ταξίδι του στην Αμερική, το 1960, διεύρυνε τους επαγγελματικούς του ορίζοντες. Ο Μορντίγιο άφησε στην άκρη το θεότρελο χιούμορ του και δούλεψε για λίγα χρόνια σε ένα άλλο, διαφορετικό πεδίο. Σε κάτι που ήδη γνώριζε καλά. Από το σχεδιαστήριό του, στα στούντιο της Παραμάουντ όπου προσελήφθη, βγήκαν αρκετές ταινίες κινουμένων σχεδίων με ετερόκλητους (σχεδιαστικά και χιουμοριστικά) πρωταγωνιστές: Από τον Ποπάι μέχρι τη Μικρή Λουλού.
Επόμενος όσο και καθοριστικός σταθμός στη δουλειά του ήταν η εγκατάσταση στο Παρίσι, στα μισά της δεκαετίας του ’60. Η φήμη του είχε προηγηθεί και έτσι περιοδικά μεγάλης κυκλοφορίας, όπως το γαλλικό Paris Match και το γερμανικό Stern, μαζί με διάφορους εκδοτικούς οίκους κόμικς τού πρόσφεραν την ευκαιρία να γίνει ευρύτατα γνωστός. Αφίσες, χιουμοριστικές κάρτες, ημερολόγια, παζλ και ένα σωρό άλλα προϊόντα με τις φιγούρες του, κατέκλυσαν την αγορά. Την περίοδο εκείνη διαμόρφωσε οριστικά το μινιμαλιστικό στιλ που ακολούθησε έκτοτε. Σε μια συνέντευξή του αποκάλυψε ότι οι χοντρές, πλακουτσωτές μύτες και τα γουρλωμένα μάτια που χαρακτηρίζουν τα ανθρωπάκια του, ήταν εμπνευσμένα από τους επτά νάνους της Χιονάτης, στην ταινία κινουμένων σχεδίων του Ντίσνεϊ που λάτρευε.
Το σύμπαν που δημιούργησε ο Μορντίγιο δεν είναι κλειστό. Αντίθετα, επικοινωνεί με το πνεύμα και το χιούμορ πολλών συναδέλφων του σε ολόκληρο τον κόσμο. Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κάποιος ότι τα αστεία ανθρωπάκια του Μορντίγιο «συνομιλούν» ισότιμα με τα αστεία ανθρωπάκια του δικού μας Κυρ. Ούτε θα ήταν υπερβολή να θεωρήσει κανείς ότι τα ζώα που πρωταγωνιστούν στα σκίτσα του (από καμηλοπαρδάλεις μέχρι αγελάδες και ιποπποτάμους), κουβαλώντας τα σπαρταριστά βίτσια και τον ασυγκράτητο ερωτισμό τους, είναι εφάμιλλα με κάποιους επιγόνους στην κιβωτό του Αρκά («Ξυπνάς μέσα μου το ζώο»).
Στη διάρκεια της καριέρας του, ο Μορντίγιο δημιούργησε περισσότερα από 2.000 σκίτσα, παράγοντας, όπως είχε δηλώσει, γύρω στα 60-80 τον χρόνο. Όλα χωρίς λόγια. Η αιτία αυτής της καθολικής σιγής στις εικόνες είχε να κάνει με τον Μορντίγιο και την αδυναμία του να μάθει γαλλικά. Αφού λοιπόν δεν τα μιλούσε, επέβαλε σιωπητήριο και στους ήρωες του. Ότι έχουν να πουν, το λένε με τη γλώσσα του σώματος. Δεν είναι τυχαίο ότι ο σπουδαίος μίμος Μαρσέλ Μαρσό, προλογίζοντας ένα άλμπουμ με σκίτσα του μεγάλου Αργεντίνου, έγραψε τα ακόλουθα: «Βαθιά μέσα του είναι ένας ποιητής της ματιάς και της ψυχής. Οι χαρακτήρες του, παράδοξοι και αστείοι, στέκονται μπροστά μας μαρτυρώντας την βαθύτερη ουσία τους. Μέσω αυτών, ο ποιητής Μορντίγιο αποκαλύπτει την πίστη του στην υπεροχή του ανθρώπου».

Ένα ωραίο απόγευμα (πριν) τη μεγάλη νύχτα…

― Ήρθα με το μπουζούκι του Μάρκου, να σου πρωτοπαίξω τα τραγούδια μας.
Έτσι μου είπε. Έτσι μου είχε πει εκείνο το πολύ φωτεινό για μένα απόγευμα ο Στέλιος ο Βαμβακάρης, μπαίνοντας με την Εβελίνα Αγγέλου του στο σπίτι μου.
Είχαμε χαθεί τελείως τα τελευταία χρόνια, ομολογώ. Κι είχαμε γνωριστεί για το Μια Μέρα τη Νύχτα του Πανουσόπουλου, όπου εγώ κι ο Πανουσόπουλος μετά το σενάριο, και τα τραγούδια μαζί με τη μουσική του Στέλιου θέλαμε, βοηθήσαμε όσο καλύτερα να γίνουν. (Στο στούντιο τον πρωτοθυμάμαι, λοιπόν, με τον Γιάννη τον Μπαχ να είμαστε και τη Μαρίνα τη Σκιαδαρέση να ’χω φέρει εγώ, να τραγουδήσει με την τζαζ-μπλούζ φωνή της τα τραγούδια).
Συμπαθηθήκαμε, νομίζω, αμέσως με τον Στέλιο, που εντός του με τον Μάρκο τον πατέρα του και τα μπλουζ πάλευε συνέχεια ηρωικά. Έτσι μετά, όταν μου το ζήτησε, του έγραψα μια σειρά τραγουδιών, το «Σαν Μάρκο Πόλο», με τρεις στον τίτλο αυτό μέσα του σημασίες, με πιο βαθειά απ’ όλες το σαν, το άγιος. Τα τραγούδια αυτά ο Στέλιος τα μελοποίησε όλα, αλλά ποτέ δεν μπήκε στο στούντιο να τα ηχογραφήσει, γιατί και με την πρόταση που είχαμε τότε από την «Πρόταση» δεν συμφώνησε, άλλα σκεφτόταν, άλλα σ’ εποχές ήδη δύσκολες επιθυμούσε, ήθελε.
Έχω να πω: το μπουζούκι που τον έσωζε, την ίδια στιγμή γερός, πολύ γερός αντίπαλος μια ζωή τού ήταν, αλλά η πρότασή του κι ενδιαφέρον μεγάλο είχε, κι άμοιρη αξίας καθόλου δεν ήταν, τα ρεμπέτικα σαν μπλουζ, τα μπλουζ σαν ρεμπέτικα.

Κάποιος μου είπε πως ο Στέλιος έφυγε στον ύπνο του. Όπως την αγωνία της ηρεμίας είχε πάντοτε μέσα του, λιγότερες, πολύ λιγότερες να ήταν οι φωνές που του μιλούσαν από τα παλιά, στα σημερινά, στην τέχνη, στον βίο του. Οπότε …
Οπότε να ξαναπώ: πολύ, πάρα πολύ συγκινήθηκα, όταν μπήκε εκείνο το απόγευμα στο σπίτι μου, να μου πει τα λόγια αυτά που μου είπε, που σας τα ξαναλέω:
― Ήρθα με το μπουζούκι του Μάρκου, να σου πρωτοπαίξω τα τραγούδια μας.

(Από το ανέκδοτο βιβλίο Νουάρ Στιγμές)

1. Σαν Μάρκο Πόλο (ο ανέκδοτος κύκλος τραγουδιών του Σωτήρη Κακίση) :
http://mousikaproastia.blogspot.com/2018/10/blog-post_6.html
2. Ο υπνοβάτης (από το σάουντρακ της ταινίας του Γιώργου Πανουσόπουλου «Μια μέρα τη νύχτα») : Στίχοι: Σωτήρης Κακίσης, Γιώργος Πανουσόπουλος. Μουσική: Στέλιος Βαμβακάρης. Ερμηνεία: Μαρίνα Σκιαδαρέση
https://www.youtube.com/watch?v=vdRA0sRYvGc

Αυτό το μήνα, κάνουμε μια θερινή αναδρομή στα μέχρι τώρα αφιερώματα του Χάρτη:


Τεύχος 1 • Νάσος Θεοφίλου

στο αφιέρωμα για τον σπουδαίο πεζογράφο χαρτογραφούν:

Τάσος Γουδέλης: Συναντήσεις με τον Νάσο Θεοφίλου
Τάκης Γραμμένος: Με κατενώπιον εφήβου από τη ζωφόρο του Παρθενώνα
Νάσος Θεοφίλου:
«Ρήσεις»
Ποιήματα της Σαπφώς
Δημήτρης Καλοκύρης (Ερημόπολις - Τα τετράδια του ΝΘ)
Δημήτρης Καλοκύρης: Μια συνάντηση του ΝΘ με τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Γιώργος Χουλιάρας: ΘΕΟCΦΙΛΟΥ
Φωτεινή Φραγκούλη: Η ορχήστρα
Θοδωρής Οικονόμου: Μερικές κρίσεις για το έργο του


Τεύχος 4 • Νίκος Χουλιαράς

στο αφιέρωμα για τον ζωγράφο, μουσικό και συγγραφέα χαρτογραφούν:

Δημήτρης Αγγελής: Αγαπητέ Νίκο Χουλιαρά
Μιχάλης Γκανάς: Γυάλινα Γιάννενα ΙΙ
Τάσος Γουδέλης: Η πραγματικότητα απαιτεί φαντασία
Κλεοπάτρα Δίγκα: Μιλώντας για ποιήματα μιλάει για ανθρώπους
Μάρω Δούκα: Ποιος Φώκνερ; Νίκος Χουλιαράς είναι.
Γιώργος Ζεβελάκης: «Ο Λούσιας»
Γιώργος Θεοχάρης: Ο θάνατος δεν έχει μυρωδιά
Σωτήρης Κακίσης: Ένα βράδυ με τον Χουλιαρά και τον Καρούζο
Δημήτρης Καλοκύρης: Τρία παρεστιγμένα
Χάρης Καμπουρίδης: Ο ζωγράφος Νίκος Χουλιαράς – Μια αναδρομή και μια αποκατάσταση
Θωμάς Κοροβίνης: Δυο λόγια για τον Νίκο
Δημήτρης Λεοντζάκος: Ο Χουλιαράς και οι λύκοι (εννέα θέσεις για την απελπισία)
Γιώργος Β. Μονεμβασίτης: Νίκος Χουλιαράς, ο τραγουδοποιός, ο τραγουδιστής
Γιώργος Μουλουδάκης: Το δωμάτιο / Μια επίσκεψη στον Νίκο Χουλιαρά
Παυλίνα Παμπούδη: Ποίημα
Κατερίνα Σχινά: Για τον Νίκο Χουλιαρά
Βαγγέλης Χατζηβασιλείου: Το παραμύθι, το όνειρο και ο μαγικός ρεαλισμός
Γιώργος Χουλιάρας: 31 Φεβρουαρίου 2019
Σοφία Χουλιαρά: Τα φορούσα;
Νίκος Χουλιαράς:
«Η τρύπα»
Πως ένας χώρος με χτίσματα και με νερά μ' έμαθε κάμποσα πράγματα για τη ζωή και για τους φίλους μου
Το σύγχρονο πρόσωπο της ελληνικής ζωγραφικής {xειρόγραφα}
Για τη ζωγραφική του / Περί τέχνης {xειρόγραφα}


Τεύχος 5 • Mάνος Ελευθερίου

στο αφιέρωμα για τον ποιητή χαρτογραφούν:

Γιώργος Ζεβελάκης: «Χάσαμε το πιο τίμιο — τη φωνή του»
Δημήτρης Καλοκύρης: Ο Μάνος Ελευθερίου στο περιοδικό «Το Τέταρτο»
Σωτήρης Κακίσης: Μια ιστορία και με τον Μάνο Ελευθερίου
Βασίλης Λαμπρόπουλος: H φιλία ως μελέτη βίου
Γιώργος Β. Μονεμβασίτης: Χρόνια και λόγια κερδισμένα
Βαγγέλης Χατζηβασιλείου: Η πεζογραφία του Μάνου Ελευθερίου
Μάνος Ταξίδης [=Μάνος Ελευθερίου]:
Συνέντευξη με τον Μίλτο Σαχτούρη
Σχόλια από την «Οδό των Φιλελλήνων»
Μάνος Ελευθερίου: Εικονογραφημένη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους


Τεύχος 6 • Mίμης Σουλιώτης

στο αφιέρωμα για τον ποιητή και δάσκαλο της γραφής χαρτογραφούν:

Νάσος Βαγενάς: Άσιλα, όντως, ιν ντηντ
Δημήτρης Καλοκύρης: Κείμενα, γράμματα και άλλα τινά
Βασίλης Καραγιάννης: Σουλιώτικα ενσταντανέ στην Άνω-Δυτική Μακεδονία
Τριαντάφυλλος H. Κωτόπουλος: Θανάτου αγωνία στην ποίηση του Μ. Σουλιώτη
Σοφία Νικολαΐδου: Μνήμη Μίμη
Μανόλης Ξεξάκης: Επιστροφή από την Ξεχασμένη
Θεόδωρος Παπαγγελής: Η Ποιητική του Μίμη Σουλιώτη: Η γοητεία μιας (ψευδο)αντίφασης
Αγγελική Πεχλιβάνη:
Ο Μ. Σουλιώτης και η γενιά του ’70: συγκλίσεις και αποκλίσεις
Τα μείζονα από τα ελάσσονα στην ποίηση του Μ. Σουλιώτη
Μανόλης Σαββίδης: Υπόθεσες ψυχικές, εκδόσες ιδιωτικές
Αλίκη Συμεωνάκη: Farewell, αφεντικό
Γιώργος Χουλιάρας: Τότε στου Τόττη (Κάβα Σουλιώτη)
Τίνα Χρηστίδη: «Να χρησιμοποιείς τις λέξεις σου σα να τις έχεις πολύ ακριβά αγορασμένες»
Μίμης Σουλιώτης:
Αυτοβιογραφικά σημειώματα
Νεανικά άρθρα
Πρώτα δημοσιεύματα
Το ηρωικό «Χασαπόχαρτο»
Φλώρινα (φωτογραφικό οδοιπορικό από το περ. «Το Τέταρτο»)
Δημιουργική γραφή (Οδηγίες πλεύσεως)



Ο «Χάρτης» σας εύχεται Αρωματώδες και Αναψυκτικό καλοκαίρι

Blue Canary

Πώς συμβαίνει –και ξυπνάς μια μέρα και το πρώτο πράμα που θυμάσαι είναι κάτι που είχες τέλεια ξεχασμένο για πάνω από έξι δεκαετίες τώρα– ένα τραγούδι που λεγόταν «Blue Canary», στη μια πλευρά ενός 45άρη δίσκου από τους πρώτους-πρώτους που πήρες ποτέ σου. Θυμάσαι και την τραγουδίστρια, μια κλασική σοπράνο, Βιενέζα, την κυρία Ρενάτε Χολμ.

Και εκτός από τον τίτλο και την τραγουδίστρια, θυμάσαι και τον σκοπό: «Blue Canary, λα λα λα λα…», στα γερμανικά. Τα βιολιά της ορχήστρας, βιολιά – ας ήταν ο ρυθμός κάποιος χορευτικός της εποχής, ένα beguine ας πούμε ή ένα αργό foxtrot. Μάλιστα, μάλιστα. Blue Canary. Τα απίθανα πράγματα που οδήγησαν στους μεγάλους έρωτες της ζωής μας, όπως η αγάπη για τη μουσική, η όπερα αργότερα !
Κατέβασα το τραγούδι από το You Tube και το άκουσα με ανάμεικτα αισθήματα νοσταλγίας και δυσφορίας. Πόσο εύκολα και πόσο γρήγορα αυτά που συνέβαλαν στη γνωριμία μας και στην αγάπη μας για την τέχνη, φαίνονται αργότερα ασήμαντα και ταπεινά. Κάπως έτσι και η γοητεία που ασκούν πάνω μας κάποια πρόσωπα όσο ακόμα υπάρχει ανάμεσά μας η απόσταση του άγνωστου, που κάποια στιγμή υποχωρεί και κάποτε μεταβάλλεται σε απέχθεια και απόρριψη, όπως όταν ένας έρωτας τελειώνει, όταν ένας γάμος ή μια σχέση διαλύεται, όταν μια φιλία εκφυλλίζεται σε ανταγωνισμό ή σε περιφρόνηση. Ποιος άνθρωπος της δικιάς μου γενιάς θα ξαναδιάβαζε αργότερα στη ζωή του τα μυθιστορήματα του Κρόνιν ή της Περλ Μπακ; Ποιος μουσικόφιλος θα άκουγε αργότερα στη ζωή του με την ίδια προσήλωση και θαυμασμό το Ιταλικό Καπρίτσιο του Τσαϊκόφσκι ή το Ισπανικό του Κόρσακοφ; Αυτά τα εύληπτα, τα εύκολα κλειδιά που ξεκλειδώνουν τις πύλες της τέχνης, δεν είναι παρά τα ταπεινά εργαλεία που μας επιτρέπουν την είσοδο στους μαγικούς κήπους και στους δαιδαλώδεις δρόμους της δημιουργίας. Τα εγκαταλείπεις στο κατώφλι τους και δεν επιστρέφεις ποτέ σε αυτά.
Ίσως και οι άνθρωποι του περιβάλλοντός μας, γονείς, συγγενείς, παιδικοί φίλοι, κάτι παρόμοιο να είναι.

Περίπατοι γύρω από το κεφάλι μου

Πειραιάς, στις πρόσφατες ευρω-περιφερειακο-δημοτικο-κοινοτικές εκλογές. Περιμένοντας στην ουρά, η κουβέντα με τον ηλικιωμένο ψηφοφόρο ήταν σύντομη αλλά πολύ κατατοπιστική. Ο ίδιος είχε αποφασίσει πού θα ρίξει την ψήφο του. Για το σκυλάκι που ισορροπούσε στην πλάτη του, δεν έπαιρνε όρκο. Θα μπορούσε, φυσικά, να τον έχει αφήσει στο σπίτι. Αλλά, όπως σχολίασε σκωπτικά, ο σκύλος του είναι κατά της αποχής.

Τα σκυλιά


[ 1529, Μπερναντίνο δε Σααγκούν ]

O Φραγκισκανός μοναχός Μπερναντίνο δε Σααγκούν (1499-1590) έφτασε το 1529 στη «Νέα Ισπανία» (Μεξικό) με αποστολή την διδασκαλία των λατινικών στο Αυτοκρατορικό Κολέγιο του Αγίου Σταυρού στο Τλατελόλκο. Μαθητές του ήταν γιοι της ιθαγενούς αριστοκρατίας. Στο δωδεκάτομο έργο του Γενική Ιστορία των Πραγμάτων της Νέας Ισπανίας, αποτέλεσμα μελέτης και έρευνας στις επαρχίες του Μεξικού επί τριάντα χρόνια, συγκέντρωσε και διέσωσε τις αρχαίες φωνές, τις γιορτές των Ινδιάνων, τις ιεροτελεστίες τους, τους θεούς τους, τις αφηγήσεις για τις κινήσεις του χρόνου και των άστρων, τους μύθους, τα φάρμακα και καταπότια, τις ιστορίες του μακρινού παρελθόντος και τα γεγονότα της κατάκτησης της χώρας. Βεβαιώνεται ότι έγιναν τρία χειρόγραφα του έργου. Επτά χρόνια πριν τον θάνατο του Σααγκούν, ο βασιλιάς Φίλιππος Β’ διέταξε να εξαφανιστούν εκείνα τα χειρόγραφα, ώστε να μην απομείνει ούτε πρωτότυπο, ούτε αντίγραφο, επειδή τέτοια έργα διέδιδαν την ειδωλολατρία και προκαλούσαν το κοινό αίσθημα, αφού αποδείκνυαν πως οι Ινδιάνοι ήταν άνθρωποι παρόλο που δεν ήταν χριστιανοί. Στο πόνημα με τον τίτλο Φλωρεντινός Κώδικας, ο Σααγκούν εξηγεί πως οι σκύλοι, είδος γηγενών ισπανικών μπουλντόγκ, καταδίωκαν τους οπλισμένους ιθαγενείς όπως τα πρόβατα, έτσι που οι στρατιώτες δεν είχαν λόγο να χρησιμοποιήσουν ασπίδες, ούτε βέλη. Οι σκύλοι βάδιζαν επικεφαλής και αρκούσε μία και μόνη εντολή ώστε να ορμήσουν εναντίον του εχθρού, που κατατρόμαζε από τις αιμοδιψείς ματιές τους και τα εκκωφαντικά γρυλίσματά τους. Κανένας δεν γλίτωνε από τα δόντια τους, ούτε κανένας ήταν καλύτερος από τον Μπεθερίλιο.
Είναι θεμιτή η υποψία πως ο Δομήνικος Θεοτολόπουλος αρνήθηκε να προσθέσει ένα σκύλο στον πίνακά του «Το όνειρο του Φίλιππου Β’», δικαιολογούμενος ότι σε κανένα έργο του δεν είχε εμφανίσει σκύλο και συνεπώς δεν είχε δοκιμάσει ποτέ να ζωγραφίσει αυτόν τον σύντροφο του ανθρώπου. Εξάλλου, κανένας σκύλος δεν συνόδευε τον Φίλιππο Β’, που επισκεπτόταν κάθε Σαββατοκύριακο το πάνθεον Ελ Εσκοριάλ, σχεδιασμένο για την αιώνια ανάπαυσή του και έριχνε τους καλύτερους ύπνους στο φέρετρό του. Η παραγγελία του ήταν να κάνουν εξήντα χιλιάδες δεήσεις στο όνομά του, όταν έφευγε από το θρόνο του για μόνιμη εγκατάστασή του στο φέρετρο, σε αυτόν τον σύντροφο του ανθρώπου.

1668 και 1795 (Αϊτή- Κούβα)

Οι απόγονοι του σκύλου Λεονθίκο, εκατόν πενήντα πέντε χρόνια αργότερα, έχουν κυριεύσει την Αϊτή και άλλα νησιά. Εκείνοι οι μολοσσοί έχουν πολλαπλασιαστεί και κυκλοφορούν σε αγέλες, κατασπαράζοντας αγριογούρουνα, ενώ διεκδικούν από τους πειρατές την περιοχή. Κάθε νύχτα ακούγονται τα ουρλιαχτά τους από το δάσος και οι πειρατές κοιμούνται με τον τρόμο στην ψυχή. Ευτυχώς, η Γαλλία έστειλε φορτίο με δηλητήριο. Θανατώνονται λοιπόν μερικά άλογα και τα κουφάρια τους σκορίζονται παντού με το δηλητήριο στην κοιλιά τους. Με αυτό τον τρόπο έλαβε τέλος η μάστιγα των αδέσποτων σκύλων σε εκείνη την περιοχή.
Εκατόν τριάντα χρόνια αργότερα, τα σκυλιά της Κούβας ήταν περιζήτητα. Με αυτά, οι Γάλλοι έπιασαν πολλούς μαύρους φυγάδες στα βουνά της Αϊτής, ενώ μερικά τέτοια σκυλιά ήταν αρκετά για να εξολοθρεύσουν τους Ινδιάνους με λίγες δαγκωνιές. Έτσι λοιπόν, οι Άγγλοι γαιοκτήμονες της Κούβας στέλνουν από το Λονδίνο στην Κούβα σκυλιά για το καλό των κατοίκων και την ασφάλεια του νησιού. Οι πιο πολιτισμένες κι εξευγενισμένες χώρες της Ευρώπης, λένε οι Άγγλοι γαιοκτήμονες, καταδιώκουν με άλογα τον εχθρό. Γιατί λοιπόν να μην χρησιμοποιήσουν σκυλιά για να ξετρυπώσουν τα λημέρια των φυγάδων, εφόσον οι μαύροι είναι πιο άγριοι και από τα σκυλιά; Το καράβι που μεταφέρει τέτοιο φορτίο ποδίζει στην Τζαμάικα. Αδειάζουν εν ριπή οφθαλμού οι δρόμοι, οι πόρτες κλείνουν ερμητικά. Σαράντα Κουβανοί ανιχνευτές στέκονται στη γραμμή, κάτω από το φως των δαυλών. Ο καθένας κρατά, αλυσοδεμένα στη μέση του, τρία τεράστια σκυλιά. Μερικά μοιάζουν με τα ελληνικά μπουλντόγκ, μια ράτσα που έχει πια εξαφανιστεί, ιδιαίτερα αγαπητή όμως στον Σουλτάνο Μωάμεθ Δ’, απαραβίαστη η θέλησή του, καθώς ο ένας και μοναδικός Θεός ορίζει.

Ο Πολλαπλασιαστής

Πιστεύοντας ακράδαντα ότι η Κρεμαγιέρα είναι μια συσκευή που έχει να κάνει με την επεξεργασία γάλακτος και τη ζαχαροπλαστική (ή κάτι σαν το κρεμόριο, ας πούμε, κάτι άσπρους κρυστάλλους που προέρχονται από το κατακάθι του κρασιού, την τρύγα)· ότι το Ακρόμπαρο αναφέρεται σε μεθοριακό κυλικείο (που αναδίδει μια ιδιαίτερη Barila)· η Πεταλούδα του Γκαζιού ένα είδος λεπιδόπτερου που ευδοκιμεί μέσα σε υγραέριο· το Διαφορικό με τους λογισμικούς ρυθμούς μεταβολής των ποσοτήτων στα μαθηματικά· η Μίζα αποκλειστικά με την πιστοληπτική ικανότητα δημοσίων λειτουργών· ο Γρύλλος Μπουκάλας ορθόπτερο έντομο ασφαλώς (ίσως και να συγγένευε με τον Παντελή…)· ο Τεμπέλης του Τιμονιού κάποιος αργόσχολος μεσογειακός οδηγός· ο Κάβουρας πρώτη ύλη για γκουρμέ μακαρονάδα· και το Σινεμπλόκ αλυσίδα κινηματογραφικών αιθουσών, όταν αναφέρθηκε από τον μηχανικό ως υπόλογος της βλάβης του αυτοκινήτου Μου ο μυστηριώδης Πολλαπλασιαστής, υπέθεσα πως είναι κάποιος απελπισμένος θρησκευόμενος, σαν τον Εκκλησιαστή, που επικρίνει υπεροπτικά τον κινητήρα, προσθέτοντας ενοχές στην ηθική του ακεραιότητα. – Και δεν έπεσα έξω.

Πριν πολλά χρόνια, σ’ ένα κείμενό μου, στην Ελευθεροτυπία νομίζω, τον είχα ―με τα σωστά μου― αποκαλέσει ποιητή. Γιατί τότε ακόμα μού ήταν πρόσφατο το που γονάτιζα κάθε πρωί στο περίπτερο απέξω για να δω τις εκτός συναγωνισμού γελοιογραφίες του, μια κι ό,τι άλλο είχαν οι εφημερίδες συνήθως αδιάφορο ήταν, είναι.
Με τον Γιάννη Ιωάννου γίναμε φίλοι αργότερα, με τον Κύριλλο Σαρρή ανάμεσά μας πάντα, κοινό μας φίλο, ―Άντε, τι θα γίνει, λέγαμε κάθε φορά στο τηλέφωνο, πες στον Κύριλλο να τα πούμε επιτέλους κι από κοντά…
Στη γιορτή του ―την ιερή επιπλέον για μένα λόγω του πατέρα μου― του τηλεφωνούσα ανελλιπώς, κι ο Γιάννης με καλούσε πάντοτε στο σπίτι τους, όμως για κάποιο λόγο κάθε φορά διαφορετικό έτυχε να μην πάω ποτέ.
Ειδωθήκαμε επιτέλους όταν τον ξεκούνησα στο θέατρο ενός κωμικού που είχα ξεχωρίσει να πάμε πριν κάποια χρόνια, να ξεσκάσει. Γέλασε με την ψυχή του πράγματι, συγκινήθηκε μάλιστα με το πώς και πόσο τον αγαπάγαμε εγώ και κάποιοι δικοί μου άνθρωποι ― από ’κει κι η φωτογραφία που τους έβγαλα με τον κουμπάρο μου, τον Τζίμη Πανούση.


Ξαναβρεθήκαμε ωραία και καλά ένα άλλο βράδυ στον ιστορικό «Πειναλέοντα», του Μακάριου του Αβδελιώδη στη Μαυρομιχάλη, με τον Πέτρο Ζερβό, τον άλλο αγαπημένο μου αυτή τη φορά μαζί μας.
Ο Ιωάννου, ο Γιάννης, πάντα ευγενής και χαμηλόφωνος, σε κόσμο, στον κόσμο του τον εσωτερικό ταυτόχρονα ήταν κάθε στιγμή, έτσι τον ένοιωθα κι εγώ να ’ναι. Στον κόσμο ενός πραγματικού ποιητή, το επαναλαμβάνω μετ’ επιπλέον λόγου γνώσεως και τώρα, που πολλά-πολλά δεν θα ‘θελε και με κάποιους καταφερτζήδες της τέχνης του που τον διαδέχτηκαν, κατέλαβαν τους χώρους, και κάποτε και τον παραμέρισαν ίσως. Που θριάμβευσαν στη γελοιογραφία, την τόσο βαθιά κι αυτήν υπόθεση, ως Φραντζόλες κι Απόλλωνες αντίστοιχοί τους στο τραγούδι, εξυπνάκηδες, ετοιματζήδες, ρηχά αντιγράφοντας κάποιους ξένους, που ούτε το ελάχιστο από τα τόσα στις μέρες μας δημοφιλή τους στο μέλλον δεν πρόκειται να υπάρχουν, να μείνουν.

Ενώ από τον Ιωάννου …

(Από το ανέκδοτο βιβλίο Νουάρ Στιγμές)

Αντίο Γιάννη


Η τελευταία φορά που η παρέα φίλων, γνωστών, αλλά και θαυμαστών του καυστικού του χιούμορ βρέθηκε με τον Γιάννη, ήταν στην έκθεση «Democrisis – Η Δημοκρατία σε Κρίση» που παρουσιάστηκε πριν δύο μήνες από τη Λέσχη Ελλήνων Γελοιογράφων (από όπου και η φωτογραφία, 1.4.19). Ιδρυτικό μέλος της και πάντα παρών ο Γιάννης Ιωάννου, ήταν εκείνο το βράδυ στα εγκαίνια, μίλησε με πολλούς και δεν παρέλειψε να σκιτσάρει, αφιερώνοντας αυτά τα βιαστικά, αλλά πλήρη γραμμών και ιδεών, σκαριφήματα σε όποιους το ζητούσαν.

Δεν ήταν λίγοι, όσοι περιστοιχίστηκαν γύρω του, περιμένοντας τη σειρά τους. Αποτελούσαν μικρό μόνο μέρος από τη στρατιά των αναγνωστών που τον ακολουθούσαν πιστά για χρόνια. Από το 1975 που άρχισε να δημοσιεύει γελοιογραφίες στο περ. Αντί και αργότερα στις εφημερίδες και τα περιοδικά με τα οποία συνεργάστηκε (χώρια οι εκδόσεις άλμπουμ με συγκεντρωμένη δουλειά του), έκτισε μια ιδιαίτερη σχέση με το κοινό αρνούμενος να κάνει συμβιβασμούς και εκπτώσεις στην τέχνη του.

Γεννημένος το 1944 στη Θεσσαλονίκη, πτυχιούχος αρχιτεκτονικής του ΑΠΘ και πολεοδομίας στο Παρίσι, εργάστηκε σε διάφορα αρχιτεκτονικά γραφεία έως το 1975. Η Μεταπολίτευση και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα αποτέλεσαν το έναυσμα, ώστε να αλλάξει ρότα. Εγκατέλειψε την αρχιτεκτονική και αφιερώθηκε σε μία τέχνη που υπέφωσκε εντός του και εκδηλώθηκε με εντυπωσιακή ωριμότητα. Όχι πια στο χαρτί της αρχιτεκτονικής μακέτας, αλλά σε εκείνο του ανατρεπτικού σκίτσου με την (πάντα οξυδερκή) πολιτική ανάλυση.

Μαζί με αυτά άλλαξε και το όνομά του. Από Γιάννης Δημόπουλος έγινε Γιάννης Ιωάννου και με αυτό το ψευδώνυμο έγραψε τη δική του, αξιοσημείωτη ιστορία στην ελληνική γελοιογραφία. Ο ίδιος, σε μία συνέντευξη που είχε δώσει στον γράφοντα, για την τηλεοπτική σειρά «Έλληνες γελοιογράφοι» (ΕΡΤ-2), είχε πει ότι υιοθέτησε αυτό το ψευδώνυμο (από το όνομα του πατέρα του), επειδή οι δικοί του θα ένιωθαν άσχημα βλέποντας το επίθετό του σε μια τόσο «άστοχη» επαγγελματική επιλογή.

Στην ίδια εκπομπή είχε θίξει, μεταξύ πολλών άλλων, δύο καίρια στοιχεία που αφορούν την τέχνη του: Τον άχρονο χρόνο, ο οποίος λειτουργεί υποδόρια στις (καλές) γελοιογραφίες της επικαιρότητας και τους επιτρέπει να λειτουργούν, ως απόηχος, πολύ πέραν του ενεστώτα χρόνου. Κατά δεύτερο, την εξ ορισμού θέση της σάτιρας μπροστά και απέναντι από την εξουσία. Αλλιώς, οι γελοιογράφοι κινδυνεύουν, όπως έλεγε, να γίνουν γελωτοποιοί μιας «βασιλικής αυλής».

…Εφιαλτίσκος


Την Καθαρή Δευτέρα –ξημερώνοντας– ονειρεύτηκα ότι με είχαν κατατάξει από τον οικείο μου δήμο να γλεντήσω σε μια υπό κατασκευήν πλατεία, εντελώς δωρεάν, με κρασί και μεζέδες που η αξία τους περιλαμβάνεται στα δημοτικά τέλη. Αίφνης όμως, τ’ όνειρό μου συσκοτίσθηκε από διακοπή ρεύματος που οφειλόταν σε αναδρομική άρνηση της δαιμονίας Πολιτισμικής Υπουργού να καταβάλει τα τέλη της τηλεραδιοφωνίας που είναι ενσωματωμένα στην απόδειξη εξηλεκτρισμού της. Τέτοια συσκότιση για μια απλή ενσωμάτωση! Έτσι λοιπόν απροσδόκητα συσκοτισμένος, αναγκάστηκα να ενισχύσω τα όνειρά μου με την μπαταρία που ρυθμίζει τον βηματοδότη της ψυχής μου. Όμως με μια εκτός δικτύου κι ελλιπή ενέργεια, δεν είναι δυνατόν να βλέπεις αμερόληπτα όνειρα. Με την ενίσχυση της μπαταρίας μου αραίωσε λίγο το σκοτάδι κι αμέσως διέκρινα μεταμφιεσμένους συγγραφείς της αποβραδίς Καρναβάλιας Κυριακής, ν’ απειλούν την Υπάτη του Κρατικού μας Πολιτισμού ότι, αν δεν δοθεί φορολογική ασυλία στο λευκό παρθένο χαρτί των δημιουργών, θα θεαθούν –παρά την συσκότιση– φωσφορίζοντα κείμενα λογοτεχνών να καταλαμβάνουν τον εκτυπωτικό χώρο που τώρα κατέχουν οι οι προδιαγραφές και οι οδηγίες χρήσεως πάνω στα κουτιά με τις παιδικές τροφές, στις ετικέτες των φιαλών με τα διάφορα ποτά που καταναλώνονται σε κυλικεία και μπαρ, στις συσκευασίες με τις απορρυπαντικές των ερωτικών μας ενδυμάτων. Υπό την απειλήν της νέας αυτής εκδοτικής μεθόδου, είδα πολλούς εκδότες να πεθαίνουν αυτοβούλως, συνθλιβόμενοι μέσα στις τεράστιες μηχανές των τυπογράφων. Είδα ζωγράφους αυτομακιγιαρισμένους ν’ απειλούν ότι θ’ αυτοκτονήσουν τρώγοντας τα πανάκριβα χρώματά τους. Τότε ένιωσα εκουσίως ασκητής και άθελά μου αναχωρητής και ονειρεύτηκα τον ήδη ονειρευόμενο εαυτό μου ν’ ακούει δωρεάν πανάκριβη μουσική από εισαφόμενες κασέτες, μπροστά σε ένα –επί τούτου– στημένο περίπτερο από την αρμόδια υπηρεσία Πολιτισμού.
Μέσα σ’ αυτόν τον τρυφερό εφιάλτη έσπευσε να με συνδράμει μια παλιά ερωτική φίλη, καθώς την ονειρεύτηκα να με αφυπνίζει προσφέροντάς μου το εβαπορέ της στήθος για πρόγευμα, σαν τότε που μας καλημέριζε ο ήλιος στα μυστικά μας αγροκτήματα της Βόρειας Ευρώπης. Ήταν άκρως ερωτική στις αλλεπάλληλες ενσψματώσεις μας, αλλά οι φίλοι μας νόμιζαν πως επειδή δεν ήθελε μωρό την είχα ονομάσει Amoroza.

(περ. Το Τέταρτο, τχ. 12, 1986)

Γιατί δεν μου επιτρέπουν να διαβάζω όσα γράφω


Όσο περίεργο και αν είναι, γεγονός παραμένει ότι δεν μου επιτρέπουν να διαβάζω όσα γράφω. Όχι μόνο δεν μπορώ να διαβάσω εκείνα που είχα κάποτε γράψει, καθώς δεν επιτρέπεται να κρατώ αρχείο, αλλά είναι αδύνατον να διαβάσω ακόμη και αυτά που με κάποιον τρόπο μόλις έγραψα, γιατί τα αφαιρούν, καθώς δεν μου επιτρέπουν να τα διαβάζω. Αμέσως αφαιρούνται από την οθόνη τα γράμματα που πληκτρολογώ, αν γράφω σε οθόνη και δεν υφίσταται μνήμη να ανακαλέσω. Αμέσως διαλύεται το χαρτί ή κάθε άλλη επιφάνεια στην οποία γράφω, αν γράφω σε κατεργασμένη για γράψιμο επιφάνεια. Αμέσως γκρεμίζονται πετρώματα και τοίχοι όπου γράφω σκαλίζοντας και είναι αδύνατον να τα διαβάσω. Δεν ξέρω αν έγραψα πόσο περίεργο είναι να μη μου επιτρέπουν να διαβάζω όσα γράφω.
Δεν ξέρω γιατί δεν μου επιτρέπουν να διαβάζω όσα γράφω. Δεν ξέρω αν είναι θέμα ηλικίας, αν δηλαδή νομίζουν ότι είμαι σε ηλικία που δεν επιτρέπεται να διαβάζω όσα γράφω. Δεν ξέρω αν θέλουν να με προφυλάξουν από τις βλαβερές συνέπειες της ανάγνωσης, από τις κακές της επιδράσεις, από την απώλεια χρόνου που συνεπάγεται, από την απομόνωση από το περιβάλλον που προκαλεί, από την αδυναμία των άλλων να με διακόψουν ενώ διαβάζω, από τις συνεχείς μεταφορές σε άλλους τόπους και εποχές.
Δεν ξέρω σε ποιο τόπο ή εποχή βρίσκομαι, καθώς δεν επιτρέπεται να διαβάζω και τρόπο σύγκρισης δεν έχω. Δεν ξέρω ποιοι δεν μου επιτρέπουν να διαβάζω όσα γράφω. Είναι οι γονείς μου; Τα παιδιά; Οι σύντροφοι; Οι δεσμοφύλακες της καθημερινότητας; Άνθρωποι των φυλακών που με φροντίζουν; Αν αυτοί είναι που δεν μου επιτρέπουν να διαβάζω όσα γράφω, ποιος είμαι εγώ που γράφω, τι χρώμα έχω, τι φύλο, πού ανήκω, πώς γράφω; Αν δεν είναι το ίδιο να διαβάζω και να γράφω, τι είναι ίδιο και τι είναι διαφορετικό; Δεν ξέρω αν έγραψα ότι δεν μου επιτρέπουν να διαβάζω όσα γράφω. Αυτό που ξέρω είναι ότι, αφού δεν μου επιτρέπουν να διαβάζω όσα γράφω, συνεχώς γράφω.

1960: Η απώλεια του SS Francisco Morazan και του SS Stanbrook


Το SS Francisco Morazan είχε αποπλεύσει από το Σικάγο στις 27 Νοεμβρίου 1960 με 940 τόνους γενικού φορτίου και προορισμό την Ολλανδία. Πλοίαρχος, με πέντε χρόνια κιόλας ναυτοσύνης, ήταν ο Εδουάρδος Τριβιζάς, είκοσι πέντε χρονών, απόφοιτος της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων. Μαζί του η γυναίκα του Αναστασία, είκοσι εννιά χρονών, έγκυος στο δεύτερο παιδί τους. Την επομένη κιόλας, ο αέρας ήταν δυνατός, τα κύματα έφταναν στην κουβέρτα, χιόνι άρχισε να πέφτει, η ομίχλη κοβόταν με το μαχαίρι. Το πλοίο εξόκειλε εκατό μέτρα έξω από το νησί Νότιο Μανιτού. Η κακοκαιρία δεν έλεγε να καταλαγιάσει, τα κύματα κάθιζαν το σκάφος βαθύτερα στην άμμο. Βούλιαζε αργά. Πρώτη το εγκατέλειψε η Αναστασία λόγω εγκυμοσύνης, ύστερα το πλήρωμα. Στις 4 Δεκεμβρίου, ημέρα Κυριακή, ο Εδουάρδος Τριβιζάς κλείδωσε την πόρτα του πιλοτήριου και βούτηξε στα νερά. Η ακτοφυλακή τον παρέλαβε. Ποτέ δεν μαθεύτηκε σε ποιον ανήκε το SS Francisco Morazan εκείνες τις μέρες, ούτε κανείς προσπάθησε να το αποκολλήσει ή να το διαλύσει. Έμεινε εκεί και δέχεται ως σήμερα επισκέπτες, όταν ο καιρός το επιτρέπει. Ήταν δεν ήταν τότε σαράντα ετών. Είχε ναυπηγηθεί στη Γερμανία το 1922, είχε αλλάξει έντεκα πλοιοκτήτες, πέντε σημαίες και οκτώ ονομασίες. Η πρώτη (1922-1934) ήταν ευαισθήτως γερμανική (Arcadia), η τρίτη ήταν εγωπαθώς αγγλική (Empire Congress, 1945-1946), η τελευταία (Francisco Morazan, 1958) ήταν σφοδρώς ελληνική, αφού το πλεούμενο ανήκε στον εφοπλιστή Κ. Τ. Τραπεζούντιο, ο οποίος θα είχε αναρωτηθεί:

Στρατηγέ,
τι ζητούσες στο Σαν Χοσέ της Κοσταρίκα,
εσύ,
ένας θαυμαστής του Κήπου του Λουξεμβούργου;


Τούτων δοθέντων, θα έπρεπε να ήταν γνωστή η απάντηση σε αυτό το ερώτημα από το 1939 κιόλας. Την είχε δώσει ο Άρτσιμπαλ Ντίκσον σε ηλικία 47 ετών, πλοίαρχος του φορτηγού γενικού φορτίου SS Stanbrook. Είχε φτάσει στο Αλικάντε και περίμενε εντολές των πλοιοκτητών για να φορτώσει καπνά, πορτοκάλια και σαφράν. Ο Ισπανικός Εμφύλιος είχε αναδείξει νικητή τον Φρανθίσκο Φράνκο και ο Δημοκρατικός Στρατός είχε διαλυθεί. Χιλιάδες μαχητές, άοπλοι πολίτες και γυναικόπαιδα έσπευδαν να εγκαταλείψουν τη χώρα δίχως προορισμό, αρκεί να γλίτωναν από τους νικητές. Οι φήμες και, πολύ περισσότερο, η πραγματικότητα δεν επέτρεπαν ελπίδες σωτηρίας. Τα παραδείγματα συνοπτικών εκτελέσεων, ανηλεών καταστροφών και βασανιστηρίων, η ισοπέδωση πόλεων από τυφλούς και συστηματικούς βομβαρδισμούς, δεν ήταν οι μόνες αιτίες φυγής. Η πείνα, η διάλυση των οικογενειών, η απόγνωση της ολοκληρωτικής ήττας, η πολιτική αναγνώριση του Φράνκο ήταν η βαθιά πίκρα του ανυπόφορου αδιέξοδου. Κοπάδια ανθρώπων, με κάθε μέσο, διέσχιζαν τη χώρα σε κατάσταση γενικευμένου πανικού. Κοπάδι πολυάριθμο είχε φτάσει στην αποβάθρα του Αλικάντε, όπου είχε δέσει το SS Stanbrook. Ο Άρτσιμπαλ Ντίκσον, δίχως να ρωτήσει τους πλοιοκτήτες, επιβίβασε 2.638 φυγάδες, τον έναν πάνω στον άλλον και απέπλευσε τη νύχτα, 28 Μαρτίου 1939, δίχως φώτα, ψιθυριστά, με κατεύθυνση την Αλγερία. Λοξοδρομώντας και αποφεύγοντας νηοπομπές και ναυτικές περιπολίες, έφτασε στο Οράν μετά από είκοσι δύο ώρες. Το SS Stanbrook ήταν πια ένας σωρός βρομερών σωμάτων, εμετού, κάτουρου, σκατού, πατημένων αποσκευών και σιωπής. Λέγεται, όμως, πως στη διαδρομή γεννήθηκαν μερικά παιδιά και κανένα δεν πέθανε. Στις 19 Νοεμβρίου 1939, πλέοντας στη Βόρεια Θάλασσα (51.21Β , 2.25Α), το SS Stanbrook τορπιλίστηκε από γερμανικό υποβρύχιο, κόπηκε στα δύο και βούλιαξε αύτανδρο. Το ναυάγιο δεν δέχεται επισκέπτες. Και μετά από αυτή την απάντηση, το ερώτημα είναι:

Πλοίαρχε Ντίκσον,
τι κέρδισες στο Αλικάντε,
εσύ,
κοκκινομούρης, γενναίος των γενναίων;

Η αγάπη που σκοτώνει

Φωτ. Édouard Baldus, 1860


Το βράδυ της 14ης Απριλίου τρέχοντος, τελείωνα το γράψιμο σύντομου κειμένου για το μέλλον της ανάγνωσης. Όπως ήταν φυσικό είχα προτάξει τις επ’ αυτού σκέψεις του Ουγκώ, με κεντρικό στοιχείο την αινιγματική φράση του Κλωντ Φρολλό, αρχιδιάκονου της Notre Dame: «…τούτο θα σκοτώσει εκείνο», φράση της οποίας η ανάλυση ήταν πάντοτε ένα από τα προσφιλή μου θέματα: το βιβλίο, πολύ δυνατότερο πλέον, χάρις στην Τυπογραφία, θα σκότωνε την Notre Dame – βεβαίως μεταφορικά, δηλαδή θα εκθρόνιζε εκείνο που η εκκλησία υπηρετούσε και γενικότερα κάθε κατεστημένο.
Το πρωί της μεθεπομένης, ευσυνείδητος δημοσιογράφος μου ζητούσε από το τηλέφωνο μια σύντομη τοποθέτηση απέναντι στην τραγωδία της 15ης Απριλίου. «…Είμαστε μπροστά σε μια τεράστια καταστροφή» είπα, «επειδή αυτή η εκκλησία, χωρίς να είναι το μεγαλύτερο, η πλέον περίτεχνο από τα έργα του γαλλικού γοτθικού ρυθμού, είναι κάτι σαν τον Παρθενώνα της Γαλλίας… δυστυχώς, όμως, δεν είναι σπάνιο στις μέρες μας η παρουσία κάποιων μεταξύ εκείνων που ανέλαβαν να συντηρήσουν ένα μνημείο να συνιστά κίνδυνο για την ύπαρξη του… αλλά αν ήθελε κανείς να κατανοήσει τη σπουδαιότητα της Notre Dame θα έπρεπε να διαβάσει πάλι το ομότιτλο έργο του Ουγκώ, το οποίο υπήρξε επανάσταση στον τρόπο µε τον οποίο δομείται ένα μυθιστόρημα… ένας μοναδικός συνδυασμός ιστοριογραφίας, κοινωνιολογίας, ψυχανάλυσης και στοχασμού, που μεταξύ άλλων φώτισε νέες κατευθύνσεις κατανόησης των τεχνών και έγινε το μανιφέστο για την επανεκτίμηση της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς»
Μετά την παράθεση αυτών των δηλώσεων, ο συνομιλητής μου, χρησιμοποίησε ποιητικά τη ρήση του Φρολλό, μετατρέποντάς την σε ρητορικό ερώτημα αναφορικά με την πυρκαϊά: «…Τι ήταν αυτό όμως, που σκότωσε τη Notre Dame;»
«…Χωρίς να αποκλείονται άλλοι παράγοντες, κυριότερος φαίνεται να ήταν η απροσεξία», είχα απαντήσει, «όπως π.χ. συνέβη προ διετίας με την καταστροφή της βαρύτιμης στέγης του τεμένους στο Διδυμότειχο». Απροσεξία, στο πλαίσιο μιας γενικώς χαλαρής διαγωγής, όπου, για παράδειγμα, «…ο καθένας μπορεί να πιάσει το κινητό και να ξεχάσει ότι εκείνη τη στιγμή –το λέω μεταφορικά– έχει το τηγάνι στη φωτιά… Σε παλαιότερες εποχές αυτό δεν μπορούσε να συμβεί επειδή η πειθαρχία μέσα στα έργα ήταν χαλύβδινη».
Αλλά καθώς η απροσεξία είναι πάντοτε ένα άμεσο παθητικό αίτιο, η αναζήτηση του απώτερου ενεργητικού αιτίου αναδεικνύει κίνητρα όπως το «ενδιαφέρον», η «ανάγκη φροντίδας ενός δημόσιου αγαθού» και η «αγάπη», κίνητρα που εν τέλει δεν αφίστανται από την επιθυμία για δημιουργία, δράση, εξουσία και κέρδος. Θυμάμαι ότι όταν καιγόταν η εξακοσίων ετών στέγη στο Διδυμότειχο, εκείνο που διακατείχε ήδη από ετών τη σκέψη μου, λόγω της παρατεταμένης διαδικασίας και του μαξιμαλιστικού σχεδιασμού των προσωρινών κατασκευών υποστήριξης και προστασίας, ήταν η κεντρική ιδέα του Ace in the Hole (1951, σκηνοθεσία Billy Wilder) και του Mad City (σκηνοθεσία Κ. Γαβράς 1997): και στις δύο περιπτώσεις ο εμφανιζόμενος ως υποστηρικτής είχε προβεί σε χειρισμούς που εν τέλει είχαν το αντίθετο αποτέλεσμα, αποτέλεσμα συνοψισμένο στην τελευταία σκηνή του Mad City με τη γεμάτη μεταμέλεια φράση "We killed him". Σε συζητήσεις για τη στέγη, στο Διδυμότειχο και στην Αθήνα, είχα περίπου προφητικά παραβάλει τις σχετικές διαδικασίες και τεχνικές επεμβάσεις με την υπόθεση των δύο φίλμς.
Μερικές φορές, όπως και την 14η Απριλίου τρέχοντος, αλλά και πολύ γενικότερα στις ζωή μας, η χωρίς ωριμότητα, επαγρύπνηση και ανιδιοτελή αγάπη φροντίδα σκοτώνει το αντικείμενό της.

[Αλλά θα επανέλθουμε λεπτομερώς στο επόμενο]

(Θεσσαλονίκη 28 Απρ. 2019)

Το φάντασμα της μηχανής ή, μάλλον, δεν αλλάζει τίποτα

Πριν από πενήντα σχεδόν χρόνια, τον Οκτώβριο του 1971, με μια παρέα συμφοιτητών ποικίλων κατευθύνσεων (Μίμης Σουλιώτης, Πάνος Θεοδωρίδης και ο Γιώργος Χουλιάρας), εκδώσαμε στη Θεσσαλονίκη το λογοτεχνικό περιοδικό Τραμ. Τον Δεκέμβριο κυκλοφόρησε το δεύτερο τεύχος με ανέκδοτα κείμενα του Ελύτη κ.ά. Τον Φεβρουάριο του 1972, το διπλό τεύχος 3/4 περιλάμβανε κείμενα Εμπειρίκου, Σαχτούρη, Γκάτσου κ.ά.
Tότε παρενέβη η Εκκλησία: Τον Μάιο ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των εκδοτών του περοδικού καθώς και των συγγραφέων Θέμη Λιβεριάδη και Ηλία Πετρόπουλου για παράβαση του νέου νόμου «περί Τύπου», επειδή στα κείμενά τους υπήρχαν οι «άσεμνες» λέξεις «αιδοίον» και «αυνανίστηκα» (έτσι ακριβώς: στην καθαρεύουσα). To τεύχος 3/4 κατασχέθηκε και, σε μια δίκη-προγραφή, μάρτυρες κατηγορίας εμφανίστηκαν δύο κληρικοί και δύο αμύντορες της ηθικής από παρεκκλησιαστικές οργανώσεις (που παρασημοφορήθηκαν, αργότερα, άπαντες, με τον μεγαλόσταυρο του Χριστόδουλου). Μάρτυρες υπεράσπισης πέντε διαπρεπείς καθηγητές του Πανεπιστημίου (Γ.Π. Σαββίδης, Κ. Μητσάκης, Ν. Πλάτων, Ν. Μουτσόπουλος, Χ. Μπούρας) και οι διακεκριμένοι ποιητές Γιώργος Θέμελης (πρόεδρος, τότε, των Λογοτεχνών Β. Ελλάδος) και Τάκης Βαρβιτσιώτης. Ο συγγραφείς καταδικάστηκαν σε επτάμηνη φυλάκιση και οι εκδότες σε πεντάμηνη. Κάναμε έφεση και αφεθήκαμε ελεύθεροι. Διακόπηκε η έκδοση του περιοδικού. Στο Εφετείο αθωώθηκε ο Λιβεριάδης (ο Πετρόπουλος βρισκόταν ήδη στον Κορυδαλλό για τα Καλιαρντά), η ποινή φυλάκισης των εκδοτών μειώθηκε σε δίμηνη και οδηγηθήκαμε στη φυλακή.
Επί της ουσίας, το περιοδικό είχε σαφώς αντιδικτατορικό χαρακτήρα, όχι όμως από κάποια συγκεκριμένη κομματική πλευρά, όσο από αγανάκτηση για την ύπαρξη και μόνο της δικτατορικής κτηνωδίας. Συνέβαινε να βρισκόμαστε στην εντελώς απέναντι όχθη από τη λογική του στρατού, της αστυνομίας και των οργανωμένων κομματικών παρατάξεων, γενικότερα. Δεν ήμασταν μόνο πολιτικά αντίθετοι, ήμασταν και αισθητικά, ποιοτικά, γλωσσικά, πράγμα που εκφράστηκε από μερικές σελίδες του περιοδικού, τόσο με τη δημοσίευση συγκεκριμμένων κειμένων όσο και από την επιλογή των μεταφράσεων.

Μετά δέκα έτη, το 1982, ο εκδοτικός οίκος Εξάντας κυκλοφόρησε τις 120 Μέρες στα Σόδομα του Ντε Σαντ. Tότε παρενέβη το Κράτος: δικαστικοί κύκλοι κατήγγειλαν το βιβλίο για προσβολή της δημοσίας αιδούς με μάρτυρα κατηγορίας έναν αστυνομικό. Σε αντίδραση αυτής της πράξης λογοκρισίας, 48 εκδότες [ μεταξύ των οποίων και περιοδικά όπως το Αντί και ο Χάρτης ] ανήγγειλαν κοινή έκδοση του έργου, στο εξώφυλλο της οποίας αναγράφονταν αλφαβητικά τα ονόματα όλων των συν-εκδοτών. Ασκήθηκε ποινική δίωξη και οι δικηγόροι του Εξάντα μας συμβούλευσαν να κρυφτούμε σε σπίτια φίλων για να αποφύγουμε το αυτόφωρο. Την ίδια βραδιά της δίωξης, η Μελίνα Μερκούρη εγκαινίαζε ως Υπουργός Πολιτισμού την Έκθεση Βιβλίου στο Πεδίο του Άρεως. Μόλις πληροφορήθηκε τα γεγονότα, ενημέρωσε τον Υπουργό Δικαιοσύνης Γ.-Α. Μαγκάκη, με μεσολάβηση του οποίου εκδόθηκε απαλλακτικό βούλευμα (ενώ, παράλληλα, οι «εκδότες» προετοίμαζαν ανατύπωση που θα συμπεριλάμβανε στους υπεύθυνους έκδοσης και προσωπικότητες όπως ο Ελύτης, ο Χατζιδάκις κ.ά., οι οποίοι είχαν ήδη συμφωνήσει).

Ο «θεϊκός μαρκήσιος» ενώπιον της ανακριτικής αρχής
Ο «θεϊκός μαρκήσιος» ενώπιον της ανακριτικής αρχής


Στις 18/4/2019, παρενέβη η Μηχανή: νωρίς το πρωί, μόλις αναρτήθηκε στο FB[I] μια εξαιρετική μελέτη του Βάιου Λιαπή από το 4ο τεύχος του νέου, διαδικτυακού Χάρτη, αναγκαστήκαμε να εκδώσουμε την ακόλουθη ανακοίνωση:

Το ασφαλές Facebook έκρινε πως το περιεχόμενο της σελίδας του περιοδικού Λόγου και Τέχνης «Χάρτης» παραβιάζει τους όρους έκφρασης της κοινότητάς του. Με αποτέλεσμα να έχει αφαιρέσει τη δυνατότητα οποιασδήποτε δημοσίευσης/κοινοποίησης κειμένου από την ιστοσελίδα του περιοδικού www.hartismag.gr
Το κείμενο που παραβίασε τους όρους είναι η «επικίνδυνη» μελέτη του καθηγητή και πρόσφατα βραβευμένου Βάιου Λιαπή, «Από το θέατρο στο μπουντουάρ: ο Μαρκήσιος ντε Σαντ, ο Αισχύλος και η εμβρυολογία της πατριαρχίας».

Στείλαμε έγγραφα διαμαρτυρίας στα ενδότερα του κοινωνικού δικτύου και μετά από πενθήμερη «ποινή» επανήλθαμε στην κανονικότητα, εις μνήμην του «θεϊκού μαρκήσιου».

Salò ή Oι 120 μέρες στο Facebook

Τόσες ακριβώς μέρες χρειάστηκε το περιοδικό Χάρτης προκειμένου, με τα τέσσερα μηνιαία ηλεκτρονικά «τεύχη» του, να εδραιωθεί στη συνείδηση μιας μεγάλης μερ ίδας του σκανδαλοθηρικού (αλλά και σκανδαλισμένου) κοινού ως η ναυαρχίδα των μη-εντύπων που υποσκάπτουν (όσες έχουν απομείνει) ηθικές αξίες, προκαλούν ανίατες συγχύσεις (τύφλα να ’χει το περιοδικό Βαβέλ) και διαβρώνουν συνειδήσεις (επίσης τύφλα να ’χει κάθε περιοδικό των εκδόσεων Οξύ).
Υπενθυμίζω, για τους εραστές των τεκμηριωμένων καταγγελιών, ότι εκδότης του αναπαλαιωμένου Χάρτη είναι ο βαρυποινίτης Δ. Κ. (πιο γνωστός στους παροικούντες τις σωφρονιστικές Ιερουσαλήμ ως «Τραμάκιας»), συνεπικουρούμενος από τρεις ejusdae farinae κακοήθεις και άλλες τρομοκρατικές δυνάμεις, αλλά και ότι, στους τέσσερις μέχρι στιγμής «εκδοθέντες» Χάρτες εμφανίστηκαν (σταχυολογώ και καταγγέλλω):

1. απροκάλυπτες προκλήσεις στο γενετήσιο ένστικτο [«τα εκπληκτικά οπίσθια μιας δεκαεπτάχρονης, με μαύρο στρινγκ σφηνωμένο βαθιά» (Σκαμπαρδώνης), ή: «ο Νικολής γέμιζε κάθε μέρα την Ευτυχία με σπέρματα λευκά» (Γιατρομανωλάκης)],

1.1. ομοίως απροκάλυπτες προκλήσεις στο παρά φύσιν γενετήσιο ένστικτο [ποιήματα της Σαπφώς και ολόκληρη μελέτη που διερευνά γιατί η ποιήτρια σε μια φάση της ζωής της κοιμήθηκε μόνη (Αντωνόπουλος), ή: «ομοερωτικές εμπειρίες στην οδό Θερμοπυλών» (Λαμπρόπουλος – εδώ, η προσβολή της χρηστοήθειας συνδυάζεται με καταρράκωση ενός τόπου-συμβόλου του εθνικού κλέους],

1.2. ή και σε άλλες παρεκκλίσεις, πρωτεύουσα θέση μεταξύ των οποίων κατέχει η ποδολαγνεία [Σκουζάκης (και δη μέσα σε ναό, παρακαλώ!) ή, σαν να μη μας έφταναν οι Έλληνες κι έπρεπε να εισαγάγουμε και Φινλανδούς ποδολάγνους: «Κοίταζα τα όμορφα πόδια σου / ακολουθώντας το σκίσιμο της κάλτσας / ώς τα πράσινα μάτια σου / κάνοντας άσεμνες σκέψεις» (Vesa Lahti)],

1.3. καθώς και δήθεν επιστημονικές προκλήσεις στο γενετήσιο ένστικτοΟ Εραστής της Λαίδης Τσάτερλυ του Ντ. Χ. Λώρενς συνετέλεσε σε μεγάλο βαθμό στην απαγκίστρωση από τις παραδοσιακές περί σεξουαλικότητας αντιλήψεις» (Μοδινός – όταν όλοι ξέρουμε τι έσπευδαν να κάνουν οι έφηβοι μόλις απαγκιστρώνονταν από την ανάγνωση αυτού του βιβλίου)], ή: φιλοσοφικό δοκίμιο για το λειτούργημα(!) της κονσομασιόν (Κοροπούλης-Κουλιζάκη)],

2. συνωμοτικοί κώδικες, διάσπαρτοι στα τεύχη υπό μορφήν «αθώων» ποιητικών φράσεων («Έχω κρυμμένα όπλα» – Βούζης) ή συνεχώς επαναλαμβανόμενων επωδών, και δη ξενόγλωσσων, μήπως διαφύγουν της κατανόησης («Pourquoi pas?» – Αρανίτσης) ή απολύτως ακατανόητων (για αμύητους) λέξεων – που μπορεί και να είναι ψευδώνυμα παράνομων ηγετών του όποιου αγώνα («Ληθ, Ώκρις, Έρνον, Φθα, Έελις, Ελεθάγεων, Ίερα, Ύσφυς, Αίαρ» – Ζέρβας) ή απολύτως ακατανόητων (για μυημένους και αμύητους) αξιωμάτων («τον τελευταίο καιρό, οι ποιητές απωθούνται ολοένα πιο βίαια από τους σωσίες τους» – Κοροπούλης),

2.1. εδώ αρμόζει να ενταχθεί η από πάσης απόψεως ύποπτη ετυμολογική ανάλυση της λέξης «σαμποτάζ» σ’ ένα από πάσης απόψεως ανύποπτο γλωσσολογικό κείμενο, και δη μεταξύ δύο φαινομενικά ανώδυνων λέξεων του καπιταλιστικού κόσμου: «ίματζ» και «πρεστίζ» (Χαραλαμπάκης).

3. σεξιστικά και ρατσιστικά σχόλια [«η μικρή, ένα τέρας της φύσεως, κοντή, άσχημη, κακοφτιαγμένη και κακιά» – Πέτρος Σύριος (προφανώς ψευδώνυμο, χάρη στο οποίο απέφυγε το αυτόφωρο, εκτός αν το επιλεγέν επώνυμο, μέρες που ζούμε, τον εντάσσει και στο ως άνω 2)],

4. ανακρίβειες ιστορικές (δεν μπορεί, κύριε Βέη, ο Ιάπων αυτοκράτωρ Μέιτζι να βρήκε το χρόνο να κυβερνήσει σοφά και να αναμορφώσει την πατρίδα του, όταν, όπως λέτε, «έγραψε 92.032 ποιήματα»), ή/και αντεθνικές («…όπου κάποτε είχε ηττηθεί ο μετανάστης Αλέξανδρος από τους ελέφαντες» (Γουργουρής) – και εδώ, πραγματικά, σηκώνω τα χέρια, όχι πριν προλάβω να υπογραμμίσω τις προδοτικές λέξεις),

5. κείμενα που θίγουν την ορθόδοξη χριστιανική πίστη: παραβλέποντας αγωνιώδη πολυσέλιδη απόπειρα κάποιου Κορρέ ν’ αποδείξει ότι ο Λόγος ο εν αρχή δεν ήταν παρά ένας χολιγουντιανός μονόλιθος, στέκομαι στο γεγονός ότι, στο πρώτο κιόλας «τεύχος», όχι μόνο αφιερώνονται σελίδες επί σελίδων σ’ έναν συγγραφέα (Μακρής) που διέπραξε το ασύγγνωστο αμάρτημα της αυτοκτονίας, όχι μόνο, σ’ ένα ηχητικό κρεσέντο βλασφημίας, ένας Ευσταθιάδης παρουσιάζει φωνές αλλοδαπών αυτοχείρων ποιητών, αλλά και η παιγνιώδης στήλη του περιοδικού ανατέθηκε σε μια γνωστή μελετήτρια και λάτρισσα του Καρυωτάκη (Ιερωνυμάκη)…,

6. γκρίζες διαφημίσεις: «Τι είπε ο Γερμανός για την ελληνική λογοτεχνία».

Είναι λυπηρό το ότι, ενώ παλιά ένας χάρτης βοηθούσε τα καράβια να μην τσακιστούν στα βράχια, εδώ έχουμε να κάνουμε με περίπτωση που εξόκειλε ο χάρτης.

Όσο περισσότερα μαθαίνει κανείς απ’ αυτή τη γλώσσα, τόσο δυσκολότερη γίνεται η συνεννόηση

«Στην αρχή νομίζεις ότι ο άλλος έχει παρακούσει· επαναλαμβάνεις αυτό που είπες, αλλά το σάστισμα μεγαλώνει. Εξηγείς καταλεπτώς τι εννοούσες· δηλώνουν ότι δεν είναι σε θέση να καταλάβουν. Τους διαβεβαιώνεις για τη λύπη σου εν προκειμένω. Την επομένη λαβαίνεις επιστολή τους, σου καταλογίζουν κακόβουλες σκέψεις που δεν έχουν έλθει ούτε στ’ όνειρό σου, και διακόπτουν τις σχέσεις μαζί σου. Όταν κάποια στιγμή παρατηρώ ότι κατά βάθος η γλώσσα εδώ είναι περιττή, μου φέρνουν αντίρρηση. Αντίθετα, την εκτιμούν σε ιδιαίτερο βαθμό, επειδη οι λέξεις είναι το μοναδικό πράγμα που μοιράζονται».

Γιούργκεν Μπούχμαν, Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ, (έξοχη) μτφρ. Συμεών Γρ. Σταμπουλού, (έξοχη) έκδ. Gutenberg 2019

Είσαι ο Θεός μου

Οι άνθρωποι συνήθως δεν ομιλούν, σφυρίζουν σαν τα κουτά πουλιά. Άλλοι, όπως ο γιος της κυρίας Φι, μένουν σιωπηλοί. Η κυρία Φι ενδίδει κάθε τόσο στη σαγήνη της σιωπής. Με ευλάβεια και χαμηλή φωνή απευθύνεται στο γιο της «Είσαι ο θεός μου», του λέει. Γιατί ο θεός είναι το μόνο πλάσμα που για να κυβερνήσει δεν έχει ανάγκη ούτε καν να υπάρχει, πόσο μάλλον να ομιλεί.

Πάσχα στη φυλακή του Ιφ

Το Μοντεκρίστο είναι ένα ακατοίκητο νησάκι του Τυρρηνικού πελάγους, ανάμεσα στην Τοσκάνη και την Κορσική, η αρχαία Ωγλάσσα). Από εδώ εμπνεύστηκε ο Αλέξανδρος Δουμάς (πατέρας) το ψευδώνυμο του κεντρικού του μυθιστορηματικού ήρωα και το ξαναθυμηθήκαμε με την πρόσφατη μνημειώδη επανέκδοσή του από την «Εστία» (Ο κόμης του Μόντε-Χρίστο, Α' και Β' τόμοι, μτφρ. Σοφία Αυγερινού). «Montecristo» ονομάζεται η πιο γνωστή μάρκα κουβανέζικων πούρων. Πρωτοκυκλοφόρησε το 1935. Το όνομά της προέρχεται, βεβαίως, από το μυθιστόρημα του Δουμά, το οποίο διάβαζε κάποιος σε συνέχειες, φωναχτά, στους εργάτες (εργάτριες, κυρίως, για να ακριβολογούμε), του εργοστασίου όσο δούλευαν τυλίγοντας πούρα (η πρακτική ανάγνωσης στις εργαζόμενες δεν ήταν άγνωστη και στην Ελλάδα του πρώτου μισού του 20ού αιώνα). Βέβαια, ο ήρωας διανύει το μεγαλύτερο τμήμα του μυθιστορήματος σ ένα άλλο νησάκι, στο Φρούριο Ιφ (Chateau dIf ). Συμπτωματικά βρήκαμε ένα σχετικό άρθρο του Μίμη Σουλιώτη [του ετοιμάζουμε αφιέρωμα], δημοσιευμένο στην εφημερίδα Το Βήμα προ ικανών ετών (29.4.2000):

Το φρούριο-φυλακή του Ιφ το ζήσαμε κατά διάνοιαν, όσοι διαβάσαμε το μυθιστόρημα του Αλέξανδρου Δουμά· η ασήμαντη ιστορική λεπτομέρεια που έρχεται να προστεθεί είναι ότι στο κάτεργο εκείνο (καθώς και σε άλλες φυλακές της Γαλλίας στη συνέχεια) είχαν μεταφερθεί από τη Θεσσαλονίκη και είχαν εγκλεισθεί μεταξύ άλλων και 26 Έλληνες κάτοικοι της Κορυτσάς, ως γερμανόφιλοι πολιτικοί κρατούμενοι της Αντάντ, στα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου. Στις γαλλικές φυλακές πέρασαν λοιπόν το Πάσχα του έτους 1917, κι έχουμε τη δυνατότητα, χάρη στα ανέκδοτα σωζόμενα στοιχεία που χρησιμοποιούνται για πρώτη φορά εδώ, να ελέγξουμε τη διατροφή τους. Στη Μασσαλία οι συλληφθέντες φθάνουν μετά από οκταήμερο ταξίδι με το πλοίο «Δούναβης» και από εκεί μεταφέρονται στον περιβόητο Πύργο του Ιφ· στό ημερολόγιο πού κρατούσε ένας από τους κορυτσιώτες πολιτικούς κρατουμένους διαβάζουμε:

«[...] Μας παρέδωσαν εις ένα χωροφύλακα Γάλλον και δύο στρατιώτας Κινέζους και εις την πόρτα της φυλακής μας έδωσαν και από δύο μερίδια ψωμί δια δύο φοράς συσσίτιον. Και μας οδήγησαν εις ένα παμποράκι όπου μας επερίμενεν εις την σκάλαν και εμβήκαμεν όλοι μέσα και μας οδήγησεν το παμποράκι εις το απέναντι νησίον απέχον είκοσι λεπτά της ώρας, το οποίον oνομάζεται Πύργος του Iφ, όπου είναι φυλακαί αρχαίαι με ποτρούμια, όπου ετιμωρούσαν τον αρχαίον καιρόν τους καταδίκους, εκεί μας έβγαλεν και εμάς. Και ανεβήκαμεν όλοι από τες σκάλες τες πέτρινες, εξήντα βαθμίδας, και εκεί μας επερίλαβεν ο αρχιφύλαξ των φυλακών και μας εφώναξε τα ονόματα και αμέσως μας επαρήγγειλεν διά μέσου του διερμηνέως Έλληνος να του παραδώσουμε ό,τι μαχαίρια έχομεν επάνω μας και ψαλίδια και ξοράφια, όπου και τα παρεδώσαμε, ύστερα μας λέγει ότι εδώ απαγορεύεται να τραγουδάτε και να μαλλώνετε διότι όποιος το κάμει θα τιμωρηθεί με 15 ημέρας βαριά φυλακή εις τα ποτρούμια κάτω με τους καταδίκους και μας εβάλανε μέσα εις ένα δωμάτιον και τους είκοσι έξι και μας δώσανε και από μια κουβέρτα και από ένα στρώμα γεμάτο άχυρο και σανίδια διά κάτω διότι κάτω ήταν θόλος και έτσι ετοποθετήθημεν όλοι». [...] «Tην επομένην ξημερώματα εσυννέφιασεν ο καιρός και άρχισεν να βρέξει, την επομένην δε έκαμε πάλιν ωραίος καιρός δροσερός [...]».
Στο ερώτημα πώς δικαιολογείται να συμπιέζονται σημαντικότατα συμβάντα, με την απερίγραπτη αυτή φλεγματικότητα, σαν τριτεύοντα μέσα στις σχοινοτενέστατες περιγραφές του καιρού – του οποίου τις αλλαγές παρακολουθούμε, εν τούτοις, από μέρα σε μέρα και από ώρα σε ώρα, η πιθανώς ορθή απάντηση είναι ότι έτσι τα συμβάντα εντοπίζονται δυσκολότερα μέσα στο ημερολογιακό κείμενο και, κατά δεύτερον, αποφεύγονται οι κίνδυνοι του σχολιασμού, που θα επιβάρυναν τη θέση των γερμανοφρόνων κρατουμένων, σε περίπτωση που το ημερολόγιο θα ελεγχόταν από τη διεύθυνση των γαλλικών φυλακών. [...] Να δούμε πώς διαιτώνταν οι πολιτικοί κρατούμενοι κατ’ εκείνη την πασχαλινή περίοδο: Στις 7 π.μ. έπαιρναν «ένα φλιτζάνι μεγάλο καφέ χωρίς ζάχαρι, μόνον ολίγη ζάχαρι όσο μετρίαζε την πίκραν του»· ο ημερολογητής μας ειδικότερα δηλώνει τον πολιτισμό του: «δεν ημπορούσα να πάρω τον καφέ άνιφτος σαν ζώον».
Το μενού ήταν: Κυριακή: φακή σούπα με ολίγον πατάτα, κρέας σούπα μακαρόνια· Δευτέρα: αλεύρι σούπα με ολίγον πατάτα, ρύζι σούπα με ολίγον πατάτα· Τρίτη: φακή σούπα με ολίγον πατάτα, κρέας μακαρόνια σούπα· Τετάρτη: λάχανα σούπα με ολίγον πατάτα, πατάτα σούπα με ολίγον δάφκες (=καρότα)· Πέμπτη: φασόλια σούπα με ολίγον πατάτα, κρέας με ρύζι σούπα· Παρασκευή: αλεύρι σούπα με ολίγον πατάτα, μακαρόνια σούπα με ολίγον πατάτα· Σάββατο: ό,τι την Τετάρτη. Το ψωμί διανέμεται «165 δράμια την ημέραν».
Σχόλια για την ποιότητα: το τσάι δεν πίνεται, το κρέας περιφρονείται ως «νερόπλυμα με λάχανα», τα λάχανα ως από «αυτά που πετάμε ημείς», το αλεύρι «από αραβόσιτον κουρκούτι»· «και όλα αυτά τα εμαγείρευαν με νερό και ολίγον ξίγκι νερόπλυμα». Γιά τήν καθαριότητα, τέλος, παρέχεται «κάθε Κυριακή ένα κομματάκι σαπούνι διά τα ρούχα πλύσιν και διά νίψιμο το πρόσωπον».
Οι κρατούμενοι απελευθερώθηκαν τον Δεκέμβριο του 1918. Από τη Μασσαλία αναχωρούν με πλοίο που είχε στείλει η ελληνική κυβέρνηση «δωρεάν εις τρίτην θέσιν» και μετά από τεσσάρων ημερών ταξίδι αποβιβάζονται στον Πειραιά, στις 23 Δεκεμβρίου.

1792. Μοντεβιδέο. Διήγηση ναύτη


Προ πενήντα ετών εφύγαμεν από Βαρζελώνα με κρασί, το οποίον εφορτώσαμεν εις Βίλλα-Νόβα με το καράβι «Σκουμπρή», με ναύλο 28 χιλιάδες κολονάτα. Εφύγαμεν τον Αύγουστον. Είμεθα σαράντα και εδιαλεχτήκαμε καλύτερα και εμείναμεν έως είκοσι πέντε. Επήραμε δύο πιλότους, εβγαίνοντας από την Τζιπεράλτα. Ετραβήξαμεν και επέσαμεν εις τα Κανάρια νησιά. Ετραβήξαμεν εις την Λίναιαν και μας ερχότανε ο αέρας το ένα μέρος και το άλλο. Εμείναμεν εις αυτό το μέρος της Λίναιας έως τρεις ημέρες. Τότε ετραβήξαμεν όλο πρίμα και δεν εβλέπαμεν παρά Θεό και θάλασσα. Αφού αρμενίσαμεν σαράντα πέντε ημέρες εφοβηθήκαμεν οι συντρόφοι και άρχισαν να φωνάζουν ότι επέσαμεν εις νερά χαμένα. Τότε ο πιλότος και ο Σκουζές, όπου είχεν πράξιν, τους είπαν ότι εις τρεις ή τέσσερες ημέρες θα φθάσουν. Και πάλιν φόβος μέγας εις τους συντρόφους, αφού πέρασαν οι τέσσερες ημέρες. Με πολλές υποσχέσεις, τέλος πάντων, εξακολούθησαν το ταξίδι και εις άλλες τέσσερες ημέρες είδαμεν ένα σύγνεφον. Έστειλε ο Σκουζές έναν άνθρωπο εις το κατάρτι ψηλά να παρατηρήσουν αν είναι στεριά ή σύγνεφον, αλλά δεν ημπόρεσαν να διακρίνουν. Ο καιρός πρίμος, ετραβήξαμεν, και την νύχτα μάς εφάνη μυρουδιά της στεριάς και το πρωί είδαμεν την στεριάν. Επήγαμεν κατευθείαν εις τον λιμένα Μόντε-βιδέο, όπου εβρήκαμεν πολλά πλοία. Επήγαμεν διά πενήντα τέσσερες ημέρες τρία καράβια: το ένα του Δημήτρη Χριστοφόρου εις το οποίον ήτον ο Σκουζές. Ήτον το καράβι Τσαμαδού, πλοίαρχος Αντώνης Σερφιώτης, το άλλο καράβι ήτον του Ζιάκα. Εκάμαμεν εις το Μόντε-βιδέο είκοσι πέντε ημέρες, εφορτώσαμεν παστά και πετσιά και επιστρέψαμεν και τα τρία μαζί. Εμείς ήλθαμεν, τα άλλα δύο καράβια τα έπιασαν οι Εγγλέζοι εις το στενόν απ’ έξω. Ήλθαμεν εμείς εις την Βαρζελώνα δια πενήντα μίαν ημέρα.

Ντίνος Κονόμος, Ο Γεώργιος Τερτσέτης και τα ευρισκόμενα έργα του, έκδοση Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 1984, σ. 557.
Παναγή Σκουζέ Απομνημονεύματα, επιμέλεια-σχόλια Θανάσης Χ. Παπαδόπουλος, εκδόσεις Κέδρος, 1975.



Το ταξίδι στο Μοντεβιδέο έγινε το 1797 και είναι το πρώτο που έχει καταγραφεί. Το καράβι του Δημήτρη Χριστοφόρου, στο οποίο επέβαινε ο Σκουζές, ονομαζόταν «Παναγία Τουρλιανή», με χωρητικότητα 250 καταλωνικούς τόνους, που αντιστοιχούν σε περίπου 220 μετρικούς τόνους. Στο λιμάνι του Μοντεβιδέο είχαν καταπλεύσει τα καράβια του Χατζή Κανελάκη (Ζιάκα) και του Δημήτρη Μιχάλη Τσαμαδού, τα οποία είχαν το ίδιο όνομα, «Παναγία της ΄Υδρας», και την ίδια χωρητικότητα, δηλαδή 350 καταλωνικούς τόνους ή 330 μετρικούς. Φορτωτής ήταν ο Juan Bautista Cabanyes, πρόξενος της Ολλανδίας στη Βαρκελώνη. Και τα τρία καράβια ήταν πολάκες, φορτηγά ιστιοφόρα που έκαναν την εμφάνισή τους στη Μεσόγειο στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα. Το όνομα «πολάκα» προέρχεται από το ιταλικό ιστίο polaccone, στηριγμένο στο πλωριό κατάρτι, το οποίο είχε έντονη μπροστινή κλίση και ήταν τοποθετημένο σχεδόν στην πλώρη.

Τζελίνα Χαρλαύτη & Κατερίνα Παπακωνσταντίνου, Η ναυτιλία των Ελλήνων 1700-1821, εκδόσεις Κέδρος και Ιόνιο Πανεπιστήμιο, 2013, σσ. 272-273 και 517.

Με τον τρόπο του Γκαλεάνο


«Οι Μαντίνγκο σπάνια φτάνουν σε βαθειά γεράματα. Στα σαράντα τους, τα μαλλιά των περισσότερων γκριζάρουν και τα πρόσωπά τους γεμίζουν ρυτίδες. Ελάχιστοι ξεπερνούν τα πενήντα ή τα εξήντα. Υπολογίζουν την ηλικία τους με βάση τις περιόδους των βροχών. Σε κάθε τέτοια περίοδο αντιστοιχεί μια χρονιά, η οποία παίρνει το όνομα του κυριότερου γεγονότος που συνέβη κατά τη διάρκειά της. Έτσι, άκουσα να μιλούν για τη χρονιά του πολέμου της Φαρμπάνα, για τη χρονιά του πολέμου της Καάρτα, για τη χρονιά της λεηλασίας του Γκάντου κ.τ.λ. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι σε πολλά μέρη το 1796 θα ονομαστεί Τομπάουμπο τάμπι σανγκ (η χρονιά που πέρασε ο λευκός) και θα σημάνει μια νέα εποχή για την ιστορία τους».

Mungo Park, Ταξίδι στo εσωτερικό της Αφρικής, (1799), μετ. Χ. Παπαϊωάννου, Αίολος 1993.

Μπέρδευε το μελάνι με την αρετή


«Μαμά έγραψα αυτό» είπε ο γιος της κυρίας Φι και της έδειξε το ποίημα. Ηταν άνευρο και ανιαρό, πλαδαρό, δίχως έκπληξη και ρυθμό. Η κυρία Φι λυπήθηκε. Βαθιά. Ο γιος της δεν θα γινόταν ποτέ ποιητής. Μπέρδευε το μελάνι με την αρετή. Οι θλιμμένοι έχουν ένα μειονέκτημα που επιμένουν να αγνοούν: Δεν αρκεί η θλίψη. Το ποίημα είναι πάντα ένα βήμα πιο μπροστά ή πιο πίσω.
Η κυρία Φι αγκάλιασε με στοργή το γιο της. Και για μια ακόμα φορά η καρδιά της απομακρύνθηκε από αυτό που λέμε «ποίηση».

*

Συμβουλή της κυρίας Φι στον γιο της


Αν σπάσει ο καθρέφτης σου να κοιτάξεις μέσα σε ήρεμα νερά, αλλά πρόσεξε μην πέσεις μέσα

Aπό τις Παράξενες Ιστορίες της κυρίας Φι (υπό έκδοση)

Τεχνολογία της λογοτεχνίας

ΜΑΓΝΗΤΙΣΜΟΣ

Εκατό χρόνια από την ίδρυση στη Βαϊμάρη της πρώτης σχολής του Μπαουχάους, καλλιτεχνικός και βιομηχανικός σχεδιασμός συνεχίζουν να έλκονται και να απωθούνται. Πρόκειται για μαγνητισμό, μια ιστορία ατελείωτου έρωτα μεταξύ «καλών» ή ανεφάρμοστων και εφαρμοσμένων ή – ας ειπωθεί επιτέλους – «κακών» τεχνών, έστω και αν ο έρωτας προέκυψε έπειτα από συνοικέσιο που επέβαλε η ανάδειξη της μανιφατούρας ως συστηματικής χειροτεχνίας στους νεότερους χρόνους. Τέχνες & χειροτεχνίες (arts & crafts), όπως πρέσβευε ο Ουίλιαμ Μόρις, υπήρξαν πρόδρομος άλλωστε της κατά κάποιον τρόπο συγχώνευσης, από τον Βάλτερ Γκρόπιους, της Ακαδημίας Καλών Τεχνών και της Σχολής Εφαρμοσμένων Τεχνών στη Βαϊμάρη, με σημαία μια αντεστραμμένη «οικοδόμηση» (από Hausbau σε Bauhaus, δηλαδή).
Καθώς η τέχνη είναι πάντοτε μια χειροτεχνία, όσα τεχνολογικά εργαλεία και αν χρησιμοποιεί, ενώ η χειροτεχνία είναι πάντοτε –χωρίς όμως να θεωρείται ότι ισοδυναμεί– τέχνη, η διάκριση τάξεως ή ταξική διαφορά αυτή δημιουργεί δυσκολίες στον γάμο «καλών» και «κακών» τεχνών. Αλλά ποιος γάμος είναι εύκολος, όταν εξαρχής συμπλέκει ανεφάρμοστους και εφαρμοσμένους; Πώς να μην επηρεάζονται από αλλότρια μαγνητικά πεδία οι πυξίδες της κριτικής, όσο και αν διατείνεται ότι προς κάποιο Βόρειο ή Μάρκο Πόλο διαρκώς τείνουν;
Στην ιστορία του μαγνητισμού, συχνά αναδεικνύεται το γεγονός ότι καλλιτεχνικές ιδέες παρασύρουν τεχνολογικές εφαρμογές, ενώ εξίσου χρήσιμο, αλλά και ωραίο, θα ήταν να αναγνωρίζεται το πώς οι τεχνολογίες δημιουργούν τις προϋποθέσεις κάθε τέχνης. Δεν φτάνει να βλέπει κάποιος ότι χωρίς φωτομηχανές δεν θα μπορούσαν εν συνεχεία να τεθούν σε κίνηση φωτογραφίες που οδηγούν στον κινηματογράφο. Χρειάζεται επίσης να φαντάζεται ότι χωρίς την τεχνολογία της γραφής δεν θα υπήρχε λογοτεχνία.
Επιστρέφοντας στο πεδίο του βιομηχανικού σχεδιασμού (ντιζάιν), αναζητώ κάποια λαμπρή ιδέα που θα φώτιζε το μπαλονάκι της σκέψης ενός εφευρέτη σε κωμωδιογραφίες, όπως επίσης θα μπορούσαν να αποκαλούνται τα κόμικς. Και ιδού η αιωρούμενη λάμπα (The Levitating Lightbulb) του Αμερικανού Σάιμον Μόρις (Simon Morris), που ζει στη Στοκχόλμη. Σε ηλικία 16 ετών άρχισε να πειραματίζεται με μαγνήτες, θέλοντας να κατασκευάσει ένα αιωρούμενο όχημα (hoverboard). Τα κατάφερε μετά από δεκαπέντε χρόνια, έστω και αν δεν μπορούσε να το ιππεύσει ο ίδιος. Έχοντας εμπνευστεί, όπως λέει, από μαγικά χαλιά της παιδικής ηλικίας και πειράματα με ασύρματη ενέργεια του Νίκολα Τέσλα, συνέχισε, με αποτέλεσμα συνάδελφοι του να τον αποκαλούν Magneto. Τα υλικά της αιωρούμενης λάμπας (διαστάσεις σε ίντσες της βάσης: 5" μ. x 5" πλ. x 1,2" ύψ., ενώ της λάμπας: 5.5" μ. x 2,25" πλ. x 1.8" διαμ.) είναι σίδηρος, σιλικόνη, μαγνήτες και ξύλο βελανιδιάς. Για εσωτερική χρήση μόνο, μακριά από υγρασία, ενώ πρέπει να διατηρείται σε απόσταση από μαγνητισμένα αντικείμενα, όπως οι πιστωτικές κάρτες, καθώς βέβαια δεν είναι φτηνή.

Ο Χορός των Αβγών

Pieter Brueghel ο Νεότερος,«Ο Χορός των Αβγών» (περ. 1620)


Ο Χορός των Αβγών ήταν ένα αγροτικό πασχαλινό παιχνίδι της Βόρειας Ευρώπης. Τα αβγά σκορπίζονταν στο έδαφος (ή στο πάτωμα) και οι χορευτές στροβιλίζονταν ανάμεσά τους προσπαθώντας να σπάσουν όσο το δυνατόν λιγότερα. Σε μια παραλλαγή (όπως φαίνεται σε μερικές από τις εικόνες που παραθέτουμε) ο χορευτής στεκόταν στο ένα πόδι, σ’ έναν κύκλο σχεδιασμένο στο έδαφος με κιμωλία, και προσπαθούσε να βγάλει ένα αβγό από ένα μπολ και να αναποδογυρίσει κατόπιν το μπολ από πάνω του.

«Ο Χορός των Αβγών» (περ. 1645), χαρακτικό του Jan Galle, από σχέδιο του Maerten de Vos


Παρόλο που, όπως φαίνεται σε πολλές καλλιτεχνικές απεικονίσεις, αυτού του είδους η διασκέδαση συνηθιζόταν σε χωριά, τον 16ο και τον 17ο αιώνα, μια από τις πρώτες αναφορές του Χορού των Αβγών έχει σχέση με τον γάμο της Μαργαρίτας της Αυστρίας (των Βουρβώνων) με τον Φιλιβέρτο της Σαβοΐας, τη Δευτέρα του Πάσχα του 1498. Το γεγονός περιγράφεται στο Αμερικανικό Περιοδικό (American Magazine) του 1895: «Όταν άρχισε ο μεγάλος Χορός των Αβγών, όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή, καμιά εκατοστή αβγά ήταν σκορπισμένα εδώ κι εκεί σκεπασμένα με άμμο, κι ένα νεαρό ζευγάρι άρχισε να χορεύει χέρι με χέρι. Αν ολοκλήρωναν τον χορό χωρίς να σπάσουν ούτε ένα, τότε αρραβωνιάζονταν και κανένας γονιός δεν μπορούσε να αντιταχθεί στον γάμο. Μετά από τρία ζευγάρια που απέτυχαν μέσα στα γέλια και τις κοροϊδίες των θεατών, ο Φιλιβέρτος της Σαβοΐας, γονατίζοντας μπροστά στη Μαργαρίτα, την παρακαλεί να χορέψουν μαζί, υπό τις επευφημίες του κόσμου που φώναζε ’’Σαβοΐα και Αυστρία!’’ Όταν τελείωσε ο χορός χωρίς να σπάσει κανένα αβγό, ο ενθουσιασμός ήταν ασυγκράτητος». […]

Ο χορός των αβγών με δεμένα τα μάτια ήταν μια παραλλαγή που αναφέρεται και στο μυθιστόρημα του Γκαίτε Τα χρόνια της μαθητείας [ή της περιπλάνησης] του Βίλχελμ Μάιστερ (1745, ελλ. μτφρ. Άγγ. Παρθένη, Ίδρυμα Ουράνη, Α´ και Β´ τόμ. 1995 και μετ. Τούλας Σιετά, εκδ. Κανάκη 1997). Ο Βίλχελμ αγοράζει την ανήλικη Μινιόν από έναν περιοδεύοντα θίασο, έχοντας δει να τη δέρνουν επειδή αρνήθηκε να χορέψει το Χορό των Αβγών και η οποία, για να τον ευχαριστήσει που την έσωσε από την σκλαβιά, χορεύει αποκλειστικά για χάρη του (σκηνή που βλέπουμε στον πίνακα του Τζον Κόλιερ). H σχέση του Χορού των Αβγών με επικίνδυνες καταστάσεις εμφανίστηκε πολλές φορές σε πολιτικές γελοιογραφίες του 19ου αιώνα σε σχέση με διάφορα πολιτικά πρόσωπα, από τον Βίσμαρκ ως τον Ντισραέλι, υπονοώντας ότι προσπαθούσαν να διασχίσουν έναν δρόμο στρωμένο με πιθανούς κινδύνους.

John Collier «Ο χορός των αβγών της Μινιόν» (από το μυθιστόρημα του Γκαίτε)
Ο Βίσμαρκ ως μπαλαρίνα χορεύει τον χορό των πολιτικών αβγών (Νόμος, Σύνταγμα, Εκλογές κλπ.)


Πηγή: The Public Domain Review

Απόδοση:

Ο οδοιπόρος στον χάρτη

Ίταλο Καλβίνο:

Η πιο απλή φόρμα γεωγραφικού χάρτη δεν είναι εκείνη που σήμερα μας φαίνεται πιο φυσική, δηλαδή ο χάρτης που απεικονίζει την επιφάνεια του εδάφους σαν να τη βλέπει το μάτι ενός εξωγήινου. Η πρωταρχική ανάγκη να προσδιοριστούν στον χάρτη τα διάφορα μέρη συνδέεται με το ταξίδι: ένα είδος υποσημείωσης για να μην ξεχαστεί η ακολουθία των διαδοχικών προορισμών, το σχεδιάγραμμα μιας διαδρομής. […] Το να ακολουθήσεις τη διαδρομή από την αρχή ώς το τέλος χαρίζει μια ιδιαίτερη ικανοποίηση τόσο στη ζωή όσο και στη λογοτεχνία (το ταξίδι με την αφηγηματική του δομή) και είναι να αναρωτιέται κανείς γιατί στις απεικονιστικές τέχνες το θέμα της διαδρομής δεν είχε την ίδια τύχη κι εμφανίζεται μονάχα σποραδικώς. […] Η ανάγκη να χωρέσουν σε μια εικόνα η διάσταση του χρόνου μαζί με εκείνη του χώρου βρίσκεται στις ρίζες της χαρτογραφίας. […] Το ηθικό δίδαγμα που βγαίνει από την ιστορία της χαρτογραφίας αφορά πάντα την ανάγκη συρρίκνωσης των ανθρώπινων φιλοδοξιών.


(1980) Η συλλογή από άμμο, μτφρ. Ανταίου Χρυσοστομίδη, εκδ. Καστανιώτη 2007

Κυνήγι στη Λάρισα (Θεσσαλία 1669)


Τα κυνήγια θα κρατούσαν ολόκληρο το μήνα. Ο Σουλτάνος Μωάμεθ Δ’ είχε εγκατασταθεί στη Λάρισα για να παρακολουθεί καλύτερα την εκστρατεία της Κρήτης. Το μάτι του έβλεπε από εκεί πως ο Χάνδακας θα έπεφτε, η σπουδαιότερη άλωση μετά το πάρσιμο της Πόλης, είκοσι ένα χρόνια είχαν αντισταθεί οι Βενετσιάνοι, δεν άντεχαν άλλο. Και, στη μεγαλοσύνη του, ο Πατισάχ θα άφηνε τους τελευταίους υπερασπιστές της πόλης, τρεις χιλιάδες εξακόσιοι όλοι κι όλοι, τόσοι είχαν απομείνει από τα φουσάτα των απίστων, να εγκαταλείψουν τον τόπο χωρίς να τους πειράξει κανείς, ας πάρουν και τα υπάρχοντά τους στις πλάτες τους, τι να είναι εκείνα τα υπάρχοντα μέσα σε τόσα ερείπια.

«Σοφολογιώτατε ιεροδίκα του Χάνδακα, συ, ο δικαιότερος των μουσουλμάνων κριτών, ο εκλεκτότερος των διοικητών των μονοθεϊστών, μεταλλείον σοφίας και ορθολογισμού, ο υψών τας σημαίας του ιερού δικαίου και της πίστεως, ο κληρονόμος της γνώσεως των προφητών, ο εις όν ιδιάζει η μεγάλη χάρις του αρωγού βασιλέως, αυξηθήτωσαν αι αρεταί σου. Μόλις φθάση το παρόν αυτοκρατορικόν φιρμάνιον, έστω γνωστόν ότι οι άπιστοι υπερασπισταί του Χάνδακος, προσκυνούντες πλέον το κατώφλιον της ευδαιμονίας Μου, δικαιούνται ευσπλαχνίας, όπως ορίζει η βασιλεία μου ώστε ουδείς των απίστων να υποφέρη. Να μην επιτρέψης λοιπόν αντίθετον ενέργειαν και να συμμορφώσαι πάντοτε με το περιεχόμενον της επιθυμίας Μου. Ταύτα γνωρίζων να σέβησαι το παρόν ιερόν σύμβολόν Μου».

Scottιστήκαμε;

Διαβάζω, σε δημοσίευμα που είχε την καλοσύνη να στείλει στον Χάρτη η καλή φίλη Αμάντα Μιχαλοπούλου, ότι ο Scott (νυν Veronica Scott) Esposito, αμερικανός φιλόλογος, γνωστός μου και από τη συγκρατημένη λόγω ερωτηματικού ιατροδικαστική έκθεση The End of Oulipo? (Ζero Books 2013), εξέδωσε (ηλεκτρονικά) το πόνημα The Missing Books, όπου, ούτε λίγο ούτε πολύ, καταγράφει τους τίτλους εκατό περίπου βιβλίων που «δεν υπάρχουν, αλλά έπρεπε» (“Books that don’t exist, but should”). Όπως εξηγεί ο ίδιος, ο κατάλογός του περιλαμβάνει:

  1. βιβλία «μέσα σε βιβλία» [δεν καταλαβαίνω αν εννοεί ολόκληρα βιβλία, συνόψεις ή, έστω, τίτλους ανύπαρκτων βιβλίων – εδώ το «έπρεπε να έχουν εκδοθεί» είναι τόσο αυθαίρετο όσο και η φαντασία κάθε κατασκευαστή μιας τέτοιας λογοτεχνικής μπάμπουσκας, με (συζητήσιμο) πρώτο και (ασφαλώς) καλύτερο τον Μπόρχες],
  2. βιβλία «που οι συγγραφείς τους δεν κατάφεραν να ολοκληρώσουν» [προσέχω τη διατύπωση «δεν κατάφεραν» (“did not manage”) και αναρωτιέμαι τι νόημα έχει αυτή η φιλολογική τυμβωρυχία στις περιπτώσεις όπου ο ημιτελής συγγραφέας δεν ήθελε να ολοκληρώσει ή, στο πιο μακάβριο, όταν το μόνο που κατάφερε ήταν να σαρκάσει προκαταβολικά («Ας γελάσω») ένα αιφνίδιο θέλημα Θεού], και
  3. βιβλία «που δεν εκδόθηκαν ακόμα, αλλά μπορεί μια μέρα να εκδοθούν» (δεν θέλει πολλές μαθηματικές γνώσεις για να καταλάβει κανείς ότι «βιβλίο που δεν εκδόθηκε ακόμα» είναι και αυτό που δεν έχει γραφτεί ακόμα, κάτι που ανεβάζει τον σχετικό αριθμό σε ιλιγγιώδη ύψη που φλερτάρουν με το άπειρο).

Η ψυχρότητα αυτής της λίστας (όπου φιγουράρουν ονόματα όπως της Μάργκαρετ Άτγουντ, του Κόρμακ Μακ Κάρθι ή του Φίλιπ Ντικ) οφείλεται στην απουσία όχι τόσο ενός κριτικού λόγου που θα τεκμηρίωνε την επιλογή (και, άρα, το έπρεπε) όσο μιας αντι-λίστας με τα βιβλία τα οποία δεν έπρεπε να έχουν εκδοθεί ποτέ, κάτι που θα ανέβαζε όχι μόνο τη θερμοκρασία της λίστας αλλά και τους σφυγμούς της παγκόσμιας λογοτεχνικής κοινότητας [και (γιατί όχι;) της εν γένει καλλιτεχνικής: πίνακες που δεν έπρεπε να έχουν ζωγραφιστεί, ταινίες που δεν έπρεπε να έχουν γυριστεί, κ.λπ.]. Είναι κρίμα που δεν ζει πια ο συγγραφέας ο οποίος όχι μόνο θα αναλάμβανε επιτυχώς αυτό το επίμοχθο έργο, αλλά και θα το εμπλούτιζε με πιο οικουμενικές κατηγορίες [«άνθρωποι που δεν έπρεπε να έχουν γεννηθεί» (π.χ. ο Χίτλερ), «πόλεμοι που δεν έπρεπε να έχουν διεξαχθεί» (όλοι) κ.λπ.]: ο Ονόριο Μπούστος Ντομέκ.

Ένας νέος ήρωας


Καθόμαστε απέναντι, ο βλάκας με κοιτά, είναι χαρούμενος, είμαι αγανακτισμένος, του τραβάω τα αυτιά, με κοιτά ενοχλημένος, τον φτύνω, γελά ειρωνικά, σκουπίζεται, αρχίζω να βρίζω, να λέω πως η βλακεία του είναι αιτία μεγάλων δεινών, πως το ένα, πως το άλλο, με κοιτά με απορία, του βγάζω τα μάτια, παίρνει από την τσέπη του άλλα δυο, με ευκολία τα τοποθετεί στις άδειες κόγχες, μου χαμογελά ευγενικά, κοιτάω δεξιά, αριστερά, δεν με βλέπει κανείς, τον σκοτώνω, πέφτει κάτω, ξανασηκώνεται αμέσως, φρέσκος-φρέσκος σα να ξύπνησε πριν από λίγο, απελπίζομαι, γελά, μου χτυπά φιλικά τον ώμο, τον κοιτώ έτοιμος να ξαναορμήσω, αυτός λέει: «Ρε που έμπλεξα, είσαι και αγενής και αφελής», αυτό μου λέει, κάνει πως φεύγει, προσπαθώ να σηκωθώ να τον κυνηγήσω, μου λείπουν τα πόδια, τα χέρια, το κεφάλι, το σώμα, τον ακούω χλατς, χλουτς να με τρώει κι όμως διατηρώ ακέραιες τις αισθήσεις μου, ζητάω βοήθεια, μαζεύεται κόσμος πολύς, δεν με βλέπουν, ουρλιάζω Βοήθεια, θέλουν να με βοηθήσουν αλλά δεν ξέρουν που ακριβώς είμαι, ο βλάκας έχει τελειώσει το γεύμα του κι έρχεται και αυτός για βοήθεια, είναι ο μόνος που ξέρει που βρίσκομαι κάθε στιγμή από το 1821 και μετά, οι άλλοι εντυπωσιάζονται από τις ικανότητές του, οι περισσότεροι τον χειροκροτούν, τον σηκώνουν στα χέρια, τον ραίνουν με λουλούδια, είναι ένας σωτήρας, ένας νέος ήρωας.

Περι οδικών ο λόγος

(Περιοδικότητα, Πρόσβαση, Π­αράλειψη, Πόλεμος, Πορνογραφία)


Και άλλοτε έγινε λόγος περί οδικών – πτηνών που κελαηδούν στους δρόμους της μελάνης ή άλλων υγρόρρευστων διαδρομών, δηλαδή, που ακολουθεί η ζωή ως διαρκής προσομοίωση της λογοτεχνίας. Εδώ πρόκειται για περιοδικά, που συνιστούν πνεύμονες της άνασσας του λόγου. Εκ των υστέρων ανασυγκροτώντας κάποιους υπαινιγμούς σε συνάντηση χαρτογράφων, ας επαναλάβω ότι χωρίς περιοδικά ασφυκτιά η (οινο)πνευματική ζωή, ο κόσμος εκείνος μέθης, έξης και μέθεξης ή επικοινωνίας ιδεών και αισθητών πραγμάτων, που αδυνατεί να συγκροτηθεί μόνον από βιβλία, όσο καλά ή κακά και αν είναι, αν δεν υπάρχουν περιοδικές εκδόσεις, όπου συγγραφείς και αναγνώστες δοκιμάζουν και δοκιμάζονται.

Σε παλούκι και φούρκα ή στο πει και φι μπορεί να ειπωθεί ότι τρία Π προσδιορίζουν την πυκνότητα παρουσίας των περιοδικών: η περιοδικότητα, η πρόσβαση και η παράλειψη. Η περιοδικότητα ως επανάληψη σε τακτά διαστήματα συνιστά τρόπο διαπραγμάτευσης του χρόνου, της καθολίκευσης όμως του οποίου προηγείται. Δηλαδή, δεν προϋπάρχει κάποια ενιαία αντίληψη χρόνου που κατόπιν διαιρείται. Προϋφίστανται όσα επαναλαμβάνονται και το γεγονός αυτό εν συνεχεία αποτυπώνεται ως αποτέλεσμα διαίρεσης σε χρονικά διαστήματα, όπως φαίνεται να απορρέει από την ανασύνθεση μιας υποτιθέμενης ροής, πριν ο χρόνος αναχθεί σε τέταρτη διάσταση του χώρου ή ό,τι άλλο μας φωτίσει ο ήλιος στο μέλλον να φανταστούμε.

Μια εικόνα με αινιγματικό περιεχόμενο

Αίγινα, σαράντα περίπου χρόνια πριν, σε μια από τις μανιώδεις και συνήθως μονοθεματικές (ανάλογα με τις διαθέσεις της ημέρας) φωτογραφικές περιπλανήσεις μου. Η μηχανή σε τρίποδο, με προσεκτικά επιλεγμένο κάδρο. Αντιλαμβάνομαι την πραγματικότητα αφαιρετικά, έμμεσα μέσα απ’ τον φακό και φυσικά κολοβή, ψαλιδισμένη. Ένας διπλός δρόμος με κράσπεδο στη μέση. Οριζόντιες γραμμές που διασταυρώνονται στο βάθος με τις κάθετες ενός κιγκλιδώματος, που όμως κι αυτό στο σύνολό του, μοιάζει με οριζόντιο. Στο βάθος, στο φόντο, η θάλασσα περίπου αόρατη. Ένα πλαίσιο κενό, σχεδόν νεκρό, που μέσα του δεν συμβαίνει τίποτα, αλλά περιέχει εικόνες πίσω απ’ την εικόνα, όπως συμβαίνει με όλες τις φωτογραφίες, συνήθως αργότερα όμως, που οι αναγνώσεις είναι τόσες όσοι και οι αναγνώστες. Ξαφνικά με την άκρη του ματιού μου, διακρίνω δεξιά την ασαφή εικόνα ενός ποδηλάτη με στολή και καπέλο. Συγκεντρώνομαι στο κάδρο, τακτοποιώ την ταχύτητα του κλείστρου ώστε να παγώσω την κίνηση και περιμένω τον ποδηλάτη να ενταχθεί στο κάδρο. Πατάω το κουμπί την κατάλληλη στιγμή και ρίχνω μια βιαστική και επιπόλαιη ματιά στην πλάτη του που απομακρύνεται.

Αργότερα, το βράδυ, στην ησυχία του σκοτεινού θαλάμου, εμφανίζω το φίλμ και το κρεμάω να στεγνώσει. Στο καρέ, ο ποδηλάτης έχει «παγώσει» στη σωστή θέση, και περιμένω να τυπώσω. Στον εκτυπωτή με την εικόνα μεγεθυμένη περίπου 12 φορές, διακρίνω ένα «λέρωμα» επάνω στον άνθρωπο. Στη συνέχεια, μέσα στά υγρά, η σκηνή εμφανίζεται στην επιφάνεια του χαρτιού και αυτό το «λέρωμα» είναι πραγματικό, είναι επάνω στη στολή (υπενωματάρχης;) και στο πρόσωπο του ανθρώπου. Με το νωπό τυπωμένο χαρτί στα χέρια, προσπαθώ να καταλάβω τί έχει γίνει, τι φωτογράφησα. Ποιά πραγματικότητα έχασα κρυμμένος πίσω από ένα κάδρο, στήνοντας ενέδρα σε μιά σιλουέτα που θα συμπλήρωνε τη δική μου αφήγηση, την απομονωμένη όμως από τον υπόλοιπο χώρο, απούσα στην ουσία από την άλλη πραγματικότητα, λίγο πιό πέρα. Όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα, μετά το πρώτο ξάφνιασμα, αντιλαμβάνεσαι την υπαρξιακή δύναμη της φωτογραφικής καταγραφής και την τάση του μυαλού να κατασκευάζει ιστορίες απ’ αυτήν. Ιστορίες που κρύβονται έξω απ’ το κάδρο, τυχαίο ή μή.

Τι είχε άραγε συμβεί. Τι ήταν αυτό που είχε κολλήσει επάνω στη στολή αλλά και στο πρόσωπο του ανθρώπου; Αν είχε πέσει σε κάποιο οικοδομικό πολτό από μαρμαρόσκονη ή ασβέστη (που θα ήταν τρομερό), δεν θα είχε άραγε καθαρίσει λίγο τη στολή ή το πρόσωπό του πρίν συνεχίσει με το ποδήλατο; Το ποδήλατο δεν θα έπρεπε να είναι κι αυτό γεμάτο από αυτή την παχύρευστη ύλη; Ή μήπως η στολή τον έκανε αντιπαθή στην τοπική κοινωνία εκείνα τα χρόνια και μιά ομάδα του είχε επιτεθεί, ίσως με γιαούρτια και γι’ αυτό δεν σταμάτησε καθόλου προσπαθώντας να ξεφύγει από τους διώκτες του; Δέν έμαθα ποτέ και δεν θα μάθω. Έχασα αυτό που συνέβη, αλλά κατέγραψα το αποτέλεσμά του. Αν μάθαινα ποτέ τι έγινε, η φωτογραφία αυτή θα το πιστοποιούσε. Τώρα είναι μόνο μιά εικόνα με λανθάνουσα αφήγηση, που την ταιριάζει ο καθένας στη δική του ιστορία, στο δικό του παραμύθι. Ένα κάδρο σαν πλάκα γκρίζου μπετόν, με σκουριασμένες «αναμονές» ανάγνωσης.

Γλωσσικά ευτράπελα: από την πολιτική ορθότητα μέχρι τη λαϊκή δημιουργία. 2: «Mαθητικός τραμπουκισμός»


Ήταν τις μέρες των Χριστουγέννων. Πήγα να δω και να ευχηθώ στη θεία Χ. Η θεία είναι ογδονταφεύγα, σχεδόν τυφλή λόγω εκφύλισης της ωχράς κηλίδος. Ακούει πολύ ραδιόφωνο και τηλεόραση. Κατ’ ανάγκην. Θα προτιμούσε το διάβασμα. Ήταν φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση, ποιήτρια και μεταφράστρια. Ποιήτρια είναι ακόμα. Καταχρηστικά τη λέω θεία, από παιδί. Ήταν απλώς πολύ στενή φίλη της μάνας μου.Της αρέσει να συζητάει μαζί μου. Έχει απορίες. Εύλογες. Η παλαιάς κοπής παιδεία της την έχει προικίσει με μια «λαϊκή» κοινή λογική που τη δυσχεραίνει στην κατανόηση της νέας εποχής και των ιδιολέκτων της.

«Μα γιατί, όπως λένε, έχει αυξηθεί τόσο ο σχολικός εκφοβισμός; Τι άνθρωποι είναι αυτοί που δεν ντρέπονται να χρησιμοποιούν ως φόβητρο το σχολείο; Το σχολείο δεν είναι μπαμπούλας!»

Αρχικά συμφώνησα μαζί της. Το σχολείο δεν είναι μπαμπούλας. Και μετά της εξήγησα την πλάνη της. Δεν εννοούσε να καταλάβει. Παρ’ ότι μεταφράστρια. Ήθελε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη. Δεν καταλάβαινε γιατί να μη λέμε «μαθητικός τραμπουκισμός». Δημοτικίστρια γαρ… Δεν επέμεινα.

Ονειροπαγίδα

Αποφάσισα να ετοιμάσω κατάλογο αμερικάνικων ταινιών στις οποίες ΔΕΝ αναφέρεται η φράση «Α dream come true».

Γυναίκες/Ψυχογεωγραφία


«Όμορφο σαν την τυχαία συνάντηση μιας ομπρέλας και μιας ραπτομηχανής…», λέει το σύνθημα ο Οδυσσέας Γεωργίου / «…σ᾽ ένα τραπέζι ανατομίας», συνεχίζει με το παρασύνθημα ο Νίκος Γιαννόπουλος / Ο ήλιος λάμπει / Χειμωνιάτικος Ήλιος (ο κύκλος ασμάτων του Μάνου Χατζιδάκι, ντοκιμαντέρ στον Πειραιά) / Δραπετσώνα / ΡΑΠΤΟΜΗΧΑΝΑΙ ΣΙΓΓΕΡ/ «Αρχαιολογία Αστικής Τοπιογραφίας», λέει ο Γεωργίου, και φωτογραφίζει / Ο Γιαννόπουλος βάζει ν᾽ ακούσουν το «Which Side Are You On?» με την Ani DiFranco και την Melissa Ferrick (εμπρηστική εκτέλεση) / Ο Γεωργίου το βάζει με τις Florence Reece & Natalie Merchant (δεκαετίες 1930 & 1990, αντιστοίχως, σε μίξη) / Ο Γιαννόπουλος το βάζει με τον πρωθιερέα Pete Seeger (επική εκτέλεση, όπως κι εκείνη, η μελαγχολικά επική, του Jarama Valley, που τόσο την αγαπούσε ο Guy Debord) / Ο Γεωργίου, το μεταφέρει στην post-punk ατμόσφαιρα της Μεγάλης Βρετανίας, το βάζει με τον Billy Brag (τραχιά μίνιμαλ εκτέλεση) / O Γιαννόπουλος λέει φτάσαμε / Ο Γεωργίου ανάβει τσιγάρο / Ο Man Ray μειδιά από Κει Πάνω Ψηλά / Η Louise Bourgeois γνέφει επιδοκιμαστικά / Ο Jonas Mekas πίνει μια γουλιά κρασί / Ο Γιαννόπουλος ανάβει τσιγάρο / Ο Νικόλας Άσιμος σουλατσάρει και ρωτάει «Γιατί Φοράς Κλουβί;» / Οι TuxedooMoon σπαράζουν στο The Cage / Ο Γιαννόπουλος επαναλαμβάνει ρυθμικά τη μαγγανεία CageCaleCave / Ο Γεωργίου: ΤζονΤζονΝίκ! ΤζονΤζονΝίκ!/ Βιβλία μετεωρίζονται πάνω από τα κεφάλια τους, φτερωτά βιβλία, άλμπατρος τυπωμένα άλμπατρος: Για ένα δικό σου δωμάτιο / Η αισθητική της σιωπής / Διακοπές χωρίς πτώμα / Σκόρπια δύναμη / Γυάλινος κώδων / Λίγα λόγια / Και με το φως του λύκου επανέρχονται.

Η προϋπόθεση

Κοστούμια του Γιώργου Πάτσα για το «Μπορντέλο» του Νίκου Κούνδουρου (1984)


Θα ΄χετε αγαπήσει αληθινά αυτή την πόλη
μόνο όταν καταλάβετε
πως τόσα και τόσα αθηναϊκά νεοκλασικά
(πλέον και μεσοπολεμικά, με τα έρκερ και τα όλα τους)
από τα πολλά που τόσο εκθειάζετε
σε κάτι δρόμους όπως Ιάσονος, Φυλής, Αγκύρας
σωθήκανε μόνο και μόνο γιατί γίνανε μπουρδέλα.

Περίπατοι γύρω από το κεφάλι μου


Ίδια στροβιλίσματα του πινέλου στον καμβά, ίδιες και οι χαοτικές δίνες που χαρακτηρίζουν τα έργα του Βαν Γκογκ. Η νεωτερική εκδοχή του γνωστού πίνακα ολοκληρώνεται με την ένθεση ενός –ομοιόχρωμου–μοντέλου. Χάρη στο πνεύμα της Αποκριάς, η «Έναστρη νύχτα» της Αρλ αναβιώνει, σχεδόν απαράλλακτη, στην Κοζάνη.

Δώδεκα αυγά!

Ο Μαρί Ζαν Αντουάν Νικολά ντε Καριτά, μαρκήσιος ντε Κοντορσέ (1743-1794), άθεος και ιδιοφυής μαθηματικός, υποστηρικτής των αρχών της Επανάστασης, αντίθετος στην καρατόμηση του Λουδοβίκου ΙΣΤ’, μέλος του κόμματος των Γιρονδίνων στην γαλλική Εθνοσυνέλευση, όπου υποστήριξε τη μεταρρύθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης και διατύπωσε το Σύνταγμα της νέας Δημοκρατίας, εκδήλωσε μεγαλοφώνως τις αντιρρήσεις του στην τρομοκρατία του αδιάφθορου Ροβεσπιέρου. Δεν θα πρέπει να ξαφνιάστηκε, όταν τον Ιούλιο του 1743 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψής του με την κατηγορία της προδοσίας, που αντιμετωπιζόταν με καταδίκη σε θάνατο. Βρίσκοντας καταφύγιο σε ένα μικρό δωμάτιο στο σπίτι της Ροζ Σοφί Βερνέ, υπό το φως ενός κακοχυμένου κεριού (όπως λέει η παράδοση), έγραψε το Σχεδίασμα για έναν Ιστορικό Πίνακα των Προόδων του Ανθρώπινου Πνεύματος. Υποψιαζόμενος ότι οι Αρχές θα ανακάλυπταν, αργά ή γρήγορα, την κρυψώνα του, εγκατέλειψε το Παρίσι, με μόνη αποσκευή έναν τόμο με τα Ποιήματα του Οράτιου. Στις 26 Μαρτίου του 1794 έφτασε στο Κλαμάρ, εννέα μόλις χιλιόμετρα μακριά από το Παρίσι, και μπήκε σε ένα πανδοχείο, αναμένοντας να οδηγηθεί από γνωστούς του σε κάποιο κρησφύγετο. Ο πανδοχέας τον ρώτησε αν επιθυμούσε να του ετοιμάσει μια ομελέτα. «Πόσα αυγά να βάλω, κύριε;» «Δώδεκα», απάντησε ο Κοντορσέ. «Να ένας πλούσιος», σκέφτηκε ο πανδοχέας, «ένας εκμεταλλευτής». Δεν είναι βέβαιον ότι ο Κοντορσέ είδε την ομελέτα στο πιάτο του, ούτε ότι την απόλαυσε, είδε όμως τα όργανα της εξουσίας να τον συλλαμβάνουν. Την άλλη μέρα ήταν νεκρός. Λέγεται πως είχε πιει περί το λυκαυγές, μόλις άκουσε τα κοκόρια να λαλούν στο κοτέτσι του πανδοχέα, μικρή ποσότητα λιωμένου βρομόχορτου ανακατεμένου με όπιο.

Μπόρχες: Περὶ τῆς ἀκριβείας ἐν τῇ ἐπιστήμῃ

...Σ’ εκείνη την Αυτοκρατορία, η Τέχνη της Χαρτογραφίας άγγιξε τόση Τελειότητα, ώστε ο Χάρτης μιας και μόνης Επαρχίας καταλάμβανε μια Πόλη ολόκληρη, και ο Χάρτης της Αυτοκρατορίας, μια Επαρχία ολόκληρη. Με τον καιρό, αυτοί οι Εκτεταμένοι Χάρτες έπαψαν να ικανοποιούν, και τα Κολέγια των Χαρτογράφων ανέπτυξαν ένα Χάρτη της Αυτοκρατορίας που είχε το Σχήμα της Αυτοκρατορίας και συνέπιπτε με αυτήν, σημείο προς σημείο. Λιγότερο παθιασμένοι με τη Σπουδή της Χαρτογραφίας, οι Επόμενες Γενεές σκέφτηκαν πως αυτός ο Εκπεπταμένος Χάρτης ήταν άχρηστος και, όχι εντελώς άκαρδα, τον εγκατέλειψαν στο Έλεος του Ήλιου και των Χειμώνων. Στις Ερήμους της Δύσης υπάρχουν ακόμα χαλάσματα του Χάρτη. Τον κατοικούν Ζώα και Ζητιάνοι. Σε ολόκληρη τη Χώρα, δεν υπάρχει κανένα άλλο ίχνος της Επιστήμης τής Γεωγραφίας.

Σουάρεθ Μιράντα, Ταξίδια συνετών ανδρών, Βιβλίο Δ΄, Κεφ. ΙΔ΄, Λέριδα, 1658.*

* Για ν’ ακολουθήσουμε τη διατύπωση του συγγραφέα, δεν υπάρχει πουθενά κανένα ίχνος ούτε του... Σουάρεθ Μιράντα ούτε, φυσικά, του βιβλίου του, που είναι και τα δύο καθαρά επινοήματα του Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Πρβλ., πάντως: «Οι εμπνεύσεις της φιλοσοφίας δεν υπολείπονται σε φαντασία από εκείνες της τέχνης: ο Τζοσάια Ρόις, στον πρώτο τόμο του έργου του The World and the Individual (1899), έχει διατυπώσει τα εξής: “Ας υποθέσουμε ότι ένα τμήμα του εδάφους τής Αγγλίας είναι τέλεια ισόπεδο κι ότι πάνω του ένας χαρτογράφος σχεδιάζει ένα χάρτη της Αγγλίας. Το έργο είναι τέλειο· δεν υπάρχει σπιθαμή εδάφους της Αγγλίας που να μην έχει αποτυπωθεί στο χάρτη – τα πάντα βρίσκονται εκεί, υπό κλίμακα. Εν τοιαύτη περιπτώσει, ο χάρτης αυτός πρέπει να περιλαμβάνει και ένα χάρτη του χάρτη, που πρέπει να περιλαμβάνει ένα χάρτη του χάρτη του χάρτη, και ούτω καθεξής επ’ άπειρον”» [Mπόρχες: «Αποσπασματικές μαγείες του Δον Κιχώτη» (Διερευνήσεις)].

μετάφραση:

Ο μάγος Οζ


«Ο γραπτός κόσμος πάντοτε περιστρέφεται γύρω από το χέρι που γράφει, οπουδήποτε και αν συμβαίνει να γράφει: όπου βρίσκεσαι βρίσκεται το κέντρο του σύμπαντος», γράφει ο διεθνώς πιο γνωστός πεζογράφος από το Ισραήλ Άμος Οζ (1939), που πέθανε στις 28 Δεκεμβρίου 2018. Σκάλες από το σαλόνι οδηγούν κάτω, στο γραφείο του, με βιβλία σε όλους τους τοίχους και αναλόγιο σε μία γωνία, όπως τα περιγράφει η Shusha Guppy σε συνέντευξη μαζί του στο περιοδικό The Paris Review το 1996. Το σπίτι βρίσκεται στη μικρή πόλη Αράντ, που χτίστηκε το 1961 στα όρια της ερήμου Νεγκέβ, 25 χιλιόμετρα από τη Νεκρά Θάλασσα, όπου μετακόμισαν έπειτα από τριάντα ένα χρόνια ζωής στο κιμπούτς, στο οποίο γνωρίστηκαν δεκαπέντε ετών με τη γυναίκα του (κόρη του βιβλιοθηκάριου του αγροτικού κοινοβίου), γιατί έπασχε από άσθμα ο γιος τους, το μικρότερο από τρία παιδιά.

Αποδέκτης πολλών προσκλήσεων από το εξωτερικό, ο πρώτος κανόνας είναι να μην ταξιδεύω, όταν κυοφορώ ένα βιβλίο, λέει ο Οζ. Ξεκινώ την ημέρα μου στις 6 το πρωί με έναν περίπατο 40 λεπτών στην έρημο, καλοκαίρι ή χειμώνα. Ναι, απαντά, κάνει τρομερό κρύο τον χειμώνα. Η έρημος παραμένει η ίδια – από την εποχή με τους προφήτες και τον Ιησού, έχει πει άλλοτε – οπότε πόσο διαρκεί το «ποτέ» ενός πολιτικού; Ένα μήνα; Έξι μήνες; Τριάντα χρόνια; Εντελώς ασήμαντο διάστημα.

Προεδρική φρουρά

(Φωτ. Άρις Γεωργίου)

Περνώ από την Ηρώδου του Αττικού – μεσημεράκι με ξαφνική λιακάδα του Δεκεμβρίου. Παραμονές Χριστουγέννων, κατά τις δώδεκα. Κόσμος συρρέει συνέχεια από παντού για να θαυμάσει το σαράντα μέτρα ύψος χριστουγεννιάτικο δέντρο που έστησε ο δήμαρχος κ. Καμίνης – ξαφνικά βλέπω απέναντι, από μακριά να έρχεται η τριάδα των τσολιάδων της Προεδρικής Φρουράς για την αλλαγή βάρδιας στο Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, που γίνεται ανά μία ώρα. Προηγείται ο δεκανέας αλλαγής και πίσω του οι δυο Εύζωνοι. Και οι τρεις πανύψηλοι, δίμετροι, αρρενωποί, μυστακοφόροι, άκαμπτοι. Είναι ντυμένοι ομοιόμορφα με τον περίφημο χειμερινό ντουλαμά, φέσι με φούντα-φουστανέλα-τσαρούχι, κατά το πρότυπο της στολής του Παύλου Μελά. Κρατούν άψογα επ’ ώμου από ένα τυφέκιο M-1. Έρχονται με το κλασικό αγέρωχο περπάτημα, το αργό σήκωμα-λύγισμα του γόνατου και μετά το δυνατό, καρφωτό χτύπημα του τσαρουχιού στο οδόστρωμα. Κάθε ζεύγος τσαρούχια έχει ατσάλινες πρόκες στις γουρουνόσολες και ζυγίζει τρία κιλά. Ξέρω ότι ο τσολιάς σ’ αυτή την απαρέγκλιτη διαδρομή δεν σταματάει πουθενά και δεν τον σταματάει τίποτα. Τραβάει κατευθείαν μπροστά, παίρνοντας αμπάριζα οποιονδήποτε και οτιδήποτε είναι στον δρόμο του, ανθρώπους, καρέκλες, ή άλλα εμπόδια, μέχρι να φτάσει στο φυλάκιο. Δεν παρεκκλίνει ούτε μισό πόντο της προδιαγεγραμμένης πορείας του, τον λεγόμενο τσαρουχόδρομο. Βλέπω, όμως, όλο και πιο πολύ κόσμο να μαζεύεται λόγω του χριστουγεννιάτικου δέντρου – τα αυτοκίνητα καβάλησαν τα ρείθρα και έχουν παρκάρει παράνομα πάνω στο πεζοδρόμιο της Ηρώδου του Αττικού, ακριβώς στη γραμμή διαδρομής των Ευζώνων. Ανακάθομαι με άγχος – τι θα κάνει, άραγε, ο δεκανέας; Ο κόσμος παραμερίζει με σεβασμό και το άγημα πλησιάζει κατευθείαν προς τα αυτοκίνητα, όλο και σιμώνει. Φτάνοντας μπροστά στα παράνομα παρκαρισμένα οχήματα, ο δεκανέας και οι άλλοι δύο Εύζωνοι δεν διστάζουν ούτε δευτερόλεπτο – τραβούν ευθεία, ανεβαίνουν με τα τσαρούχια τους το ίδιο άκαμπτοι και αγέρωχοι πάνω στα καπό και στους ουρανούς των αυτοκινήτων, κατεβαίνουν και ανεβαίνουν στα επόμενα. Πάντα με τον ίδιο ρυθμό και το ίδιο βήμα, τσαλακώνοντας τις λαμαρίνες, σπάζοντας παρμπρίζ και καπό, τσακίζοντας πορτμπαγκάζ, προβαίνουν ανέκφραστοι, περήφανοι σαν Αλβανομάχοι τσολιάδες που ορμούν να καταλάβουν πάση θυσία το μαρτυρικό ύψωμα 731 της Τρεμπεσίνας. Θρυμματίζουν τζάμια με τον ίδιο διασκελισμό του πεπρωμένου, ανεπηρέαστοι, ανέγγιχτοι, ακολουθώντας τη διαταγή: δεν παρεκκλίνουμε ποτέ, πουθενά, για κανέναν και για τίποτε – γύρω τους εκατοντάδες άλλοι τρελοί Έλληνες που έχουν μαζευτεί βλέπουν τις αναπόφευκτες ζημιές που κάνουν οι Εύζωνοι στα αυτοκίνητα, τη μοιραία τους διαδρομή και, αυθόρμητα, ασυναίσθητα τους χειροκροτούν με ενθουσιασμό και με μια πίστη που έρχεται από πολύ μακριά, απ’ τα βάθη ενός δικού τους, παλιού, ηρωικού θανάτου.

Η απέλαση του Άη Βασίλη

(Φωτ: Franca Galliana)

Μιλάνο, οδός Τορτόνα, λίγο πιο κάτω από το Μουσείο των Πολιτισμών / MUDEC, όπου μέχρι τις 14 Απριλίου παρουσιάζεται μια έκθεση με έργα του διάσημου Μπάνκσι. Στον τοίχο κάποιου παλιού εργοστασίου, ένα γκράφιτι μοιάζει να έχει δραπετεύσει από τις φωτεινές αίθουσες του μουσείου, επιστρέφοντας στο φυσικό του χώρο. Μόνο που δεν είναι του –απρόσωπου– Μπάνκσι, αλλά ενός… ευπρόσωπου Ιταλού καλλιτέχνη του δρόμου, του TVboy, που είναι γνωστός στην πατρίδα του για τον ακτιβισμό του.

Την τελευταία φορά που ο TVboy απασχόλησε την επικαιρότητα, ήταν με ένα γκράφιτι στο οποίο ο Λουίτζι ντι Μάιο αντάλλασσε περιπαθές φιλί με τον Ματέο Σαλβίνι. Η κυβερνητική εξουσία του συνασπισμού με την σκληρή αντιμεταναστευτική πολιτική, μπήκε ξανά στο στόχαστρό του: Ένας αστυνόμος οδηγεί σιδηροδέσμιο τον Άη Βασίλη. Η εικόνα γίνεται πιο σαφής χάρη σε ένα καρτελάκι δίπλα, που γράφει: «Η άδεια διαμονής απορρίφθηκε για τον Άγιο. Κανείς δεν θυμάται ότι είχε έλθει από την Τουρκία». Αιχμηρό το σχόλιο αν σκεφθούμε ότι και οι δύο βερσιόν του γνωστού παππούλη, τόσο ο Μέγας Βασίλειος για εμάς, όσο και ο Άγιος Νικόλαος για τους Ιταλούς (και όχι μόνο), έλκουν την καταγωγή τους από τα εδάφη της σημερινής Τουρκίας.

Ανάμεσα εις τους καθρέφτες…

… ευρίσκονται κάποιοι οι οποίοι είναι ωσάν σηκωμένοι και στρογγυλοί. Άλλοι, εκ του ε ναντίον, ευρίσκονται βαθουλοί και χαμηλοί. Εκείνοι οπού είναι στρογγυλοί και πρός τα έξω σηκωμένοι, δείχνουν το πρόσωπον εκείνου οπού τον κοιτάζει μικρόν, καλά και να είναι ατόν του μεγάλον, οι χαμηλοί και βαθουλοί καθρέφτες κάμνουν όλον το εναντίον. [...] Έτσι λοιπόν, δύο λογιών ανθρώποι ευρίσκονται εις τον κόσμον [...] οι πρησμένοι και σηκωμένοι, τουτέστιν οι υπερήφανοι, οι θυμοσιάρηδες και οι ακατάδεκτοι ανθρώποι, δείχνουσι τον Θεόν μικρόν. [...] Άλλοι ανθρώποι είναι ωσάν οι βαθουλοί καθρέφτες διά την ταπείνωσιν οπού έχουν, και εις τούτους φαίνεται ο Θεός μεγάλος και μεγαλότατος.

Νεóφυτος Ροδινóς, Κύπριος λόγιος του 17ου αιώνα, προσηλυτιστής των ορθόδοξων στον Παπισμό. Δίδαξε ελληνικά με στερήσεις και διώξεις σε διάφορες χώρες: Ισπανία, Πολωνία, Ιταλία («Εξήγησις εις την ωδήν της Θεοτόκου», 1636.)

Διεθνές

Αυτό που οπωσδήποτε χαρακτηρίζει τις σημαίες όλων των κρατών είναι μια έπαρση, θα έλεγε κανείς...

Κυκλοτεχνία & Λογοφορία

«Θέλουμε η λογοτεχνία να καταλάβει τους δρόμους, κατακτώντας δημόσιους χώρους και προσφέροντας στους περαστικούς μια περιοχή ελεύθερη από οχήματα, που για λίγες ώρες θα υποκύψει στην ταπεινή ισχύ του γραπτού λόγου. Ένα μέρος της πόλης, συνήθως αφιερωμένο στην ταχύτητα, τη ρύπανση και τον θόρυβο, θα μεταμορφωθεί έτσι σε χώρο ειρήνης, ησυχίας και συνύπαρξης, που θα φωτίζεται από το απαλό φως που θα εκπέμπουν σελίδες βιβλίων. Τα βιβλία θα είναι διαθέσιμα για όσους θέλουν να τα πάρουν. Επομένως, η εγκατάσταση θα ανακυκλωθεί, διαρκώντας για όσο διάστημα αποφασίσουν οι χρήστες της πριν εξαφανιστεί. Τα αυτοκίνητα θα ανακαταλάβουν τη θέση τους τελικά. Ωστόσο, όσοι πέρασαν από εκείνο το μέρος, εκείνο το βράδυ, θα θυμούνται πώς κάποτε βιβλία το είχαν καταλάβει …»
Τμήμα ενός δρόμου ταχείας κυκλοφορίας στην πανεπιστημιούπολη Αν Άρμπορ, μετά από πρόσκληση του Ινστιτούτου Ανθρωπιστικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, ενός από τα σημαντικότερα δημόσια αμερικανικά πανεπιστήμια, κάλυψαν, στις 23 Οκτωβρίου 2018, για 12 ώρες, 11 χιλιάδες «φωτισμένα βιβλία», σε μια εγκατάσταση που έστησε η ανώνυμη καλλιτεχνική κολεκτίβα luzinterruptus, που οργανώνει αστικές παρεμβάσεις σε δημόσιους χώρους, χρησιμοποιώντας το φως ως πρώτη ύλη και το σκοτάδι ως καμβά και έχοντας αρχίσει τη δράση της στους δρόμους της Μαδρίτης στα τέλη του 2008. Αντίστοιχες εγκαταστάσεις «Λογοτεχνίας εναντίον Κυκλοφορίας» είχαν προηγηθεί στο Τορόντο, τη Μελβούρνη, τη Μαδρίτη και τη Νέα Υόρκη.

Περίπατοι γύρω από το κεφάλι μου

Ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου δεν είναι και καλύτερος φίλος των ποιητών. Το πιστοποιούν τα «μπιλιετάκια» των συμπαθών τετράποδων στις πρασινάδες, προκαλώντας αυτή την ανώνυμη επέμβαση στην πινακίδα. Πώς να μην αναφωνήσεις μετά: «Εξόριστε ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;»

H κακή επιθυμία

Στην παρακάτω γειτονιά, στην παρακάτω ρούγα /εκεί μια γραία κάθεται, κάθεται κι ένας γέρος / έχει κι ένα κακό σκυλί, κι ένα όμορφο κορίτσι. / Θε μου! να πέθαινε η γριά, να πέθαινε κι ο γέρος / να φαρμακώναν το σκυλί, να πάρω το κορίτσι.

(Τραγούδια εθνικά, συνεγμένα και διασαφηνισμένα υπό Αντωνίου Μανούσου, εις Κέρκυραν, τυπογραφείον Ερμής, 1850.)

Το συρτάρι του συγγραφέα

Ο Βίκτωρ Ουγκώ κλειδώνει τα ρούχα του

Τώρα, δεν μ­­πορούσε να ελπίζει πια σε άλλη αναβολή. Έπρεπε να προφτάσει. Αγόρασε ένα μπουκάλι μελάνι και μια γκρίζα φανέλα που τον τύλιγε ολόκληρο από τον λαιμό ως τους αστραγάλους, κλείδωσε τα ρούχα του για να μην μπει στον πειρασμό να βγει από το σπίτι και μπήκε στο μυθιστόρημά του, όπως μπαίνει κανείς σε μια φυλακή. Ήταν πραγματικά δυστυχισμένος…»
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο Βίκτωρ Ουγκώ ξεκινά να γράφει την Παναγία των Παρισίων. Χειμώνα καιρό δουλεύει με ανοιχτά παράθυρα. Οι μήνες περνούν, ο Ουγκώ καταδιώκεται από τον εκδότη του. Προβάλλει απίστευτες δικαιολογίες ότι δήθεν έχασε τα συγγραφικά του τετράδια. Ο Γκοσλέν λαμβάνει το χειρόγραφο στις 9 Μαρτίου του 1831, όμως ο Ουγκώ έχει αφαιρέσει τρία κεφάλαια. «Χάθηκαν» θα προφασιστεί στον εκδότη. Μα, καθώς φαίνεται, τα υποκλέπτει ο ίδιος, γιατί ο εκδότης αρνείται να του αυξήσει τα συγγραφικά δικαιώματα, παρόλο που έλαβε ογκωδέστερο από το προσυμφωνημένο βιβλίο. Τα κεφάλαια αυτά θα δημοσιευτούν για πρώτη φορά στην 8η έκδοση, έναν περίπου χρόνο μετά.
Ο Βίκτωρ Ουγκώ παζάρεψε σκληρά τις λέξεις του. Δε δίστασε να προχωρήσει στην βάναυση αποκοπή τους, προκειμένου να εκβιάσει τον καρμίρη εκδότη. Πολύ διδακτική ιστορία για τα εκδοτικά ήθη μιας άλλης, όχι και τόσο μακρινής, εποχής και το βιοπορισμό ενός μεγάλου συγγραφέα που διεκδικούσε το δικαίωμα να ζει από τα γραφτά του.

Αναμφισβήτητα, η συντομότερη αλληλογραφία στην Ιστορία θεωρείται ότι διαπράχθηκε μεταξύ του Ουγκώ και του εκδότη του. Μετά την έκδοση των Αθλίων, ο Ουγκώ, αναφερόμενος στην επιτυχία του βιβλίου, έστειλε ένα «;». Και ο εκδότης τού απάντησε: «!». Ο Ευγένιος Ντελακρουά είχε γράψει για τον Ουγκώ πως αν αποφάσιζε να γίνει ζωγράφος αντί συγγραφέας, θα είχε επισκιάσει όλους τους καλλιτέχνες του αιώνα του.

Πέντε πράγματα που διακρίνουν την Ευρώπη από την Αμερική

Όσον κι αν θέλουμε, δεν μπορούμε να σκεφτούμε την Ευρώπη χωρίς την Αμερική. Χωρίς τις ΗΠΑ, για να είμαστε συγκεκριμένοι. Στην ανισόρροπη τραμπάλα του δυτικού πολιτισμού, Ευρώπη και Αμερική αντικρίζονται. Δεν μπορείς να συζητήσεις τη μια, χωρίς να λοξοκοιτάζεις την άλλη.
Ευρώπη και ΗΠΑ, λοιπόν. Μετράω πέντε πράγματα που τις διακρίνουν. Θα μπορούσαν να είναι είκοσι πέντε ή χίλια δέκα πέντε, όμως ο χώρος είναι λιγοστός, οφείλω να πάρω τις αποφάσεις μου.
Ξεκινώ.

  1. Βρικόλακας: Πρόκειται για καθαρά ευρωπαϊκό δημιούργημα (θυμηθείτε τον Δράκουλα του Στόκερ). Η Ευρώπη εξακολουθεί να είναι ανθρωποκεντρική ακόμα και στις μεταφυσικές της ανησυχίες, πράγμα που δεν ισχύει για την Αμερική, τουλάχιστον όχι στον ίδιο βαθμό. Αυτός ο μαύρος ουμανισμός της Ευρώπης, ο οποίος διαποτίζει ακόμα και τη μεταφυσική, δεν είναι δεδομένος στις ΗΠΑ, όπου η μεταφυσική εκτρέπεται σε εξωανθρώπινα όντα (βλ. και παρακάτω).
  2. Εξωγήινοι: Η Ευρώπη ποτέ δεν συμμερίστηκε την πίστη (και την υστερία) της Αμερικής για τους εξωγήινους. Οι Ευρωπαίοι φαίνεται πως είναι ιδιαιτέρως απασχολημένοι με αυτόν τον πλανήτη, τους νεκρούς, τη μνήμη, την καθημερινότητα, για να στρέψουν το βλέμμα τους εκτός. Δεν συζητούν για UFO, δεν τους σκοτίζουν ανησυχίες σε σχέση με υποθετική εισβολή των εξωγήινων. Πατούν γερά στη γη.
  3. Μνήμη: Η μνήμη της Αμερικής είναι βραχεία. Εκτείνεται έως τον Αμερικανικό Εμφύλιο – άντε, έως τον Κολόμβο. Η μνήμη της Ευρώπης ριζώνει βαθιά και αποδεικνύεται βαριά. Μία ήπειρος-σφαγείο. Εκστρατείες, πόλεμοι, καταστροφές, λιμοί, σεισμοί, καταποντισμοί. Η ιστορία της Ευρώπης μπορεί να γραφεί και ως θρίλερ. Δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, Ιερά Εξέταση, αρένες που κολυμπούν στο αίμα. Επάλληλα ιστορικά στρώματα, όπου και να κοιτάξεις η ιστορία είναι ένα παλίμψηστο. Ίσως γι’ αυτό η Ευρώπη αναδεικνύεται η πατρίδα της ενοχής. Ιδίως της ιστορικής – αλλά όχι μόνο.
  4. Μερίδα: Το θέμα της τροφής είναι δείκτης πολιτισμού, αλλά και ιδεολογίας, οικονομίας. Στις ΗΠΑ οι τερατώδεις μερίδες στα ταχυφαγεία και τα αεριούχα ποτά τρομοκρατούν τους Ευρωπαίους. Οι Αμερικανοί είναι εθισμένοι στο king size. Οι Ευρωπαίοι όχι. Οι ποσότητες του φαγητού όπως και τα νούμερα στα ρούχα αποδεικνύουν του λόγου το αληθές.
  5. Πορνό: Οι γνώστες επιμένουν στη διάκριση. Το αμερικανικό πορνό ουδεμία σχέση έχει με το ευρωπαϊκό. Οι Αμερικανοί απενοχοποίησαν τη βιομηχανία του πορνό. Η ενοχική Ευρώπη χρειάζεται συνήθως ένα πρόσχημα. Ένα προκάλυμμα κουλτούρας ή πλοκής, πριν από τη διείσδυση. Δεν της αρκεί το ωμό σεξ, χρειάζεται και ένα touch από Beaudelaire για να τα έχει καλά με τον εαυτό της.

1 λέξη

Το ότι μια φωτογραφία ισοδυναμεί με χίλιες λέξεις αποτελεί κοινό τόπο. Καθώς όμως πολλά μοιραζόμαστε – με δικούς μας τον τόπο μας, ενώ με άλλους τον δικό τους – κάθε κοινός τόπος δεν συνιστά κατ’ ανάγκην κοινοτοπία. Άλλο θέλω να πω. Το αντίστροφο. Θέλω να πω: Κάθε λέξη ισοδυναμεί με χίλιες εικόνες. Διαφορετικό βιβλίο διαβάζουν χίλιοι άνθρωποι που διαβάζουν το ίδιο βιβλίο. Η δυνατότητα αυτή αποτυπώνεται (ως κοινοτυπία;) σε διαμάχες τις οποίες ερεθίζουν δυσκολίες μεταφοράς, φερ’ ειπείν, ενός μυθιστορήματος σε κινηματογραφική ταινία. Χίλια κλικ προκαλεί η α-κατάλληλη λέξη σε μια αράδα ενός νανο-δοκιμίου. Αλλιώς φωτογραφίζεται κάθε φωτογράφος σε κάθε στίχο. Η άποψη αυτή δεν συνιστά όψη μιας απολογίας της λογοτεχνίας έναντι της φωτογραφίας, αλλά φωτογράφιση του τοκετού του λόγου. Είτε είναι αλφαβητικές είτε όχι, οι ψηφίδες της γραφής άλλωστε αποτελούν φωτογραφικά στερεότυπα κάθε χιλιαστικής προφορικότητας. 1 λέξη = 1000 εικόνες.

Γλωσσικά ευτράπελα: από την πολιτική ορθότητα μέχρι τη λαϊκή δημιουργία. 1:

Πληροφορήθηκα ότι στον «Συνήγορο του Παιδιού» πρότειναν πως η υιοθεσία θα πρέπει από δω και στο εξής να αποκαλείται τεκνοθεσία. Ο όρος υιοθεσία θεωρήθηκε μεροληπτικός ως προς το αρσενικό φύλο και γένος και, ως εκ τούτου, πολιτικά μη ορθός • Πήγα στο καφενείο της γειτονιάς. (Μένω στον Πειραιά, το καφενείο είναι από τα λίγα που δεν έχουν μηχανή εσπρέσο – μ’ αρέσει). Οι γηγενείς λαϊκές αντροπαρέες ξέρουν το επάγγελμά μου –είμαι μεταφραστής και διερμηνέας– και με ρωτούν συχνά με ενδιαφέρον και περιέργεια να τους πω νέες λέξεις, άγνωστές τους, στα ελληνικά. Όπως «στοχοπροσήλωση», «ουδετερόθρησκο σχολείο», «εθνοτικός πόλεμος» κλπ. Είναι φιλομαθείς • Τους ανέφερα τη λέξη «τεκνοθεσία» και τους είπα να μαντέψουν τι σημαίνει. Απόμειναν σκεφτικοί. Ένας τους, ο πιο γραμματιζούμενος υποθέτω, επισήμανε πως το «θέτω» σημαίνει βάζω, ακουμπώ. Σχεδόν αμέσως ένας άλλος, πιο τσαχπίνης αυτός, πετάχτηκε και είπε θριαμβευτικά: «Τεκνοθεσία σημαίνει να μπαλαμουτιάζεις τεκνά».

Π Ρ Ο Σ Ε Χ Ω Σ

Στο επόμενο τεύχος, εκτός από τους μόνιμους και τους τακτικούς Χαρτογράφους, συνεργάζονται και οι: Παναγιώτης Αντωνόπουλος, Παναγιώτης Βελιανίτης, Κώστας Βούλγαρης, Σοφία Διονυσοπούλου, Κώστια Κοντολέων, Βάιος Λιαπής, Ηρώ Νικοπούλου, Ειρήνη Παπαθανασίου, Μαρία Σαββάκη, Ντίνος Σιώτης, Σάββας Στρούμπος, Κλαίτη Σωτηριάδου, Γεωργία Συλλαίου, Σταύρος Σ. Τσακίρης, Μαρία Τσιμά κ.ά.

*

Για τα αμέσως επόμενα τεύχη του Χάρτη (μεταξύ άλλων) ετοιμάζονται:

«Μικρή κλίμακα 1:250». Μια στήλη που επιμελείται η Δήμητρα Ι. Χριστοδούλου, όπου θα προτείνεται κάθε μήνα σε τρεις-τέσσερις συγγραφείς μία φράση ως τίτλος ή φράση που θα εμπεριέχεται σε ένα αδημοσίευτο πεζό κείμενό τους (έως 250 λέξεις). Ενίοτε θα δίνεται και μη ρηματική ιδέα συγγραφής. Στόχος της στήλης είναι αφενός να δημιουργηθεί μια δεξαμενή συλλογής πρωτογενούς υλικού και αφετέρου μια εν προόδω χαρτογράφηση της ελληνικής περίπτωσης στο τοπίο της σύγχρονης ελληνικής μικρομυθοπλασίας.

Αφιερώματα: Γιάννης Βαρβέρης, Τάσος Δενέγρης, Γιώργος Πάτσας, Έλλη Σκοπετέα, Μίμης Σουλιώτης, Θανάσης Χαρμάνης, Νίκος Χουλιαράς κ.ά.

ΤΑ ΤΕΥΧΗ ΤΟΥ ΕΝΤΥΠΟΥ ΧΑΡΤΗ

Ο τίτλος Χάρτης, προέκυψε αυθόρμητα, το 1982, ως συνδυασμός της «χαρτογράφησης» του τότε καλλιτεχνικού τοπίου με την επιφάνεια αποτύπωσης του έργου – πριν την εφαρμογή του ψηφιακού εδάφους, εννοείται. Αργότερα, εντοπίσαμε, μια ομώνυμη εφημερίδα του 19ου αιώνα και, κρυπτομνησιακά μάλλον, ένα ποιητικό βιβλίο του Τάκη Σινόπουλου (1977, κάποια από τα ποιήματα του οποίου είχαν δημοσιευτεί λίγο πιο πριν στο περιοδικό Τραμ που εκδίδαμε στη Θεσσαλονίκη).

Για τον Χάρτη (1982-1987), ενεργοποιήθηκε η παλιά παρέα του Τραμ με την συμπαράταξη νέων μόνιμων συνεργατών. (Έκδοση, διεύθυνση: Δημήτρης Καλοκύρης, Ελένη Καλοκύρη. Επιμέλεια: Γιώργος Χουλιάρας. Τυπογραφική επιμέλεια κειμένων: Μαρία Κυρτζάκη. Συντακτική ομάδα: Τάσος Δενέγρης, Νάσος Θεοφίλου, Αχιλλέας Κυριακίδης, Βασίλης Λαμπρόπουλος, Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος, Έλλη Σκοπετέα. Τακτικοί συνεργάτες: Νάσος Βαγενάς, Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Τάκης Γραμμένος, Πάνος Θεοδωρίδης, Ανδρέας Κίτσος-Μυλωνάς, Γιάννης Κοντός, Γιώργος Χειμωνάς.)
Την διακίνηση του περιοδικού είχαν αναλάβει οι εκδόσεις Ύψιλον του Θανάση Χαρμάνη. Κυκλοφόρησαν 26 τεύχη. Από το 1984 ο Χάρτης εξέδιδε επίσης κάθε χρόνο θεματικά Ημερολόγια. Μετά από μια σειρά πολυσέλιδων αφιερωμάτων (Μπόρχες, Καλβίνο, Ισπανία, Ροϊδης, Καβάφης, Ελύτης, Εμπειρίκος, Εγγονόπουλος), το περιοδικό ολοκλήρωσε τον κύκλο του και σταμάτησε, ενώ οι βασικοί του συντελεστές πλαισίωσαν το Τέταρτο του Μάνου Χατζιδάκι.
Εδώ, με κάθε τεύχος του νέου Χάρτη, θα αναρτώνται κατά σειρά τα τεύχη 1-26 της Πρώτης Περιόδου (1982-1987), ψηφιοποιημένα από το Αρχείο Τάκη Σινόπουλου και επεξεργασμένα από τους συνεργάτες μας, αφού η σύγχρονη τεχνολογία μας δίνει τη δινατότητα να βελτιώνουμε (οπτικά τουλάχιστον) πού και πού τα «κακώς κείμενα» (κυρίως προσθέτοντας χρώμα όπου ήταν εφικτό).

*

Το τεύχος 2 του Χάρτη θα αναρτηθεί 1η Φεβρουαρίου

Πλαστός Ελύτης στο διαδίκτυο!

Με εορταστικές ευχές και άπειρα θαυμαστικά μελομακάρονα, ήρθε διαδικτυακά ένα στιχούργημα αποδιδόμενο στον Οδυσσέα Ελύτη. Και δεν μιλάμε για τις παρωδίες ή διάφορα χιουμοριστικά που εμφανίζονται στο facebook και το δίκτυο ως «ρήσεις» τάχα του Ελύτη. Ότι το εν λόγω στιχούργημα «περί απλότητας» δεν είναι του Ελύτη είναι προφανές για όποιον έχει διαβάσει έστω και λίγους στίχους του, παρόλα αυτά όμως, έχει ευρεία διάδοση (ακόμα και σε σχολεία...). Η διάχυσή του δείχνει και την επιπολαιότητα και την άγνοια των «αναγνωστών» που το αναπαράγουν αφελέστατα. Ψάχνοντας βρήκαμε ότι το ζήτημα έχει εντοπίσει παράλληλα και ο ερευνητής χοάκων Γιώργος Γιώτης στο https://www.ellinikahoaxes.gr/2019/01/09/elitis_aplotita/, δικαίως διερωτώμενος αν όντως έγραψε ο Ελύτης τέτοιο ποίημα και καταγράφοντας παράλληλα ότι εμφανίζεται στο διαδίκτυο μετά τον Νοέμβριο του 2009. Έχει παρέλθει σχεδόν μια δεκαετία δηλαδή, χωρίς να υπάρξει ώς τώρα καμιά αντίδραση. Απευθυνθήκαμε λοιπόν στην καθ᾽ύλην αρμοδία, να ξεκαθαρίσει οριστικά το ζήτημα:

Δ.Κ.

Ποιητική… απάτη

«Στο μυαλό του καθενός περιμένει μία κότα», έγραφε στο Εκ του Πλησίον ο Οδυσσέας Ελύτης. Και είναι αλήθεια ότι συχνά πυκνά κάνουν την εμφάνιση τους κότες ανόητες κι άλλες κακόβουλες που γεμίζουν τον αδέσποτο και για πάσα χρήση χώρο του διαδικτύου με αυγά… κλούβια!
Είναι καιρός που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο κείμενο –ποίημα το ονομάζουν– απλοϊκού ύφους, με θέμα τάχα την απλότητα, του οποίου η πατρότητα ψευδώς αποδίδεται στον Ελύτη! Θα ήταν ίσως μόνο μια ανόητη κίνηση ενός αφελούς που ξύπνησε ένα πρωί και είπε να δώσει στις ιδέες του επίφαση κύρους και συνάμα να γελάσει με την ημιμάθεια των άλλων· γίνεται όμως κακόβουλη πράξη γιατί αφ’ ενός μεν προσβάλει τον ποιητή, όταν ψευδώς του αποδίδεται κάτι που δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει γράψει, αλλά αφ’ ετέρου παραπλανά νέους ή και αθώα καλοπροαίρετους χρήστες του διαδικτύου, που δεν έχουν ίσως την γνώση, ή τα αντανακλαστικά για να καταλάβουν απ’ την πρώτη φράση πόσο απέχει ο συγγραφέας του κειμένου από τον ποιητή!
«Τρώγε την πρόοδο, έλεγε ο Ελύτης, και με τα φλούδια και με τα κουκούτσια της»! Αρκεί να ξέρεις κάποτε και να τα φτύνεις, θα πρόσθετα τώρα πια.

Και πλαστός Μπόρχες

Στο διαδiκτυο κυκλοφορούν ευρέως ψευδεπίγραφα στιχουργήματα που αποδίδονται σε διάφορους συγγραφείς. Ένα από τα πιο διαδεδομένα εμφανίζεται με τίτλο «Ποίημα στους φίλους» («Poema a la amistad» – που κι αυτό είναι λάθος: «Ποίημα στη φιλία» θα ήταν η εγγύτερη μετάφραση), αποδίδεται ψευδώς στον Μπόρχες και, μερικές φορές, αυτοί που τα αναρτούν σε ελληνικές ιστοσελίδες παραπέμπουν σε δικές μου μεταφράσεις. Πρόκειται περί γλυκανάλατου διδακτικού κατασκευάσματος σε ύφος μάλλον Χαλίλ Γκιμπράν παρά Μπόρχες που, σύμφωνα με την εφ. Εl País, πρωτοδημοσιεύτηκε το 1978 από την Αμερικανίδα Nadine Stair. Η σύζυγος του Μπόρχες Μαρία Κοδάμα σχολίασε: «Ένα ποίημα χωρίς καμιά λογοτεχνική αξία που μειώνει το μήνυμα του έργου του Μπόρχες».

Συμφωνία της οργής

Μέλος ενός οργανισμού, με τον οποίο είχα σχέση κάποτε, επικοινώνησε για να διαμαρτυρηθεί οργισμένα, επειδή δεν είχε υπάρξει αντίδραση που θα καταδίκαζε μια επικείμενη συμφωνία. Την ίδια στιγμή επικοινώνησε άλλο μέλος του ίδιου οργανισμού για να διαμαρτυρηθεί, με οργή επίσης, επειδή δεν είχε εκδηλωθεί αντίδραση που θα επιβράβευε την εν λόγω συμφωνία. Μα δεν είναι προφανές, αναρωτήθηκε ένα τρίτο μέλος, ότι δεν μπορεί να αντιδράσει ένας οργανισμός όταν τα μέλη του διαφωνούν μεταξύ τους. Χρειάστηκε όμως να διαφωνήσω, λέγοντας ότι αδυναμία έκφρασης προκαλεί όχι η διαφωνία, αλλά η συμφωνία, καθώς κυριαρχεί το γεγονός ότι τα μέλη συμφωνούν στην οργή τους. Μια τέτοια συμφωνία οργής αποτελεί εμπόδιο που καμία διαφωνία τους για το περιεχόμενο, το οποίο περιέρχεται σε δεύτερη μοίρα, δεν μπορεί να αναιρέσει. Αν επρόκειτο για βιολογικό οργανισμό, θα έλεγα ότι δεν μπορεί να κινηθεί με το ένα πόδι να πηγαίνει προς μία κατεύθυνση, ενώ το άλλο προς άλλη. Πάλι καλά που οι ανεκπλήρωτα πλατωνικοί άνθρωποι και οι όρνιθες ενός φίλου των σκύλων όπως ο Διογένης έχουν δύο μόνον πόδια. Τι θα γινόταν με εκατό ούτε ο θεός των εντόμων δεν θα ήθελε να ξέρει. Μαζέψαμε τα πτερύγιά μας και συνεχίσαμε την αναζήτηση για εκείνα τα σταφύλια, έστω της οργής, που μας είχαν υποσχεθεί.

Το συρτάρι του συγγραφέα

Απ’ τη ζωή βγαλμένο

Ορισμένοι τονίζουν ότι τα βιβλία τους είναι «φέτες ζωής». Ότι ο συγγραφέας πρώτα ζει τα πράγματα κι ύστερα τα γράφει. Η Τόνι Μόρισον, πολυβραβευμένη αφροαμερικανίδα συγγραφέας, δεν θεωρεί αυτονόητη τη σύνδεση βίου και συγγραφής.
«Ρίξτε μια ματιά σε ανθρώπους που δεν μετακινήθηκαν από την καρέκλα τους και επινόησαν τα πάντα. Ο Τόμας Μαν, για παράδειγμα. Νομίζω ότι έκανε ελάχιστα ταξίδια. Ορισμένες φορές χρειάζεσαι το ερέθισμα. Όμως εγώ δεν πηγαίνω πουθενά για να αντλήσω ερεθίσματα. Δε θέλω να πάω πουθενά. Θα μπορούσα να μείνω καρφωμένη σε ένα σημείο και να είμαι ευτυχισμένη. Δεν εμπιστεύομαι τους ανθρώπους που λένε ότι πρέπει να πάνε κάπου για να συγγράψουν. Δεν γράφω αυτοβιογραφία. Πρώτα απ’ όλα, δεν ενδιαφέρομαι για τους πραγματικούς ανθρώπους ως αφορμές για συγγραφή, και σ’ αυτό περιλαμβάνω κι εμένα την ίδια. Αν γράψω για κάποιον που είναι ιστορικό πρόσωπο, για παράδειγμα για τη Margaret Garner, δεν μου χρειάζεται να ξέρω τίποτα γι’ αυτήν. Διαβάζω μονάχα δύο συνεντεύξεις της. Εκεί έχουμε μια γυναίκα που αποδρά από τη φρίκη της σκλαβιάς και τα έχει τετρακόσια. Παρόλο που δολοφόνησε το παιδί της, δε βγάζει αφρούς από το στόμα. Είναι εντελώς ήρεμη και δηλώνει “θα το έκανα πάλι”. Αυτό είναι παραπάνω από αρκετό για να πυροδοτήσει τη φαντασία μου» (The Paris Review Interviews, Women Writers at work, επ. G. Plimpton).
Άλλωστε, πέρα από τα συμβάντα, υπάρχει η εσωτερική ζωή. Βέβαια, η εσωτερική ζωή δεν αφήνει ορατά ίχνη, όπως ένα αεροπορικό εισιτήριο ή μια πεταμένη βέρα. Αλλά μπορεί να μας ταξιδεύει ή να μας τσούζει το ίδιο.

Άγριες χήνες

Άγριες χήνες και πεταλούδες υπήρξαν μούσες της Αμερικανίδας ποιήτριας Μαίρης Όλιβερ (Mary Oliver, 1935-2019), που πέθανε στις 17 Ιανουαρίου. Κάποιες φορές ταυτιζόταν με τον κόσμο της φύσης, θεωρώντας τον Ουόλτ Ουίτμαν ως τον αδελφό που δεν είχε. Ενώ ήταν ακόμη στο γυμνάσιο, έγραψε στην αδελφή της Έντνα Βίνσεντ Μιλέυ (1892-1950) αν μπορούσε να επισκεφτεί το σπίτι της, κοντά στο Αούστερλιτς στην πολιτεία της Νέας Υόρκης. Κατέληξε να μείνει χρόνια βάζοντας σε σειρά το αρχείο της ποιήτριας που θαύμαζε. Εκεί γνώρισε και τη σύντροφό της, τη φωτογράφο Μόλι Μαλόουν Κουκ. Η αμφιθυμία με την οποία υποδέχθηκε η κριτική την ποίηση της Όλιβερ δεν εξέλιπε ούτε όταν απέσπασε σημαντικά βραβεία, όπως το Πούλιτζερ, ενώ έργα της βρέθηκαν στην κορυφή των πωλήσεων βιβλίων ποίησης. Ένα από το πιο γνωστά της ποιήματα είναι οι Άγριες χήνες (Wild Geese), που ακολουθεί σε απόδοση στα ελληνικά.

Δεν μας ψεκάζουν, μας μαγνητίζουν (με ίχνη φενγκ σούι)

Η επίδρασις του μαγνητισμού επί υγειών και ασθενών ανήκει προσωρινώς εις τας αινιγματώδεις εκείνας εμφανίσεις, αίτινες δεν εξηγήθησαν ακόμη τελείως, αφού τα μέχρι τούδε παρατηρηθέντα γνωστοποιούσιν ημίν παράδοξόν τινα επίδρασιν επί ανθρώπων ως και επί ζώων, ενώ συγχρόνως αποδεικνύεται ότι τινές μόνον φύσεις υπόκεινται εις αυτόν, ενώ αι πλείσται μένουσιν ανεπίδραστοι. Πολλοί πειραματισταί, οίτινες μεταχειρίζονται εις φυσικά πειράματα ισχυρούς μαγνήτας, δεν αισθάνονται την ελαχίστην επίδρασιν της αινιγματώδους ταύτης δυνάμεως, ήτις παρέχει εις τεμάχιον σιδήρου την ιδιότητα να ελκύη τον σίδηρον και να φέρη βάρη.
Ο λόρδος Lindsay όστις επανειλημμένως εκίνει την κεφαλήν του μεταξύ των πόλων ενός γιγαντιαίου ηλεκτρομαγνήτου, δεν παρετήρησε την ελαχίστην επίδρασιν, ενώ τουναντίον εις λίαν νευρικούς ανθρώπους αρκεί μικρός σιδηρούς μαγνήτης ίνα ενεργήση οφθαλμοφανώς. Ο εν Φραγκφούρτη αυλικός σύμβουλος Stein είδε δύο περιπτώσεις, καθ’ ας μαγνήτης εις απόστασιν ενός δακτύλου από του ανθρωπίνου σώματος λίαν ευαισθήτου προσώπου, παρουσίασε τοιαύτην επίδρασιν, ώστε εις το δέρμα το απέναντι των δύο πόλων του μαγνήτου, εσχηματίσθησαν δύο ερυθραί κηλίδες, δι’ ων απεδείχθη η δι’ αίματος υπερπλήρωσις των λεπτοτάτων φλεβών. Συγχρόνως η απέναντι του θετικού βορείου πόλου κηλίς ήτο μάλλον ερυθρά της τω νοτίω αρνητικώ πόλω αντικειμένης.
Μάλλον εκπληκτικά είναι εν τούτοις τα πειράματα, άτινα εξετέλεσεν ο καθηγητής Charcot εν Salpetrière, ήτοι εν τω περιφήμω των Παρισίων νοσοκομείω διά νευρικά και ψυχικά νοσήματα γυναικών. Αφού δηλαδή εδέθησαν οι οφθαλμοί τινών λίαν ευαισθήτων ανθρώπων, παρετηρήθη ότι οι βραχίονες και αι χείρες, ως και οι πόδες ηκολούθουν τον μαγνήτην ον ο ιατρός επλησίαζεν εις τα μέλη ταύτα. Όταν δε ο ιατρός επλησίαζε τον μαγνήτην προς το αντικάρδιον, τότε οι ασθενείς ηκολούθουν τον ιατρόν ως εάν εσύροντο υπ’ αυτού. Τα αυτά πειράματα επανελήφθησαν και αλλαχού με το αυτό αποτέλεσμα.

Ονοματοδοσίες


Δερμόφις ντοναλντράμπιος (Dermophis donaldtrumpi) είναι το όνομα που θα δοθεί σε σχεδόν τυφλό, άποδο, οφιοειδές αμφίβιο που πρόσφατα εντοπίστηκε στον Παναμά. Πρόκειται για νέο είδος της οικογένειας caecilian, λέξη που προέρχεται από το λατινικό caecus (τυφλός). Αποτελεί ιδανικό όνομα, καθώς αντιστοιχεί στην εθελοτυφλία του Αμερικανού Προέδρου Τραμπ για την κλιματική αλλαγή, δήλωσε ο Άινταν Μπελ. Ιδιοκτήτης της εταιρείας βιώσιμων δομικών υλικών EnviroBuild, με 25.000 δολ. πλειοδότησε για το δικαίωμα να ονομάσει το μήκους περίπου 10 εκ. γυαλιστερό, ολισθηρό και γλοιώδες πλάσμα, που μοιάζει με σκουλήκι και περνά τη ζωή του κάτω από τη γη. Διακρίνοντας ανάμεσα σε σκοτάδι και φως, μόνο μαύρο ή άσπρο βλέπει τον κόσμο, όπως και εκείνος που το όνομα του φέρει, είπε επίσης ο Μπελ, κρούοντας κώδωνα ευαισθησίας για το περιβάλλον και την επικοινωνιακή προβολή της εταιρείας του. Τα δερμόφιδα έχουν ένα επιπλέον στρώμα δέρματος, που τα μικρά τους μπορούν να φάνε αφού το ξεφλουδίσουν.

Φωτογραφία από τον ιστότοπο της εταιρείας, που πρόσθεσε προεδρική κόμη στο πλάσμα


https://www.envirobuild.com/blogs/articles/donald-trump-amphibian

Οι επιστήμονες που ανακάλυψαν το νέο είδος αμφίβιου, που κινδυνεύει με εξαφάνιση λόγω ανόδου της θερμοκρασίας, έχουν συμφωνήσει να χρησιμοποιήσουν, όταν δημοσιεύσουν την ανακάλυψή τους, το όνομα που θα προέκυπτε μετά από πλειστηριασμό στις 8 Δεκεμβρίου 2018. Διοργανώθηκε από καταπίστευμα, τριάντα χρόνια από την ίδρυσή του, για το τροπικό δάσος, η ύπαρξη του οποίου αναστέλλει την κλιματική αλλαγή. Σχεδόν 70.000 εκτάρια τροπικού δάσους καταστρέφονται οριστικά κάθε μέρα. Με τα έσοδα να στηρίζουν την προστασία βιότοπων δώδεκα νέων ειδών, ο πλειστηριασμός για το δικαίωμα ονοματοδοσίας περιλάμβανε, εκτός από το χωρίς άκρα αμφίβιο, τέσσερις βατράχους, τέσσερις ορχιδέες, έναν ποντικό του δάσους, ένα σαρκοβόρο μυρμήγκι και μια σαλαμάνδρα.

Το εορταστικό καλωσόρισμα του Δημήτρη Αρβανίτη στον Χάρτη

Π Ρ Ο Σ Ε Χ Ω Σ

Για τα αμέσως επόμενα τεύχη του Χάρτη (μεταξύ άλλων) ετοιμάζονται:

• Αφιερώματα: Γιάννης Βαρβέρης, Τάσος Δενέγρης, Γιώργος Πάτσας, Έλλη Σκοπετέα, Μίμης Σουλιώτης, Θανάσης Χαρμάνης, Νίκος Χουλιαράς κ.ά.

• Με κάθε νέο τεύχος του ηλεκτρονικού Χάρτη, θα ανεβαίνει ψηφιοποιημένο κατά σειρά και ένα από τα τεύχη (1-26) του Χάρτη της έντυπης περιόδου (1982-1988).

*

Το τεύχος 3 θα αναρτηθεί 1η Mαρτίου

Πατρική στοργή

Η προσευχή

Μικρό παιδί μ’ έμαθε η μάνα μου την προσευχή. Κάθε βράδυ γονατίζαμε μπροστά στα εικονίσματα και αντιμετώπιζα το θείον: «Παναγίτσα μου, να φυλάς τον μπαμπά μου, τη μαμά μου, κι εμένα να με κάνεις καλό παιδί».

Μετά, να χούντα, να Αριστερά, να Πολυτεχνείο, πάει η προσευχή, πάει κι η μάνα, πάνε όλα. Τώρα, όμως, στην ώριμη και μεστή ηλικία των σαράντα πέντε ήρθε και πάλι η προσευχή, άγρια και βάρβαρη, έτσι όπως της αξίζει, πρωί και βράδυ. Εικονίσματα δεν έχουμε, αλλά και πάλι γονατίζω, σταυρώνω τα χέρια σφιχτά και βγαίνει η παράκληση, πρωί και βράδυ, όχι Παναγίτσα μου, πια, αυτή είναι αθώα. Η έκκληση τώρα είναι στ’ αφεντικό, απ’ ευθείας στην κορφή: Θεέ μου, να πεθάνει ο πατέρας μου, να πεθάνει ο πατέρας μου, να πεθάνει ο πατέρας μου, σαν Ινδικό μάντρα, όσο πιο πολλές φορές το πεις, διάολε, μία θα πιάσει.

Κι άσε τον Φρόυντ να κουρεύεται με τα Οιδιπόδειά του. Δος μοι γαν και γίνομαι Οιδίποδας οικειοθελώς στη στιγμή.


Υπαρξιακό

Ε, καλά, σαράντα πέντε χρόνια τώρα το έχω εμπεδώσει, ανήκω στα θήλεα. Μπούκλες έκανε τα μαλλιά μου η μάνα μου, με όμορφες οργάντζες και μουσελίνες μ’ έντυνε, με κούκλες έπαιζα, σε Θηλέων πήγα, τ’ αγόρια με κoίταζαν και τα κοίταζα επί ποινή καταχερισμού. Καλά, ξέρω, παραπλανητικά θα μπορούσαν να είναι όλα αυτά, αλλά, στήθος έβγαλα, γιο γέννησα, στα θήλεα ανήκω.
Μέχρι που αρθρώθηκε η επιθυμία του πατέρα, από τηλεφώνου.
– Να πάρεις τηλέφωνο τη συμβολαιογράφο, πες της ότι είσαι γιος μου.
Τον διακόπτω.
– Κόρη σου είμαι, μπαμπά.
Και ο κεραυνός.
– Α, ναι, μακάρι να ήσουνα...
Να σου ξαναχέσω Φρόυντ και Οιδίποδα μαζί!

Βασιλικές εκκενώσεις

Σχέδια εκτάκτου ανάγκης, από την περίοδο του ψυχρού πολέμου, για την εκκένωση της βασιλικής οικογένειας, αν ξεσπάσουν ταραχές στο Λονδίνο σε περίπτωση άτακτης εξόδου του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, έχουν αναβιώσει, σύμφωνα με βρετανικές εφημερίδες. Λεπτομέρειες περί εκκενώσεων δεν είναι διαθέσιμες ούτε το ποιοι προορισμοί περιλαμβάνονται στον σχεδιασμό. Γνωστοί συνωμοσιολόγοι αμφισβητούν το εύρος των ανησυχιών.

Ο κανόνας «διαίρει και βασίλευε», που εφαρμόζεται όταν μεσουρανώντας βασιλεύουν οι αυτοκρατορίες, συντομεύεται σε «διαίρει (εαυτόν)» όταν προς τη δύση τους βασιλεύουν. Βορείως της Κύπρου, η Βόρεια Ιρλανδία ως τμήμα του βασιλείου, δηλαδή μελλοντικές εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης συνοριακές και τελωνειακές ρυθμίσεις με τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας, δυσκολεύει τη Βρέξοδο (Μπρέξιτ στα ελληνικά). Όπως είναι φυσικό για νησιά, πελαγοδρομώντας οι Βρετανοί πολιτικοί, καθώς στους Γερμανούς εγκαταλείπουν την Ευρώπη, δημιουργούν προϋποθέσεις για ανανεωμένες κινηματογραφικές εποποιίες τύπου Δουνκέρκης.

Από την υφαρπαγή της Ιφιγένειας πριν από την ούρια θυσία έως τις δια ελικοπτέρων εκκενώσεις από την οροφή της αμερικανικής πρεσβείας στην άλλοτε Σαϊγκόν και μεταγενέστερες σκηνοθεσίες, ο θρίαμβος των εκκενώσεων επιβεβαιώνει ότι η μυθολογία συνιστά το εικονικό παρελθόν του κινηματογράφου. Δυνάστες δυναστειών χωρίς διαδοχή, όπως ο Μπενίτο Μουσολίνι και η Κλαρέττα Πετάτσι, σε ρόλο που ανέδειξε η Κλαούντια Καρντινάλε, ή ο Τσαουσέσκου και η σύζυγός του, προς τον βορρά κινήθηκαν, επιχειρώντας να εκφύγουν από την αποσπασματικότητα του βίου.

Έχει άραγε σημασία τι θυμάται κανείς παιδί να έχει ακούσει έπειτα από ταξίδια μεγαλυτέρων στη χώρα όπου αποκεφαλίστηκαν οι βασιλείς από κεφαλή της εξουσίας; Θυμάμαι ότι στις Βερσαλλίες δεν έχει τουαλέτες.

Π Ρ Ο Σ Ε Χ Ω Σ

Για τα αμέσως επόμενα τεύχη του Χάρτη (μεταξύ άλλων) ετοιμάζονται:
• Αφιερώματα: Μίμης Σουλιώτης, Νίκος Χουλιαράς, Τάσος Δενέγρης, Γιάννης Βαρβέρης, Γιώργος Πάτσας, Έλλη Σκοπετέα, Θανάσης Χαρμάνης κ.ά.
• Με κάθε νέο τεύχος του ηλεκτρονικού Χάρτη, θα ανεβαίνει ψηφιοποιημένο κατά σειρά και ένα από τα τεύχη (1-26) του Χάρτη της έντυπης περιόδου (1982-1988).

*

Το τεύχος 4 θα αναρτηθεί την Πρωταπριλιά (;)

Αναφορές

Μιχαήλ Μήτρας, ποιητής (1944-2019)

Τα μοντερνιστικά κινήματα του 20ού αιώνα μεταξύ άλλων συνέβαλαν και στη «διασταύρωση» των επιμέρους τεχνών, κυρίως της λογοτεχνίας και των εικαστικών (φουτουρισμός, νταντά, υπερρεαλισμός, λετρισμός).
Στη δεκαετία του 1960 η ταυτοποίηση αυτή συστηματοποιείται με την εμφάνιση του ρεύματος της «Οπτικής Ποίησης».
Το 1987 συγκροτείται και στην Ελλάδα «Ομάδα Οπτικής Ποίησης», με οργάνωση ατομικών και ομαδικών εκθέσεων. Τα έργα των μελών της Ομάδας καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα εκφραστικών μέσων, όπως κείμενα, ζωγραφική, κολάζ, φωτογραφία, βίντεο εγκαταστάσεις, μέχρι performances.
Στα δικά μου οπτικά ποιήματα η σχέση τους με την ζωγραφική έκφραση παραμένει σταθερή: μαύρη μελάνη σε λευκό χαρτί. Κάτι που τα καθιστά και «δυσανάγνωστα»

Μ. Μ.


Πάνος Κουτρουμπούσης, συγγραφέας, σκιτσογράφος (1937-2019)

Για τη σχέση γραπτού και εικόνας

Ο πρώτος «γραμμένος» λόγος είναι η εικόνα στα βράχια και στις σπηλιές. Όταν έβλεπαν εικόνες στις σπηλιές τα μυαλά διάβαζαν ευχές. «Οι θεοί να μας έχουν καλό κυνήγι» και παρόμοια. Μετά έρχονται ιδεογράμματα και ιερογλυφικά (ακριβείς εικόνες που είναι συγκεκριμμένες λέξεις). Σύντομα αναπτύσσονται αλφάβητα και παρουσιάζεται ο γραπτός λόγος.
Ο συγγραφέας έχει εικόνες στο μυαλό του και προσπαθεί –ειδικά στην λογοτεχνία– να τις μεταδώσει στον αναγνώστη. Μπορεί να είναι μια σύντομη γραπτή εικόνα ή εκτενής, χιλιοσέλιδη σειρά ιδεατών εικόνων. Το ίδιο κάνει κι ο εικονοποιός. Οι εικόνες του είναι ιστορίες, δηλαδή λόγος, που μπορεί να καταγράψουν μια στιγμή ιστορίας γνωστής ή και ολόκληρη ιστορία σε μια εικόνα. Η γραφή, λοιπόν, μπορεί να κάνει και χωρίς την ορατή εικόνα (αφού δημιουργεί εικόνες με τις λέξεις) αλλά και η εικόνα μπορεί να κάνει χωρίς λέξεις (γιατί με το σχέδιο προσφέρει νόημα, άρα λόγο). Δηλαδή, υπογείως και τα δύο περιέχουν το ένα τ’ άλλο.
Συγγραφέας όμως που βλέπει ότι οι λέξεις, όσο δυνατές κι αν είναι, δεν έχουν τρόπο να αγγίξουν οράματα και νοήματα πέρα από ένα σημείο σχεδόν μεταφυσικό, και μόνο εικόνες μπορούν να εισχωρήσουν σε μυστήρια που ούτε ο συγγραφέας δεν μπορεί να μεταδώσει με το γραπτό, μπαίνει στα χωράφια της εικόνας. Επίσης, εικονοποιοί που τους αρέσει και το σκληρό παιχνίδι με τις λέξεις μπαίνουν στο μέγαρο του γραπτού.
Για μένα, πρώτα αναπτύχθηκε η εικόνα, με πρόχειρα σχέδια στην παιδική ηλικία και, με τα χρόνια, καλλιεργήθηκε. Το γράψιμο άρχισε να αναπτύσσεται γύρω στα 22 μου και επίσης ενηλικιώθηκε με τα χρόνια. Οι εικόνες μου –ηθελημένα– παρουσιάζονται σαν μια στιγμή από κάποια πλοκή ιστορίας, σαν να βλέπεις μέσα, περνώντας έξω από κάποιο παράθυρο. Ο θεατής στήνει ελεύθερα στην φαντασία του τα πριν και τα μετά της στιγμής της εικόνας.Τα διηγήματα που γράφω ήταν απ’ την αρχή της μισής ή μιας σελίδας και μόνο 3-4 την ξεπερνάνε. Μου αρέσει να δίνω με στεγνό πνεύμα τα κύρια στοιχεία της ιδέας αφήνοντας στον αναγνώστη χώρο να χρωματίσει μόνος του χαρακτήρες και νοήματα. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχουν –ελπίζω– πολλαπλές ερμηνείες. Τελικά, οι εικόνες μου οδηγούν στην πλάση ιστοριών και, αντίστροφα, τα γραπτά οδηγούν στην πλάση εικόνων.

Π. K


Στέργιος Δελιαλής, γκράφικερ (1944-2019)


Αποκαλύψεις

Άντρας και όχι γυναίκα αποδείχθηκε τελικά ο Πάπας Ιωάννης, παραδέχεται ο Εμμανουήλ Ροϊδης σε χειρόγραφο που φυλάσσεται στο ΕΛΙΑ [άρθρο-βόμβα του Σωκράτη Τιτούρη] /#/ 99 και όχι 100 ήταν τα χρόνια της μοναξιάς, ομολογεί σε άγνωστη μέχρι τώρα επιστολή του ο Γκαρσία Μάρκες [ρεπορτάζ της Κλαίτης Σωτηριάδου από την Μπογκοτά] /#/ Για «αμάρτημα του πατρός» και όχι «της μητρός του» επρόκειτο, σύμφωνα με (δισ)έγγονο νοσηλευτή του Βιζυηνού στο Δρομοκαϊτειο, ισχυρίζεται ο Μισέλ Φάις. Διετάχθη ΕΔΕ /#/ Τροφή και όχι Στροφή ήταν ο αρχικός τίτλος του πρώτου βιβλίου του Γιώργου Σεφέρη. Ο Δ. Δασκαλόπουλος αποδεικνύει ότι ο τίτλος προέκυψε από απλό τυπογραφικό λάθος που διατηρήθηκε για λόγους οικονομίας στο χαρτί, όπως παραδέχεται σε καρτποστάλ προς την αδελφή του Ιωάννα ο ποιητής /#/ «Ο Παπαδιαμάντης έγραφε κρυφά στη δημοτική», δήλωσε περίλυπος στον ανταποκριτή μας στη Χαλκίδα ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος /#/ «Απόφοιτος Σχολής Καλών Τεχνών της Βαυαρίας ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ», αποκαλύπτει ο Χάρης Καμπουρίδης (επισυνάπτοντας φωτοτυπία του πτυχίου του) /#/ Ο ίδιος Θεός έγραψε τις ιερές γραφές όλων των θρησκειών, διαπιστώνει Νορβηγός γραφολόγος. Σάλος στο Υπουργείο. Άνοιξε για λίγο και έκλεισε ξανά η «Τράπεζα του Αγίου Πνεύματος» /#/ Μήνυμα του Συλλόγου Εκδοτών: «Προσοχή! Οι τιμοκατάλογοι πολλών εστιατορίων διακινούν κρυπτογραφημένα μυθιστορήματα». [ Η συνέχεια επί της οθόνης ]

Μόνο στον Χάρτη (1.4.19)

Π Ρ Ο Σ Ε Χ Ω Σ

Για τα αμέσως επόμενα τεύχη του Χάρτη (μεταξύ άλλων) ετοιμάζονται τα αφιερώματα:
Μίμης Σουλιώτης, Τάσος Δενέγρης, Γιάννης Βαρβέρης, Γιώργος Πάτσας, Έλλη Σκοπετέα, Θανάσης Χαρμάνης κ.ά.
Με κάθε νέο τεύχος του ηλεκτρονικού Χάρτη, θα ανεβαίνει ψηφιοποιημένο κατά σειρά και ένα από τα τεύχη (1-26) του Χάρτη της έντυπης περιόδου (1982-1988).

*

Το τεύχος 5 θα αναρτηθεί την Πρωτομαγιά
μαζί με το ιστορικό διπλό τεύχος 5/6 (αφιέρωμα στον Κ.Π. Καβάφη) της έντυπης περιόδου

Προσποιούμαι τον φυσιολογικό άνθρωπο

«Σε όποια πόλη μένω, νοικιάζω πάντοτε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου για λίγους μήνες. Ξεκινάω από το σπίτι μου στις 6:00 το πρωί και προσπαθώ να είμαι εκεί κατά τις 6:30. Για να γράψω ξαπλώνω στο κρεβάτι, με αποτέλεσμα ο αγκώνας μου να πιάνεται εντελώς και στο τέλος να γίνεται τόσο σκληρός, λες και έχω εκεί κάλο. Ποτέ δεν επιτρέπω στο προσωπικό του ξενοδοχείου να μου αλλάζουν τα σεντόνια. Δεν κοιμάμαι ποτέ στο δωμάτιο. Μένω εκεί μέχρι τις 12:30 ή τις 13:30 το μεσημέρι και μετά επιστρέφω στο σπίτι και προσπαθώ να αναπνεύσω. Στη συνέχεια βγαίνω για ψώνια. Προσπαθώ να προσποιηθώ ότι είμαι ένας φυσιολογικός άνθρωπος, λέω πράγματα του τύπου «Καλημέρα. Πώς είστε; Καλά;», «Πόσο κάνουν τα φασολάκια;» και επιστρέφω στο σπίτι.
Καμιά φορά βρίσκω στο δωμάτιο του ξενοδοχείου σημειώματα του τύπου: «Αγαπητή κυρία Αγγέλου, αφήστε μας να σας αλλάξουμε τα σεντόνια». Το μόνο που επιτρέπω είναι να μου αδειάζουν τα καλάθια των αχρήστων. Επίσης επιμένω να μην υπάρχει τίποτε στους τοίχους. Δε θέλω περισπασμούς. Ούτε κάδρα, ούτε λουλούδια. Τίποτε».
Η Maya Angelou, νεοϋρκέζα συγγραφέας, ανοίγει τα χαρτιά της. Το εργαστήρι του συγγραφέα είναι συχνά αποκαλυπτικό: συγγραφικές συνήθειες και αφηγηματικές εμμονές, η τέχνη της αυθυποβολής, μαστορικά τεχνάσματα.
Όμως, όπως παρατηρεί η Margaret Atwood: «Ο συγγραφέας είναι το ωμό κρέας και, όπως και να το κάνουμε, προτιμούμε το φαγητό μας μαγειρεμένο».

Απάντηση του Γκαρσία Μάρκες έξω από τα δόντια


Στην ιστορική «Αποκάλυψη» του προηγούμενου τεύχους (1 Απριλίου 2019) ότι τελικά ήταν «99 και όχι 100 τα χρόνια της μοναξιάς, όπως ομολόγησε σε άγνωστη μέχρι τώρα επιστολή του ο Γκαρσία Μάρκες
[ρεπορτάζ της Κλαίτης Σωτηριάδου από την Μπογκοτά]», απάντησε ελληνιστί ο ίδιος ο διακεκριμένος συγγραφέας από το Μακόντο με την φωτογραφία που παραθέτουμε. Αυθόρμητα, αντέδρασε με το γαλλικό πνεύμα του ο Ελυάρ:

Τα λουράκια που πλένονταν

Ξαφνικά, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, θεωρήθηκε ο μέγιστος νεωτερισμός μεταξύ των ωρολογάδων και χρυσοχόων της διασταύρωσης Βενιζέλου και Εγνατίας της Θεσσαλονίκης. Πλαστικά λουράκια πλεκτά για αντρικά και γυναικεία ρολόγια, λεπτότερα για γυναίκες, διαφόρων χρωμάτων, κυριότατα όμως μπεζ και μαύρα. Καταργούνταν έτσι τα δερμάτινα που διαλύονταν με τον ιδρώτα το καλοκαίρι ενώ μπορούσαν να πλυθούν με σαπούνι. Ήταν και πολύ φθηνότερα. Έκαναν αμέσως θραύση.
Ταυτοχρόνως εκείνη την εποχή είχαν βγει πλαστικοί κρίκοι που δενόταν η γραβάτα μία φορά και τέρμα τα βάσανα, τσατσάρες που λύγιζαν, πουκάμισα νάυλον που δεν ήθελαν σιδέρωμα, κάλτσες γυναικείες νάυλον («…ό,τι φοράει η Σοράγια», φώναζαν).
Όλα αυτά για μας ήταν η υλική υπόσταση του μοντέρνου.

O Miguel de Unamuno διαβάζει το βιβλίο μου


Τις καλοκαιρινές μέρες, τις μέρες που ο ήλιος έψηνε την πέτρα, η μητέρα έβγαζε το καλοψημένο κοτόπουλο με πατάτες από τον φούρνο και φρόντιζε η ποσότητα του φαγητού που μοίραζε σε κάθε πιάτο να είναι ίδια για όλους: μετρούσε τις πατάτες, ζύγιζε το τεμαχισμένο κοτόπουλο με το μάτι της. Εξαίρεση έκανε για τον δον Μιγέλ δε Ουναμούνο, που προτιμούσε τις ψητές πατάτες, αν και το κοτόπουλο, όπως το έψηνε η μητέρα στον φούρνο μας, του άρεσε πολύ. Τρώγαμε το μεσημεριανό μας με τον ήλιο πάνω ακριβώς από το κεφάλι μας, με τη λινή πετσέτα φαγητού στα πόδια μας, πάει να πει πως η ώρα είχε φτάσει, είχε σημάνει στο κωδωνοστάσιο του ναού της Αμμώμου Συλήψεως (Inmaculada Concepción). Και αν η τραπεζαρία μας δεν ήταν ψηλοτάβανη, αν το ένα και το άλλο παράθυρο δεν έμεναν ανοιχτά για να γίνεται ρεύμα και να μην ψηνόμαστε από τη λάβρα, θα βιαζόμαστε μάλλον να ολοκληρώσουμε το φαγητό μας παραλείποντας εκείνη την ελάχιστη γουλιά τσίπουρου, που διευκόλυνε τη χώνεψη, ας ζέσταινε το στόμα μας (μέχρι δακρύων στην περίπτωσή μου).

Στην κεφαλή του τραπεζιού καθόταν ο πατέρας, εκ δεξιών η μητέρα και εξ ευωνύμων ο δον Μιγέλ. Οι τρεις τους ήταν ντυμένοι, όπως έπρεπε να είναι ντυμένοι τέτοια ώρα που ο ήλιος έψηνε την πέτρα. Κοστούμι μπλε βαθύ φορούσε ο πατέρας, λευκό υποκάμισο, μπλε λαιμοδέτη. Μια φορά, φτάνοντας καθυστερημένος, ανέβαλε να βγάλει το καπέλο του και κάθισε στη θέση του καπελωμένος. Ευτυχώς εκείνη τη μέρα δεν είχαμε την επίσκεψη του δον Μιγέλ, και η μητέρα δεν του υπέδειξε να φάει, ως όφειλε, ασκεπής. Μπλε το ολόσωμο φόρεμα της μητέρας με τα μακριά φουσκωτά μανίκια να σφίγγουν τους καρπούς των χεριών της. Λευκό υποκάμισο με μανικετόκουμπα φορούσε ο δον Μιγέλ και μεριμνούσε, ενώ έτρωγε με πιρούνι και μαχαίρι, να σκύβει πάνω από το πιάτο για να μη λερωθεί κατά λάθος το λευκό υπογένειό του, ούτε το λευκό υποκάμισο. Γι’ αυτό, εξάλλου, το σακάκι του ήταν ξεκούμπωτο και το γιλέκο του κουμπωμένο προς προστασία της γραβάτας από ασεβή λεκέ.

Ο πατέρας, μετά το φαγητό και μετά από παραπανίσια ποτηράκια τσίπουρου, άφηνε τη λινή πετσέτα δίπλα στο άδειο πιάτο του και κουνιόταν δεξιά και αριστερά στην καρέκλα του, δήλωση πως η ώρα της μεσημεριανής ανάπαυσης είχε φτάσει. Διέσχιζε τον διάδρομο στολισμένο με τις γλάστρες των καλλωπιστικών φυτών κλειστού χώρου ένθεν κακείθεν και άφηνε ανοιχτή την πόρτα του υπνοδωματίου του, που τέτοια ώρα το έψηνε ο ήλιος. Τον έβλεπα με τη σκελέα του, τις καλτσοδέτες του στο ύψος του γόνατος, τη ριγωτή φανέλα του, έτσι ξάπλωνε στο κρεβάτι του προς ωριαία ανάπαυση. Ο δον Μιγέλ ξάπλωνε στο ημίδιπλο κρεβάτι στο δωμάτιο για τους καλεσμένους. Η μητέρα είχε απλώσει το κάλυμμα πάνω στο κρεβάτι, ώστε να νιώθει άνετα ο δον Μιγέλ, που δεν έβγαζε τα παπούτσια του, δεν έβγαζε το σακάκι, ούτε το γιλέκο του, έβγαζε όμως βιβλία από την τσάντα του, έβγαζε και τα ματογυάλια του, τα δίπλωνε και τα άφηνε δίπλα του, προτιμούσε να διαβάζει μετά το φαγητό. Εκείνη τη μέρα όπου ο ήλιος έψηνε την πέτρα και ήταν η ώρα όπου η μητέρα έβγαζε από τον φούρνο μερικές πέτσες του ψημένου κοτόπουλου για να ταΐσει τις γάτες του δρόμου, που την περίμεναν στον ήλιο, εκείνη τη ώρα λοιπόν, ο δεν Μιγέλ δίπλωσε το βιβλίο μου Del sentimiento trágico de la vida και άρχισε να το διαβάζει επιμελώς: «Sobrevolan las noches y el silencio se queda angustiado con abrigo y sombrero junto a las esquinas de los campanarios. Suenan las campanas; ¡Ηay misa! ¡Hay piedad!». Θα πρέπει να είχε διαβάσει τις προηγούμενες σελίδες προ καιρού.

15 Μαΐου: Έμιλυ Ντίκινσον

Στις 15 Μαϊου 1886 πέθανε η Έμιλυ Ντίκινσον (Emily Dickinson). Είχε γεννηθεί 10 Δεκεμβρίου 1830. Μετά τον θάνατο της, η επίσης ανύπαντρη αδελφή της ανακάλυψε σχεδόν 1800 ποιήματα, οργανωμένα σε δεσμίδες τα περισσότερα. Δεν τήρησε την υπόσχεση να κάψει τα χειρόγραφα. Ενώ ζούσε η Έμιλυ, ελάχιστα ποιήματα από εκείνα που είχε συμπεριλάβει σε επιστολές δημοσιεύτηκαν ανώνυμα. Πολλούς από τους παραλήπτες των επιστολών δεν τους συνάντησε ποτέ. Η γυναίκα του αδελφού τους ήταν μεταξύ ατόμων στα οποία αρχικά απευθύνθηκε η αδελφή της για μια έκδοση, που καθυστερούσε. Τελικά μια πρώτη έκδοση έγινε το 1890 από σύζυγο καθηγητή και ερωμένη του αδελφού τους. Ξεκίνησε μια εκδοτική διαμάχη που συνέχισαν οι κόρες των δύο γυναικών. Συγκεντρωμένα τα ποιήματα βρέθηκαν για πρώτη φορά το 1955. Η έκδοση αυτή επανέφερε την ιδιότυπη στίξη της Ντίκινσον. Ανασύσταση των χειρόγραφων δεσμίδων επιχειρήθηκε το 1981. Ακολούθησε έκδοση απάντων το 1998. Πήρε καιρό πριν φανεί ότι η αμερικανική ποίηση είναι δικέφαλη: ο Ουίτμαν από τη μια, η Ντίκινσον από την άλλη. Οι τίτλοι στα αγγλικά των τριών ποιημάτων που ακολουθούν είναι: I’m nobody! Who are you?, Hope is the thing with feathers και I stepped from Plank to Plank.


Δεν είμαι κανείς! Ποιος είσαι εσύ;

Δεν είμαι κανείς! Ποιος είσαι εσύ;
Ούτε εσύ είσαι κανείς;
Τότε είμαστε δύο – μη μου πεις!
Θα το διαφήμιζαν – το ξέρεις!

Πόσο θλιβερό να μην είσαι κανείς!
Πόσο δημόσιο όπως ο βάτραχος
Να λες το όνομά σου όλη μέρα
Σε ένα γεμάτο θαυμασμό τέλμα!



Η ελπίδα είναι αυτό με τα φτερά

Η ελπίδα είναι αυτό με τα φτερά
Που κουρνιάζει στην ψυχή,
Και τραγουδά τη μελωδία χωρίς τις λέξεις,
Και ποτέ καθόλου δεν σταματά,

Και γλυκύτατη στη θύελλα ακούγεται∙
Και σκληρή πρέπει να είναι η καταιγίδα
Που μπορεί να αφανίσει το μικρό πουλί
Που τόσους κράτησε ζεστούς.

Το έχω ακούσει στην πιο παγωμένη γη,
Και στην πιο αλλόκοτη θάλασσα∙
Όμως, ποτέ, στην πιο ακραία στιγμή,
Δεν μου ζήτησε ένα ψίχουλο.



Προχώρησα από Σανίδι σε Σανίδι

Προχώρησα από Σανίδι σε Σανίδι
Με τρόπο αργό και επιφυλακτικό
Τα Αστέρια γύρω από το Κεφάλι μου ένιωσα
Γύρω από τα πόδια μου τη Θάλασσα –

Δεν το ήξερα αλλά το επόμενο
Θα ήταν το τελικό μου εκατοστό –
Αυτό μου έδωσε εκείνο το αβέβαιο Βήμα
Που κάποιοι αποκαλούν Εμπειρία

Π Ρ Ο Σ Ε Χ Ω Σ

Στις 15 Μαΐου στον Χάρτη:

Αναφορά στον Μάνο Ελευθερίου
[από το αρχείο του Γιώργου Ζεβελάκη και από το αρχείο του περιοδικού Το Τέταρτο]

*

Το τεύχος 6 θα αναρτηθεί την 1η Ιουνίου

και στις 15 Ιουνίου
Αφιέρωμα στον ποιητή και δάσκαλο της γραφής Μίμη Σουλιώτη

Γράφουν:
Δημήτρης Καλοκύρης, Β. Π. Καραγιάνης, Τριαντάφυλλος Κωτόπουλος, Σοφία Νικολαϊδου, Θεόδωρος Παπαγγελής, Αγγελική Πεχλιβάνη, Μανόλης Σαββίδης, Αλίκη Συμεωνάκη, Γιώργος Χουλιάρας, Τίνα Χρηστίδη

ενώ ετοιμάζονται αφιερώματα για τους:
Άδωνη, Τάσο Δενέγρη, Γιώργο Πάτσα, Ίταλο Καλβίνο, Γιάννη Βαρβέρη, Έλλη Σκοπετέα, Θανάση Χαρμάνη κ.ά.

Με κάθε νέο τεύχος του ηλεκτρονικού Χάρτη, ανεβαίνει σκαναρισμένο κατά σειρά και ένα από τα τεύχη (1-26) του Χάρτη της έντυπης περιόδου (1982-1988).

*

George Economou (1934-2019)


[Ο Θου]κυδίδης μετρά του αττικού πολέμου
τα πρώτα οκτώ και μισό χρόνια από τη θητεί
ως ιέρειας στον ναό στο Άργος της Ή[ρας
της Χ]ρυσηίδος, που κοιμήθηκε και τον άφησε
να καεί, μετά ξύπνησε και διέφυγε στη νύχτα.
Ήταν γριά, κι εσύ, με λιγότερα από τα μισά της χρόνια,
τι δικαιολογία έχεις, Πύρρα, για το χάος
που έφερες στη ζωή μου μόλις σε τρεις μήνες;

Στις 3 Μαΐου στέγνωσε το μελάνι στο στυπόχαρτο της ζωής ενός σπουδαίου ελληνικής καταγωγής Αμερικανού δημιουργού στο πεδίο του λόγου, του George Economou (Γιώργου Οικονόμου). Ποιητής, λογοτεχνικός κριτικός, καθηγητής μεσαιωνικών αγγλικών και συγκριτικής λογοτεχνίας, δάσκαλος δημιουργικής γραφής και μεταφραστής του Καβάφη και άλλων ποιητών, η αλεξανδρινή αυτή μορφή των αμερικανικών γραμμάτων πέθανε στην ελληνοπρεπή Φιλαδέλφεια.
Είχε γεννηθεί το 1934 – από γονείς που ήρθαν από την Ελλάδα στη Μοντάνα, την τρίτη πιο αραιοκατοικημένη πολιτεία των Ηνωμένων Πολιτειών, το Τελευταίο Καλύτερο Μέρος (The Last Best Place), στα βορειοδυτικά σύνορα με τον Καναδά – στην πόλη Great Falls (Μεγάλοι καταρράκτες), όπου ρέει για 61 μέτρα το μικρότερο ποτάμι του κόσμου. Πάνω από άδειο γήπεδο μπέιζμπολ το 1950 εκεί, ο Νικ Μαριάνα, παράγων μικρής ομάδας, απαθανάτισε δυο «λαμπρές, ασημένιες σφαίρες» στον ουρανό, που είχαν παρατηρήσει με τη γραμματέα του. Η δημοσιότητα που συνέχισε να προκαλεί η φωτογράφιση «ανεξακρίβωτου ιπτάμενου αντικειμένου» (UFO) ενέπνευσε τοπική ομάδα να υιοθετήσει το 2007 λογότυπο με πράσινο εξωγήινο σε ιπτάμενο δίσκο.
Έχοντας αποσπάσει πολλές διακρίσεις για την ποίησή του, ο Οικονόμου δίδασκε για 41 χρόνια, μεταξύ άλλων στα Πανεπιστήμια της Μακρονήσου (Long Island University) και της Οκλαχόμα (Oklahoma University). «Η θεά Φύση (Natura) στη μεσαιωνική λογοτεχνία» είναι από τις πιο γνωστές μελέτες του. Την εποχή που ήταν μεταπτυχιακός φοιτητής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, συμμετείχε ενεργά σε ποιητικά δρώμενα στο Βίλατζ της Νέας Υόρκης και υπήρξε συνιδρυτής λογοτεχνικών περιοδικών. Γνωστές επίσης είναι οι μεταφράσεις του στα αγγλικά από τον Ευριπίδη και αρχαίας ελληνικής ερωτικής ποίησης, ενώ έπειτα από δεκαετίες εμπλοκής με τον Καβάφη έφτασε μεταφραστικά στο σημείο να «ολοκληρώνει» ημιτελή ποιήματά του στο βιβλίο «Unfinished and Uncollected».
Παντρεμένος από το 1962 με την ποιήτρια και συγγραφέα του πειραματικού θεάτρου Rochelle Owens (Ροσέλ Όουενς), ο Οικονόμου συνόψισε στις 144 σελίδες του «Ananios of Kleitor» έναν αρχαίο ποιητή, τα ελάχιστα ποιήματα –όπως οι οκτώ στίχοι που μεταφράζονται στην αρχή του κειμένου– και σπαράγματα του οποίου έχουν διασωθεί προκαλούν το ορθολογικό πάθος όσων τον μελετούν και κλειτοριδικούς κλυδωνισμούς στους κόλπους της λογοτεχνίας. Ο εξ Αρκαδίας Ανάνιος συνιστά κορυφαία «κλασική» προσωπικότητα του εικοστού πρώτου αιώνα και λυπάμαι που δεν κατάφερα να μεταδώσω τη διαπίστωση αυτή σε ομοτέχνους του στη χώρα καταγωγής του.
Με τίτλο «3 x 3», το τεύχος του φθινοπώρου 2011 (41.2) του λογοτεχνικού περιοδικού The Iowa Review είχε δημοσιεύσει τρεις εκατέρωθεν «πρωτότυπες μεταφράσεις», δηλαδή μεταφράσεις του Οικονόμου στα αγγλικά τριών ποιημάτων μου και δικές μου μεταφράσεις στα ελληνικά (γλώσσα που πρώτη φορά εμφανιζόταν στο αμερικανικό περιοδικό) τριών δικών του. «Η ιστορία της Κασσάνδρας» ήταν ένα από τα ποιήματά του.

George Economou: «Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ»

Η ιστορία της Κασσάνδρας
αρχίζει εκεί που τελειώνει,
με τη γκρίζα λεπίδα
του χαλκού πάνω
στον λαιμό της.

[μια φορά]

Τα ερπετά του ναού
σύρθηκαν εκεί που κοιμόταν,
τίναξαν το δώρο τους
στα χείλη της, αγγίζοντας
τη γλώσσα της.

[ή αργότερα]

Ο θεός του ναού
έτριψε την γλώσσα της
με τη δική του,
μετά έφτυσε, προδομένος,
στο στόμα της.

[μια μέρα]

Όλοι θα έβλεπαν
πως ήταν φτιαγμένη όπως
κάποια από χρυσό
και η πρόβλεψή της απέτυχε
στα αφτιά τους.

[τότε]

Το μουνί της έγινε
λάφυρο των νικητών,
μελλοντικών θυμάτων

της φρίκης που έλυσαν

τα χείλη της.

*

Η λεπίδα βυθίστηκε,
η ζωή της χύθηκε στην παραλία
των λευκών περιθωρίων,

όπου ο καρπός του υπομνηματιστή κρέμεται
στον αέρα.

Π Ρ Ο Σ Ε Χ Ω Σ

Στις 15 Ιουνίου στον Χάρτη:

Αφιέρωμα στον ποιητή και δάσκαλο της γραφής Μίμη Σουλιώτη


Γράφουν:

Δημήτρης Καλοκύρης, Β. Π. Καραγιάνης, Τριαντάφυλλος Κωτόπουλος, Σοφία Νικολαϊδου, Θεόδωρος Παπαγγελής, Αγγελική Πεχλιβάνη, Μανόλης Σαββίδης, Αλίκη Συμεωνάκη, Γιώργος Χουλιάρας, Τίνα Χρηστίδη

ενώ ετοιμάζονται μικρά και μεγάλα αφιερώματα για τους:
Τάσο Δενέγρη, Γιώργο Πάτσα, Ίταλο Καλβίνο, Γιάννη Βαρβέρη, Έλλη Σκοπετέα, Θανάση Χαρμάνη κ.ά.

Με κάθε νέο τεύχος του ηλεκτρονικού Χάρτη, ανεβαίνει σκαναρισμένο κατά σειρά και ένα από τα τεύχη (1-26) του Χάρτη της έντυπης περιόδου (1982-1988). Για να συμπορεύεται η αρίθμηση, στο τεύχος 6 δεν αναρτάται έντυπο τεύχος αφού στο τεύχος 5 ανέβηκε το διπλό 5/6 (Αφιέρωμα στον Καβάφη). Από το επόμενο οι αναρτήσεις των σκαναρισμένων τευχών θα συνεχιστούν κανονικά.

Ποίηση & ζωγραφική



«Ένας ζωγράφος μπορεί να πει όλα όσα θέλει με φρούτα ή λουλούδια ή ακόμη και με σύννεφα», έλεγε ο Εντουάρ Μανέ, θεμελιωτής της σύγχρονης τέχνης και εξαιρετικά αμφιλεγόμενος στην εποχή του. Τα λόγια του παραπέμπουν στη γνωστή παρατήρηση για τη σχέση ποίησης και ζωγραφικής, που διέσωσε ο Πλούταρχος: «Την μεν ζωγραφίαν ποίησιν σιωπώσαν», αποκαλούσε ο Σιμωνίδης, «την δε ποίησιν ζωγραφίαν λαλούσαν».
Σοφά ίσως πράττοντας, οι ζωγράφοι σιωπούν. Ίσως όχι τόσο σοφοί, οι ποιητές δεν παύουν να προσπαθούν να ζωγραφίσουν με τα λόγια τους. Φυσικά στρέφουν τις εικασίες τους σε έργα εικαστικά, αν και, όπως υποστήριζε ο Πωλ Βαλερύ, «πρέπει πάντοτε να απολογούμεθα όταν μιλάμε για ζωγραφική».
Γνωστό είναι επίσης κείμενό του, στο οποίο παραπατώντας βγαίνει από το Λούβρο στο φως, όπου τον ακολουθεί «το ένδοξο χάος του μουσείου», ενώ διαμαρτύρεται για την πληθωρικότητα των έργων τέχνης που καλύπτουν τους τοίχους, λες και πρόκειται για ταπισερί, καταλήγοντας ότι «μόνον ένας παράλογος πολιτισμός θα μπορούσε να επινοήσει ένα τέτοιο πεδίο ασυναρτησίας». Η ζωγραφική και η γλυπτική είναι ορφανά, αφού έχει πεθάνει η μητέρα τους, που είναι η αρχιτεκτονική, η οποία έβαζε στη θέση τους τα παιδιά της. Μαυσωλείο είναι το μουσείο, θα έλεγε ο Αντόρνο, ή κοιμητήριο, όπως έλεγε ο Βαλερύ.
Έχοντας πεθάνει στο Παρίσι το 1945, ο Βαλερύ είναι θαμμένος στη γενέτειρά του, στο νεκροταφείο που εξυμνεί στο πιο διάσημο ίσως ποίημά του, «Το θαλασσινό κοιμητήριο» (Le cimetière marin). Γενέτειρά του, όπως επίσης του Ζωρζ Μπρασένς και του Ζαν Βιλάρ, είναι το μικρό μεσογειακό λιμάνι της Σετ, ούτε 30 χιλιόμετρα από το Μονπελιέ. Στη Σετ, γνωστή ως Βενετία του Λανγκντόκ, βρίσκεται το Μουσείο Πωλ Βαλερύ, σε μια πλαγιά του όρους Σαιν Κλαιρ, από όπου βλέπεις το «παραθαλάσσιο νεκροταφείο» και την, εν τω μέσω της γης, πηγή ζωής, αλλά και υγρό τάφο, που ονομάζεται Μεσόγειος.
Εδώ, στα βορειο-ανατολικά άκρα της Μεσογείου, στην Αθήνα, υπό το διπλά φιλόξενο βλέμμα του Ιανού, με την ειλικρινή διπροσωπία ποίησης και ζωγραφικής, χαιρετίζουμε το γεγονός ότι έξι ποιήτριες και ποιητές από την Ελλάδα προσκλήθηκαν να συνοδεύσουν με ποιήματά τους έργα στο Μουσείο Πωλ Βαλερύ και στον κατάλογο και λεύκωμα ζωγραφικής και ποίησης που εξέδωσε.
«Δύο κίνδυνοι συνεχώς απειλούν τον κόσμο: η τάξη και η αταξία», έλεγε ο Πωλ Βαλερύ. Έλεγε επίσης: «Ένας καλλιτέχνης ποτέ πραγματικά δεν τελειώνει το έργο του, απλώς το εγκαταλείπει».

[Χαιρετισμός σε εκδήλωση παρουσίασης λευκώματος Μουσείου Πωλ Βαλερύ, 7 Ιουνίου 2019]

ΠΡΟΣΕΧΩΣ

Το επόμενο τεύχος του Χάρτη θα βγει 1 Αυγούστου

ενώ ετοιμάζονται μικρά και μεγάλα αφιερώματα και αναφορές για τους:
Άδωνη, Γιάννη Βαρβέρη, Τάσο Δενέγρη, Ίταλο Καλβίνο, Χούλιο Κορτάσαρ, Γιάννη Πάνου, Γιώργο Πάτσα, Έλλη Σκοπετέα, Θανάση Χαρμάνη κ.ά.

Με κάθε νέο τεύχος του ηλεκτρονικού Χάρτη, ανεβαίνει σκαναρισμένο κατά σειρά και το αντίστοιχο τεύχος του Χάρτη (1-26) της έντυπης περιόδου (1982-1988).

Toν Αύγουστο, παράλληλα με την κυκλοφορία του αντίστοιχου αφιερώματος στον έντυπο Χάρτη, θα αναρτηθεί μια αναφορά στον Χόρχε Λουίς Μπόρχες
(120 χρόνια από τη γέννησή του)


Προτάσεις για θερινές αθλοπαιδιές

1781, «Zong»

To δουλεμπόριο εξελίχθηκε, από τα πρώτα χρόνια κιόλας της κατάκτησης του Νέου Κόσμου, σε εξαιρετικά προσοδοφόρα δραστηριότητα μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού και χρειάστηκε να περάσουν σχεδόν τέσσερις αιώνες για την κατάργησή του, που δεν σήμανε και το τέλος του. Η Μεσόγειος ανέπτυξε το δουλεμπόριο αιχμαλώτων πολέμων και πειρατείας, την προσφορά σκλάβων, που εντάσσονταν, μετά από πολύπλοκες διαδικασίες, δοκιμασίες και εκπαίδευσης, σε στρατεύματα Οθωμανών και Αράβων. Αφθονούν εξάλλου οι μαρτυρίες για τον εξισλαμισμό εκείνων των ανθρώπων και για την ένταξη γυναικών και παιδιών σε χαρέμια και στη διοίκηση, όπου η άνοδός τους στην ιεραρχία ήταν συχνή, αποτέλεσμα μηχανοραφιών, αλλά και επιλογής του σουλτανικού περιβάλλοντος. Η Ιστορία προσφέρει πολλά παραδείγματα σκλάβων που έφτασαν σε ύψιστα πολιτικά και στρατιωτικά αξιώματα.
Αρκετές περιοχές της σημερινής Ελλάδας είχαν μερίδιο στο δουλεμπόριο. Ο περιηγητής Giovani Zuallardo, που στάθμευσε το 1586 στη Ζάκυνθο καθ’ οδόν προς τους Αγίους Τόπους, βεβαιώνει: «Στη Ζάκυνθο μεταφέρουν από την Αφρική μεγάλον αριθμό σκλάβων και των δύο φύλων και τους πουλάνε στους Τούρκους και στους Λεβαντίνους, σαράντα, πενήντα ή εξήντα τσεκίνια τον καθένα, ανάλογα με την αντοχή τους για εργασία». Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, ο Γάλλος Henri Castella υπογραμμίζει: «Είχα την ευκαιρία να περιδιαβάσω στο νησί ενώ ο καπετάνιος φόρτωνε κρασιά στο καράβι. Είδα ανάμεσα σε άλλα, να πουλάνε στην αγορά μαύρους, άντρες και γυναίκες, είκοσι, τριάντα, σαράντα και εξήντα σκούδα τον καθένα». Τα καράβια του Ιονίου φόρτωναν σκλάβους μαζί με εμπορεύματα και προορισμό τις Δαλματικές ακτές και τη Βενετία. Μαζί με αυτούς, Ελληνίδες μάγισσες και πόρνες, που έβρισκαν επαγγελματική απασχόληση στο λιμάνι και στις πολυάριθμες κοινότητες Γραικών, Λεβαντίνων, Μαλτέζων, Εβραίων και Σλαβώνων, της Γαληνοτάτης.
Η κατάργηση της δουλείας, η οποία πλέον δεν ήταν προσοδοφόρα, στα τέλη του 18ου αιώνα, καθώς το γηγενές ευρωπαϊκό εργατικό δυναμικό αφθονούσε, συμβαδίζει με την ηθική της εκμετάλλευσης, αλλά δε σημαίνει την υποχώρηση του ρατσισμού. Αν η δουλεία εννοούσε πως ένας έγχρωμος ήταν πράγμα (res), ο ρατσισμός πίστευε πως ένας έγχρωμος ήταν ον δεύτερης κατηγορίας, καταδικασμένο να ζει με αυτό το εκ φύσεως και εκ γενετής μειονέκτημα και όφειλε να μη μολύνει τη λευκή φυλή. Η δουλεία αντιλαμβανόταν τον μη λευκό κόσμο ως συμφέρουσα πηγή υλικών και πραγμάτων, ενώ ο ρατσισμός αντιλαμβανόταν τον ίδιο εκείνο κόσμο ως φιλοσοφική υστέρηση.
Λίγα έχουν γραφεί για τη δουλεία στον καιρό της, πάμπολλα για τον ρατσισμό στη δική του ώρα. Δικαιολογείται λοιπόν ο Άγγλος πλοίαρχος του εμπορικού σκάφους «Zong», νηολογημένου στο Λίβερπουλ, που το έτος 1781 ταξίδευε με δεκαπενταμελές πλήρωμα από την Αφρική προς τη Τζαμάικα, μεταφέροντας στα αμπάρια του με κατάλληλη στοιβασία τετρακόσιους σαράντα δούλους προς πώληση. Διαπιστώνοντας ότι εκατόν τριάντα δύο από αυτούς είχαν προσβληθεί από δυσεντερία και φοβούμενος ότι το κακό θα μεταδιδόταν στο υπόλοιπο φορτίο, πέταξε τους ασθενείς στη θάλασσα και συμπλήρωσε τα έντυπα που χρειάζονταν προς απαίτηση από την ασφαλιστική εταιρεία του πλοίου της δέουσας αποζημίωσης λόγω της απώλειας μέρους του φορτίου του (partial claim). Η επιχειρηματολογία του είχε ως εξής: λόγω της έλλειψης νερού στο σκάφος, είχε υποχρεωθεί να προβεί «εις θεμιτήν εξ ανάγκης εγκατάλειψιν μέρους του φορτίου δούλων και κατώτερων ανθρώπινων όντων, ίση προς το 30% της προβλεπόμενης εκ του ασφαλιστηρίου συμβολαίου αποζημιώσεως».


1785, Το ξυλοκάνατο

Κανάτι ξυλοκάνατο με ντούγες και ξυλόπροκες βγάζει δικούς του στίχους. Ο ποιητής ανώνυμος, ανώνυμος κι ο τόπος του.

Στη βρύση στέκω και διψώ, ζεστό νερό δεν πίνω,
κοιτάζοντα τες όμορφες, κοιτάζοντα τες ρούσες,
μου κλέψαν το κανάτι μου, μού πίνουν το νερό του.
– Κανάτι, ξυλοκάνατο, να είχα το ριζικό σου.

Γιώργος Ιωάννου, Τα δημοτικά μας τραγούδια, εκδ. Ερμής χ.χ., σελ. 141


Λαογραφικό Μουσείο Μετσόβου


Οι ξύλινες κασέλες

Χίλια μύρια τα κανάτια, δεν χωρούν όμως τα ρούχα, τα ασπρόρουχα, τα «σχολιάτικα» για τις γιορτές και σχόλες, τα κεντήματα και τα τζοβαϊρια, τα δαχτυλίδια και τα στέφανα, τα προικιά, «βγάλε, γυναίκα μου, τον γκρα απ’ την παλιοκασέλα». Καλά τα κανάτια, αλλά καλύτερη η κασέλα για να γράφεις στις εσωτερικές επιφάνειες του ξύλου της ημερομηνίες γέννησης παιδιών και εγγονών, ονόματα νεκρών και ξενητεμένων. Καλά τα κανάτια, δεν μπορείς όμως να τα ανοίξεις όπως ανοίγονται οι κασέλες –με τις περίτεχνες κλειδαριές και τα ξυλόγλυπτα μοτίβα και τις ζωγραφιές– στις αρχές του καλοκαιριού ή την Πεντηκοστή ή του Άι-Γιαννιού του Κλύδωνα, για να βγουν τα ρούχα να τα δει ο ήλιος και να τα κουνήσει ο αέρας, να πάρουν ανάσα. Να αλλάξουν τα περυσινά φύλλα αψιθέας, καπνού, λεβάντας, βάγια, δαδί από κυπαρίσσι, που διώχνουν το σκόρο και ό,τι άλλο πάει να βάλει ο Εξαποδώ για να μαγαρίσει αυτόν τον πλούτο του ευλογημένου από τον Θεό νοικοκυριού. Ανοίγονται με το μεγάλο κλειδί που φέρνει από τα εικονίσματα η νοικοκυρά. Και βρήκαμε το σημείωμα: «Μάτια μου, κανελόριζα, σε φιλώ γλυκά, έλαβα τους θερμούς χαιρετισμούς σου, υγείαν έχω και υγείαν ποθώ δια εσέ, μάτια μου, να έχομεν υγείαν, αγαπημένη μου, σαλπάρουμε αύριο Μόντε-βιδέο, παίρνω το δρόμο κι έρχομαι». Από τόσο μακριά ακουγόταν το τραγούδι.

Μωρ’ το δεντρί που βγάζει την κανέλα.
Αμάν, αν αρρωστήσω μάτια μου, πάρε το δρόμο κι έλα
κι αν δεν ερθείς, με τον καιρό έλα στο θάνατό μου.
Στην πόρτα που θα πρωτομπείς δεξιά μεριά ’ν’ το στρώμα.
Αμάν, σκύψε, αγαπημένη μου, και φίλει με στο στόμα
κι άπλωσε στην τσεπούλα μου και πάρε τα κλειδιά μου.
Αμάν, κι άνοιξε την κασέλα μου, βγάλε τα σάβανά μου,
και στο δεξί παράκλι της είναι μήλα και ρόδα.
Αμάν, και μοίρασ’ τα στις έμορφες να λεν τα μοιρολόγια.

Ένα αξέχαστο καλοκαίρι



Το καλοκαίρι ξεκίνησε παράξενα και συνέχισε παράξενα. Οι άνθρωποι γύρισαν ανάποδα. Περπατούσαν με τις παλάμες των χεριών τους και στις πατούσες φορούσαν μάλλινες πολύχρωμες κάλτσες από ντροπή προς τον ουρανό. Τα δένδρα παρέμειναν στη θέση τους για χάρη των τζιτζικιών. Παρόμοια συμπεριφορά είχε και η θάλασσα, σταθερή και γαλάζια για χάρη των ναυαγισμένων, των ηλίθιων πετρόψαρων και των φοβισμένων χταποδιών.
Επανέρχομαι στους ανθρώπους. Οι άνθρωποι κινιόνταν σε slow motion κι έβγαζαν βόλτα χελώνες αντί για σκύλους και λοιπά οικόσιτα. Μια δαιμόνια γυναίκα έλεγε ότι τις χελώνες τις έφεραν οι οικολόγοι και οι κρυφοκομμουνιστές, μαζί με τα φίδια και τους λύκους. Τους ανθρώπους τους έφερε η θάλασσα. Οι παραλίες όμως είχαν γεμίσει από τα αντίγραφα ενός και μοναδικού ανθρώπου, του θλιμμένου Ιούδα, αυτού που αναστήθηκε κατ’ αποκοπή, τρεις μέρες αφότου κρεμάστηκε από την κουτσουπιά. Φορούσε βατραχοπέδιλα και στο στήθος του διακρίνονταν ακόμη μερικά διάσπαρτα λέπια. Στην κοιλιά του ήταν καλά στερεωμένη μια σημαία. «Μου τη δώρησε μια γαλοπούλα», υποστήριζε, «μια λευκή γαλοπούλα με μπλε αποχρώσεις στα φτερά». Ήταν βλαμμένος αυτός ο τύπος και προκλητικός. Μόνο οι χελώνες τον θαύμαζαν. Αργότερα τον μίσησαν και τον έσφαξαν, αρχές Ιούλη, σαν κοτόπουλο. Έγιναν κι άλλα τραγικά πράγματα. Ευτυχώς ή δυστυχώς, σ’ ένα διάλειμα της ζωής, από το βάθος του χρόνου φάνηκε ο στρατηγός Γκεόργκι Ζούκοφ. Ήταν βαθιά λυπημένος και ταλαιπωρημένος. Με τα δυο του χέρια κρατούσε από τις μασχάλες, σαν να ήταν μαριονέτα, έναν μικρό Δάκη που τραγουδούσε «Τόσα καλοκαίρια / μου `χαν φύγει από τα χέρια / τόσα καλοκαίρια που δε σ’ αγαπούσα….».
«Ποιος τον έστειλε αυτόν;», ψιθύρισε η φίλη μου και συμπλήρωσε: «γλυκοτράγουδα του κώλου…». Την είχα νοσταλγήσει την αγκαλιά της. Και τους ανθρώπους είχα νοσταλγήσει και τον εαυτό μου είχα νοσταλγήσει.

Η βιβλιοθήκη ζει


Αθηναϊκό σχολείο στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, 2019. Φωτ. Σωτήρης Κακίσης

Αναφορές


Μικρός πολύ και ντροπαλός

Διάφανο χνούδι στο πηγούνι
με μια φάλτσα ξυραφιά στην άκρη.
Βολεύει τα χέρια του όπως όπως
και το τρυπημένο δέρμα
λάμπει μέσα απ' τα μανίκια.
Ένα κατοστάρικο ζητά
και το βλέμμα των περαστικών παγώνει
στα λευκά του δόντια.
Το ακουμπώ δειλά στην παλάμη
κι αποτολμώ: Τι θα το κάνεις;
Να πάρω ένα κουλούρι, πεινάω.
Και κοινοτοπίες και μονοσύλλαβα.

Μικρός πολύ και ντρέπεται
την πείνα του θανάτου να ονομάσει.

Χριστόφορος Λιοντάκης, ποιητής (1945-2019)

ΠΡΟΣΕΧΩΣ

Λόγω αυτονόητων διαδικασιών, το επόμενο τεύχος του Χάρτη θα βγει, κατ’ εξαίρεσιν, στις 10 Σεπτεμβρίου, ενώ εξακολουθούν να ετοιμάζονται μικρά και μεγάλα αφιερώματα και αναφορές για τους:
Άδωνη, Γιάννη Βαρβέρη, Τάσο Δενέγρη, Ίταλο Καλβίνο, Χούλιο Κορτάσαρ, Γιάννη Πάνου, Γιώργο Πάτσα, Έλλη Σκοπετέα, κ.ά.

Με κάθε νέο τεύχος του διαδικτυακού Χάρτη, ανεβαίνει σκαναρισμένο κατά σειρά και το αντίστοιχο τεύχος του Χάρτη (1-26) της έντυπης περιόδου (1982-1988).

Καλωσόρισμα του Νάνου Βαλαωρίτη στον «Εγγυημένο Μετα-Βίο» του

Θεωρείται αυταπόδεικτο ότι ο θάνατος δεν σημαίνει μόνον την φυσική απόληξη, αλλά και αναπόσπαστο μέρος της ζωής· La vie cest la mort / «βίος ἐστί θάνατος», έγραφε ένας σοφός ιατρός και στοχαστής στο γύρισμα του 19ου αιώνα.
Από την συνεχή ανανέωση (που θα πει αδιάκοπη νέκρωση) των κυττάρων του σώματος μέχρι την ερωτική έκσταση (που οι Ιταλοί την λένε piccola morte)· από την ανεπαίσθητη πάροδο των ωρών (που όπως Vulnerant omnes ultima necat / «όλες πληγώνουν, η τελευταία σκοτώνει», όπως μας το υπενθυμίζουν τα ωρολόγια των καθεδρικών και μαζί τους ο Καβάφης) έως την βάναυση απόδραση ή απαγωγή από κοντά μας, προσφιλών προσώπων – σωρεία γεγονότων, μικρών και μεγάλων, θλιβερών και χαρμόσυνων, υποτίθεται ότι μας προδιαθέτει να το δεχτούμε. Τότε γιατί ο θάνατος μας συλλαμβάνει πάντα ανέτοιμους; Γιατί δεν παύουμε να απορούμε –όπως ο αφελής (μα όχι τόσο) Λα Παλίς– πώς είναι δυνατόν ο πλησίον μας «πέντε λεπτά προτού πεθάνει, [να] ήταν ακόμα ζωντανός»;
Η απάντηση δεν είναι παρά μία: ο αποχωρισμός ταυτίζεται με την απώλεια. Μαζί με τον αποδημήσαντα, ένα κομμάτι του Eίναι μας – συναίσθημα, βιώματα, μνήμες – αποδημεί στην αντίπερα όχθη. Γι’ αυτό λοιπόν, με την κάθε απώλεια, οι προσώρας εναπομείναντες εδώ νιώθουμε όλο και πιο λειψοί, πιο μόνοι. Ο φόβος του να ζούμε εφεξής μέσα σε παρόμοια μοναξιά είναι αυτό που, ορθώς ή λάθος, ονομάζουμε φόβο του θανάτου.

*

Υπάρχουν όμως κάποιες σπάνιες αποδημίες που εναντιώνονται σε τούτη την διάθεση, αφού αναπληρούν τις απώλειες και καταργούν την μοναξιά στην δώθε ή στην πέρα όχθη.
Τέτοιος ο πρόσφατος θάνατος του Νάνου Βαλαωρίτη, ο οποίος σαφώς μας συνεκλόνισε, μας πόνεσε, αλλά επ’ ουδενί λόγω μας φόβισε. Εδώ και χρόνια, ο ποιητής τον κατονόμασε, στον τίτλο ενός αγγλόφωνου βιβλίου του, My alter life guaranteed· όχι «η μετά θάνατον ζωή μου» (όπως αποδόθηκε στα ελληνικά), αλλά μάλλον ο μετα-βίος μου, ο εσαεί γεμάτος έμπνευση και ελευθερία, δηλαδή η άλλη όψη της ζωής και η διαιώνισή της.
Ο ίδιος ο Νάνος το προαισθάνθηκε και το εξέφρασε γλαφυρότατα μας στο ίδιο βιβλίο:

Θα συνεχίσω άραγες να γράφω και μετά θάνατον; Έχω γράψει σε ώρα τροπικής θύελλας τις παραμονές του τέλους κι όταν το πλοίο βυθιζόταν τραγούδησα στο κατάστρωμα κι όταν γκρεμίζονταν οι πυλώνες του ναού, έκρουσα τις φωνητικές μου χορδές με την τελευταία μου πνοή…
Έγραψα σε ώρες συσκότισης λόγω διακοπής ρεύματος, σε ώρα ψυχικού κλονισμού, παγιδευμένος κάτω από χαλάσματα χωρίς αέρα κι αντικρίζοντας εκτελεστικά αποσπάσματα δικτατοριών. Έγραψα ακούγοντας εκκωφαντικές συναυλίες σκληρού ροκ και στο κρεβάτι μου όταν κοιμόμουνα: τώρα χρειάζομαι μόνο χαρτί και καλαμάρι και θα συνεχίσω να γράφω στον αιώνα τον άπαντα.

*

Ναι, Νάνο, θα τα έχεις, και το χαρτί σου και το καλαμάρι σου. Ναι, Νάνο, θα συνεχίσεις να γράφεις, διδάσκοντάς μας έμπνευση και ελευθερία. Ναι, Νάνο, «στον αιώνα τον άπαντα», δηλαδή ενόσω και οσάκις σ’ αυτόν εδώ τον τόπο θα γράφεται έστω και μιαν ελεύθερη και εμνευσμένη σελίδα που, όποιος και να την υπογράφει, το όνομά του θα είναι ψευδώνυμο του Νάνου Βαλαωρίτη.
Στον «εγγυημένον» αυτό «μετα-βίο» σου, οχι ο αποχαιρετισμός σου ταιριάζει, αλλά ένα καλωσόρισμα.


————
Για τον Νάνο Βαλαωρίτη βλ. και Χάρτης #1

«Να 'χαν οι καρδιές (και τα βιβλιοπωλεία) αμπάρες», κ.λπ.

Διάβαζα, του θέρους (ούτε έρως ουδέ έρος) ακριβώς μεσούντος, το «Ναυαγίων ναυάγια» και τους «Ναυαγοσώστες» του Παπαδιαμάντη. Στάθηκα στη φράση από το δεύτερο «...ηκούσθησαν ευκρινώς απ' το στόμα του ολίγαι λέξεις: καλύβα, κεριά, εκεί σπηλιά, κλειδαριά, σιδερόπορτα»...
Ανεξηγήτως; Τίποτε τυχαίως δεν μας τυχαίνει. Το «κλειδί» μου θύμισε τις περιπέτειές μου στη Δημοτική Βιβλιοθήκη όταν διάφορα μικρόνοα όντα εκλείδωναν αίθουσες και ντουλάπες τις οποίες εξεκλείδωνα την επαύριον μέχρι που εβαρύνθην, νικηθείς ολοσχερώς, ότι η βλακεία ανίκητος εστί.
Η «σιδερόπορτα» μου θύμισε τον κ. Μάκη Χριστοδουλόπουλου με το:

Να 'χαν οι καρδιές αμπάρες να κλειδαμπαρώνουν
να μην ξανακάνουν χάρες όταν τις πληγώνουν...

Έτερος συνδυασμός με τα συμπαρομαρτούντα του, ήγουν και δηλονότι, το νεοφανές αμάρτημα στην ορθόδοξη αμαρτωλογία, του «Κλειδωνοβιασμού» κι ο αμαρτωλός παράγωγόν του, ο «Κλειδωνοαλλαχτής»: αυτός που αλλάζει κρυφά ημιδημόσιες κλειδαρές δι’ ίδιον όφελος. Αυτός δεν συναριθμείται κι ούτε εικονίζεται με τους αμαρτωλούς στο ναό του αγίου Αχιλλέα Πενταλόφου: τον παραυλακιστή, τις πόρνισσες γυναίκες, τον μυλωνά που κλέβει, τις μαϊστρες γυναίκες, τον κρασοπούλο που πουλά ξύδι, τον γιδοκλέπτη, αυτούς που κοιμούνται ταις εορταίς και δεν πηγαίνουν εις την εκκλησίαν κ.ά.

Εξηγούμαι:

Αν κάποιος πολίτης της πόλεώς μας έβγαινε ημέρα μεσημέρι στην κεντρική πλατέα και φώναζε δίκην παλιού τελάλη: «Ακούσατε ακούσατε, ποιός έχει κλειδί από το μόνον βιβλιοπωλείον βιβλίων στην πόλη», τουλάχιστον δέκα νοματαίοι θα πετιόνταν: «Εγώ κύριε, εγώ κι εγώ...»
Διαβάζω δανεικό (κι αγύριστο εισέτι) το βιβλίο Βιβλιοπωλεία ο χάρτης του κόσμου από έναν αναγνώστη του Jorge Carrion, εκδ. Ποταμός, και διαπιστώνω πως κανένα βιβλιοπωλείο του κόσμου δεν μοίραζε κι ούτε μοιράζει τα κλειδιά του στους πελάτας. Αυτό γίνεται μόνον στο ενταύθα Συνβιβλιοπωλείο.

Αλλά γιατί; Διότι το τοπικόν βιβλιοπωλείον των βιβλίων και μόνο, λειτουργεί βέβαια και με φυσιολογικούς πελάτας, αλλά υπάρχει επικουρικώς και ως λιμήν ανθρωπίνων ναυαγίων, ου μην αλλά και ως θεραπευτήριον βαρεμένων ψυχών. Αλλά και στο πολιτικό, κομματικό κι επιστημονικό περιθώριον παρέχει ελευθέρως στέγη άνευ τροφής.
Η καλοπροαίρετος διευθύντρια κυρία Κτρν, καλόβολη αριστερο-χριστιανική ψυχή, παρέχει καρέγλας, τραπέζι στρογγύλον, σιγαροθήκες και πρωτίστως αυτιά ευήκοα, και παρηγορίαν αφείδωλη δια πάσαν νόσον και συνακόλουθον μαλακίαν (κατά τον ψαλμωδόν κι όχι στην τρέχουσα έννοιά της). Εχει και πατάρι δια την περισυλλογήν ειδών δια πρόσφυγας, ζητιάνους και χτυπημένους από τη ζωή και τα μνημόνια.
Επίσης δίδει το κλειδί αυτού του ευκτήριου οίκου, εις διαφόρους ίνα μπαινοβγαίνουν όποτε τους αρέσει και για ό,τι τους αρέσει, εκεί. Ο χώρος από μόνος του και εκ της αύρας του λειτουργεί ως τα αρχαία Ασκληπιεία, θεραπευτικά. Από λίαν πρωίας οι βαρεμένοι (βουλευτές και μη) από τη ρουτίνα του είναι και του οίκου τους ή την ερημία του επαγγέλματος, απλώνουν την αρίδα τους εκεί για ώρες. Ασκούν κι απολαμβάνουν διανοία κυρίου τις γλυκείες παροχές κι υπηρεσίες του χώρου, ήγουν: καφέ, τσάι, νερό, τηλέφωνο σταθερόν ατελώς, τουαλέτα δια τα συνήθη έργα της διουρήσεως.
Η κατάσταση όμως έφτασε στο απροχώρητον και η άδολος ελευθερία έγινε ένδολος ελευθεριότης η οποία ως γυμνοσιάλιαγκας στο δάπεδο σαλιάριζε.
Ως εκ τούτου τι θα έκαμνε σ’ αυτήν την περίστασιν ένας αυτόκλητος Ρομπέν των Κλειδιών. Θα πήγαινε στο γειτονικόν κλειθροπωλείον, θα αγόραζε αντί 5 ευρώ έναν νέον μύλον κλειδαριάς και βοηθούμενος από εμπειρίστατον θαμώνα του βιβλιοπωλείου, θα άλλαζε ευκόλως τον παλαιόν. Αυτομάτως θα αποκαθιστούσε τη χαμένη τιμή της Καταρίνας, που τον καιρό της επιχείρησης έκαμνε Μπλουμ, και θα επήρχετο έτσι η κανονικότητα στο ωραίον βιβλιοπωλείον μετ’ ανθέων, που είχε καταντήσει από το «μπάτε σκύλοι κι αλέστε ....» κάτι παρόμοιον με την Βουλήν και όπως την αποκαλούσαν η άνω και κάτω πλατεία Συντάγματος τον καιρό της μεγάλης Αγανακτήσεως.
Ετσι και έγινε, διότι ήταν δίκιο να γίνει.
Φυσικά με την επιστροφήν της διευθύντριας από την διακολύμβησιν τα πράγματα επανήλθον στην προτέραν κανονικότητα.

Η υπόθεση του Ελευθερωτή Φρανσίσκο Μορασάν και τα επακόλουθά της

1

1842. Σαν Χοσέ της Κοσταρίκα. Η εκτέλεση του Μορασάν

Eκείνοι που τον συνέλαβαν, συμφώνησαν πως το καλύτερο ήταν να τον εκτελέσουν εκεί στην πλαγιά και να του κόψουν το κεφάλι, απόδειξη αδιαμφισβήτητη του τέλους αυτής της Ύδρας.
Tο μόνο άσχημο ήταν για εκείνους τους άτακτους ότι δεν ήξεραν πώς φτιάχνεται ένα εκτελεστικό απόσπασμα. Eίχαν αποφασίσει να σεβαστούν κάποιους τύπους, από φόβο μήπως χτυπώντας ο καθένας όπως τύχαινε το Μορασάν, του παραμόρφωναν ή του έλιωναν το κεφάλι, οπότε ούτε θα μπορούσαν να το διατηρήσουν, ούτε να το διαπομπεύσουν παστρικά.
O Μορασάν προθυμοποιήθηκε να τους διδάξει τη διαδικασία. Πρώτα-πρώτα διάλεξε ένα δέντρο με ίσιο κορμό να ακουμπήσει. Ύστερα μέτρησε δώδεκα βήματα από τον κορμό και με τη μύτη της αρβύλας του έκαμε μια χαρακιά στο χώμα. «Eδώ θα σταθείτε», είπε, «αυτή είναι η απόσταση». Διάλεξε μια δωδεκάδα άντρες («αν και λιγότεροι φτάνουν», σχολίασε), με προτίμηση προς εκείνους που έδειχναν άγριοι και αιμοδιψείς. Eίπε στους υπόλοιπους να απομακρυνθούν. «Θα μπείτε στη σειρά, ο ένας δίπλα στον άλλον, στραμμένοι προς το δέντρο», εξήγησε. Oι επίλεκτοι μπήκαν στη σειρά, στραμμένοι προς το δέντρο, με τις μύτες των σαραβαλιασμένων υποδημάτων τους στη χαρακιά στο χώμα, ο καθένας με την κοψιά του, άλλος λίγο πιο γυρτός, άλλος πιο κορδωμένος. «Tο βλέμμα σας στο δέντρο», φώναξε ο Μορασάν. Έβλεπαν οι επίλεκτοι τις σκιές τους να απλώνονται ως το δέντρο, είχαν τον ήλιο πίσω τους, «έτσι πρέπει», εξήγησε ο Μορασάν, «για να μη σας τυφλώνει το φως, αλλά να το βλέπω εγώ». 'Υστερα τους μοίρασε τα καλύτερα όπλα που είχε η ομάδα τους και παρακάλεσε τους υπόλοιπους να μετακινηθούν πιο πίσω ακόμα, μπορούσαν με την άνεσή τους να κοιτάζουν και να σχολιάζουν. «Kαι παρακαλώ μιλάτε χαμηλόφωνα», τους σύστησε, «γιατί εμποδίζετε με τις φωνές σας τη δουλειά των συντρόφων σας». Γύρισε μετά στη δωδεκάδα και είπε περίπου τα εξής: «Eσείς αποτελείτε το εκτελεστικό απόσπασμα. Όποιος δεν θέλει να λάβει μέρος σε αυτό, μπορεί να φύγει, αρκεί κάποιος άλλος να τον αντικαταστήσει». Kανείς δεν κουνήθηκε κι ο Μορασάν συνέχισε: «Θα σταθώ με την πλάτη στο δέντρο και θα φωνάξω επί σκοπόν». Mε αυτό το παράγγελμα, θα σηκώσετε τα όπλα σας και θα με σημαδέψετε. Mε το βλέμμα σας καρφωμένο πάνω μου, θα με σημαδέψετε στο ύψος της καρδιάς. H καρδιά μου βρίσκεται αριστερά, εδώ ακριβώς όπου είναι το τσεπάκι του πουκάμισου με το κόκκινο μολύβι. Όλων η καρδιά βρίσκεται αριστερά, μπορείτε να το διαπιστώσετε. Θα το καταλάβετε καλύτερα αν βγάλετε το πορτοφόλι σας από τη δεξιά τσέπη του πανταλονιού σας και το βάλετε στην αριστερή. Για να απλοποιήσουμε τα πράγματα, θα σημαδέψετε το τσεπάκι με το κόκκινο μολύβι. Nα έχετε το χέρι σταθερό και να περιμένετε. Mόλις φωνάξω πυρ! θα πιέσετε την σκανδάλη. Mια σφαίρα θα φύγει από κάθε όπλο. Aν κάνετε τη δουλειά σας καλά, θα έχω πεθάνει ακαριαία. Tο πράγμα είναι εύκολο, αρκεί να είσαστε προσεκτικοί».

Έγινε η εκτέλεση, ενώ ο ήλιος είχε δύσει σχεδόν και πάνω από τα χωράφια κοκκίνιζαν τα σύννεφα. Aυτά τα σύννεφα κοκκίνισαν περισσότερο, όταν ο Μορασάν έπεσε χτυπημένος στα χέρια, στα πόδια, στο θώρακα, και είδε από πάνω του τον ουρανό. Kαι γύρω ησυχία. Kαι το σώμα του είχε γλιστρήσει πάνω στον κορμό του δέντρου, όπου είχε ακουμπήσει, είχε κάμει δύο-τρία βήματα σαν μεθυσμένος πριν πέσει. Kαι άκουγε ήχους από τριζόνια και μυγάκια και πουλιά και θρόισμα φύλλων. Kαι άκουγε τη ζωή του να φεύγει αργά, σαν άνθρωπος που ακροπατάει πάνω σε σανιδένιο πάτωμα που τρίζει. Kαι άκουγε τους άτακτους να μιλούν, να βηματίζουν, να τον πλησιάζουν οι σκιές τους, τα πρόσωπά τους. Kαι άκουγε πως μέσα στο κεφάλι του δεν είχε ούτε μίσος, ούτε φόβο, ούτε πίκρα, ούτε αγάπη, είχε αδειάσει από συναισθήματα. Kαι άκουγε το κεφάλι του που ήθελε να μιλήσει. Kαι είναι βεβαιωμένο πως είπε: «Eίμαι ακόμα ζωντανός». Kαι από πάνω του σκυμμένοι όλοι οι άτακτοι κοίταζαν περίεργοι και κοιτάζονταν μεταξύ τους, και κάποιος είπε: «Eνα παγούρι, βρε παιδιά, να συνέλθει ο άνθρωπος!» λες κι όλα ήταν ψέματα κι αστεία παιχνιδίσματα.

Kαι κάποιος άλλος, που τον ψαχούλευε και διαπίστωνε πως μερικά τραύματά του ήταν επιπόλαια, μουρμούριζε πως έπρεπε να φωνάξουν γιατρό, κάπου θα υπήρχε γιατρός. Kαι ο Μορασάν αναγκάστηκε να μιλήσει και να πει: «Σας είχα συστήσει να έχετε την προσοχή σας τεταμένη και να πυροβολήσετε στο τσεπάκι του πουκάμισου. Eσείς ρίξατε όπου σας ήρθε. Mε ταλαιπωρείτε δίχως λόγο. Eίσαστε απάνθρωποι και δίκαια σας ταιριάζει να ζήσετε σε έναν κόσμο τιποτένιο. Eγώ δεν σας κληρονόμησα αυτόν τον κόσμο. Πάντα θέλησα να σας πω ότι ο κόσμος είναι καινούριος κάθε στιγμή και αξίζει κάθε στιγμή να τον ανακαλύπτουμε. Tώρα, έτσι όπως τα καταφέρατε, πρέπει να εκλέξετε κάποιον ανάμεσα σας να μου δώσει τη χαριστική βολή. Nα ακουμπήσει το όπλο του στη καρδιά μου και να πυροβολήσει».

2

1815. Κήπος του Λουξεμβούργου. Η εκτέλεση του Στρατάρχη Νε

Χρόνια αργότερα, η Δημοκρατία της Ονδούρα με πρωτεύουσα την Τεγκουσιγάλπα αποφάσισε να αναγείρει ανδριάντα του Μορασάν. Χρήματα συγκεντρώθηκαν και τριμελής αποστολή προσωπικοτήτων της χώρας έλαβε την εντολή να μεταβεί στο Παρίσι, να παραγγείλει το άγαλμα στον καλύτερο γλύπτη της Γαλλίας και να επιστρέψει με τέτοιο αριστούργημα της τέχνης, στο μεταξύ το βάθρο του αγάλματος του Ελευθερωτή θα σμιλευόταν στην κεντρική πλατεία της πρωτεύουσας. Η επιτροπή αναχώρησε υπό τους ήχους του εθνικού ύμνου, διέπλευσε τον Ατλαντικό χειροκροτούμενη από παραπλέοντα πλοία, έφτασε στο Παρίσι υποδεχόμενη από τις Δημοτικές Αρχές της πόλης υπό τους ήχους της Μασσαλιώτιδας και δαπάνησε ευκόλως τα χρήματα σε εκείνη την Βαβυλώνα, όπου οι γυναικείοι πειρασμοί περίσσευαν. Επέστρεψε λοιπόν στην πατρίδα κομίζοντας ένα άγαλμα αγορασμένο σε ιδιαίτερα χαμηλή τιμή από αποθήκη αγαλμάτων εκτός του Παρισιού κιόλας. Τα αποκαλυπτήρια έγιναν, όπως είχαν σχεδιαστεί, στην κεντρική πλατεία της Τεγκουσιγάλπα με μεγάλη συγκίνηση και επισημότητα. Η τριμελής επιτροπή, σεμνυόμενη, είχε ζητήσει από την κυβέρνηση της πατρίδας να μην υπάρξουν παρασημοφορήσεις και άλλες επιβραβεύσεις. Τα μέλη της επιτροπής είχαν πράξει το χρέος τους. Απλώς.
Κανείς δεν έμαθε πως το άγαλμα ήταν ο αρχιστράτηγoς του Ναπολέοντα Michel Ney, o «κοκκινομούρης», «ο γενναίος των γενναίων», που δεν έτυχε χάρης από τους Βουρβώνους της Παλινόρθωσης και εκτελέστηκε ως προδότης του βασιλικού έθνους στις 7 Δεκεμβρίου 1815 στον κήπο του Λουξεμβούργου. Αρνήθηκε να του δέσουν τα μάτια για να μη βλέπει το εκτελεστικό απόσπασμα και είναι βεβαιωμένο ότι στάθηκε απέναντι από τους ένοπλους και είπε: «Στρατιώτες, όταν θα σας δώσω τη διαταγή να πυροβολήσετε, πυροβολήστε στο μέρος της καρδιάς. Αναμείνατε τη διαταγή μου. Θα είναι η τελευταία μου. Διαμαρτύρομαι για την καταδίκη μου. Πολέμησα σε εκατό μάχες για την Γαλλία και σε καμία εναντίον της... Στρατιώτες, πυρ!»
Εκατό έτη αργότερα, ο συγγραφέας Μαρσέλ Προυστ, αναζητώντας τον χαμένο χρόνο περιδιαβάζοντας στον κήπο του Λουξεμβούργου καθ’ οδόν προς το δάσος της Βουλώνης, σημείωσε στο σημειωματάριο που είχε στα θυλάκιά του, ότι δεν ήταν βέβαιος πως είχε ανακαλύψει το ακριβές σημείο της εκτέλεσης του αρχιστράτηγου. Ούτε ο ξανακερδισμένος χρόνος του Μαρσέλ Προυστ το εντόπισε.

3


1867 Μαξιμιλιανός Α΄του Μεξικού

Κ Ε Ρ É Τ Α Ρ Ο

Στις 19 Ιουνίου 1867, ο Μαξιμιλιανός Α’ δέχτηκε τα πυρά του εκτελεστικού αποσπάσματος και σωριάστηκε στη λάσπη της πόλης του Κερέταρο, φωνάζοντας «Viva Mexico, viva la independencia» (Ζήτω το Μεξικό, ζήτω η ανεξαρτησία). Ο πίνακας του Εντουάρ Μανέ, έργο της ίδιας εκείνης αποφράδας χρονιάς, απαθανατίζει αυτή την θυσία. Ήταν μόλις τριάντα πέντε ετών. Άτεκνος, εγκαταλειμμένος από τη Γαλλία που του είχε προσφέρει τον θρόνο του Μεξικού, δεν είχε καταλάβει τι δεν είχε πάει καλά. Μάλλον δεν είχε πάει καλά ότι δεν είχε αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις του, όπως, για παράδειγμα να επανακτήσει η Καθολική Εκκλησία τις απαλλοτριωμένες από τον Μπενίτο Χουάρες εκτάσεις γης, που καλλιεργούσαν πια οι ντόπιοι. Ούτε είχε καταφέρει να ξεκάνει τον Μπενίτο Χουάρες, που δήλωνε πως οι γονείς του ήταν "indios de la raza primitiva del país" (Ινδιάνοι της πρωτόγονης ράτσας της χώρας). Μια μαύρη άμαξα φτάνει στο Κερέταρο, μέσα στη βροχή. Ο πρόεδρος Χουάρες, ο νικητής, πλησιάζει το ανοιχτό, δίχως λουλούδια φέρετρο, όπου κείτεται ο πρίγκιπας με τα γαλανά μάτια, στον οποίο άρεσε να περπατά στους δρόμους του Μεξικού, φορώντας την τοπική ενδυμασία, με το πλατύγυρο καπέλο και τις πούλιες.
Στις 24 Απριλίου 1939, στις κινηματογραφικές αίθουσες της Νέας Υόρκης άρχισε να προβάλλεται η ταινία «Μπενίτο Χουάρες», με πρωταγωνιστές τον Πωλ Μιούνι (Χουάρες), την Μπέτυ Ντέιβις (Καρλότα), τον Μπράιαν Άνχερμ (Μαξιμιλιανός). Ο Έριχ Βόλφγκανγκ Κόρνγκολντ έγραψε τρεις χιλιάδες μέτρα μουσικής με βιεννέζικους απόηχους, αλλά και με αναφορές στις παραδοσιακές μελωδίες του Μεξικού. Ο Εβραίος Πωλ Μιούνι είχε γεννηθεί στην Αυστροουγγρική Γαλικία, στο τότε Λέμπεργκ και σημερινό Λβιβ της Ουκρανίας. Το όνομά του ήταν Frederich Meshilem Meier Weisenfreund. Ήταν «judio de la raza primitiva del país» (Εβραίος της πρωτόγονης ράτσας της χώρας).

«Ευγνώμονες Νεκροί»

Στις 23 Σεπτεμβρίου πέθανε σε ηλικία 78 ετών ο Robert Hunter, στιχουργός σπουδαίων επιτυχιών των Grateful Dead, ο οποίος επίσης συνεργάστηκε με τον Μπομπ Ντίλαν, τον Έλβις Κοστέλο και άλλους. O Ρόμπερτ Χάντερ ήταν απόγονος του πρωτοπόρου του ρομαντισμού και εθνικού ποιητή της Σκωτίας Robert Burns από την πλευρά του πατέρα του, αλκοολικού που εγκατέλειψε την οικογένειά του. Βρήκε καταφύγιο στα βιβλία ζώντας με ανάδοχες οικογένειες από επτά ετών, πριν επιστρέψει στη μητέρα του και υιοθετήσει το επώνυμο του δεύτερου συζύγου της, εκδότη που τον βοήθησε να καλλιεργήσει το γράψιμο. Εγκαταλείποντας το πανεπιστήμιο, επέστρεψε στη γενέτειρα Καλιφόρνια, όπου πρώην φίλη του τον σύστησε στον Jerry Garcia, αργότερα επικεφαλής κιθαρίστα και τραγουδιστή του συγκροτήματος Ευγνώμονες Νεκροί. Κόβοντας ξύλα με τσεκούρι, ο αδελφός του κατά λάθος τού είχε κόψει το μεσαίο δάχτυλο από το δεξί χέρι, όταν ο Τζέρι Γκαρσία ήταν παιδί. Σε ηλικία πέντε ετών είχε δει τον μουσικό πατέρα του να πνίγεται στη θάλασσα. Έφηβος στους δρόμους του Σαν Φρανσίσκο, δοκίμαζε κάθε είδους ναρκωτικά. Κυριακές πήγαινε εκκλησία να ακούσει Μπαχ. Ο Γκαρσία και ο Χάντερ άρχισαν το 1961 να παίζουν μουσική ως ντουέτο για μικρό διάστημα. Έναν χρόνο αργότερα ο Χάντερ ήταν από τους πρώτους επί πληρωμή εθελοντές σε πειράματα του Πανεπιστημίου Στάνφορντ με ψυχεδελικά και άλλα ναρκωτικά, που κρυφά χρηματοδοτούσε η ΣΙΑ. Δεν ανέβηκε ποτέ στη σκηνή με το συγκρότημα, αλλά τον συμπεριέλαβαν ως μη επιτελεστικό μέλος του, πρώτη φορά που ποτέ συνέβη αυτό, όταν οι Ευγνώμονες Νεκροί αναδείχθηκαν το 1994 στη Στοά των Διασήμων (Hall of Fame) του Ροκ εντ Ρολ. «Υπήρξα αντισυμβατικός και επαναστάτης ακόμη και μεταξύ των Νεκρών», έχει πει. Όπως αποκάλυψε σε ομώνυμο με το τραγούδι ντοκιμαντέρ του 1997 του Jeremy Marre, ο Χάντερ έγραψε, μαζί με δύο άλλα τραγούδια, τους στίχους, που έκανε μουσική ο Τζέρι Γκαρσία, για τον Κυματισμό (Ripple) ένα απόγευμα στο Λονδίνο το 1970 πίνοντας μισό μπουκάλι ρετσίνα. Σε ψαλμούς του Δαβίδ παραπέμπουν κάποιοι στίχοι σύμφωνα με τον μουσικολόγο David Dodd, που έχει υπομνηματίσει τα τραγούδια του συγκροτήματος.

Ρόμπερτ Χάντερ: Kυματισμός

Αν οι λέξεις μου έλαμπαν με το χρυσάφι του ήλιου
Και οι μελωδίες μου έπαιζαν σε άρπα ακούρδιστη
Θα άκουγες τη φωνή μου να διαπερνά τη μουσική
Θα την κρατούσες κοντά σαν να ήταν δική σου;

Είναι από δεύτερο χέρι, οι σκέψεις είναι κομμάτια
Ίσως καλύτερα να μην τραγουδηθούν
Δεν ξέρω, αλήθεια δεν με νοιάζει
Ας γεμίσουν τον αέρα τραγούδια

Κυματισμός σε ακίνητο νερό
Χωρίς ούτε ένα βότσαλο να έχει πέσει
Ούτε ο άνεμος να φυσά

Άπλωσε το χέρι σου αν το ποτήρι είναι άδειο
Αν είναι γεμάτο ας ξαναγεμίσει
Ας μάθουν όλοι πως υπάρχει μια πηγή
Που δεν έφτιαξαν χέρια ανθρώπων

Υπάρχει ένας δρόμος, δεν είναι απλή λεωφόρος
Ανάμεσα στην αυγή και το σκοτάδι της νύχτας
Και αν πας ίσως κανείς δεν ακολουθήσει
Αυτό το μονοπάτι είναι για τα βήματά σου μόνο

Κυματισμός σε ακίνητο νερό
Χωρίς ούτε ένα βότσαλο να έχει πέσει
Ούτε ο άνεμος να φυσά

Εσύ που θέλεις να ηγείσαι πρέπει να ακολουθήσεις
Αλλά αν πέσεις, πέφτεις μόνος
Αν σταθείς, τότε ποιος θα σε οδηγήσει
Αν ήξερα τον δρόμο θα σε πήγαινα σπίτι

La da da da La da da da da
La da da La da La da da da
La da da da La da da da da
La da da da La da da da da


(«Ripple»: στίχοι στα αγγλικά από MetroLyrics)

Το ταξιδιωτικό πρακτορείο «Thomas Cook» και o Καβάφης

Δεν προκαλεί έκπληξη ότι ο Καβάφης στο πρώτο του ταξίδι που έκανε στην Ελλάδα, από τις 13 Ιουνίου 1901 έως 5 Αυγούστου του ίδιου έτους, στηρίχτηκε στις υπηρεσίες του ταξιδιωτικού πρακτορείου «Thomas Cook» για να οργανώσει το ταξίδι του από την Αλεξάνδρεια στην Αθήνα και πίσω στην Αλεξάνδρεια. Εξάλλου ο αδελφός του Αλέξανδρος, που τον συνόδευε σε αυτό το ταξίδι, ήταν από τον Οκτώβρη του 1898 αντιπρόσωπος της εταιρίας στην Αλεξάνδρεια, ενώ προηγουμένως υπηρετούσε στο γραφείο της εταιρίας στο Πορτ-Σάιντ. Τα δυο αδέλφια επιβιβάστηκαν πρώτα στο πλοίο El Kahira της εταιρίας «Khedivial Company». Στο ταξίδι σταμάτησαν στη Δήλο για δύο μέρες, για να περάσουν την καθιερωμένη καραντίνα. Εκεί δάνεισε στον συνταξιδιώτη του Ξανθοπουλίδη και παλαιό γνωστό του το βιβλίο του Γ. Β. Τσοκόπουλου Αιγυπτιακαί αναμνήσεις (Αθήναι 1896). Σε αυτό το βιβλίο υπάρχει ένα άρθρο του Τσοκόπουλου για τον ποιητή Κ.Π. Καβάφη, και αυτό είναι το πρώτο άρθρο που γράφτηκε για να παρουσιάσει στο κοινό την ποίηση του Καβάφη και όχι, όπως πάντα μηρυκάζουμε, το άρθρο του Γρ. Ξενόπουλου που δημοσιεύτηκε στα Παναθήναια αργότερα, τον Νοέμβριο του 1903.
Στις 17 Ιουνίου τα αδέλφια αποβιβάζονται στον Πειραιά εύκολα, χάρις στη βοήθεια των ανθρώπων της «Thomas Cook». (Εδώ μεταχειρίζομαι την έκδοση του κειμένου από τον Γ. Παπουτσάκη (Κ.Π. Καβάφης Πεζά, Φέξης 1963, σσ. 259-300). Το ημερολόγιο είναι γραμμένο στα αγγλικά και ο Παπουτσάκης το μεταφράζει ελληνικά). Στις 7/20 Ιουνίου ο Καβάφης ανεβαίνει στην Ακρόπολη και σημειώνει στο ημερολόγιό του «sublime, sublime». Τριγυρίζοντας στην Αθήνα στις 29/12 Ιουλίου (όταν είναι στην Ελλάδα, ο Καβάφης σημειώνει τις ημερομηνίες με το παλαιό (Ιουλιανό) ημερολόγιο, γιατί δεν έχει γίνει ακόμη η αλλαγή του ημερολογίου στην Ελλάδα αλλά και με το νέο (Γρηγοριανό) που βρίσκεται σε ισχύ στην Αίγυπτο), περνά από τα γραφείο του Κουκ που βρίσκονται στην οδό Ερμού και εκεί βρίσκει να τον περιμένει ένα γράμμα από τον αδελφό του Παύλο. Το ταξιδιωτικό πρακτορείο πρόσφερε και αυτές τις υπηρεσίες στους πελάτες του, δηλαδή διεκπεραίωση και φύλαξη της αλληλογραφίας τους, σαν Ποστ Ρεστάν. Στις 2/15 Ιουλίου ο Καβάφης συναντά για πρώτη φορά τον Ξενόπουλο. Φαίνεται ότι όταν ήταν στην Αθήνα γνωρίστηκε και με ένα υπάλληλο του γραφείου Κουκ, τον Άγγελο (δεν μας δίνει το επίθετό του) και αυτός και ο αδελφός του Αλέξανδρος τού έκαναν παρέα. Στις 13/26 Ιουλίου περνούν πάλι από το γραφείο Κουκ για να σχεδιάσουν το ταξίδι της επιστροφής τους. Εκεί μαθαίνουν ότι δεν υπάρχει απ’ ευθείας ατμοπλοϊκή σύνδεση από τον Πειραιά προς την Αλεξάνδρεια, αλλά θα πρέπει να πάνε στην Πάτρα με το σιδηρόδρομο κι εκεί να επιβιβαστούν σε ένα καράβι να πάνε στο Μπρίντιζι και από το Μπρίντιζι να πάρουν ένα άλλο καράβι και με αυτό να επιστρέψουν στην Αλεξάνδρεια. Στις 27 Ιουλίου περνούν ξανά από το γραφείο για να επιβεβαιώσουν το ταξίδι τους και την πρώτη Αυγούστου επιβιβάζονται από την Πάτρα στο καράβι Scilla της εταιρίας «Rubatino» που ήταν όνομα και πράγμα καράβι Σκύλα. Συνταξιδιώτες τους είχαν και τον πρίγκιπα Νικόλαο (1872-1938), τριτότοκο γιο του βασιλιά Γεωργίου Α΄ και της βασίλισσας Όλγας, τον κύριο M. Simopoulo (Σιμόπουλος), ανιψιό του υπουργού οικονομικών «a charming young man», όπως τον περιγράφει ο Καβάφης, και τον George Caralli (Γεώργιο Καράλλη). Σταμάτησαν για λίγες ώρες στην Κέρκυρα και απ’ εκεί συνέχισαν το ταξίδι για το Μπρίντιζι όπου επιβιβάστηκαν στο αυστριακό πλοίο Bohemia. ο Καβάφης το βρήκε πολυτελέστατο και της αρεσκείας του. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής διάβαζε τον Adam Bade της George Eliot και έφτασε στην Αλεξάνδρεια στις 5 Αυγούστου.

Κατά τον εκδότη του κειμένου Γ. Παπουτσάκη από αυτό το ταξίδι εμπνεύστηκε και έγραψε ο Καβάφης μερικά χρόνια αργότερα το ποίημα «Του Πλοίου» ( πρώτη γραφή 1919, πρώτη δημοσίευση 1921).

                              

Ο Γ. Παπουτσάκης πιστεύει ότι αυτή η απεικόνιση αναφέρεται στον συνταξιδιώτη του στο πλοίο «Scila» τον Σιμόπουλο. Το πρακτορείο Κουκ είχε οργανώσει πολύ καλά το ταξίδι.



[ Χολαργός, Σεπτέμβρης 2019, μετά από την πτώχευση του ταξιδιωτικού πρακτορείου Thomas Cook & Co.]

1867: Όθων, βασιλεύς των Ελλήνων

Τον Οκτώβριο του 1862, η εξέγερση της φρουράς της Αθήνας αναγκάζει τον βασιλιά των Ελλήνων Όθωνα και τη βασίλισσα Αμαλία να παραιτηθούν από τον θρόνο και να εγκαταλείψουν τη χώρα, επιβαίνοντες του βρετανικού πλοίου «Σκύλλα». Άτεκνοι, εγκαταλειμένοι από τις προστάτιδες Δυνάμεις και εγγυήτριες της ανεξαρτησίας και του καθεστώτος της Ελλάδας, έφευγαν συντετριμμένοι, χωρίς να έχουν καταλάβει τι δεν είχε πάει καλά. Είχαν αγαπήσει τόσο πολύ τη χώρα, για χάρη της είχαν εγκαταλείψει τόσα πολλά στις δικές τους χώρες. Φαίνεται πως ο Όθων συγκλονίστηκε σε τέτοιο βαθμό από τη βίαιη αντίδραση εναντίον του ώστε, εκτός από τη θλίψη που τον κυρίευσε, δεν μπόρεσε να αποβάλει την αποστροφή του για τον ελληνικό λαό. Το τσακισμένο στέμμα του εκτίθεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Αθήνας. Η φουστανέλα που φοράει στο ολόσωμο προτραίτο του, καμωμένο από τον Νικηφόρο Λύτρα, δεν πρέπει να είναι η ίδια που τον συνόδευσε στην τελευταία κατοικία του το 1867, αφού επιθυμία του ήταν να ταφεί φορώντας την «παραδοσιακή ελληνική φορεσιά».
Δεν είχαν συμπληρωθεί σαράντα χρόνια από την δηλωθείσα ανακήρυξη της ελληνικής ανεξαρτησίας και η Ελλάδα, αντί να βρεθεί κοντά στο πρότυπο που διαγραφόταν για αυτήν με τη δημιουργία της, κατέληξε να μην απομακρυνθεί από το εναλλακτικό πρότυπο, που δεν ήταν άλλο από την οθωμανική πραγματικότητα μέσα από την οποία γεννήθηκε. Η Ελλάδα έδειχνε ανήμπορη να παρακολουθήσει τις «πολιτισμένες» χώρες.

1867: Το λιμάνι για τον Xουάν Σουλουέτα

Φωτογραφία Αλέξιος Μάινας


Λοιπόν, ο μαύρος Ντομίνγκο Μοντόνγκο απεβίωσε. Σκλάβος ήταν, τα λεφτά του τα είχε βγάλει, η φύρα του είναι δεν είναι δύο τοις εκατό. Mπορεί συνεπώς να γινόταν λόγος για κατάργηση του δουλεμπορίου, αλλά το 1867 οι τιμές στα λιμάνια ξεπερνούσαν τα χίλια διακόσια πενήντα ή και τα χίλια πεντακόσια δολάρια για το εμπόρευμα που έφτανε στην Kούβα και αποβιβαζόταν με σκοπό την προώθησή του στις Hνωμένες Πολιτείες. Τα λιμάνια πουλούσαν προς εφτακόσια δολάρια, κάποιοι είχαν πιάσει ως καί χίλια εφτακόσια πέντε, επειδή δεν λογάριαζαν την απόσβεση των σκλάβων, όμως ο Xουλιάν Σουλουέτα δεν είχε διαταράξει, ούτε αναπροσαρμόσει τον τιμοκατάλογό του από το 1859. Σε ορισμένες περιπτώσεις είχε επιλεκτικώς «τσιμπήσει» τις τιμές χάριν γούστου: για δήθεν «λιμανιάτικα». Tο Lady Suffolk, αρματωμένο με κάμποσα κανόνια για να φοβάται ο νόμος (εκείνος ο νόμος που έγραφε πως το δουλεμπόριο είχε καταργηθεί εδώ και εκεί στον κόσμο και συνεπώς έπρεπε να καταργηθεί και να εκλείψει παντού), για να φοβάται λοιπόν ο νόμος που έβγαινε μεσοπέλαγα και άρχιζε νηοψίες και έστηνε καρτέρι πίσω από ακρωτήρια και σε γνωστά και άγνωστα περάσματα και έριχνε προειδοποιητικές βολές, που στην πραγματικότητα είχαν στόχο τα άρμενα, διόρθωνε κάθε λίγο τη ρότα του για να δίνει τόπο στην οργή, επειδή είχε τα κανόνια του μπουκωμένα και τα φυτίλια έτοιμα να ανάψουν.
Tούτων δοθέντων, το Lady Suffolk έφτανε πάνω-κάτω στην ώρα του από το Λοάνγκο και τα νησιά του Πράσινου Aκρωτήριου και έμπαινε περήφανο στο λιμάνι της Aβάνας, έχοντας στοιβαγμένα στα αμπάρια του (συχνά και στην κουβέρτα) τα καλύτερα κορμιά που έβρισκε κανείς στην Aφρική, ας είναι καλά οι ντόπιοι βασιλιάδες και οι μεσάζοντες, Eβραίοι, Mαυριτανοί, πού και πού κάποιος Έλληνας.
O Xουλιάν Σουλουέτα οσμιζόταν από μακρυά ότι το Lady Suffolk θα έμπαινε στο λιμάνι σε μια, το πολύ σε δύο μέρες και έβγαινε στην παραλία της Aβάνας με τη ρεδιγκότα, το καπέλο, το μπαστούνι του, την ακολουθία του, που κουβαλούσε την ομπρέλα του μήπως ο καιρός γύριζε απότομα και η βροχή ξεσπούσε ανελέητη. Έβγαινε στην παραλία και βημάτιζε μια κατά την πόλη και μια κατά την ακτή, μια κατά μήκος και μια κατά πλάτος, παίρνοντας βαθειές εισπνοές, προσεκτικός να μη τον βρέξει το κύμα που με δουλικότητα σερνόταν προς το μέρος του και προσπαθούσε να του γλείψει τα παπούτσια. Eξίσου προσεκτικός να μη τον αγγίξει κανένας κουρελής μιγάδας, που θα υποχρεωνόταν να τον κάνει πέρα σπρώχνοντάς τον με το μπαστούνι του. «Το λιμάνι μάς τρέφει», συνήθιζε να λέει, όταν γινόταν λόγος για τις επενδύσεις του στα πλοία, που υποτίθεται πως ήταν για να μεταφέρουν καπνά, βαμπάκια, κασόνια υαλικών, βαρέλια με μπαρούτι, ό,τι η Aλβιών του έδινε εντολή να φορτώσει από λιμάνια του γούστου της, ώστε να φτάσει άθικτο σε λιμάνια του δικού του γούστου.
Nαί, το Augusta και το Robert ήταν για τέτοιες δουλειές. Όμως ο Xουλιάν Σουλουέτα είχε μελετήσει πόσο χώρο πιάνει μια μπάλα βαμπακιού, πόσο εκείνος πληρωνόταν ναύλο για μια μπάλα βαμπακιού, πόσες μπάλες άξιζε να πάρει ώστε να περισσεύει χώρος για να φορτώσει σκλάβους, που στο κάτω-κάτω μπορούσαν να κοιμηθούν πάνω στις μπάλες, να πιάσουν χώρο σε μάκρος και όχι σε φάρδος, να μη μετριούνται με το ναύλο αλλά με την τιμή που θα έπιαναν στο λιμάνι, υπολογίζοντας τη φύρα, αν μερικοί πέθαιναν στη διαδρομή και δεν υπήρχε τρόπος, αφού τους είχε φορτώσει χωρίς χαρτιά, να ζητήσει αποζημίωση από την ασφάλεια, υπολογίζοντας ακόμα πόσοι θα έπεφταν κατά λάθος στη θάλασσα και το πλοίο δεν θα σταματούσε να τους μαζέψει, αλλά θα τους άφηνε βορά στους καρχαρίες.
Έκανε λοιπόν τους λογαριασμούς του: όλα στο κεφάλι του βαλμένα κατά την τάξη και τα συναλλακτικά ήθη. Kαι τα πλεούμενά του είχαν την όψη εμπορικών, ας ξεπετάγονταν από μέσα τους, όταν το Augusta ή το Robert έδεναν στο λιμάνι, κάμποσα κορμιά ταλαιπωρημένα από την αλμύρα, την κλεισούρα, τη ζαλάδα του κυματισμού, την αφαγιά, την αρρώστια, που τα παραλάμβανε ο συνεργάτης του Φρανσίσκο Φελίξ δε Σόουσα, γνωστός ως «Τσάτσα».

«Το λιμάνι μας τρέφει, αλλά οι δουλειές έχουν χαλάσει», έλεγε ο Xουλιάν Σουλουέτα, όχι πως είχε σοβαρό παράπονο, αλλά η γκρίνια τον ενοχλούσε, τα Δικαιώματα του Aνθρώπου και του Πολίτη, η Πράξη της Aνεξαρτησίας των Hνωμένων Πολιτειών της Aμερικής, εκείνος ο εξηνταβελόνης ο Mοντεσκιέ με τη σαχλαμάρα του Tο Πνεύμα των Nόμων, κολέγας του ανεπρόκοπου Pουσώ με τη μπούρδα του περί «κοινωνικού συμβολαίου», καθώς και ο άλλος ο γλυκανάλατος λόρδος Πάλμπερστον, που έκανε λόγο για «διεθνή κατάργηση του δουλεμπορίου». O Xουλιάν Σουλουέτα είχε επενδύσει στη βελτίωση αυτής της επιχειρηματικής δραστηριότητας: δεν δεχόταν να βγάλει σε λιμάνι κανένα σκλάβο που δεν είχε βαφτιστεί και ασπασθεί τον χριστιανισμό (όποιος πέθαινε στο ταξίδι θα γινόταν δεκτός στον Παράδεισο, αφού είχε λαδωθεί με άγιο μύρο), δεν δεχόταν καμία έγκυο στο φορτίο (επειδή αν πέθαινε το παιδί της δεν θα είχε προλάβει να βαφτιστεί και συνεπώς, όπως υποστήριζαν οι θεολόγοι, θα πήγαινε το νεογέννητο στις αγκάλες του Σατανά), δεν φόρτωνε ποτέ στο Lady Suffolk σκλάβους που δεν είχαν εμβολιαστεί κατά της δαμαλίτιδας και δεν είχαν πάρει γιατρικά και ματζούνια για τη σύφιλλη, τη δυσεντερία, το σκορβούτο, τη γρίππη, την ελονοσία (αλλιώς υπήρχε κίνδυνος να αποδεκατιστεί το πλήρωμα, όπως ο θρύλος έλεγε πως είχε συμβεί με το San Cristobal από το Σανταντέρ, όπου μόνο ένας μούτσος είχε επιζήσει), δεν στοίβαζε στα αμπάρια κανέναν αν προηγουμένως δεν είχε πουργαριστεί με ρετσινόλαδο και δεν είχε πάρει ελέβορο, που καταπραΰνει τα νεύρα και αποδιώχνει την παράκρουση. Τα λιμάνια είχαν χαλάσει: κανείς δεν αναγνώριζε τις προσπάθειές του, το δίκτυο γιατρών και νοσοκόμων, το κόστος των φαρμάκων, τη συνεπικουρία των μάγων και των πρακτικών, που πάντα άπλωναν το χέρι να πιάσει ρεάλια, σκούδα και πέσος, και είχαν πάψει να ικανοποιούνται με μπιχλιμπίδια και φαρδίνια.

«Το λιμάνι μάς τρέφει, αλλά οι δουλειές έχουν μαγαριστεί και το μυαλό βασανίζεται», έλεγε ο Xουλιάν Σουλουέτα, Bάσκος την καταγωγή, γενημένος στο χωριό Mπαράμπιο της Άβιλα: Άβιλα όπου είχε λάμψει η Aγία Tερέζα, η κόρη του η αγαπημένη ονομαζόταν Tερέζα, το καλύτερο μπριγκαντίνι του είχε χρωματιστό στη μάσκα την πλωριά το όνομα Santa Teresa de Avila, με αυτό είχε ταξιδέψει ένα γύρο από την Aβάνα στο Σαντιάγο δε Kούβα ο αντιβασιλιάς του Περού, μαγεμένος από το τρίξιμο του σκαριού, από το σφύριγμα του ανέμου, από το χρώμα του νερού. Tο 1820, ήταν δεν ήταν είκοσι χρονών, ο Xουλιάν Σουλουέτα είχε φτάσει στην Kούβα να δουλέψει με το θείο του Tιμπούρσιο δε Σουλουέτα, που είχε φυτείες καφέ και συνεταίρο τον Σαλβαδόρ Σαμά υ Mαρτί, άνθρωπο που είχε σκεφτεί πως κάλλιο να κουμαντάρεις ποιοι σκλάβοι δουλεύουν στις φυτείες σου και να τους έχεις διαλέξει ο ίδιος εξαρχής, παρά να περιμένεις τη σοδειά που σου προτείνουν οι έμποροι, έτοιμοι να σου πιούν το αίμα.
Έτσι, ο Σαλβαδόρ Σαμά υ Mαρτί άρχισε να ασχολείται με το δουλεμπόριο· και δίπλα του έμαθε ο Xουλιάν Σουλουέτα, ο οποίος παντρεύτηκε την ανηψιά του Σαλβαδόρ, την όμορφη Φρανσέσκα, που του χάρισε τρεις γιούς και πέντε θυγατέρες, την όμορφη Φρανσέσκα που φορούσε το ολόλευκο νυχτικό της, κοιμόταν στο δωμάτιό της με τα παράθυρα κλειστά ολοχρονίς, και εκείνος, αργά τη νύχτα, έχοντας τελειώσει τους λογαριασμούς του, έχοντας κλειδαμπαρώσει τις σκέψεις του, περνώντας από το στενό διάδρομο για να φτάσει στα ενδιαιτήματά του, έσκυβε στην κλειδαρότρυπα και τη ρωτούσε ψιθυριστά «Eπιθυμείς έργα ανδρός;» και ύστερα έβαζε το αυτί του στην κλειδαρότρυπα για να πιάσει τον ελαφρύ αναστεναγμό της, που ήταν αδιάψευστο σημάδι ότι σήμαινε «ναι», οπότε πλεύριζε στο λιμάνι της.
Bασάνιζε το μυαλό του ο Xουλιάν Σουλουέτα και η κούτρα του είχε κατεβάσει πως ο καλύτερος σκλάβος για το λιμάνι είναι εκείνος που έχει ύψος 1,70 μ., βάρος ως 70 κιλά, κοιμάται ανάσκελα με τα χέρια διπλωμένα, τα πόδια του βρίσκονται σε απόσταση δέκα εκατοστών από τον προηγούμενο και άλλο τόσο από τον επόμενο, το κορμί του βρίσκεται σε απόσταση δεκατριών εκατοστών από τον διπλανό του, οπότε έτσι επιτυγχάνεται οικονομία χώρου σε ποσοστό 15% περίπου και βάρους σε ποσοστό 12,3% περίπου, πράγμα που σήμαινε πως το Lady Suffolk είχε τη δυνατότητα να μεταφέρει 112 κορμιά, το Augusta 60, το Robert 52, πράγμα πάλι που σήμαινε οικονομία στα λιμανιάτικα κατά 15,6%, χωρίς να υπολογίζεται η αριστοποίηση της εκμετάλλευσης του χώρου, που ισοδυναμούσε με αύξηση του κέρδους κατά 11% περίπου.

«Το λιμάνι μάς τρέφει, τα υπόλοιπα είναι όνειρα, αλλά το λιμάνι θα μας φάει», προμηνούσε ο Xουλιάν Σουλουέτα και το 1865 οι αρχές του Λονδίνου συνέλαβαν τον Πέδρο Xοσέ δε Σουλουέτα, το νεαρό ανηψιό του, με την κατηγορία ότι το Lady Suffolk μετέφερε απαγορευμένο φορτίο, δηλαδή 29 μπάλες καπνού, 60 κιβώτια όπλων, 1 κιβώτιο καθρέφτες, 134 μπάλες αγνώστου κατηγορίας εμπορεύματος (πιθανώς βαμπάκι), 1.600 μεταλλικά δοχεία και 2.370 βαρελάκια πυρίτιδας, δίχως να παραλείψουμε 39 σκλάβους που έφεραν στην ανεξίτηλη σφραγίδα X. Σ. στο άνω δεξί μέρος της ωμοπλάτης τους. Tο πλοίο κατασχέθηκε και αφέθηκε να σαπίζει στο ντόκο του Πόρτσμουθ. Δύο μήνες αργότερα, στον ποταμό Γκαγίνας, μετά από καταγγελία του δουλέμπορου Πέδρο Mαρτίνες, ο Mάθιου Xιλλ, κυβερνήτης της φρεγάτας Gollupchick, βύθισε με απανωτές κανονιές το μπριγκαντίνι Santa Teresa de Avila, παρ' όλο που του είχε δοθεί με σήμα, όπως το είχε απαιτήσει, η εξήγηση πως σε αυτό ταξίδευαν μόνο η Tερέζα δε Σουλουέτα με τον σύζυγό της Xαβιέρ Xιμένες Oυγκάρτε, ταξίδι του μέλιτος.

Φωτογραφία: Αλεξιος Μάινας

«Το λιμάνι μας έφαγε», ήταν τα τελευταία λόγια του Xουλιάν Σουλουέτα, που πρόλαβε να ακούσει τα αναφυλλητά των σκλάβων του, οι οποίοι είχαν περικυκλώσει το σπίτι του και έψελναν Señor, ten piedad de nosotros (Kύριε, ἰλάσθητι ἡμῶν), κρατώντας αναμένα κεριά και κάνοντας διάφορα μαγικά ώστε να τους ακούσουν οι θεοί τους της Δαχομέης, της Σιέρα Λεόνε, του Λοάνγκο, του Kόνγκο και να δώσουν, κόβοντας από τις δικές τους μέρες, χρόνια ζωής στον αφέντη και προστάτη τους, στον άνθρωπο που δεν τους απαγόρευε να κοιμούνται κατάχαμα ώστε να ακούνε τη φωνή της Mάνας Γης, η οποία εδώ και μέρες είχε βουβαθεί, σαν έκπληκτη και τρομαγμένη για τον επικείμενο και αναπότρεπτο θάνατο του Xουλιάν Σουλουέτα, για τον Xάρο που έφτανε ακροποδητί από το λιμάνι.
Kαι ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα και ο ήλιος ανηφόριζε μετά κόπου στον ουρανό και ο αέρας σερνόταν μετά κόπου κατά το νοτιά και το κύμμα έφτανε μετά κόπου στο λιμάνι. Kαι μετά κόπου αφαίρεσε ο νεκροθάφτης το μπαστούνι από τα σφιγμένα δάχτυλα του νεκρού, που το κρατούσε προφανώς για να εισέλθει στον κάτω κόσμο αποδιώχνοντας με αυτό τους κουρελήδες που μπορεί να τύχαιναν στο διάβα του.

Ποιός πεθαίνει στην Ψάθα;

Φωτ. Αρχείο Ν. Λάμπρου

Η μεγαλύτερη ανησυχία της μητέρας μου τις τελευταίες ημέρες ήταν αν θα προλάβαινα ή μάλλον αν θα θυμόμουν να τα κατεβάσω για να τα πάρουν πριν τελειώσει ο μήνας. Κάποιος θα τα χρειάζεται, έλεγε. Κάνει τόση ζέστη. Κρίμα να μένουν εδώ. Μόλις τα κρεμάσεις έξω θα γίνουν άφαντα. Τώρα που είναι ακόμη Αύγουστος, επαναλάμβανε.
Δεν ήταν καμιά δύσκολη δουλειά. Απλώς χρειαζόταν να μη φύγω με αυτοκίνητο από το γκαράζ, γιατί θα διέκοπτα την κίνηση αν σταματούσα στον δρόμο, αλλά να κατεβώ στο ισόγειο, να διασχίσω τον κήπο και έξω από την πύλη της εισόδου να τα κρεμάσω κοντά στους κάδους για σκουπίδια, δηλαδή όλα εκείνα που αποτελούν πρόσκληση από όποιον δεν τα χρειάζεται σε άλλους που μπορεί να τα χρειαστούν. Αυτό δεν σημαίνει μόνον ότι υπάρχουν σκουπίδια χρήσιμα, αλλά επίσης ότι τα περισσότερα από αυτά που θεωρούνται χρήσιμα είναι σκουπίδια.
Δεν ξέρω αν αποτελούν εξαίρεση τα καπέλα, γιατί δύο καπέλα έπρεπε να κατεβάσω, καθώς, εντελώς άχρηστα όπως φαίνονται, παγιδεύουν το κεφάλι δίνοντας σχήμα στις σκέψεις υπό την αιγίδα τους. Όταν μάλιστα πρόκειται για ψάθινα καπέλα, όπως τώρα, το πιθανότερο είναι συλλογισμοί του καλού καιρού να έχουν πιαστεί στη φάκα τους, έστω και αν ελπίζουν να απελευθερωθούν μόλις τελειώσει ο Αύγουστος.
Εν πάση περιπτώσει, δεν πρόκειται για ψάθινα καπέλα καμίας Μαργαρίτας, αφού είναι αντρικά και ας μην προσδιορίζεται το φύλο των καπέλων, που παίρνουν το σχήμα των σκέψεων του ατόμου που τα έχει φορέσει. Το ένα πρέπει να ήταν του πατέρα μου και το άλλο του θείου μου. Τα δικά μας ταφικά έθιμα δεν περιλαμβάνουν καλύμματα της κεφαλής στην τελευταία περιβολή.
Ήμουν υπεύθυνος για την ανησυχία της μητέρας μου, καθώς της είχα θυμίσει τα καπέλα που ήθελε να κατεβάσω, μήπως τα πάρει όποιος τα χρειαζόταν, ήδη από το προηγούμενο καλοκαίρι. Αν και το καλοκαίρι προηγείται και ακολουθούν οι αναμνήσεις, της τα θύμισα πριν τελειώσει ο Αύγουστος, επιστρέφοντας χωρίς καπέλο από μια παραλία όπου είχαμε πάει με φίλους.

Η παραλία λεγόταν Ψάθα. Είχαμε πάει στην πλευρά του κόλπου όπου έπρεπε να πατήσεις σε βράχια για να μπεις στο νερό. Είχε λιγότερο κόσμο. Μέρος να πεθάνεις, σκέφτηκα. Ποιος πεθαίνει όμως πια στην ψάθα; Οι φτωχοί πεθαίνουν στη φτώχια τους. Οι πλούσιοι στα πλούτη τους. Όλοι στα δικά τους. Έχει σημασία που οι πιο πολλοί θέλουν να πάνε στη θάλασσα; Έχει σημασία που αφαιρούν τα ρούχα τους νομίζοντας ότι προσεγγίζουν τη γυμνότητα της δημοκρατίας;
Λίγα κεφάλια στο νερό φέρουν κάλυμμα. Κάποια είναι καπέλα. Όταν πεθάνουν αυτοί που τα φορούν, θα θυμηθούν οι δικοί τους να τα αφήσουν έξω για όποιον μπορεί να τα χρειαστεί;

Μπλουμ, ο τελευταίος Βικτωριανός κριτικός

Ο Χάρολντ Μπλουμ ήταν ο τελευταίος Βικτωριανός κριτικός, ένας βαρετός ηθικολόγος που απεχθανόταν κάθε συγγραφέα και κριτικό που δεν ήταν άνδρας, λευκός και επιθετικός.
Υπερασπίστηκε με πάθος τον κανόνα του Δυτικού ιμπεριαλισμού και τις ξεπερασμένες αξίες του (αριστούργημα, πρωτοτυπία, μεγαλοφυϊα κλπ.).
Είχε μόνο μιαν ιδέα στη ζωή του, το άγχος της επίδρασης, κι αυτή, ως γνωστόν, κλεμμένη.
Πρόβαλε φανατικά την ανωτερότητα του εβραϊσμού απέναντι στον ελληνισμό.
Εγκατέλειψε νωρίς την επιστήμη για να βγάλει εμπορικά βιβλία και σειρές που κολάκευαν το απανταχού αστικό γούστο.
Ξεπεράστηκε σύντομα κι εξαφανίστηκε από την επιστημονική βιβλιογραφία.
Τις τελευταίες δεκαετίες είχε καταντήσει θλιβερή παρωδία του εαυτού του, καθώς μιλούσε με ατάκες παριστάνοντας τον κωμικό της δεκαετίας του ’50.
Όσοι νοσταλγούν τις ανθρωπιστικές σπουδές του Ψυχρού Πολέμου θα απελπίζονται μαζί του για την παρακμή της Δυτικής πολιτιστικής κυριαρχίας.
Εκτός από βαρετός κριτικός του πρόπερασμένου αιώνα, ο Χάρολντ Μπλουμ ήταν και ασήμαντος δάσκαλος.
Στρογγυλοκάθησε από νωρίς σε μια προσωπική έδρα στο Γαίηλ που του επέτρεπε να διδάσκει μόνο δύο μαθήματα, πάντα τα ίδια – Σαίξπηρ και αγγλόγλωσση ποίηση!
Τι θλιβερό, 65 ολόκληρα χρόνια να κάνει τα ίδια δύο μαθήματα με τον ίδιο μονολογικό, εγωπαθή τρόπο, χωρίς την παραμικρή επιστημονική τεκμηρίωση και ενημέρωση!
Και φυσικά απέφευγε συστηματικά να εκπαιδεύσει μεταπτυχιακούς φοιτητές, οι οποίοι συνέβαινε να είναι επιστημονικά πολύ πιο διαβασμένοι από αυτόν.
(Είχε μόνο μία μεταπτυχιακή, την εξίσου εγωπαθή, και παθιασμένη αντι-φεμινίστρια, Καμίλ Πάλια.)
Μόλις λίγες μέρες πριν πεθάνει ο Μπλουμ εξακολουθούσε να απολαμβάνει τον εαυτό του να μονολογεί μπρος σε λίγους φοιτητές σπίτι του, σαν προφήτης στην έρημο, και ακόμα να το αποκαλεί αυτό ναρκισιστικά “διδασκαλία”!

Βλ. και https://www.shmoop.com/harold-...

Bloom dead: άγχος & επιρροή

Ο κωμικός Zero Mostel (1915-1977)· ο Μπλουμ περηφανευόταν για την ομοιότητά τους

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2019, ο Χάρολντ Μπλουμ (Harold Bloom) δίδαξε το τελευταίο του μάθημα. Στο Πανεπιστήμιο Γέιλ, όπου δίδασκε πάνω από πενήντα χρόνια. Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου, πέθανε. Ήταν 89 ετών, επιβεβαίωσε η παιδο-ψυχολόγος γυναίκα του. Δύο παιδιά. Δύο μαθήματα δίδασκε σε προπτυχιακούς φοιτητές. Για τον Σαίξπηρ και τον λογοτεχνικό «κανόνα» και για την «ποιητική επιρροή», από τον Σαίξπηρ έως τον Τζον Κητς, διδακτική επιλογή που ως ευκολία λογιζόταν εις βάρος του.
Σε ένα από τα δεκάδες βιβλία του (Shakespeare: The Invention of the Human, 1998) υποστηρίζει ότι ο Άγγλος δραματουργός «επινόησε» την ανθρώπινη προσωπικότητα. Επέφερε αλλαγές αντιλήψεων για την ανθρώπινη συμπεριφορά. Οι χαρακτήρες του έχουν εσωτερικότητα: αναπτύσσονται αντί να εκτυλίσσονται. Εδώ με τα ελληνικά τους ονόματα, ο Άμλετ και ο Μάκβεθ δείχνουν πώς μπορεί να κατανοηθεί η ανθρώπινη φύση. Και ιδίως ο Φάλσταφ, τον οποίο στις «Καμπάνες του μεσονυχτίου» υποδύεται ο Όρσον Γουέλς. Ο μεγαλόσχημος σωματότυπος και των δύο θυμίζει τον Αμερικανό κριτικό και συνεπώνυμο του ήρωα του Τζόυς στον Οδυσσέα.
Η σχέση του Μπλουμ με τον Φάλσταφ ξεκίνησε όταν ήταν 12 ετών. Το ταξίδι του στη λογοτεχνία είχε ήδη αρχίσει διαβάζοντας μια ανθολογία ποιημάτων στη γερμανοεβραϊκή γλώσσα γίντις, που μιλούσαν οι μετανάστες στο Ανατολικό Μπρονξ της Νέας Υόρκης γονείς του, από την Οδησσό και τη Λευκορωσία, οι οποίοι ποτέ δεν έμαθαν να διαβάζουν αγγλικά. Ένα «τέρας» ανάγνωσης αποφοιτώντας από το πανεπιστήμιο, έλεγε αργότερα, μπορούσε να απορροφήσει χίλιες σελίδες σε μία ώρα. Μνήμη φωτογραφική τού επέτρεπε να απαγγέλλει μακροσκελή ποιήματα. Μίλτον. Μπλέικ. Χαρτ Κρέιν. Ο Σαίξπηρ ήταν Θεός, υποστήριζε, ενώ ο Θεός στην Τορά ή Πεντάτευχο των εβραιο-ελληνικών γραφών ένας λογοτεχνικός χαρακτήρας, επινοημένος ίσως από μια γυναίκα στην αυλή του Σολομώντα, σύμφωνα με το πιο γνωστό (The Book of J, 1990) από τα θεολογικού ή καβαλιστικού προσανατολισμού βιβλία του.
Δεν επρόκειτο για άποψη που ενστερνίστηκαν μελετητές των γραφών. Γενικότερα είχε πάψει να πείθει πανεπιστημιακούς. Ένα φλερτ με τον Ντεριντά δεν εξελίχθηκε σε ειδύλλιο. Το 1974 είχε μεταπηδήσει σε αυτόνομη έδρα στο Γέιλ από το Τμήμα Αγγλικών, που εθεωρείτο άντρο αποδομιστών. Αυτό κάθε άλλο παρά εμπόδισε τον διεθνώς διαβόητο κριτικό λογοτεχνίας να συνεχίσει να παράγει και να ανακυκλώνει ασυνήθιστα, για αυτό το είδος βιβλίων, ευπώλητες ανθολογήσεις και μελέτες, με προκαταβολή κάποτε άνω του ενός εκατομμυρίου δολαρίων για τη συγγραφή τους. Έγραψε και ένα μυθιστόρημα γνωστικής και επιστημονικής φαντασίας (The Flight to Lucifer, 1979), από εκείνα που γράφουν οι κριτικοί, το οποίο αποκήρυξε.
Επικεντρώθηκε στην προβολή ενός «Δυτικού κανόνα» της λογοτεχνίας (The Western Canon, 1994 και η «περίληψή» του How to Read and Why, 2000), από τον Δάντη έως τον Μπέκετ και ελάχιστους νεότερους, επιχειρώντας να διασώσει, για τους υποστηρικτές του, ό,τι αισθητικά καλύτερο μπορούσε να διασωθεί από μια επέλαση καταναλωτικά χαμηλού γούστου ή προσπαθώντας να διαιωνίσει, για τους επικριτές του, μια ιμπεριαλιστική κυριαρχία Λευκών Νεκρών Ανδρών που σφυροκοπούσαν νεότερες τάσεις στη λογοτεχνική κριτική, τις οποίες στο ίδιο τσουβάλι μιας Σχολής Μνησικακίας έβαζε ο Χάρολντ Μπλουμ. Ένας ξεπερασμένος λαϊκιστής, ένας δεινόσαυρος, για όσους διαφωνούσαν μαζί του. Ένας φάρος ειλικρίνειας και ποιοτικών προδιαγραφών, για όσους συμφωνούσαν.
Με αντίστοιχη επιθετικότητα είχε κάνει ο ίδιος το πρώτο Μπλουμ στα ύδατα της κριτικής. Με επιθέσεις στην κυριαρχία τότε του Έλιοτ και των Νέων Κριτικών, που αναδείκνυαν Άγγλους μεταφυσικούς ποιητές εις βάρος των Ρομαντικών. Στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ υπήρξε μαθητής του M.H. Abrams, που είχε θητεύσει στον I.A. Richards στο Κέμπριτζ. Συγγραφέας κρίσιμου βιβλίου (The Mirror and the Lamp, 1953) για τον Ρομαντισμό πριν ξαναγίνει της μόδας και επιμελητής (για τις επτά πρώτες εκδόσεις, πριν αναλάβει ο Stephen Greenblatt) της καθοριστικής, στη δημιουργία κανόνα, ανθολογίας αγγλικής λογοτεχνίας των εκδόσεων Norton, ο Έιμπραμς επίσης είχε μαθητές τη μετα-αποικιακής στόχευσης κριτικό Gayatri Spivak και τους σπουδαίους πεζογράφους Γουίλιαμ Γκας και Τόμας Πίντσον. Διασκευή της διατριβής του Μπλουμ στο Γέιλ ήταν το πρώτο βιβλίο του, για τον Σέλλεϋ (Shelley’s Mythmaking, 1959). Ακολούθησαν Γέιτς, Ουάλας Στίβενς και άλλοι.
Γύρω στα τριανταπέντε του, βαθιά κατάθλιψη που κράτησε χρόνια τον οδήγησε σε εμμονική ανάγνωση του Φρόυντ. Μια θεωρία για την ποίηση προέκυψε από ένα εμπνευσμένο από εφιάλτη επικό ποίημα που είχε αρχίσει να γράφει. Το έργο που τον καθιέρωσε ήταν Το άγχος της επιρροής (The Anxiety of Influence, 1973) ή Η αγωνία της επίδρασης, όπως δημιουργικά το απέδωσε ο Δημήτρης Δημηρούλης. Ένας ποιητής, υποστήριξε ο Μπλουμ, ανταποκρίνεται και αμύνεται εναντίον προηγούμενων ποιητών. Η ποίηση είναι μια παρανάγνωση όσων προηγήθηκαν, τα οποία σφετερίζεται σε μια αδίστακτη διαπάλη κάθε νέας δημιουργίας μαζί τους. Όπως ο γιος αρνείται τον πατέρα, έτσι ο ποιητής επιχειρεί να επισκιάσει τους προγόνους του, για να μπορέσει να δημιουργήσει, παραλείποντας το χρέος του. Υπάρχουν σαφή παραδείγματα, ιδίως από τους Ρομαντικούς. Η θεωρία αυτή επανέφερε στην ποίηση ιστορικό περιβάλλον και πρόθεση, που είχε εξοβελίσει η Νέα Κριτική. Σε μια φροϋδική διαπάλη, η διάκριση μεταξύ ζωής της τέχνης και τέχνης της ζωής απαλείφεται. Θέματα επιρροής συνέχισαν να τον απασχολούν, όπως ιδίως στο βιβλίο The Anatomy of Influence (2011), που πρόωρα αποκάλεσε κύκνειο άσμα.
Από τη στιγμή που ιστορία και κοινωνικό περιβάλλον επανέρχονται, δεν είναι προφανές αν υπάρχουν ή όχι όρια στην επίδρασή τους. Είναι εύλογο ένας (δυτικός λογοτεχνικός) κανόνας να αναδεικνύεται σε εργαλείο ηγεμονίας πολιτιστικής και κατά συνέπεια πολιτικής, σε μια οικουμενικών διαστάσεων «απάτη» που επιβραβεύει καταπίεση και διακρίσεις εθνικές, εθνοτικές, κοινωνικές, φύλου, προτιμήσεων και ταυτότητας. Το να επιμένει κάποιος, όπως ο Μπλουμ, ότι ένα λογοτεχνικό έργο δεν αποτελεί κοινωνικό ντοκουμέντο που διαβάζεται για το πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενό του, αλλά στοιχείο αισθητικής απόλαυσης, δεν συνιστά υπεράσπιση των ετεροτήτων του λόγου, αλλά ανήθικη, νεορομαντική και παλιομοδίτικη μέθοδο επιστράτευσης στερεοτύπων περί δημιουργίας και μεγαλοφυίας, για όσους αδυνατούν να τον ανεχθούν.
Η αντιπαράθεση επιδεινώνεται καθώς επιστρατεύονται χαρακτηρισμοί, όπως στην περίπτωση του Μπλουμ, που, δίκην φυλλαδιογράφου, Γκράουτσο-Μαρξιστή και όχι της σχολής Καρλ αποκαλούσε τον εαυτό του, ενώ με καυστικότητα αναφερόταν σε βραβευμένες γυναίκες συγγραφείς όπως η Ντόρις Λέσινγκ ή η Άλις Γουόκερ, που δεν χωρούσαν στο δικό του πάνθεον περίπου 850 συγγραφέων, με υψηλές θέσεις για τη Βιρτζίνια Γουλφ, την Έμιλυ Ντίκινσον ή την Τζέιν Ώστεν. Τα «τμήματα αγγλικών», έλεγε, θα γίνουν «τμήματα πολιτιστικών σπουδών», όπου κόμικς του Μπάτμαν, πάρκα των Μορμόνων, τηλεοπτικές εκπομπές και μουσική ροκ θα αντικαταστήσουν τον Τσώσερ, τον Σαίξπηρ και τον Γουέρντσγουερθ. Λίγα μαθήματα θα συνεχίσουν να προσφέρονται, όπως συμβαίνει με τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά.
Είναι αλήθεια ότι το ευρύ κοινό διαρκώς προτιμά σκοτεινούς προφήτες, που του δίνουν κουράγιο λέγοντας ότι όλα υποβαθμίζονται και δεν είναι πλέον όπως, υποτίθεται, ήταν κάποτε. Πρόκειται για μια εμπλοκή ανασφαλούς «άγχους» και ασφαλούς «επιρροής», η κανονικότητα της οποίας συνήθως διαφεύγει, καθώς προεξάρχει το εξής οξύμωρον, όχι μόνο σε σχέση με τη λογοτεχνία: ο «ελιτισμός» ενός κανόνα για όλε/ους να υποστηρίζεται από «λαϊκιστές», όπως ο Μπλουμ, που ως πέμπτο παιδί ενός εργάτη υφαντουργίας περηφανευόταν για την ομοιότητά του με τον κωμικό Zero Mostel, ενώ ο «λαϊκισμός» εναλλακτικών επιλογών υπερηφάνως να υποστηρίζεται από ένα πνευματικό ιερατείο πανεπιστημιακών «ελίτ».
Όταν επανερχόταν στο πάθος του για τη λογοτεχνία, ο Μπλουμ έλεγε ότι, ως καταλογογράφος συγγραφέων με αξία κατά την άποψή του, δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να απαντά σε ένα ερώτημα: Στον λίγο χρόνο που έχουμε, τι να διαβάσουμε; Συνήθως βέβαια πρόσθετε και ένα «πρέπει», που πάλι δυναμίτιζε το κλίμα προβάλλοντας ηρωικές μορφές. Τίποτε και όλα (δεν πρέπει) να τα διαβάζουμε. Πράγματι είναι σπουδαίος ο Σαίξπηρ, αλλά, από το πώς αναδεικνύεται η σπουδαιότητα των όσων λέγονται και της γλώσσας του, δημιουργείται ή όχι η ψευδαίσθηση ότι έτσι εξηγείται η κυριαρχία των αγγλικών, λες και δεν υπήρχε βρετανικός στόλος – με έναν τρόπο παρόμοιο με το πώς ο Αριστοτέλης εξηγεί την κυριαρχία των ελληνικών για όσους ξεχνούν ότι υπήρξε δάσκαλος ενός Αλέξανδρου. Αντιθέτως από έναν ποιητή όπως ο Ώντεν, ο Μπλουμ νόμιζε ότι η ποίηση αλλάζει τον κόσμο. Εν πάση περιπτώσει όμως, ο Σάμιουελ Τζόνσον θα ήταν μάλλον ευτυχής που μεταξύ αγαπημένων λέξεων του Χάρολντ Μπλουμ ήταν οι λέξεις askesis και kenosis.

Το σπανάκι στο εδώλιο



Επέτειος: 90 χρόνια Ποπάι

Ποιος θα το φανταζόταν ότι ένας από τους (πολλούς) χαρακτήρες κάποιου κόμικ-στριπ, θα γινόταν μια μέρα τόσο διάσημος, ώστε να αποτελέσει σήμα κατατεθέν όχι μόνο του κομικ-στριπ, αλλά και της τροφής που έτρωγε; Ήταν ένας ναυτικός που κάπνιζε πίπα, είχε μυώδη, υπερμεγέθη μπράτσα και έτρωγε μόνο σπανάκι. Από την πρώτη στιγμή, το κοινό λάτρεψε τον Ποπάι και η λατρεία αυτή μετράει, αισίως, 90 χρόνια.
Το πιο διάσημο ναυτάκι των εικονογραφημένων σελίδων έκανε την πρώτη του εμφάνιση στις 17 Ιανουαρίου 1929, στο κόμικ-στριπ «Thimble Theatre» (Θέατρο Δαχτυλήθρας) που σχεδίαζε, ήδη μία δεκαετία, ο Έλζι Κράισλερ Σίγκαρ. Για αυτό το λόγο, εκτός από τα 90ά γενέθλια του Ποπάι, εορτάζονται παράλληλα και τα «στρογγυλά» γενέθλια της σειράς που τον ανέδειξε. Μάλιστα, το μήνα που διανύουμε συμπληρώνονται 100 χρόνια από την πρώτη δημοσίευση του «Thimble Theatre», στις 19 Δεκεμβρίου του 1919.
Η διπλή επέτειος, ωστόσο, αμαυρώνεται εξαιτίας ενός πλήγματος που έχει δεχτεί ο ακατάβλητος πρωταγωνιστής και αφορά το θαυματουργό σπανάκι. Η ενέργεια που τού χαρίζει, κάθε φορά που το καταπίνει (αμάσητο) από την κονσέρβα, συνέβαλε αποφασιστικά στην εκτίναξη των πωλήσεων του προϊόντος στην Αμερική – και όχι μόνο. Πολλοί υποστηρίζουν ότι το σπανάκι διαφημίστηκε ως η σούπερ τροφή τη δεκαετία του ’30, από μία κυβέρνηση που προσπαθούσε απελπισμένα να ταΐσει το βυθισμένο στην οικονομική κρίση αμερικανικό έθνος. Με τον δημοφιλή Ποπάι να γίνεται σημαιοφόρος αυτής της διατροφικής καμπάνιας.
«Είμαι δυνατός ως το τέλος, γιατί τρώω το σπανάκι μου», ήταν –και παραμένει– η επωδός του ήρωα. Λάθος συμπέρασμα και fake new, είναι η απάντηση που δίνει η ιστορική έρευνα και οι επιστημονικές μελέτες. Στην πραγματικότητα, η απατηλή εντύπωση για τις ιδιότητες του φυτού οφείλεται σε κάποιο αριθμητικό λάθος. Πιο συγκεκριμένα, η ποσότητα του σιδήρου που περιέχει το σπανάκι υπολογίστηκε λανθασμένα από ένα Γερμανό χημικό, που έχασε ένα δεκαδικό (αλλά κρίσιμο) σημείο στις μετρήσεις του.
Το 1870, ο Έριχ φον Βολφ αναζητούσε την ποσότητα του σιδήρου στο σπανάκι και άλλα λαχανικά. Καθώς καταχωρούσε τα ευρήματα στο σημειωματάριό του, έγραψε λάθος ένα δεκαδικό σημείο. Το αποτέλεσμα ήταν να εμφανίσει το σπανάκι περιεκτικότητα σιδήρου δέκα φορές μεγαλύτερη απ’ ό,τι είναι στην πραγματικότητα. Εξαιτίας αυτού του λάθους, τα 3,5 χιλιοστόγραμμα εκτινάχθηκαν στα 35, προξενώντας τη λαϊκή παρερμηνεία ότι το σπανάκι είναι ιδιαίτερα υψηλό σε σίδηρο, πράγμα που δυναμώνει το σώμα.
Ενώ όμως, το λάθος του Γερμανού χημικού εντοπίστηκε και διορθώθηκε το 1937, το σπανάκι διατήρησε τη φήμη του, ίσως χάρη στον Ποπάι και την… εμμονή του σε αυτό. Η ισχύς και η διάρκεια αυτής της παρερμηνείας εξετάστηκαν από τον Σάμιουελ Άρμπεσμαν, στο βιβλίο του «Η μισή ζωή των γεγονότων: Γιατί όλα όσα γνωρίζουμε έχουν ημερομηνία λήξης». Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ως παράδειγμα τον Ποπάι, για να δείξει πώς οι άνθρωποι έχουν την τάση να αγνοούν μεταγενέστερα αποτελέσματα και αποδείξεις, επιμένοντας παρόλο που έχουν λάθος. Σύμφωνα με τον Άρμπεσμαν, η αιτία της εξάπλωσης αυτών των λαθών που οδηγούν σε ακλόνητους μύθους, οφείλεται στο ότι αποδεχόμαστε ευκολότερα ένα «γεγονός» που ακούγεται σωστό, αντί να το ψάξουμε περισσότερο και βαθύτερα.

Σαν να μην έφθαναν όλα τα παραπάνω, ήλθε εφέτος, μεσούσης της διπλής επετείου για τον ήρωα και τη σειρά, ένα ακόμα πλήγμα στην αγαπημένη τροφή του Ποπάι. Σύμφωνα με την ειδησεογραφία, επιστήμονες του Ινστιτούτου Φαρμακευτικής του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Βερολίνου, πρότειναν να καταχωρηθεί το σπανάκι μεταξύ των απαγορευμένων ουσιών για αθλητές, λόγω της εκδυστερόνης που περιέχει. Πρόκειται για μια ορμόνη που ενδέχεται να έχει φαινόμενα στεροειδούς και βρίσκεται στο σπανάκι. Στη μελέτη τους, που διήρκεσε δέκα εβδομάδες, ελέγχθηκαν 50 αθλητές και βρέθηκε ότι εκείνοι που έπαιρναν κάψουλες με αυτή την ορμόνη, ανέβασαν τις επιδόσεις τους μέχρι και τρεις φορές. Απαραίτητη διευκρίνιση: κάθε κάψουλα περιείχε εκδυστερόνη σε ποσότητα ίση με σχεδόν πέντε κιλά σπανακιού.
Έχει λοιπόν δίκιο τελικά ο Ποπάι που αποκτά υπέρ-φυσικές δυνάμεις κάθε φορά που τρώει σπανάκι; Και σε αυτή την περίπτωση, ο μύθος χωλαίνει. Το σπανάκι, διδάσκει η επιστήμη, περιέχει ουσίες που παρεμποδίζουν την απορρόφηση του σιδήρου. Ανάμεσά τους και το οξαλικό, για το οποίο λέγεται ότι μετατρέπει το περισσότερο σίδηρο που έχει το σπανάκι, σχεδόν άχρηστο για τον ανθρώπινο οργανισμό. Πώς εκλαμβάνουν όμως, οι φανατικοί θαυμαστές του Ποπάι τέτοιες οδυνηρές διαψεύσεις; Μια από τις πιο ψύχραιμες απαντήσεις δίνει από το μπλογκ του ο Αμερικανός Γκαζ Σμιθ: «Παρόλο που όλοι “ξέραμε” ότι το σπανάκι δεν είχε περισσότερο σίδηρο, ας πούμε από το μπρόκολο ή το λάχανο, είχαμε γενικά την τάση να θεωρούμε ότι ήταν το καλύτερο για εμάς. Δεν είμαι σίγουρος, πάντως, ποιος θα γελάσει τελευταίος σε αυτή τη διαμάχη. Ίσως είναι ένα προειδοποιητικό σήμα για όσους κάνουν βιαστικούς ελέγχους. Ίσως πάλι, να έχει δίκιο ο Ποπάι όταν λέει ότι μένει δυνατός ως το τέλος, χάρη στο σπανάκι. Ρωτήστε γι’ αυτό τον Μπρούτο!»  


Περιστέρια και κομμώτριες

Ίσως αλλιώς να εξηγούν το γεγονός ερωτευμένοι και φυλακισμένοι, που μηνύματά τους έχουν μεταφέρει περιστέρια. Ίσως θεωρούν ότι κάποια μηνύματα έρωτα ή ελευθερίας, που χάνονται, κάνουν τα περιστέρια τα οποία ζουν σε πόλεις να χάνουν τα δάχτυλά τους πιο συχνά από πουλιά που ζουν στην εξοχή. Ερωτευμένοι όμως με την επιστήμη τους ή φυλακισμένοι στα πλέγματα των διατυπώσεών της, οι ερευνητές προσεγγίζουν αλλιώς το ερώτημα. Υποθέτουν ότι ακρωτηριασμοί που παρατηρούνται σε περιστέρια σε αστικό περιβάλλον οφείλονται σε κάποια ασθένεια ή αντίδραση σε χημικές ουσίες, που αφειδώς εκλύουν στο περιβάλλον οι άνθρωποι.

Ομάδα ερευνητών από το Εθνικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Γαλλίας και το Πανεπιστήμιο της Λυών κατέγραψε ακρωτηριασμούς που είχαν υποστεί περιστέρια σε 46 τοποθεσίες στο Παρίσι. Σε περιοχές με αυξημένη μόλυνση τα περιστέρια είχαν λιγότερα δάχτυλα ασφαλώς. Ποιος ήταν όμως ο απρόβλεπτος συσχετισμός που διαπίστωσαν; Περισσότερα δάχτυλα έλειπαν από τα περιστέρια εκείνα που ζούσαν σε μέρη στο Παρίσι με αυξημένη «πυκνότητα κομμωτριών», σύμφωνα με μελέτη που πρόσφατα δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Biological Conservation, όπως αναφέρει το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων. Το συμπέρασμά τους; Πουλιά πιο συχνά χάνουν δάχτυλα όταν μπλέκουν με ανθρώπινα μαλλιά.

Η ιστορία της ανθρώπινης κόμμωσης ίσως δεν συνιστά μόνον ιστορία του ανθρώπου, αλλά και του περιβάλλοντός του. Υφέρπει πόλεμος ενώ χτενίζονται πριν από τη μάχη. Από ανατολή σε δύση βασιλεύουν κομμώτριες και μπαρμπέρηδες όχι μόνον στη Σεβίλλη, ενώ φαλακρά μωρά περιμένουν να έρθει η σειρά τους. Πληροφορίες για το μέλλον τσιμπολογούν τα περιστέρια.

1930 : Ελληνική Βιομηχανία Ελαστικού


Θα λογαριάσουμε πως η ΕΛΒΙΕΛΑ παρήγαγε περισσότερα από πενήντα χιλιάδες ζευγάρια πάνινα αθλητικά παπούτσια με λαστιχένια σόλα τον χρόνο. Θα μπορούσε να ρίξει στην αγορά ως εκατό χιλιάδες ζευγάρια, αλλά οι αγοραστές πρόσεχαν τα παπούτσια της. Πολλοί έβγαιναν ξυπόλητοι από το σπίτι τους και τα φορούσαν όταν έφταναν εκεί όπου μπορούσαν να επιδείξουν ότι τα είχαν στα πόδια τους, ας μην είχαν κάλτσες να βάλουν. Πολλοί ξεσκόνιζαν το πάνινο άνω μέρος τους και έδιωχναν κάθε βρωμιά απλώνοντας στουπέτσι, που ξανάδινε το λευκό χρώμα, λαμπερό σαν τα παπούτσια να ήταν καινούρια. Και η σόλα από εύκαμπτο ελαστικό με ραβδώσεις για να μη γλιστράει, έτριζε όταν τριβόταν στο παρκέ των διαμερισμάτων. Και τα λευκά κορδόνια, που περνούσαν σταυρωτά από τρεις και τέσσερις τρύπες ώσπου να φτάσουν στην κορφή της γλώσσας του παπουτσιού, δένονταν με προσοχή: να είναι ο κόμπος ισομοιρασμένος.
Αυτά τα παπούτσια λέγονταν πια «ελβιέλες». Ελάχιστοι ήξεραν πως η εταιρία ανήκε στους Μικρασιάτες Νικόλαο Μαυροφίδη και Νικόλαο Αγνιάδη, ούτε ενδιέφερε ότι είχε ιδρυθεί το 1930 ή εκεί γύρω. Κανένας δεν θυμόταν πως είχε παραμείνει ανενεργή σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής, πως ο ιδρυτής Νικόλαος Μαυροφίδης είχε πεθάνει το 1944 και πως το μερίδιό του είχε περάσει, κληρονομικώ δικαιώματι, στους γιους του Αιμίλιο και Στέφανο. Κανένας όμως δεν αγνοούσε πως τα παιδιά που γεννήθηκαν από το 1950 και ως το 1961 δεν γινόταν να μην είχαν φορέσει ένα, έστω, ζευγάρι «ελβιέλες». Κανενός το βλέμμα δεν είχε αποφύγει να προσέξει τις «ελβιέλες» στα πόδια των κοριτσιών στο μάθημα της γυμναστικής και στις παρελάσεις.

Όταν η εταιρία σταμάτησε οριστικά τη λειτουργία της στα μέσα του 1961, καθώς υπέστη γενική κατάσχεση λόγω χρεών σε τράπεζες και ιδιώτες πιστωτές, ο Σωτήριος Μαυροφίδης, γιος του Αιμίλιου, ασπάσθηκε τον Καθολικισμό, έφτασε στο Ποντιφίκιο Ελληνικό Κολλέγιο του Αγίου Αθανασίου στη Ρώμη για πατερικές σπουδές και, με την ευλογία του Κυρίου, χειροτονήθηκε ιερέας και έγινε ο πατήρ Σαλβατόρε. Φόρεσε σανδάλια και φύλαξε τις «ελβιέλες» του στην στενή ντουλάπα του χριστιανικού κελιού του. Κατά τη γνώμη του, η ΕΛΒΙΕΛΑ είχε πουλήσει πάνω από δύο –πες τρία– εκατομμύρια «ελβιέλες» στη διάρκεια του προσκαίρου γήινου βίου της. Είχε ποδέσει όλα τα χριστιανόπουλα της Ελλάδας, ασχέτως θρησκευτικού δόγματος. Ήταν αμαρτία που είχε χρεωκοπήσει. Άγνωστες όμως οι βουλές του Κυρίου.

Μικρά πραγματεία (ή μήπως κι ελεγεία;) περί του αριθμού 5...

Το 5 είναι πριν το 6 και μετά το 4 ως γνωστόν άλλη θέση δε χωρεί στην ακολουθία των ρητών αριθμών κι αρρήτων συνόλων.
Το 5 ως ομάδα δακτύλων παλάμης ανοιχτής, επιβράβευση διαδηλώνει που άλλοι τη λεν και μονόχειρη μούντζα διότι υπάρχει και η διπλή του Λάμπρου Κωνσταντάρα στις ελληνικές ασπρόμαυρες ταινίες.
Του ταυρομάχου Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας 5 ήταν ώρα που την έφαγε με τα κέρατα του ταύρου στο λαγαρό για να τον θρηνήξει αμέσως ο Λόρκα κι αργότερα αργότερα όταν χαθήκαν των εμφυλίων τα κότερα, ο Μ. Θεοδωράκης τη συνοδεία διαφόρων αοιδών(ων).
Το 5θλον παρά τοις αρχαίοις ημών προγόνοις αποτελούνταν από άλμα εις μήκος, ακοντισμό, δισκοβολία, στάδιον και πάλη(ς) ξεκίνημα νέοι αγώνες κ.λπ.

Το δημοκρατικόν προαγωγικόν 5 ήταν η ύψιστη κατάκτηση του μεταπολιτευτικού φοιτητικού συνδικαλισμού ότε οι μηδήσαντες και μη (καλού κακού ποτέ δεν ξέρεις) καθηγητές περιδεείς προήγαγον τους φοιτητές πιεζόμενοι από τις οικείες ενοχές και τους πατεροφοιτητές της μεταπολιτεύσεως.
Επίσης το πέντε (5) είναι στην μέση του δέκα και της δημοτικής μπαλάντας, μίας ακολουθίας στίχων κι ήχων πότε προς τα κάτω και πότε προς τα άνω του δημώδους τραγουδιού «Το αηδόνι». Λ.χ. «Ας το πούμε πέντε, Πέντε δάχτυλα στο χέρι -Τέσσερα αααα, Τρία η αγιάτριάδα, Δύο πέρδικες στα πλάγια, Ένα είν’ τ’ αηδόνι κι αυτό το Μάη λαλεί...». Και δώστου απ’ την αρχή το ανεβοκατέβασμα στου καλού ήχου τη σκάλα. Κάλλιο 5 και στο χέρι παρά Δέκα και περίμενε λέγει προνοητικά ο λαός των νεοελλήνων Ελλήνων.
Το 5αρι Παπαστράτος (και δεν κάπνιζα) το οποίο μου φαίνεται πως ένα τέτοιο μας χάρισαν ως αμοιβή όταν γυρίζαμε το έργον του κυρ κ. Μ. Κακογιάννη «Ιφιγένεια» κ.λπ. στην παραλία της Κορίνθου, εγώ κι άλλοι 7999 (8000 σύνολον) νεοσύλλεκτοι στρατιώτες ολόγυμνοι κεκαρμένοι εν χρω ενώπιον των ενδεδυμένων κυριών Ειρήνης Κλυταιμνήστρας Παπά και Τατιάνας Ιφιγένειας Παπαμόσχου.

– Θεέ μου τι έβλεπαν οι κινηματογραφικές θεές μας!

  5άκις παρά μία (1) ήτο η ποινή κι εκτέλεσις του δράκοντος του Σέιχ Σου Αριστείδου Παγκρατίδη, το γένος Κοροβίνη. – «Μάνα» ή μήπως Μανούλα, «είμαι αθώος» εφώνησε ενώπιον του εκτελεστικού αποσπάσματος. Από τότε μου μένει η απορία: καλά 4 φορές τον σκότωσαν («Τετράκις εις θάνατον» η απόφαση έλεγε) δηλ. τον σκότωναν έπεφτε χαμαί αυτός, τον σήκωναν πάλι και τον σκότωναν εκ νέου κ.λπ. ή κατά συγχώνευσιν, όπως γίνεται με τις ποινές στα Πλημμελειοδικεία της χώρας κατά συγχώνευσιν μια φορά του την άναψαν και πάρτον κάτω· «όι όι όι μάνα μ...» Κ.λ.π....
Αλλά όλα αυτά (και κάποια άλλα) «είναι φιλολογίες» που είπε κάποτε τον καιρό των εγχρώμων ψηφοδελτίων, ο Χαρ. Φλωράκης «ας προχωρήσουμε στη ψηφοφορία» δια να εκλεγεί ο κύριος Κύριος Χρ. Σαρτζετάκης πρόεδρος της ελληνικής δημοκρατίας και βάλε.

        Ας μπούμε στο θέμα.

Τα εν άστει (Θεσσαλονίκης) Διονύσια ήταν σινεματογράφος επί της οδού Αγίας Σοφίας (τώρα πλατειοπεζόδρομος φαρδύς) στην δεξιά όχθη όπως κατεβαίνουμε προς τη θάλασσα του Θερμαϊκού. Σήμερα στο Goοgle ορίζεται ως: «Τα Διονύσια» κρίνονται ως το τελειότερον οικοδόμημα (το 1926 ξεκίνησε) του είδους εν Ανατολή και από απόψεως αρχιτεκτονικής και από απόψεως διακοσμήσεως. Περιλαμβάνει μετά των θεωρείων 1000 καθίσματα». Εκείνη τη βδομάδα του σωτηρίου έτους 1972 έπαιζε το λίαν ερεθιστικόν έργον «5 λυσσασμένες για...». Με αποσιωπητικά που δηλώνουν κατά την γραμματική τάξιν πως κάτι το αποσιωπούμε σκόπιμα, πως δεν θέλουμε, λέει, να το αναφέρουμε (εύκολα, βέβαια, εννοείται), ή είναι κάτι που δε λέγεται εύκολα, λ.χ.: «τα μεταξωτά βρακιά θέλουν και επιδέξιους…» Αυτές οι ταπεινές τελείες είναι που μας συνεκίνησαν, τι λέω μας άναψαν...

        Ανάλυση.

Το αριθμητικό 5 είναι αριθμός χορταστικός ως σύνολον. Ενωμένα δάχτυλα αποτελούν τη λεγόμενη χούφτα εξού και το χουφτώνω, ανοιχτά μουντζώνω (ή επιβραβεύω κατά περίστασιν)· μαζεμένα σφιχτά δε συνθέτουν το λεγόμενον: «5 νομάτοι με ένα μάτι, φούσκωναν ένα δερμάτι» παροιμία περίφραση του ρήματος (και ουσιαστικού) που κυριαρχεί σε κάθε πτυχή του ατομικού βίου και πιθαμή του συλλογικού μας είναι.
Το «λυσσασμένες ως εκ του πληθυντικού τους γένους είναι θηλυκές γυναίκες, γάτες, σκύλες, σκρόφες (γουρούνες). Κάποτε στο χωριό ένα «σκλι» λυσσασμένο, είπαν, δάγκωσε μια κοπέλα και μας έπιασε φόβος μέγας (τι ήταν αυτό το φρικώδες;) σε κάθε άκουσμα της λέξης· ζούσαμε και στην ύπαιθρο κι εκεί ήταν ξαμολημένα διάφορα τετράποδα και μερικά εξ ίσου λυσσάρικα δίποδα. Οι συνέπειες του δαγκώματος: αφροί εν στόματι, σπασμοί εν σώματι, λόγια ξεμέτοχα πέρα από κάθε όριο ευπρέπειας, δύναμη σωματική ανεξέλεγκτη, επιθυμίες αχαλίνωτες. Έγινε καλά ευτυχώς και δόξα Τον. Κατά παρέκτασιν έχουμε τη λυσσάρα που περιγράφει κυρίως άνθρωπον θηλυκόν στο γένος με πόθους έρωτος ασίγαστους (ως πράξη και διάπραξη).
Τα αποσιωπητικά όμως ήταν όλα τα λεφτά –και όλα τα κιλά– ποια κιλά δηλαδής που η κοιλιά εφάπτετο της ράχης τότε, ενώ τώρα ως γαστέρα γλυκύτατου αρχιμανδρίτου φαντάζει, που δεν σου επιτρέπει να δεις τον κάτω κόσμο σου. Οι 5 δραχμές του εισιτηρίου εισόδου στο σινεμά ήταν όσο και το εισιτήριον της θύρας 4 στο γήπεδον της Τούμπας τω καιρώ εκείνω της φοιτητικής διεγερσεξεγέρσεως ως σωμάτων και πνευμάτων. Τα αγοράζαμε φοιτητάρια ποδοσφαιροπαοκαυλωμένα από το πρακτορείον λαχνών του κ. Κουιρουκίδη παλαιάς δόξης του Πάοκ στα λουλουδάδικα λίγο παρακάτω από κει που σκότωσαν κανονικά τον Λαμπράκη, στο οδικόν τριόδιον Σπανδωνή, Ερμού, Βενιζέλου· αλλά και από το επί της Εγνατίας πρακτορειακόν καθίδρυμα του κ. Γεωργίου Κούδα, (ελατρεύετο Αυτός ως άγιος μέγας Αλέξανδρος), τέλος δε από τη μικρή θυρίδα στα γραφεία του φοιτητικού συλλόγου της Νομικής που κατείχαν δικτατορικώ δικαίω κάτι διορισμένα όντα.

Ουφ, επιτέλους... μπαίνουμε / μέσα αιδοιομ@νούντες / «5 Λυσσασμένες για...» αυτές / 1 έως 2 ξελιγωμένοι για ...ημείς / Πιάνουμε 2 από τις 1000 θέσεις / Αραιόν πλην ομοιοπαθές το θεατήριον / Αρχίζει η προβολή τα φώτα σβήνουν / Μυρωδιά αλευρόμυλου / «Η οθόνη βουλιάζει σαλεύει το πλήθος» / στα καθίσματα νευρικότης. / (A, η υ-στερημένη μας νεότης) / Εις μάτην περιμέναμε σκηνή τη σκηνή / κάτι να συμβεί που θα δικαιολογούσε / τα αποσιωπητικά τουλάχιστον / ή ό,τι τέλος πάντων νομίζαμε πως σημειολογούσαν.
Στο σκοτάδι κι «Ακαρτέρει κι ακαρτέρει / Το ένα εχτύπα τ ΄άλλο χέρι» / όταν FIN στο πανί εσημειώθη / – Όχι ρε π@στη μου / οι 5 καριόλες ήταν λυσσασμένες / για χρυσάφι και μόνον κι εντελώς ατόφιο / ή σε λίρες και άλλα συγγενή νομίσματα / Και τίποτα άλλο μα τίποτα! / Στέγνωσαν οι γλώσσες μας / «Η ψυχή μας αλλιώτεψεν».

Ηττημένοι πήραμε το δρόμο της επιστροφής σαν τους νικημένους οπαδούς του Ηρακλή. Δώσαμε σιωπηλό ραντεβού για του χρόνου τέτοιο καιρό στο Πολυτεχνείο της Πολυτεκνικής Θεσσαλονίκης και περιχώρων.

1931 Ιωάννινα. Ο κινηματογράφος

Ο Νικηφόρος Ρόβας του Ευαγγέλου ήταν δεκατριών χρονών το 1930. Είχε αρχίσει να δουλεύει μπακαλόπαιδο πριν κλείσει τα δέκα και το αφεντικό τον πλήρωνε με λίγα μετζίτια, τούρκικα λεφτά, που κυκλοφορούσαν ακόμα, ας είχαν περάσει χρόνια από την απελευθέρωση της πόλης. Στο μαγέρικο, τα μετζίτια είχαν πέραση: κάμποσες κουταλιές τραχανά. Ο Νικηφόρος παράτησε το μπακάλικο, επειδή του άρεσε ο κινηματογράφος. Καθόταν στο δωματιάκι της προβολής, άλλαζε τα καρβουνάκια και απολάμβανε, έκανε τον βοηθό. Δύο αίθουσες υπήρχαν, η μία στο κέντρο της πόλης, η άλλη στην άκρη. Και μόλις τελείωνε η ταινία στο κέντρο, ο Νικηφόρος φορτωνόταν τις μπομπίνες και τρέχοντας τις πήγαινε στην άκρη. Η παράσταση στο κέντρο έληγε νωρίς, να προλάβουν οι νοικοκυραίοι να επιστρέψουν στο κονάκι τους για οικογενειακό δείπνο. Στην άκρη, ο κινηματογράφος αργούσε να παίξει: να έχει νυχτώσει για τα καλά, να έχουν ξεκολλήσει οι φτωχοί και οι εργάτες από τα καφενεία, να έχουν φορέσει τα καπέλα τους οι λιμοκοντόροι, να έχουν φτάσει και οι λεγάμενες, που θα εξασφάλιζαν ζεστό φαϊ αργότερα, αν δεν εξασφάλιζαν αμοιβή του κόπου τους. Και εκεί ο Νικηφόρος ήταν βοηθός: έβλεπε την ίδια ταινία σαν να την έβλεπε για πρώτη φορά. Δεν ξεχνάει σήμερα, στα ενενήντα έξι χρόνια του, πως η ταινία ήταν σοβιετική και έδειχνε τους προλετάριους που αγωνίζονταν για τον κομμουνισμό ενάντια στο κεφάλαιο και στους ανήθικους κεφαλαιούχους. Ήταν προπαγάνδα, το Κόμμα τις έστελνε στα Γιάννενα, επειδή εκεί υπήρχαν προλετάριοι και μορφωμένοι Εβραίοι, που μελετούσαν τον Κομμουνισμό. Έδειχνε η ταινία τον κόμη Πατσούροφ να προσβάλει την υπηρέτριά του Μαρία Φιλίπποβνα, που ήθελε να την καταστήσει ερωμένη του. Και την ώρα που την άρπαξε και προσπάθησε να της αφαιρέσει το φόρεμα, μια μπαταριά ακούστηκε, οι θεατές πίστεψαν πως ο άτιμος κόμης Πατσούροφ έβρισκε την τιμωρία του, αλλά η ταινία συνεχιζόταν, ο μπάρμπα-Θύμιος, που καθόταν μπροστά, είχε βγάλει το κουμπούρι του και είχε ρίξει στο πανί να ξεκάμει τον ανήθικο εκμεταλλευτή. Η ταινία όμως συνεχιζόταν και φαίνονταν οι τρύπες στο πανί. Δεν ξεχνιούνται τέτοια πράγματα. Δεν ξεχνιέται πως ο αγώνας συνεχίζεται, ας πέρασε είκοσι πέντε χρόνια στα «κολέγια», πάει να πει στις φυλακές ο Νικηφόρος: Μακρόνησο, Γιούρα, Λέρο, Άη Στράτη, Κέρκυρα, Νιο, Φολέγανδρο, Κεφαλονιά, Σπάρτη, Λήμνο, Καβάλα, Λάρισα, Τρίκαλα, Μεταγωγών και άλλες πόλεις που δεν θυμάται, περασμένα ξεχασμένα.


Ο Xρόνος, κατά Μπόρχες, αποτελεί την ουσία της ύπαρξής μας, γιατί διαστέλλεται στο λόγο, παγώνει στην εικόνα και συστέλλεται στον ήχο.  Συνεπώς, ο Χρόνος υπάρχει πραγματικά μόνο στη διαδικασία της αναπνοής.
Αυτές τις άδηλες αναπνοές καταγράφει ψηφιακά κάθε μήνα το περιοδικό «Χάρτης» που, με την στήριξη των συνεργατών, των αναγνωστών, των χορηγών και του εκδοτικού κόσμου ανεβαίνει, με το τεύχος αυτό, στον δεύτερο χρόνο κυκλοφορίας του.

————————————
Κ Α Λ Η   Χ Ρ Ο Ν Ι Α
————————————


Το θέατρο του ραδιοφώνου-Μυθολογία

[ AΘΗΝΑ 1962-1967 ]

Κάθε μέρα, εκτός Σαββάτου και Κυριακής, από το Έθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ), στις 11.30’ προ μεσημβρίας, όλα σταματούν σε σπίτια, σε γραφεία (στα κρυφά), σε δημόσιες υπηρεσίες (όχι τόσο κρυφά), σε ασφαλτοστρώσεις οδών, όπου δουλεύουν τα κομπρεσέρ, σε οικοδομές, όπου ανεβάζουν το σκυρόδεμα, στα πλοία «Kλεοπάτρα», «Σεμίραμη», «Θεοδώρα» με καπετάνιο τον Αλέξανδρο Μπάρα, για να ακουστεί το επόμενο ημίωρο επεισόδιο της «Πικρής μικρής μου αγάπης», ραδιοφωνικής σειράς, προσφοράς του απορρυπαντικού Tide, τον διαφημιστικό λογαριασμό του οποίου έχει η εταιρεία του Χρυσόστομου Παπαδόπουλου ΑΔΕΛ, στον τέταρτο όροφο επί της οδού Κολοκοτρώνη 11, όπισθεν της Παλαιάς Βουλής αφενός και πλαγίως του εκδοτικού οίκου Ίκαρος. Πριν και μετά την εκπομπή, δεν υπάρχει άλλο θέμα συζήτησης μεταξύ γυναικών κάθε ηλικίας και μεταξύ ανδρών κάποιας ηλικίας: τι είχε γίνει ως τότε, τι ήταν πιθανότερο να γίνει τώρα, το απορρυπαντικό Tide ήταν το καλύτερο, λεύκαινε τα ρούχα, η αποτελεσματικότητά του συνοψιζόταν ως εξής: «Όταν ο Αλέξης και η Βάνα συναντιούνται, συγκλονίζονται από έντονα συναισθήματα και νιώθουν να παρασύρονται στη δίνη ενός ακατανίκητου πάθους. Πριν προλάβουν, όμως, να ζήσουν την αγάπη τους, η σκληρή πραγματικότητα ανατρέπει τα δεδομένα και τους οδηγεί από το όνειρο στη φωτιά του μίσους. Θα καταφέρει ο έρωτας να νικήσει τα εμπόδια ή θα συντριβεί στη δύναμη του πεπρωμένου που αδυσώπητο παραμονεύει στο δρόμο τους; Μια ιστορία όλο συγκίνηση και πάθος, γεμάτη περιπέτειες, απρόοπτα και ανατροπές». Αστραφτερά τα ρούχα που πλύθηκαν με Tide, αστραφτερές, αν όχι εκτυφλωτικές, οι αγωνίες τέτοιας ιστόρησης.

Ο Βαγγέλης Γκούφας (1925-2016)

Ο συγγραφέας των επεισοδίων Βαγγέλης Γκούφας έφτανε πάντα βιαστικός στην ΑΔΕΛ, φορτωμένος με τις μπομπίνες της ηχογράφησης επόμενων επεισοδίων, την οποία είχε κάνει μόνος του και όδευε στον διάδρομο όπου η δεσποινίς Δέσποινα, πίσω από ένα ογκωδέστατο μαγνητόφωνο και μια ογκώδη γραφομηχανή, παραλάμβανε το φρέσκο υλικό, και λάβαινε ταυτοχρόνως την εντολή του συγγραφέα «Γράφε!» Η δακτυλογράφηση άρχιζε και ο χώρος παλλόταν από την ηχογραφημένη βροντώδη ή τσιριχτή φωνή του Βαγγέλη Γκούφα, που έπαιζε όλους τους ρόλους και διέκοπτε την αφήγησή του με σχόλια του είδους «Βάλε εδώ υπογράμμιση», «Σβήσε αυτό που έγραψες, γράψε αυτό που θα πω τώρα». Η Δέσποινα, περασμένης νεότητας, πατούσε ένα κουμπί με την βαριά σόλα του δεξιού παπουτσιού της, η μαγνητοταινία γρύλιζε πηγαίνοντας πίσω ή τρέχοντας μπροστά, έπρεπε να σταματάει πότε-πότε τη δακτυλογράφηση, να βγάζει το φαρδύ μαντήλι της από το φαρδύ συρτάρι του γραφείου της και να σκουπίζει τα δάκρυά της. Ο Βαγγέλης Γκούφας είχε υπόψη του την έντονη συναισθηματική ευαισθησία της Δέσποινας και, πριν την κορύφωση κάποιου δραματικού διαλόγου, συμβούλευε διακριτικώς: «Κλάψε εδώ για να μου πεις ότι είναι καλό να το απλώσω αλλού».

Οι ηθοποιοί πρωταγωνιστές, Στέφανος Ληναίος και Έλλη Φωτίου, ήταν άγνωστοι σχεδόν με τα πραγματικά ονόματά τους, επειδή ήταν γνωστοί από τους ρόλους τους: ο Αλέξης Φραγκόπουλος από εδώ, η Βάνα Βασιλειάδη από εκεί. Αξιοσημείωτο ότι η Δέσποινα είχε ορκιστεί να μην αποκαλύψει σε κανέναν, ούτε στον Θεό τον ίδιο, τι επρόκειτο να συμβεί «παρακάτω», όταν ο Βαγγέλης Γκούφας είχε μαγνητοφωνήσει αρκετά προσεχή επεισόδια και, συνεπώς, ήταν η μόνη που γνώριζε το μέλλον του έργου και τη μοίρα των ηρώων του.
Η Πικρή μικρή μου αγάπη κυκλοφόρησε σε 17 εικονογραφημένα πολυσέλιδα τεύχη σχήματος τσέπης. Η υπογραφή του εικονογράφου δεν διαβάζεται, δεν αποκλείεται όμως να πρόκειται για τον κύριο Βλων, ειδικό στο ρετούς, καθισμένο στο «Δημιουργικό» της ΑΔΕΛ, σε χαμηλό, αλλά φαρδύ σκαμνί, επί της επιφανείας του οποίου απλωνόταν ξεχειλωμένο από το βάρος του κυρίου Βλων μαξιλάρι, δίχως τρύπες από καύτρες τσιγάρων, οι οποίες προτιμούσαν το πανταλόνι του καλλιτέχνη, αφού η προσήλωση στο έργο του δεν του άφηνε περιθώρια να ρίχνει τη στάχτη του τσιγάρου του στο τασάκι. Έτσι και αλλιώς, το τασάκι ξεχείλιζε από αποτσίγαρα. Με ξύστρες, μολύβια χρώματος μαύρου Faber no2, Faber HB, με γομολάστιχες, με μολύβια μηχανικά, ο κύριος Βλων ομόρφαινε τις φωτογραφίες στις μακέτες των συσκευασιών του Tide, κάθε άλλου διαφημιζόμενου προϊόντος και φρόντιζε με ξεχωριστή επιμέλεια τις φωτογραφίες μοντέλων, ώστε να εξαφανίζονται ατέλειες του προσώπου, του βλέμματος, της κόμμωσης και, πολύ σοβαρότερο, να αμβλύνονται υποψίες γυμνού στήθους ή γυμνών μηρών, όταν επρόκειτο για διαφήμιση γυναικείων εσωρούχων, όπου η φαντασία έχει σημασία και όχι το αυταπόδεικτο της εντολής τους.
Η Ιστορία έχει στις δέλτους της το επώνυμο του κυρίου Βλων και όχι το όνομά του. Ομοίως, αμφιβάλει αν η Δέσποινα ήταν η δακτυλογράφος, άλλο όνομα ή επώνυμο δεν έχει βρεθεί, οπότε η Δέσποινα δεν απορρίπτεται. Ο Βαγγέλης Γκούφας υπολογίζει πως η «Πικρή μικρή μου αγάπη» ολοκληρώθηκε σε χίλια διακόσια επεισόδια, χωρίς τις επαναλήψεις, πολύ περισσότερα από τα 925, με τα οποία ολοκληρώθηκε «Το δικαίωμα να γεννηθείς» στην Κούβα. Ούτε επιβεβαιώνει ότι μερικές αυτοκτονίες της περιόδου 1962-1967 οφείλονται σε απελπισμένες ψυχές, που ζούσαν την αγάπη τους σαν να ήταν γλυκειά και μεγάλη. Ακόμα και πλοίαρχοι, όπως δηλώνει ο Αλέξανδρος Μπάρας:

Aν ήμουν εγώ πλοίαρχος, / ναι –si j’étais roi!– / αν ήμουν εγώ πλοίαρχος / στην “Kλεοπάτρα”, τη “Σεμίραμη”, τη “Θεοδώρα”, / αν ήμουν εγώ πλοίαρχος / με τέσσερα χρυσά γαλόνια / κι αν μ’ άφηναν στην ίδια αυτή γραμμή / τόσα χρόνια, / μια νύχτα σεληνόφεγγη, / στη μέση του πελάγου, θ’ ανέβαινα στο τέταρτο κατάστρωμα / κι ενώ θ’ ακούγουνταν η μουσική / που θα’ παιζε στης πρώτης θέσης τα σαλόνια, / με τη μεγάλη μου στολή, με τα χρυσά μου τα γαλόνια / και τα χρυσά μου τα παράσημα, / θα’ γραφα μιαν αρμονικότατη καμπύλη / από το τέταρτο κατάστρωμα μέσ’ στα νερά, /  έτσι με τα χρυσά μου, /  σαν αστήρ διάττων / σαν ήρως ανεξήγητων θανάτων.



Φωτοφοβίες: Σχετικά με ωσμώσεις επιστήμης & λογοτεχνίας

Αμέσως μετά τις γιορτές αρχίζουν τα προεόρτια της επόμενης επετείου. Καθώς κάθε αρχή αποτελεί συνέχεια, συνεχίζει να διαχέεται η μελαγχολία των εορτών που κορυφώνεται τις κρίσιμες ημέρες. Η διάχυση αυτή, όταν δεν υπάρχουν παρεμποδισμοί, και η ώσμωση, όταν υπάρχουν εμπόδια που μπορούν να διαπεραστούν όμως, καταργούν τη σαφήνεια των διακρίσεων, όπου αναπαύεται μια στερεότυπη διαλεκτική των αντιθέτων. Φαίνεται να αναιρείται η αντίθεση ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, που χαρακτηρίζει τα ηλιοκεντρικά συστήματα περιστροφής της σκέψης και εξακολουθεί να κυριαρχεί ακόμη και αν υποχωρούν ψευδαισθήσεις διαφωτισμού ή της μεταφυσικής κριτικής του.
Παρά τη στωικότητα της καταγωγής της, η μελαγχολία έχει αναδειχθεί σε φαινόμενο της νεότερης εποχής, όπως και η αντίσταση στη μελαγχολία. «Πιστέψτε με όταν λέω, όπως έχω πει προηγουμένως, είπε, ότι το όλο πράγμα δεν διαβάζεται, είναι τρελό», παρ-εξηγεί όχι στη «Μελαγχολία της αντίστασης», αλλά στο «Πόλεμος και πόλεμος», στο μυθιστόρημά του που προηγουμένως είχε μεταφραστεί στα ελληνικά, επίσης από την Ιωάννα Αβραμίδου, ο Λάσλο Κρασναχορκάι (László Krasznahorkai). Την προσοχή ωστόσο εδώ συντονίζει κάποιος άλλος Κρασναχορκάι, ένας Αττίλας (Attila Krasznahorkay) που διαμηνύει το ενδεχόμενο μιας πέμπτης θεμελιώδους δύναμης στη φύση, πέρα από τις γνωστές τέσσερις, δηλαδή τη βαρύτητα, τον ηλεκτρομαγνητισμό, την αδύναμη και την ισχυρή πυρηνική δύναμη.
Πρόκειται για τον επικεφαλής επιστημονικής ομάδας στο Atomki, το Ινστιτούτο Πυρηνικής Έρευνας στην Ακαδημία Επιστημών της Ουγγαρίας, αποτελέσματα πειραμάτων της οποίας, που δημοσιεύτηκαν στα τέλη του 2019, αναδεικνύουν περίπτωση διάσπασης ατόμου που δεν μπορεί να εξηγηθεί σύμφωνα με την αποδεκτή θεωρία της φυσικής στοιχειωδών σωματιδίων. Κατά τη σχάση ατόμου του στοιχείου ήλιο που είχε διεγερθεί, τα σωματίδια εξέπεμπαν φως σε μη προβλεπόμενες από τη θεωρία γωνίες, όπως είχε συμβεί πριν τρία χρόνια σε πείραμα, από την ίδια ομάδα έρευνας, σχάσης ισότοπου του στοιχείου βηρύλλιο. Τα αποτελέσματα συνάδουν με ανακάλυψη ενός άγνωστου σωματιδίου, στο οποίο έχει δοθεί το όνομα x17.
Εφόσον δεν πρόκειται για λάθος, με ερευνητές σε πολλές χώρες να επιχειρούν να επαναλάβουν τα πειράματα και με άλλα χημικά στοιχεία, η ύπαρξη αυτού του υποατομικού σωματιδίου υποδεικνύει μια πέμπτη θεμελιώδη δύναμη που δεν είχε μέχρι στιγμής εντοπιστεί. Αν υφίσταται, πρόκειται για σωματίδιο που συνδέει τον ορατό κόσμο με τη σκοτεινή ύλη, στην οποία θεωρητικά ανάγεται η εξήγηση «ανωμαλιών» σε κοσμολογικές παρατηρήσεις που μπορούν να γίνουν με αστρονομικά όργανα. Ομάδα υπό τον καθηγητή Jonathan Feng στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Ίρβαϊν έχει προτείνει θεωρία για μια πέμπτη «φωτοφοβική δύναμη», χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο ανακάλυψης και άλλων δυνάμεων.
Οι έρευνες αυτές εντάσσονται στην αναζήτηση του Ιερού Δισκοπότηρου στη φυσική, κάτι που επιδίωξε ο Αϊνστάιν χωρίς να το επιτύχει, δηλαδή μιας «ενοποιημένης» θεωρίας που συνεκτικά θα εξηγεί τα πάντα, από τον σχηματισμό των γαλαξιών έως τα κουάρκ σε υποατομικό επίπεδο, όπου το άτμητο (άτομο κατά τον Δημόκριτο) τέμνεται. Πρωτόνια και νετρόνια, νουκλεόνια στον πυρήνα του ατόμου δηλαδή, συνίστανται από μικρότερα σωματίδια, πρότεινε στις αρχές της δεκαετίας του 1960 ο Murray Gell-Mann (Νομπέλ Φυσικής 1969), που τα ονόμασε κουάρκ. Στις αρχές του 2000 υπήρξε πειραματική επιβεβαίωση περί ύλης κουάρκ –κατάστασης της ύλης τα πρώτα εκατομμυριοστά του δευτερολέπτου μετά τη Μεγάλη έκρηξη– από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Πυρηνικής Έρευνας (CERN) έξω από τη Γενεύη.

Το quark (κβαρκ) αποτελεί βέβαια τυρόπηγμα στη σουηδική και άλλες βόρειες κουζίνες. Ετυμολογικά σλαβικό ίσως δάνειο στα γερμανικά, στην καθομιλουμένη παραπέμπει σε σκουπίδια. Σε βιβλίο του, ο Μάρεϊ Γκελ-Μαν σημειώνει ότι ως ήχος πρώτα προέκυψε η λέξη και θα μπορούσε να γράφεται kwork. Σε μια από τις περιστασιακές επιδρομές του όμως στην Αγρυπνία [του ή/και των] Φίνεγκαν του Τζέιμς Τζόυς, σε Ανευλαβή απόδοση και στα ελληνικά, στάθηκε στο τρίστιχο:

Three quarks for Muster Mark! Sure he hasn't got much of a bark
 And sure any he has it's all beside the mark.

Lewis Carroll : Φωτογραφία της πραγματικής Αλίκης (Alice Pleasance Liddell, 1852–1934) ως «ζητιάνας», τραβηγμένη το 1858

Έχοντας γυρίσει στο Δουβλίνο τον Οδυσσέα, έχοντας αρθρώσει το τελικό Ναι της άπιστης γυναίκας του Μόλι Μπλουμ, πέρασε ένας χρόνος χωρίς να γράψει οτιδήποτε, πριν ο Ιρλανδός εξόριστος αρχίσει τις πρώτες καταγραφές για μια ονειρική αγρυπνία πριν από κηδεία, αλλά και αφύπνιση από όνειρο ενός ταβερνιάρη (publican, ο οποίος αναπαραγόμενος ως re-publican φαντάζει δημοκρατικός υποστηρικτής ανεξάρτητης Ιρλανδίας), που καταλήγει με την αφύπνιση της γυναίκας του, όπως και όλων ημών των Φίνεγκαν. Βεβαίως quark, που ομοιοκαταληκτεί με mark και bark, μπορεί να είναι κραυγή γλάρου, ενώ τρία quarks στην πρόποση στον Μάστορα Μαρκ ακούγονται και ως τρία quarts (περίπου τρία μετρικά λίτρα), δηλαδή παραγγελία σε μπαρ.
Ας μην ανασυρθεί ο Λιούις Κάρολ, οι σύμμεικτες (πορτ μαντό) λέξεις του οποίου στην Αλίκη και αργότερα προδιαθέτουν για την Αγρυπνία Φίνεγκαν. Χρήσιμη υπενθύμιση όμως είναι ότι οι φυσικοί σε κουάρκ έχουν δώσει διαφορετικούς προσδιορισμούς και γεύσεις (quark flavors), με κουάρκ βυθού (bottom) και κορυφής (top) παλαιότερα να ονομάζονται αντιστοίχως «ομορφιά» (beauty) και «αλήθεια» (truth). Ως ορολογία η αλήθεια δεν ευδοκίμησε, αλλά σε πειραματικά εργαστήρια επιταχυντές μαζικής παραγωγής κουάρκ βυθού ακόμη αποκαλούνται b ή beauty factories (εργοστάσια ομορφιάς).
Όποια και αν είναι η αλήθεια της ομορφιάς ή η ομορφιά της αλήθειας, σκοτοφοβίες και φωτοφοβίες, ανθρωπιστικές και θετικές προσεγγίσεις παραμένουν αλληλένδετες, όσο και αν οι μεμβράνες εξειδικευμένων γνώσεων που διαμορφώνει κάθε πεδίο παρεμποδίζουν την επικοινωνία, χωρίς να αποτρέπουν την ώσμωση. Η λογοτεχνία παραμένει θεμελιώδης επιστήμη της φύσης (του ανθρώπου). Η επιστήμη παραμένει θεμελιώδης λογοτεχνία της φύσης.


Ο Σταυρός του Νότου

Της Τες που το γέννησε

Φθινόπωρο του 1979, δευτέρα λυκείου στο Πέμπτο Αρρένων Εξαρχείων, στην Αραχώβης, το «κολλέγιο». Η πλατεία τότε στις δόξες της. Το Βοξ και η Ριβιέρα που τα καλοκαίρια μας ταξίδευαν σε άλλους κόσμους, το Φλοράλ, η old school patisserie κάτω από τη μπλε πολυκατοικία όπου Αθλητική Κυριακή με τον Διακογιάννη με συνοδεία σοκολατίνας bitter και παγωτό Σικάγο, η Μαρονίτα όπου βασίλευε ο Λώλος, η ψυχή του Αστέρα Εξαρχείων, κι όπου είχαμε λιώσει τα καθίσματα πίνοντας απανωτούς φραπέδες και καπνίζοντας άπειρα τσιγάρα. Απέναντι το Τσαφ, ατελείωτες ώρες στην υπόγα παίζοντας μπιλιάρδο ή ποδοσφαιράκι με ροκ πάντα στο background. Δίπλα το καφενείο του Τζανή όπου σύχναζαν εξαρχειώτες μάγκες, ο Αντωνάκης ο ξυραφάκιας ή σφάχτης αλλά και ο Αλέφαντος που συνήθιζε να μας κάνει μεταμεσονύκτιες διαλέξεις επί παντός του επιστητού. Ο Τζανής ήταν και το πρώτο στέκι των Αναρχικών. Ήταν και ο Νικόλας ο Ασιμος, μια κατηγορία από μόνος του. Ο Κάβουρας, ο Μερακλής η ταβέρνα του Ασαργιωτάκη, το Λημνιακό. Στη Τρικούπη η Στροφή του Μανάκου. Εκεί αγοράζαμε δίσκους. Εκεί αγόρασα το 1975, μόλις είχα μπει γυμνάσιο, τον πρώτο μου δίσκο που ήταν το «Wish you Were Here» των Pink Floyd. Στον Μανάκο ακουμπάγαμε το χαρτζιλίκι μας αγοράζοντας δίσκους, μόνο ροκ, ήταν η εποχή που όλα μαθαίνονταν από τους μεγαλύτερους προς τους μικρότερους και όλα γινόντουσαν απτά και πραγματικά όχι από google και Facebook. Η μουσική ήταν δίσκοι και έπρεπε να τα αγοράσεις να τα πας με τη πρέπουσα αδημονία και προσοχή στο σπίτι και παρέα με τους φίλους σου να τα βάλεις στο πικάπ να παίξουν. Ξανά και ξανά, σηκώνοντας τον βραχίονα με τα δάχτυλα και ακουμπώντας τη βελόνα στο τραγούδι που σε τσάκιζε και ήθελες να το ακούς διαρκώς. (Επίσης, τα κορίτσια τα περίμενες να σχολάσουν στα Πευκάκια στον Άγιο Νικόλαο στην Ασκληπειού για να ξοδέψεις εκείνο το πολύτιμο μισάωρο που σου διέθεταν και μετά το βράδυ να τα περιμένεις υπομονετικά μετά το μάθημα των Αγγλικών για να τα περπατήσεις σπίτι. Δεν είχε ούτε μηνύματα ούτε ποστ, ούτε κοπάνες παρά μαζί. Είχε παρουσία). Εκείνα τα Χριστούγεννα του 1979 πήγα στου Μανάκου να πάρω το «Wall» των Pink Floyd που μόλις είχε κυκλοφορήσει. Μαζί και το «παιδί», η ξαδέλφη μου η Ελένη που ήταν μεγαλύτερή μου και άκουγε και πολύ ελληνική μουσική, κυρίως Χατζιδάκι, στον οποίο επίσης με εισήγαγε. Όταν πλήρωνα, η Ελένη ήρθε κοντά μου κρατώντας ένα δίσκο που αμέσως μου έκανε εντύπωση το εξώφυλλό του με το έντονο κόκκινο χρώμα του. «Αυτό είναι το δώρο σου μου είπε» και το ακούμπησε στο τραπέζι του ταμείου. Αργότερα στο σπίτι, αφού είχα κάψει το «Wall», έβαλα τον δίσκο στο πικάπ. «Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το νότο... κι ο λόγος της μες το μυαλό σου να σφυρίζει... η λαμαρίνα η λαμαρίνα όλα τα σβήνει... μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και τη Καλαμαριά... τυφλό κορίτσι σ’ οδηγάει παιδί του Μοντιλιάνι... εκτός από τη μάνα σου κανείς δεν σε θυμάται... πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου είπες σε αγαπώ... γύρισες και μού 'πες πως το Μάρτη / σ’ άλλους παραλλήλους θάχεις μπει... κούλικο στο στήθος σου τατού... είπαν πως την είχες αγαπήσει σε μια κρίση μαύρου πυρετού... με του καπετάνιου τη μιγάδα μάθημα πορείας νυκτερινό... κάτω στις ακτές της Αφρικής πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι... απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο... μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν’ αγοράσεις... αφού το θέλεις πάρ' το... χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία... από παιδί βιαζόμουνα μα τώρα πάω καλιά μου... για μια στιγμή αν με λύγισε σήμερα δεν με ορίζει... καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι...Τί με κοιτάς, θα σου θυμίσω εγώ που μ' είδες, στην άμμο επάνω σ’ είχα ανάστροφα ζαβώσει... εδώ κοντά σου χρόνια ασάλευτος να μένω... μες στο τεράστιο σώμα του είχε μια αθώα καρδιά... θεέ των μαύρων το καλό συγχώρεσε Γουίλ / και δώσ' του εκεί που βρίσκεται λίγη απ’ την άσπρη σκόνη... ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό... τραβά μπροστά ξοπίσω εμείς και μη σε μέλλει... ατσίγγανε κι αφέντη μου με τί να σε στολίσω... βάρκα του βάλτου αναστροφή φτενή δίχως καρένα... πού να ξοδευτήκαν τόνοι χίλιοι... η πλωριά γοργόνα μια βραδιά / πήδησε στο κύμα μεθυσμένη... φουντάραμε καραμοσάλι στο ποτάμι... κι αν λείψεις χίλια χρόνια θα σε περιμένω... που 'ναι θολό και κατακόκκινο σαν αίμα... μ’ απόψε φαρμάκι κόμπρα είχες στα χείλια... τα μάτια σου τα κυβερνούσε σοροκάδα... μα ούτε φουστάνι στη στεριά κι ούτε μαντήλι... απά στο γλυκοχάραμα σε φίλησε ο πνιγμένος... μην φεύγεις το 'πνιξες μια νύχτα στο Λονδίνο... στερνή φορά κι ανώφελα ξορκίζεις το κυκλώνα... ότι αγαπούσα αρνήθηκα για το πικρό σου αχείλι... και σε πονάει με τη νοτιά, όχι από αλλού πονάω... τι να σου τάξω ατίθασο παιδί να σε κρατήσω... κατέβηκε ο Πολύγυρος και γίνηκε λιμάνι...»
Τον άκουσα ξανά και ξανά όλον κι από τις δύο πλευρές. Μπαλάντες χωρίς ρεφρέν, ροκιές, στέρεες φωνές να προφέρουν τους στίχους του Καββαδία με σεβασμό σε αυτά τα λόγια και τη δύναμή τους. Ένα μπουζούκι που έμπαινε ταξιμιάρικα σε μερικά τραγούδια. Κάθισα στο πιάνο και πέρασα τα τραγούδια. Το τραγούδι που μου κόλλησε πιο πολύ, βέβαια, ήταν ο «Γουίλι» αφού είχε πιο έντονα τα στοιχεία της ροκ. Πέρασε ο χειμώνας κι ήρθε η επέτειος της 25ης Μαρτίου. Κάνοντας πρόβες για τα τραγούδια που θα παίζαμε στη γιορτή του σχολείου με την ορχήστρα, μεταξύ «Παιδιών της Σαμαρίνας» και «Ξαστεριάς» περνούσαμε και τον «Γουίλι» και βγάζαμε το άχτι μας. Όταν έγινε η γιορτή είχαμε συνεννοηθεί. Και στο τέλος κλείσαμε τη γιορτή παίζοντάς το. Έβλεπες στα πρόσωπα των καθηγητών μας όλη τη γκάμα των συναισθημάτων από την αμηχανία και την αποστροφή ως την αποδοχή και την ικανοποίηση. «Ο καθείς και τα όπλα του.»
Μετά άνοιξε το Αχ Μαρία στη Σολωμού 20. Το σπίτι μας τότε ήταν στη διπλανή πολυκατοικία. Τα βράδια μπορούσα να ακούω την ένταση από τη μουσική από το δωμάτιό μου. Αρχίσαμε να πηγαίνουμε Σάββατα. Εκεί βασίλευε ο Παπακωνσταντίνου και μέσα στα αλλά που τραγουδούσε ήταν το «Μαχαίρι» και ο «Γουίλι» βέβαια. Ο Μπουλάς, ο Ζουγανέλης και η Ισιδώρα Σιδέρη που τραγουδούσαν κι αλλά τραγούδια του Μικρούτσικου από τα Τροπάρια για φονιάδες και τον κύκλο του Μπρέχτ. Έτσι πέρασε το ´80 μα και το ´81 όταν τελείωσα το Λύκειο. Σε αυτό το σπίτι της Σολωμού 18, στην πολυκατοικία του Φραντζή. Το σπίτι της εφηβείας και των θαυμάτων. Εκείνο το καλοκαίρι τελείωσε με το θαύμα Τερέζα και μετά το κλείσαμε και φύγαμε για την Αμερική. Αργότερα όταν δούλευα πιανίστας στις μπουάτ στη Νέα Υόρκη, παίζαμε και τις μπαλάντες του Μικρούτσικου από το Σταυρό του Νότου. Εκει γνώρισα το έτερο θαύμα τη Σοφία, που έμελλε να γίνει γυναίκα μου και που τραγουδούσε πολύ ωραία τη «Γυναίκα». Πέρασαν τα χρόνια ήρθε το «Ερωτικό», η Ρόζα. Ο Σταυρός του Νότου όμως είχε περάσει για μένα στη δισκοθήκη της ψυχής μου ανεξίτηλα και όμορφα, εκεί παρέα με τους Pink Floyd και όλα τα αλλά ροκ που την συνέθεταν. Μαζί με το σπίτι της Σολωμού, την Ελένη, τους φίλους μου, τους συμμαθητές μου, τα κορίτσια, την πλατεία, τον Στρέφη, τα Πευκάκια, το Αχ Μαρία. Καλό ταξίδι κύριε Θάνο. Ευχαριστώ.

Χειρόγραφα ποιήματα της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ


Για την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ (1939-2020) γράφτηκαν και θα γραφτούν πολλά. Φίλη και συνεργάτις από τα μέσα της δεκαετίας του '70, συνεργαστήκαμε στο Τραμ και στον έντυπο Χάρτη, συμπορευτήκαμε σε εκδοτικά εγχειρήματα και σε ταξίδια από την Αίγινα μέχρι τη Νέα Υόρκη, τη Σμύρνη και την Οδησσό. Στη μνήμη της δημοσιεύουμε τρία χειρόγραφα ποιήματά της (τα είχε στείλει για δημοσίευση στο Τραμ, το 1978, και συμπεριλαμβάνονται στη συλλoγή Οι μνηστήρες, Κέδρος 1984).        

Δ. Κ.

————————————————————

Απώλειες

Φωτογραφία από ανάρτηση των εκδόσεων Άγρα


Κάποιες φορές, όταν χάνεις ένα πρόσωπο που έχεις αγαπήσει, είναι προτιμότερο να σβήνεις το όνομά του. Είναι προτιμότερο να παριστάνεις πως δεν το γνωρίζεις. Γιατί μπορεί να μην υπάρχει άλλος τρόπος να αντισταθείς στην πίεση όλων εκείνων που, παριστάνοντας ότι γνωρίζουν, θέλουν να συνδέσουν το δικό τους όνομα με μια απώλεια που φαίνεται τόσους πολλούς να συγκινεί.
Χωρίς να υπάρχει τρόπος να επιβεβαιωθεί, νομίζω θα συμφωνούσε το άτομο που έχει χαθεί πως η συγκίνηση της απώλειας ποτέ δεν αναπληρώνει την απώλεια της συγκίνησης.

Νταντά

«Ο Τζαρά και ο Λένιν παίζοντας σκάκι» (έργο του Ρουμάνου ζωγράφου Daniel Brici, 2016)

Τον Φεβρουάριο του 1916, ο Bλαδίμηρος Ίλιτς Oυλιάνωφ βρισκόταν στη Zυρίχη, ενοικιαστής στο σπίτι του υποδηματοποιού Kάμερερ, επί της οδού Σπήγκελγκάσσε, αριθμός 14. Στην αυλή του σπιτιού υπήρχε βιοτεχνία παραγωγής αλλαντικών και οι οσμές ήταν έντονες, συχνά ανυπόφορες. Όμως ο Bλαδίμηρος Ίλιτς Oυλιάνωφ δεν σκόπευε να μετακομίσει. O λόγος ήταν πως εκείνο το σπίτι θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «διεθνές»: σε δύο δωμάτια έμεναν οι νοικοκυραίοι, στο επόμενο η γυναίκα ενός Γερμανού στρατιώτη με τα δύο παιδιά της, στη συνέχεια ένας Iταλός, στο παρακάτω κάποιοι Aυστριακοί ηθοποιοί, στο πιο πέρα δύο Pώσοι: ο Bλαδίμηρος και η Nαντέζντα, δηλαδή το ζεύγος Oυλιάνωφ. Kαι η επιμονή του Bλαδίμηρου να μην εγκαταλείψει εκείνη την κοινότητα ενισχύθηκε, όταν άκουσε την κυρία Kάμερερ να διδάσκει ένα βράδυ στις άλλες γυναίκες, συγκεντρωμένες στην κουζίνα, προφανώς με αφορμή τον συνεχιζόμενο Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο: «Oι στρατιώτες πρέπει να στρέψουν τα όπλα τους εναντίον των κυβερνήσεών τους!»
Oι ιστορικοί υπολογίζουν πως οι Oυλιάνωφ, προερχόμενοι από τη Bέρνη, έφτασαν στη Zυρίχη στις 10 ή 11 Φεβρουαρίου 1916. Eκεί βρισκόταν, προσφάτως επίσης αφιχθείς, στον αριθμό 1 της οδού Σπήγκελγκάσσε, όπου και το καφενείο Bολταίρος, ο Tριστάν Tζαρά, Pουμάνος την καταγωγή, χρήστης της γαλλικής γλώσσας για την αποτύπωση στιχουργημάτων και λοιπών λογοτεχνικών εργασιών. Aποτελούσε κρίκο μιας άτακτης παρέας ειρηνιστών, σοσιαλιστών, ανασκολοπιστών των κανόνων και των ιδεών, που ξελαρυγγιαζόταν μέσα στους καπνούς του καφενείου να κηρύσσει: «Kαταστρέφουμε τα συρτάρια του εγκεφάλου και της κοινωνικής οργάνωσης: εξαχρειώνουμε όπου βρεθούμε και ρίχνουμε το χέρι του ουρανού στην Kόλαση, τα μάτια της Kόλασης στον ουρανό, αποκαθιστούμε τον γόνιμο τροχό ενός οικουμενικού τσίρκου στις πραγματικές δυνάμεις και στη φαντασία κάθε ατόμου». Πίστευαν, οι ανυποψίαστοι, πως έτσι γκρέμιζαν την κοινωνία της αστικής τάξης και έκαναν μια πρόταση, που αποτελούσε εναλλακτική λύση για την αντιμετώπιση του παστωμένου στη βλακεία μυαλού των μπουρζουάδων. Δεν θα βράδυναν να μιλήσουν και για επανάσταση, αναθέτοντας στη λογοτεχνία το ρόλο του δυναμιτιστή και ανατροπέα, τρομάζοντας με τα παιχνίδια τους τούς κοκορόμυαλους που έπαιρναν στα σοβαρά ότι η τέχνη, επειδή μπορεί να βιάζει τη σκέψη, είναι σε θέση να βιάζει κατά συρροήν και την πραγματικότητα. Ήταν περήφανοι που κατασκεύαζαν τέχνη στο ρυθμό της κατασκευής Iστορίας. Kανείς δεν τράβηξε το αυτί εκείνων των καραγκιόζηδων, μήπως καταλάβαιναν το κακό που έκαναν: ύστερα από καταχρήσεις και ασέλγειες που μαράζωσαν τις λέξεις, δεν απόμεινε στη λογοτεχνία ούτε το κύρος να περιφέρεται ως γηραιά κυρία, που τυγχάνει τουλάχιστον σεβασμού αν όχι συντάξεως προς αναγνώρησιν ευδοκίμου υπηρεσίας. Άγνωστο αν θα γινόταν να είχε αποφύγει η λογοτεχνία αυτό το ολίσθημα: τον γεροντοέρωτα, που αφήνει πολύ σαλιάρισμα, αλλά ούτε ίχνος σφυγμού Ποίησης.

«Ο Λένιν, ο Τζόις και ο Τζαρά», έργο της Καταλανής ζωγράφου Mαρίας Picassó i Piquer



Αναμνηστική πλάκα της ίδρυσης του κινήματος Νταντά στο καμπαρέ «Βολταίρος»

Ένα βράδυ εκείνου του Φεβρουαρίου, που οι ιστορικοί δεν έχουν πετύχει να εντοπίσουν, ο Tριστάν Tζαρά προχώρησε, αναιτίως μάλλον, προς τη μικρή εξέδρα του καφενείου και υπό το φως δύο προβολέων, υπό τα όμματα των θαμώνων που συνωθούντο στα τραπεζάκια και στους διαδρόμους, υπό τον ανηλεή ήχο της γκρανκάσας που χτυπούσε η παρέα των φίλων του, άρχισε να χορεύει, φιδώνοντας ως χορεύτρια της Aνατολής, που κινείται περί τον ομφαλόν της. Σε απόσταση δύο-τριών τραπεζιών, ένας άντρας που δεν έχει βγάλει το κασκέτο του, που φέρει μύστακα και υπογένειον, ενθουσιάζεται αίφνης, υπό την επήρεια του οινοπνεύματος κατά ορισμένους (είναι, σύντροφοι του Kόμματος, εκείνοι που τον διαβάλουν ως μεθύστακα), θαυμαστής κατ' άλλους του περίεργου της σκιάς του ορχουμένου Tζαρά, την οποία οι προβολείς βοηθούν να σαρώνει τον τοίχο, και ξεκινάει να χειροκροτεί, δοκιμάζοντας τις φωνητικές χορδές του με βροντώδη «ντα! ντα!» που πέφτουν πάνω και έξω από τους ήχους της γκρανκάσας. Tο ακροατήριο δεν αργεί να παρασυρθεί και να επαναλάβει «ντα! ντα!» υποχρεώνοντας τον χορευτή να συνεχίσει την επίδειξη μιας τέχνης, που οπωσδήποτε δεν κατείχε. Kανείς, από όσα γνωρίζουμε, δεν υποψιάστηκε ότι ο πρώτος διδάξας την κραυγή μπορούσε να ήταν Pώσος, ο οποίος δεν έκανε εντέλει άλλο από να συμφωνεί στη γλώσσα του («ναι! ναι!») με τα τεκταινόμενα. Kανείς, από όσα ξέρουμε, δεν παρενέβαλε αυτό το συμβάν στην αγιογραφία του μεγάλου Λένιν. Έτσι όμως, ο Τζαρά κέρδισε τη δόξα του κινήματος Νταντά.

Αλλατίνη

Στις Σελίδες αυτού τού μήνα, με επιμέλεια του Βασίλη Παπαγεωργίου, γίνεται μια σειρά καταφατικές παρεμβάσεις στο κτήριο Αλλατίνη της Θεσσαλονίκης. Συμμετέχουν: Γιώργος Αλισάνογλου, Θωμάς Βελισσάρης, Άρις Γεωργίου, Έλσα Κορνέτη, Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Τέτα Μακρή, Έλενα Πέγκα, Σάκης Σερέφας, Θεόδωρος Τζάρτος (βίντεο), Γεωργία Τρούλη, Τασούλα Τσιλιμένη και Χ.Ν. Τσιρώνης.

Ο θείος Γουίλυ

Ο Κάρλος Γαρδέλ με την Ροσίτα Μορένο

Παναγιώτης ήταν το όνομά του στο Ληξιαρχείο, αδελφός της μάνας μου, πάει να πει θείος μου. Πήγε αμούστακος στην Αμερική και έπλενε πιάτα. Ύστερα, αγόρασε κιθάρα και έκανε σεγόντο στον Μπινγκ Κρόσμπυ. Και ο Μπινγκ Κρόσμπυ τον είχε διαλέξει, επειδή τον είχε ακούσει να τραγουδάει σεγόντο με τον Κάρλος Γκαρδέλ. Ο Γουίλυ ορκιζόταν πως είχε πάει στην Αργεντινή για χάρη μιας γυναίκας, που χόρευε τανγκό. Έδειχνε φωτογραφίες όπου τον έβλεπες ανάμεσα σε τσούρμο γυναικών, όλες σε κέντρα διασκέδασης και άλλες, ξεχωριστές, σε παραλίες, σε πόζες. Και ήταν γυναίκες που έμοιαζαν μιγάδες, ήταν και μαύρες. Τις ξεχώριζε και έλεγε «αυτή είναι η Αργεντίνα, ετούτη η Εβραία, εκείνη η Αρμένισα», δεν είχε πολλά με τις Αμερικάνες. Και οι περισσότερες ντυμένες με νυφικό, λες και έβγαιναν από το μυστήριο του γάμου.

Ο Κάρλος Γαρδέλ με την Ισαμπέλ δε Βάγιε


Κάποια στιγμή ήρθε πίσω, μια βαλίτσα ρούχα και γραβάτες, είχε και την κιθάρα στην πλάτη. Του βρήκα ένα μικρό διαμέρισμα να μένει, είχε μια μικρή σύνταξη από την Αμερική να πληρώνει το νοίκι και να τρώει. Έπαιρνε την κιθάρα και πήγαινε στην ταβέρνα λίγο πιο πέρα, περισσότερο τραγουδούσε παρά έτρωγε, κάπνιζε όμως. Η γειτονιά τον λάτρευε. Μια μέρα όμως, που λες, εμφανίστηκε στο γραφείο μου ένας άντρας, σαράντα χρονών τον υπολόγισα, μιλούσε ξενικά, έτρεξα και βρήκα έναν μάστορα που είχε κάνει στο Βέλγιο ανθρακωρύχος, μου είπε πως εκείνος ο άντρας μιλούσε αγγλικά. Για να μην τα πολυλογούμε, έλεγε πως ήταν γιος του Γουίλυ. Συγκινήθηκα, τον αγκάλιασα, του είπα με νοήματα πως ήταν μεγάλη χαρά μου, τον πήγα στο σπίτι του Γουίλυ να δει τον πατέρα του. Το παιδί έπεσε στην αγκαλιά του Γουίλυ, δάκρυζαν τα μάτια του, άρχισαν την κουβέντα. Και ξαφνικά μούτρωσαν, το παιδί άνοιξε την πόρτα και έφυγε. «Τι έγινε, μπάρμπα;» ρώτησα τον Γουίλυ. «Του είπα να μου θυμίσει με ποια γυναίκα τον έχω κάνει και του κακοφάνηκε», εξήγησε ο μπάρμπας μου. Και η ιστορία τελειώνει την ημέρα που πήγα στο διαμέρισμα, βρήκα το κλειδί στην πόρτα, άνοιξα, όλα ήταν κακτοποιημένα: στρωμένο το κρεβάτι, πλυμένα τα πιάτα, το σφουγγαρόπανο στη θέση του. Και πάνω στο κομοδίνο, βρήκα το σημείωμα που έλεγε: «Δεν είναι ζωή εδώ, πήρα την κιθάρα μου και πάω πίσω». Δεν μάθαμε τίποτα. Κάποιος είπε πως ο Γουίλυ είχε ερωμένη τη γυναίκα του Γκαρδέλ και το παιδί που είχε ταξιδέψει από τόσο μακριά για να τον γνωρίσει, της έμοιαζε. Με τόσες γυναίκες που είχε ο Γουίλυ, είχε ξεχάσει τα πρόσωπα. Τέτοια συμβαίνουν.

Πηγή: Μαρτυρία του Ιωάννη Τριβιζά (1909-1990) στον γιο του Διονύσιο.

Λύγκος ο ληστής



1925. «Ήτο δύο και ημισεία νυκτερινή όταν ο γαιοκτήμων απεσύρθη εις τον κοιτώνα, έλαβε βιβλίον και κατεκλίθη, ρεμβάζων το πλείστον ή αναγινώσκων, αι δε ακτίνες της Σελήνης διερχόμεναι δια των υέλων των παραθύρων πριν ή καταπέσωσιν επί του εδάφους ή θραυθώσιν επί τινος γωνίας του δωματίου, εξουδετερούντο ή συνεχέοντο μετά του ζωηρού φωτός της λυχνίας. Τότε ως βαρύ κύμα βιαίως υπό του ανέμου ωθούμενον, εισώρμησαν είκοσι εκ των ληστών, ηγουμένου του αρχηγού των Λύγκου.
Ούτοι εισελθόντες τοις προσέφερον την δεξιάν μετ’ άκρας φιλοφρονήσεως και ως να ήτο παιδιόθεν φίλοι απεχωρισμένοι προ πολλού και τώρα επαναβλεπόμενοι, τους ηναγκαλήσθησαν και τους ησπάζοντο παραφόρως.
Ότε έληξεν η ειλικρινής αύτη δεξίωσις και εζήτησε να μάθη εκ του στόματος των ιδίων ληστών την αιτίαν της βεβιασμένης ταύτης επισκέψεως, του απήντησαν αφελώς ότι ζητούσιν χρήματα και χρήματα πολλά και ανάγκη να μη βραδύνουν».

Μετά την απαγωγή, ο αιχμάλωτος γαιοκτήμων οδηγήθηκε στα άβατα των ορέων και έτυχε περιποίησης: οι ληστές του μαγειρεύουν ιδιαιτέρως, παίζουν όλη μέρα διάφορα παιχνίδια, καπνίζουν αρειμανίως, ψήνουν καφέδες, φτιάχνουν ρυζόγαλο, χαλβά με άριστα υλικά. Πριν από τα γεύματα κάνουν τον σταυρό τους ή λένε προσευχές. Και όταν τα λύτρα βρέθηκαν, ο γαιοκτήμων απελευθερώθηκε. Κάθε ληστής περνούσε μπροστά του και τον ασπαζόταν, του έδινε ένα μικρό ποσό για τις ανάγκες της διαδρομής, όλοι μαζί τον προπέμπουν.

«Εφιλήθη ο αιχμάλωτος μετά των τεσσαράκοντα ληστών και εξεκίνησαν μετά γενικόν αποχαιρετισμόν δια της χειρός προς άπαντας απευθυθέντα. Και οι λησταί δια πυροβολισμών προέπεμψαν αυτόν». Αυτή την πολιτισμένη συμπεριφορά επιβεβαιώνει και ο λήσταρχος Κωνσταντίνος Πανόπουλος στα Απομνημονεύματά του. Η στιχομυθία με τον αιχμάλωτό του είναι:

«– Σήμερα, κυρ Σπύρο, έχουμε κρέας ωμόν. Πώς θέλεις να το μαγειρέψω;
– Καπαμά, μου λέει.
– Η ώρα ήτο εννέα και έπρεπε ν’ αρχίσω την μαγειρικήν. Το έκαψα με βούτυρον εις το τηγάνι...

Και αφού φάγαμε, ήπιαμε καφέ και εκαπνίσαμεν ωραίον καπνόν».


Πηγή: Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Παρακείμενα, Κέδρος 1983, σσ. 127-154. Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Αποκείμενα,  Νεφέλη 2000, σσ. 101-109.

Ο θάνατος του Απέθαντου


Στις 21 Αυγούστου 1925, η είδηση έφτασε στην εφημερίδα Ταχυδρόμος Βορείου Ελλάδος: ο λήσταρχος Φώτης Γιαγκούλας, ο Απέθαντος, είχε πεθάνει. Δολοφονημένος! Το έργο της δικαιοσύνης είχε αναλάβει η ερωμένη του, την ώρα που ο εκείνος αναπαυόταν στις αγκάλες της. «Ποία όμως ήτο η τολμηρά ερωμένη και διατί δεν ενεφανίσθη να ζητήση τας 600.000 δραχμάς της επικηρύξεως τας οποίας ως γνωστόν το Κράτος επί των ημερών του μανιακού διώκτου του ασυλλήπτου ληστάρχου διέθεσεν; Αυτήν ακριβώς την απορίαν ο κύριος Πετράκης μετέβη να εξακριβώση».
Οκτώ ώρες δρόμο με τα πόδια από την Κατερίνη, ανεβαίνοντας τον Όλυμπο, στη θέση Κόκκαλα, το απόσπασμα τριάντα ανδρών του μοίραρχου της Χωροφυλακής Μανώλη Πετράκη είχε αφήσει τα ακέφαλα πτώματα του Φώτη Γιαγκούλα και δύο συντρόφων του. Το πανέμορφο ξανθό κεφάλι, με κλειστά τα γαλανά μάτια του, είχε κοπεί και είχε τοποθετηθεί σε σφραγισμένο τενεκέ πετρελαίου γεμάτο με καθαρό οινόπνευμα 40 βαθμών προς αποφυγή «αυτολυτικών διεργασιών», σαπίσματος δηλαδή. Η παραλαβή έγινε στην Αθήνα από τον καθηγητή αφροδισίων και δερματικών νόσων του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιο Φωτεινό και τον επιμελητή του ιατροδικαστικού εργαστηρίου Νάτσα.
Είχε παρέλθει επταήμερο από την Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου, όταν στον πυρετό της μάχης, εκεί όπου επιτέλους είχε βρεθεί ο Γιαγκούλας και αντί, όπως αναμενόταν, να βρέχει βροχή, έβρεχε σφαίρες, ο μοίραρχος Μανώλης Πετράκης, ακούγοντας τον Φώτη Γιαγκούλα να βγάζει ένα απότομο «αχ», βιάστηκε να κραυγάσει στους χωροφύλακές του: «Τον έφαγα τον λήσταρχο, εσείς χτυπάτε τους άλλους». Δεν είχε προσέξει πως κάποια σφαίρα είχε αχρηστέψει το κλείστρο στο βραχύκαννο μάνλιχερ του Απέθαντου και πως εκείνο το «αχ» δήλωνε τέτοια κακοτυχία. Έτσι, έλαβε την απάντηση που του άξιζε από τον Φώτη: «Μου έκλασες τα αρχίδια κύριε μοίραρχε!»
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι εκείνη υπήρξε η απάντηση. Η εφημερίδα Το Φως το επιβεβαιώνει: «Επρόκειτο περί ύβρεως ακατονομάστου». Θα το επιβεβαίωνε πλειστάκις και ο Φώτης Γιαγκούλας, «αν δεν είχε πέσει άπνους και νεκρός, εγερθείς δε πάραυτα, εξηφανίσθη, ο Θεός να τον προστατεύει και θα ξανάρθει» (δήλωση του ιερέος χωρίου Παραπράσταινας τότε, Τζώρτζη Πάντζιου).


Πηγή: Γιάννης Κολιόπουλος, Ληστές, Ερμής 1979. Βασίλης Τζανακάρης, Τα παληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν, Καστανιώτης 2002. Βασίλης Τζανακάρης, Φώτης Γιαγκούλας, ο Απέθαντος, Μεταίχμιο 2013, σσ. 360-377.

Ιός & πανδημία της λογοτεχνίας

τον καιρό του εξ αποστάσεως έρωτα

Όλα έχουν αλλάξει. Πώς όμως γίνεται αυτό αντιληπτό, αν επίσης όλοι έχουν αλλάξει; Ποια είναι, αν υπάρχει, η διαφορά μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας; Κλωτσιές αντικατέστησαν μπουνιές. Εξέλιπαν οι χειροδικίες. Τα χειροφιλήματα είχαν ήδη καταργηθεί. Αγκώνες ανταγωνίζονταν σε αγωνίες. Κάθε χειρονομία παράνομη. Οι χειραψίες έγιναν ποδαψίες. Ποδωνακτικές οι χειρωνακτικές εργασίες. Μπάσκετ, τένις, μπιλιάρδο, όλα τα αθλήματα παίζονταν με τα πόδια. Έτσι έπαιζαν και οι βιρτουόζοι βιολί ή πιάνο. Χωρίς χειροκροτήματα. Άδειες αίθουσες. Απαγορευτικά για συνεστιάσεις. Από τα σχολεία έλειπαν οι μαθητές. Τα ιδρύματα είχαν αδειάσει. Το αόρατο πόδι του Άνταμ Σμιθ στις αγορές παραπατούσε. Κανείς δεν έπιανε χειρολαβές ή χειραποσκευές. Δεν χρειαζόταν χειρόφρενο σε ακίνητα μέσα μεταφοράς. Τα χερούλια είχαν αφαιρεθεί. Κανείς δεν έριχνε χειροβομβίδες.
Συνεχώς καταστρέφονται χειρόγραφα. Αδιάβαστες πάνε οι ευχές και σε αχειροποίητες κάρτες ακόμη. Απαγορεύεται η είσοδος σε διαχειριστές. Όσες πόρτες δεν είναι αρκετά έξυπνες για να ανοίγουν ακούγοντας «άνοιξε», τις γκρεμίζουν. Άχρηστα τα χειριστήρια. Δεν υπάρχει χειραγώγηση ούτε χειραφέτηση. Μονομελείς πλέον συμμορίες πυρπολούν χειροτεχνίες. Καταδιώκουν χειρουργούς και χειρομάντες. Έχουν απαγορευτεί τα ονόματα πόλεων όπως Χιρόνα και Χιροσίμα. Οι χήρες παντρεύονται. Οι χοίροι ξαναγίνονται τα αρσενικά ζώα που είχε μεταμορφώσει η Κίρκη. Οι χερσόνησοι αναδιπλώνονται σε πιο χέρσες εκτάσεις. Συν Αθηνά και πόδα κίνει, λένε όσοι δεν προσβλέπουν στην Αχερουσία. Μη χειρότερα, λένε όλοι.


Δεν είναι από σύμπτωση

Η Ryoko Sékiguchi (Χρονικό καταστροφής, Άγρα 2015) αρχίζει το ημερολόγιο στις 10 Μαρτίου 2011 παραμονή της τριπλής καταστροφής –σεισμός, τσουνάμι, πυρηνικό ατύχημα– στη Φουκουσίμα της Ιαπωνίας. Χρονικό που επέφερε βαθιά εσωτερική ανατροπή στη συγγραφέα που ζούσε από το 1997 –σε απόσταση– στο Παρίσι.
Ξαναπιάνουμε το βιβλίο που κάτι μας «θυμίζει». Τρίτη 10 Μαρτίου 2020 αρχίζουν τα πρώτα μέτρα αποκλεισμού για την πανδημία με αφορμή τον Covid-19 στην Ελλάδα. Το χρονικό της και το χρονικό μας ρέουν εν παραλλήλω. Στις 10 Μαρτίου η συγγραφέας είχε τελειώσει μετάφραση με τίτλο Άλλες ζωές από την δική μου. Το «έργο» αυτό θα ζήσουμε μετά τις 10 Μαρτίου στην Ελλάδα όπου παρακολουθούμε τη ζωή να εξελίσσεται σαν μεγάλο ρεάλιτυ σόου όπου όλα διαμείβονται μέσα από οθόνες, που αποκλείουν την ζωή εκτός του γυαλιού.
Ένας φίλος της παραγγέλνει στις 10 Μαρτίου, λίγες ώρες πριν το συμβάν να του φέρει ένα μαντήλι Ερμές όταν πάει στο Τόκιο. Η απόλυτη ματαιότητα μπροστά στο επερχόμενο.. Σε λίγες ώρες η συγγραφέας βλέπει στο facebook την είδηση για ένα σεισμό. Τα ηλεκτρονικά μέσα δίνουν και παίρνουν. Twitter, Facebook, NHK, διογκώνονται σαν κύμα όπως και στην Ελλάδα. Οι ειδήσεις φτάνουν θραυσματικά. Σεισμός, τσουνάμι ανησυχία για τους πυρηνικούς σταθμούς.

«Όταν το ξανασκέφτομαι η πλειονότητα των Ιαπώνων πίστεψαν ότι είχαν να κάνουν με μία καταστροφή του τύπου που είχαν βιώσει. Όμως ποτέ δεν είναι το ίδιο. Και τούτη τη φορά φοβάμαι ότι αυτό είναι πιο αλήθεια παρά ποτέ». Κάπως έτσι υποτίμησαν τον Covid-19, πιστεύοντας ότι είναι μια πανδημία σαν όλες τις άλλες. Δεν είχαμε σκεφτεί ότι ο «νέος» ιός έρχεται στις αρχές της τρίτης δεκαετίας του 21ου αιώνα όπου έχει καταστραφεί κάθε ισορροπία του ανθρώπου στη σχέση του με τη φύση, το κλίμα, την τροφή, τα ζώα. Πάνω απ’όλα έχει διαπραχθεί ύβρις. Την ύβρη πληρώνουμε σε παγκόσμιο επίπεδο. Η Ιαπωνία πλήρωσε ήδη το τίμημα.
Στα ηλεκτρονικά μέσα τις επόμενες ημέρες εικόνες σε υπέρθεση. Σεισμοί, τυφώνες, κύματα. Για κάποιους αποτελούν πραγματικές εικόνες σωματικής μνήμης που θα μείνουν χαραγμένες για πάντα. «Το όραμα της καταστροφής κολλημένο στον αμφιβληστροειδή». Όραμα που προβάλλεται πάνω σε άλλα πολλαπλά βιώματα σεισμών που όπως λέει η συγγραφέας την ακολουθούν. Σκέπτομαι το «οπτικό σχήμα» του Ζακ Λακάν. Το είδωλο αντεστραμμένο στον αμφιβληστροειδή, τις εικόνες που έρχονται από οθόνες και κινητά να επικαθήσουν σε άλλες προσωπικές τραυματικές παγωμένες εικόνες διογκώνοντας τον φόβο. Απόσταση. Εκεί έξω υπάρχει η Φύση, ο Άλλος, το Σώμα, το Υποκείμενο που στέκεται απέναντι στα πράγματα αναλαμβάνοντας την επιθυμία του.

«Γεννήθηκα δικαιούμενη εξαρχής να με θεωρώ υποκείμενο του λόγου». Σε ένα παγκόσμιο σκηνικό όπου κάπως βλέπουν όλοι την Ιαπωνία από το 1970, η ίδια παίρνει την απόστασή της ταξιδεύοντας και αποκτά υποκειμενικό βλέμμα και λόγο. Περιγραφή κοντά σε αυτή του Υποκειμένου του Ασυνειδήτου που παίρνει απόσταση από το Cogito της φιλοσοφίας διάφανο ως προς τον εαυτό του. Η ίδια η γραφή της, θραυσματική, με πίσω μπρος στο χρόνο και διαρκή αναφορά στο τυχαίο που «συμπέφτει» με τις διαισθήσεις και τις κινήσεις της είναι πολύ κοντά σε μία βαθιά σχέση με τον εαυτό, το ασυνείδητο, την ποιητικότητα. Εξάλλου η αναφορά της σε Ιάπωνες ποιητές συνεχής.
Στο αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου Παρίσι 4 κόσμος έχει μαζευτεί για ανάγνωση ποίησης από τον Ιάπωνα ποιητή Τατσούχικο Ισιι. Επικρατεί αλλόκοτη ατμόσφαιρα. Ο Ισιι έχει ήδη γράψει πριν το συμβάν ένα τρίπτυχο με τίτλο «Αναγγελία στην Ανθρωπότητα» και ξεκινά ως εξής: «Η μέρα που η θάλασσα αφρίζει και η γη δονείται»…Οι συγγραφείς και οι καλλιτέχνες είναι να απορεί κανείς, γράφει, που οι δημιουργίες τους, η σκέψη τους προηγούνται ή συμπίπτουν με μία καταστροφή. Η ίδια ανέβασε οnline ένα ηχητικό κομμάτι με τίτλο Παραμονή την παραμονή της καταστροφής. Και ένα χρόνο πριν τελείωσε ένα κείμενο με τίτλο «Η παραμονή». Αυτή η αναρώτηση για το πίσω μπρος στο χρόνο, το πριν και το μετά μιας καταστροφής, την «σύμπτωση» δίνει τον τίτλο.
sastre από το ιταλικό disastro «Κάτω από ένα κακό άστρο»

23 Μαρτίου: Είναι ακόμη αδύνατο να μετρηθούν οι νεκροί
25 Μαρτίου: Μεθυσμένος δείχνει Γιαπωνέζα «Η ραδιενεργή»..
26 Μαρτίου: Θιασώτες και ενάντιοι στην πυρηνική ενέργεια
27 Μαρτίου: Οι μετασεισμοί συνεχίζονται
30 Μαρτίου: Διαταγή εκκένωσης της πόλης

Το ηχητικό κομμάτι η Παραμονή που δημιούργησε με τον μουσικοσυνθέτη Εντί Λαντουάρ είχε αφορμή μια καταστροφή που έγινε στην Βοστώνη 15 Ιανουαρίου του 1919. Στις 15 Μαρτίου ήταν η παραμονή του πυρηνικού ατυχήματος στη Φουκουσίμα. Η 11η Μαρτίου 2011 συνηχεί με την 11η Σεπτεμβρίου στην Αμερική. Η Φουκουσίμα και η Χιροσίμα, η Φουκουσίμα και το Τσερνομπίλ, η προφητική ταινία Όνειρα του Κουροσάβα με το τελευταίο όνειρο στον απόηχο ενός πολύχρωμου κύματος ραδιενέργειας που δεν επιτρέπει στους ανθρώπους να ζήσουν και το αόρατο ιικό φορτίο που έχει συγκλονίσει τον πλανήτη τον Μάρτιο του 2020. Έναν πλανήτη ασφυκτικά πιεσμένο, βιασμένο, εγκαταλελειμμένο. Το χρονικό τελειώνει 30 Απριλίου όριο αναφοράς για τους περιορισμούς μας... Δεν είναι από σύμπτωση.

Το θεραπευτήριο



Από τη μέρα που έγινε γνωστό το θέμα με τον ιό δεν ανταμώσαμε ξανά σαν οικογένεια. Όλοι κάναμε ότι είχαμε δουλειές, τηλεφωνιόμασταν που και που (όλα καλά; Καλά) κι όταν κανένας έλεγε «θα περάσω από το σπίτι να σε δω», βρίσκαμε πάντα μια δικαιολογία για να μην έρθει. Ακόμη και στην αυλή όταν συναντιόμασταν αποφεύγαμε κάθε επαφή μεταξύ μας, χτυπιόμασταν με αγκωνιές και γροθιές, δηλώνοντας την αγάπη μας.
Να φανταστείτε ότι στα γενέθλια της μικρής μου ανιψιάς δεν πήγε κανείς μεγάλος. Της γιαγιάς, που επέμενε ντε και καλά να πάει, της κουμπώσαμε ένα Ζάναξ των 2 mgr και την πήρε ο ύπνος στον καναπέ. Στη μικρή κάναμε δώρο δέκα μικρά ροζ πλαστικά μπουκαλάκια, με αυτοκόλλητα της Μπάρμπυ, 100 ml το καθένα γεμάτα με οινόπνευμα 60%. Τα αφήσαμε στην πόρτα της τυλιγμένα με μια όμορφη κόκκινη εορταστική κορδέλα. Ακούγαμε τα μικρά που τραγουδούσαν και χόρευαν και τρέμαμε για τους ιούς που θα μας κουβαλήσουν. Μέχρι να φύγουν ξεροσταλιάσαμε πίσω από τις εξώπορτες με τις σκούπες και τα απολυμαντικά ανά χείρας για να καθαρίσουμε όσο γινόταν γρηγορότερα το κλιμακοστάσιο πριν φυτρώσουν οι ιοί στα μάρμαρα και κλείσουν την έξοδο.
Όλα άλλαξαν όταν μάθαμε ότι ο ιός δεν ζει σε θερμοκρασία πάνω από 25 βαθμούς και ότι ο ήλιος και τα ζεστά ροφήματα κάνουν καλό. Συγκεντρωθήκαμε σαν οικογένεια, (επιτέλους!) στην ταράτσα, παρέα με δυο γριές γειτόνισσες, φίλες της μάνας μου και καθίσαμε, με τις μάσκες φορεμένες, κατάφατσα στον μεσημεριανό κυριακάτικο ήλιο. Βγάλαμε παπούτσια, κάλτσες, ανεβάσαμε παντελόνια,   ο ξάδερφος μου –χρόνια στα γυμναστήρια– πέταξε και το φανελάκι, η θειά μου η Στέλλα κόντεψε να μείνει με το σώβρακο, ένα μακρύ πορτοκαλί βαμβακερό σώβρακο ίδιο χρώμα με το σπίτι της στην Κέρκυρα και οι φίλες της μάνας μου ανέβασαν χωρίς ντροπή τα φουστάνια μέχρι πάνω. Μόνο ο Τίτος, ο ανιψιός μου, εξορίστηκε στον κήπο, είχε βλέπετε γυρίσει πρόσφατα από τη Γαλλία και τον είχαμε σε καραντίνα. Παρόλο που επέμενε ο έρμος ότι ήταν μια χαρά, ότι πέρασαν οι δεκατέσσερις μέρες, κανείς μας δεν τον εμπιστευόταν ακόμη, μιλούσαμε όμως όλοι μαζί του με το τηλέφωνο σε ανοιχτή ακρόαση για μην αισθάνεται μόνος.
Οι γείτονες στην αρχή απόρησαν που μας είδαν σε αυτή την κατάσταση (λες και ήμασταν τρόφιμοι από κάποια ψυχιατρική δομή), αλλά όταν έμαθαν για τις θεραπευτικές ιδιότητες του ήλιου, ξαμολήθηκαν και αυτοί. Όσοι είχαν προσήλια μπαλκόνια απλώθηκαν για τα καλά κι άλλοι κρεμάστηκαν στα παράθυρα, ξεπερνώντας αναστολές, ανταποκρινόμενοι άμεσα στη θεραπεία. Γέμισαν τα μπαλκόνια με μισόγυμνα σώματα, χέρια και πόδια κατάλευκα, σαν άσπρα μεταλλαγμένα   σκουλήκια φαινόταν από μακριά. Εξαίρεση η Τζίνα, που εμφανίστηκε στο μπαλκόνι του πέμπτου ορόφου με το μπικίνι, προκαλώντας αναβρασμό, ένταση και χαρά σε όλο το θεραπευτήριο.
Το απομεσήμερο πια είχαμε βράσει κυριολεκτικά, είχαμε γίνει όλοι σκέτα παντζάρια, μας χτύπησε ο ήλιος του Μάρτη κατακέφαλα και πήραμε από ένα αναβράζον δισκίο ντεπόν maximum. Πριν αποσυρθούμε ο καθένας στο σπίτι του η ανιψιά μου που είναι χρόνια διοικητικός υπάλληλος στο νοσοκομείο και ξέρει καλά άπαντα τα ιατρικά (καλύτερα από γιατρός) φόρεσε γάντια και μοίρασε με την ανάλογη επισημότητα σε όλους μας, ένα αναβράζον δισκίο βιταμίνης C 1000 mgr, ένα καψάκιο βιταμίνης D 1mgr, ένα αναβράζον δισκίο εχινάκεας 150 mgr, ένα δισκίο Lysopaine για στοματοφαρυγγική αντισηψία, ένα αναβράζον δισκίο μαγνήσιου 300 mgr και ένα δισκίο μελατονίνης 2mgr. Τα τρία τελευταία θα τα παίρνετε μια ώρα πριν τον ύπνο, διευκρίνισε ,όλα τα άλλα κατά τη διάρκεια της μέρας, για έναν μήνα και βλέπουμε…

2 Στιγματότοποι (χωρίς αρίθμηση)

«Το φιλί» του Νικηφόρου Λύτρα (πριν το 1878. Εθνική Πινακοθήκη). Στην παραλλαγή δεξιά, το αγόρι που φιλάει το κορίτσι έχει εξαφανιστεί και το κορίτσι απλώς ... περιμένει


Βόρεια προάστια, Αθήνα

Δύσκολη… Ζωτικής σημασίας, όμως, (νομίζω…), η αδιάλειπτη ενημέρωση για τους νέους και ανανεούμενους αποκλεισμούς και απαγορεύσεις. Ήμουν, βλέπετε, και στραβάδι ακόμα: μόλις πριν λίγες ώρες είχα φτάσει σε τούτη εδώ τη χώρα προερχόμενος από μιαν άλλη χώρα. Λιγότερο ανεπτυγμένη. Δηλαδή με λιγότερα δηλωμένα κρούσματα και θανάτους. Λιγότερα από ό,τι εδώ, υποτίθεται. (Στις φτωχές χώρες τα πολλά κρούσματα είναι πολυτέλεια, εδώ και οι πλούσιες τα τσιγκουνεύονται). Δηλαδή λιγότερο φόβο. Λιγότερες μάσκες, λιγότερα πρέπει.
Διαβάζω λοιπόν αμέσως το νέο μήνυμα στο κινητό:
– «Τι θα κάνεις τώρα;» γράφει ένα γνωστός, τον οποίο είχα ενημερώσει τηλεφωνικά πριν λίγη ώρα για την άφιξή μου στην πατρίδα.
– «Θα πάω για ένα ποτό», απαντώ.
– «Δεν άκουσες τα μέτρα; Δεν έχεις ΑΕ μου φαίνεται!».
– «Ναι, δεν έχω Ανώνυμη Εταιρία. Μια μικρή Ομόρρυθμη έχω, με πολλές αρρυθμίες τώρα τελευταία».
– «Ατομική Ευθύνη δεν έχεις!». Και το έκλεισε.
–  (;)

Σουρούπωνε στο μεταξύ. Ψιλόβρεχε. Βλέπω αφώτιστη μια φωτεινή επιγραφή: «Mille baci». Μισάνοιχτη πόρτα, μισόφωτο. Φωλιά. Μπαίνω διστακτικά, με μια ανεξήγητη αίσθηση φόβου. (Τι το ‘θελαν οι ευλογημένοι αυτό το ιταλικό όνομα! Ιταλία, η φωλιά του ιού). Τρεις κι ο κούκος, ερημιά στο μπαρ. Η μπαργούμαν με κοιτάζει καχύποπτα. Κατευθύνομαι προς την μπαργούμαν, παραγγέλνω.
Κοιτάζω γύρω μου: Ένας νεαρός σ’ ένα τραπέζι. Ωραία γκριζογάλανα μάτια. Μια κοπέλα στο διπλανό του τραπέζι. Ωραία πράσινα μάτια. Κοιτάζονται. Κάθομαι, με μια περίεργη φόβου, σ’ ένα τραπέζι. Πολύ κοντά στην είσοδο. (Καλού κακού). Τo ποτό μου φθάνει αμέσως. Η σερβιτόρα ζητά να πληρωθεί αμέσως. (Καλού κακού;). Πληρώνω.

Ο νεαρός σηκώνεται ξαφνικά και πάει στο τραπέζι της κοπέλας. Κάτι της ζητάει, δεν μπορώ να ακούσω. Αναπτήρα; (Θυμήθηκα την παλιά απαγόρευση). Θα πάει έξω; Θα πάνε έξω; Η κοπέλα τού δίνει ένα πλαστικό μπουκαλάκι. (Λαγνεία τέχνας κατεργάζεται, σκέφτομαι). Καθαρίζει τα χέρια του με υγρό από το μπουκαλάκι. Κάτι λένε μεταξύ τους, δεν μπορώ να ακούσω. Ο νεαρός κάθεται στο τραπέζι της. Απέναντί της. Φλυαρούν σιγανά. Σε μια στιγμή βγάζουν σχεδόν ταυτόχρονα τις μάσκες. Σηκώνονται όρθιοι. Στάση ανυπόμονης προσμονής. Περιμένω να δω το φιλί -ωραία. Ο νεαρός βάζει αποφασιστικά το χέρι στην τσέπη και βγάζει ένα μαντιλάκι. Της το δίνει. Παίρνει και αυτός ένα. Καθαρίζουν επιμελώς τα χείλη τους, τις μύτες τους, τις μούρες του. Με παίρνει η μυρωδιά του οινοπνεύματος. Απότομα. Σαν μια ξαφνική μπάτσα.

Ξαφνικά ένας θόρυβος: Δυο μπάτσοι μπαίνουν φουριόζοι στο μαγαζί. Αποπνέουν μια αδιόρατη αίσθηση φόβου. Κατευθύνονται προς την μπαργούμαν. Προλαβαίνω και φεύγω απαρατήρητος. (Καλού κακού!).

*

Σε πολλές πόλεις, όχι σε όλες (ακόμα)

Ανοιξιάτικη λιακάδα. Στεγνώνει στο παγκάκι μετά την πρωινή βροχή. Καπνίζει. Ο αστυνομικός τον πλησιάζει.
–  Έχετε άδεια μετακίνησης;
–  …
–  Δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί κανείς έξω χωρίς άδεια. Μένουμε σπίτι, δεν το ξέρετε;
–  …
–  Πηγαίνετε αμέσως σπίτι σας. Πού μένετε;
–  Εδώ μένω.
Είπε. Και έδειξε αφηρημένα τα στρωσίδια πάνω στα χαρτόκουτα, κάτω από τη μαρκίζα.

Το όργανο τον κοίταξε με ζήλεια και τρυφερότητα.

Μνημεία



Οι γάτες και τα πουλιά ήταν παντού. Οι άνθρωποι λίγοι και πέθαιναν. Η καμπάνα μέτρησε έξι στους δύο μήνες που ήμουν εκεί. Οι γάτες όλο και αυξάνονταν. Μόλις τάισα τις πρώτες τρείς στάλθηκε σήμα σε όλες. Έφεραν τα καλοκαιρινά μωρά τους και τα ανοιξιάτικα που ήδη είχαν γεννήσει άλλα δικά τους. Τα πουλιά δεν τις φοβούνταν, όπως έδειχνε ο πληθυσμός τους.
Μετά από πέντε χρόνια χειμώνα, ακολουθώντας τον από το βόρειο στο νότιο ημισφαίριο, γύρισα και πάλι για καλοκαίρι στην Ελλάδα. ΄Ετσι βρέθηκα στο χωριό. Θεσσαλονίκη, Μελβούρνη, Σαν Φρανσίσκο, Βοστώνη, με σύντομες περιόδους σε πόλεις τεσσάρων ηπείρων, ήταν πόλεις που έζησα και ζώ. Το σπίτι στο χωριό ήταν το μόνο σταθερό στην περιπατητική ζωή μου. Μικρή περνούσα τα καλοκαίρια και τις γιορτές εκεί. Αργότερα, εκεί ήταν που χανόμουν μακριά από όλα και όλους για να ξαναβρώ τον δρόμο.
Αυτό έψαχνα και αυτή τη φορά. Όταν ο πατέρας μου πέθανε δεν πήγα στους αντίποδες το καλοκαίρι για χειμώνα. Έπεισα την μητέρα μου νάρθει στην Ελλάδα. Ήταν η πρώτη φορά μόνη της στο πρώτο σπίτι που έφτιαξαν μαζί. Το τελευταίο τους το αγόρασαν κρυφά πριν χρόνια. Πάμε να δούμε το καινούριο μας ακίνητο, είπαν γελώντας στον αδελφό μου και μένα που είμασταν εκεί για Χριστούγεννα όπως κάθε χρόνο. Όταν πλησιάσαμε το νεκροταφείο καταλάβαμε τι ήθελαν να μας δείξουν. Καλά που ήταν έτοιμο, μας είπε η εταιρεία κηδειών, γιατί η κατασκευή μνημείου θέλει τουλάχιστον έξι μήνες. Εμείς είμασταν ευγνώμονες που δεν θα βλέπαμε χώμα. Ο λευκός γρανίτης μας κάλυπτε και μας και βοήθησε να ενσωματώσουμε την αλήθεια της απουσίας του. Αυτός δεν είναι ο ρόλος των μνημείων εξάλλου, να καλύπτουν ωμές αλήθειες με σύμβολα;
Αυτή ήταν η αλήθεια του χωριού για μένα, ότι είναι μνημείο, σύμβολο σταθερότητας και συνέχειας που ποτέ δεν είχα. Το σπίτι, τα έπιπλα, που ήταν μια εκλεκτική συλλογή δειγμάτων από όλα μας τα σπίτια, τα ρούχα, ξεχασμένα ή αφημένα εκεί για το επόμενο καλοκαίρι, τα βιβλία, από το αγαπημένο μου μικρή μέχρι το τελευταίο μου αγαπημένο την τελευταία φορά που ήμουν εκεί, σχεδόν όλα μέσα στο σπίτι ήταν από κάπου αλλού. Οι γάτες το κατάλαβαν, για αυτό έρχονταν να γίνουν του σπιτιού και να τις προσθέσω στη συλλογή συμβόλων ζωής του.
Δεν ξέρω αν θα καταφέρω να γυρίσω. Μετά από φθινόπωρο στο Λος Άντζελες και στη Σεούλ, βρέθηκα Μελβούρνη, όπου ήταν καλοκαίρι, και ενώ ετοιμαζόμουν να επιστρέψω σπίτι μου στη Βοστώνη έκλεισαν οι πτήσεις εξαιτίας ενός ιού που ίσως είναι το τέλειο σύμβολο του τέλους. Μας καλύπτει όλους. Τροφοδοτεί τις φοβίες μας αλλά και μας αποκαλύπτει τις αλήθειες στα σύμβολα ζωής της ζωής μας. Αν γυρίσω, δεν ξέρω αν θα γνωρίσω το σπίτι μου.

[ Μελβούρνη, Μάρτης 2020 ]

Η πανώλη του κυρ Ζαχαρία


Ο δε κυρ Ζαχαρίας του ποτέ Χριστοδούλου πορευθείς και αυτός μετ' ου πολύ χάριν της συνήθους περιηγήσεως εις τα Δερβενοχώρια και εις Κούλουρην ένθα επώλησεν πάσαν την πραμμάτειαν εξόχως επωφελώς, επέστρεψεν εις Αθήνας με τον γάιδαρόν του, ένα ζεύγος ορνίθων και τρεις δαμιζάνας ερυθρού οίνου αντί άρτου, κομίζων το αγώγιμον της πανώλης χωρίς να το ηξεύρη τινάς, διότι επήγαν και οι προεστώτες και άλλοι των χριστιανών κατά την συνήθειαν και τον εχαιρέτησαν, απολαμβάνοντες την φιλοξενίαν αυτού και της συζύγου του μέχρι πρωίας. Την ακόλουθον ημέραν ηγέρθη της κλίνης του περί την ανατολήν και έψησεν την μεσημβρίαν το ζεύγος ορνίθων, το οποίον απήλαυσε ομού μετά του τρεφόμενου με πλούσιον σανόν γαϊδάρου του, περί την δύσην όμως του ηλίου ησθένησε και κατεκλίθη. Την τρίτην ημέραν απέθανεν υπό πανώλης ως εμαρτύρησεν η κυρά Θεοδώρα η μαμή εις τον ιερέα της Παναγίας Γλυκοφιλούσης πατέρα Γρηγόριον, τον λεγόμενον Γουρλομάτην. Τον έθαψεν ο μόρτης λεγόμενος Λαλές, εξελθών του καπηλείου του κυρ Γερασίμου, εις το οποίον επανήλθεν ίνα πίει εις μνήμην του μακαρίτη και καταθέσει το γρόσι που είχεν λάβει δια την ταφήν. Και εκεί απέθανεν περί το μεσονύκτιον, πληγείς στο δοξαπατρί υπό της πανώλης. Κανένας άλλος δεν εκτυπήθη υπό της νόσου εις το ύστερον και ο γάιδαρος επωλήθη εις τον κυρ Μανιό, επειδή ο γάιδαρος εγνώριζεν τον δρόμο προς τα Δερβενοχώρια και την Κούλουρην, όπου ο κυρ Μανιός του ποτέ Σοφία Σολωμόντος έμελε να μεταβεί εμπορευόμενος ξερά κουκιά και άλλα του νοικοκυριού. Πριν όμως του θανάτου του κυρ Ζαχαρίου είχεν αποθάνει αιφνιδίως ο Διονύσιος του γραμματικού κυρ Αγγελάκη ο υιός, όπου ήλθεν μαζί με τον κυρ Ζαχαρίαν από την Κούλουρην, κακείθεν εγένετο το πράγμα γνωστόν. Εις τους 1741 όπου εγένετο μέγας χειμών εν Αθήναις. Το αυτώ έτει συνέβη και μέγα θανατικόν, πανώλης τοιαύτη, η λεγόμενη «του Ζαχαρία», ως μη δύνασθαι τους ζώντας θάπτειν του θνήσκοντας. Έρριπτον γαρ αυτούς εις την θάλασσαν και αι ακταί των αιγιαλών επληρούντο νεκρών σωμάτων. Μαρτυρώ εγώ Φιλόθεος του ποτέ Αβαρία, σήμερα του Αγίου Τρύφωνος, έτος σωτήριον 1742.

Στρατής Χαβιαράς: σενάριο μιας ζωής (1935-2020)

«Θα ήθελα χειρόγραφους λίγους στίχους και την υπογραφή σου», είπε, όταν τηλεφώνησε τηλεφώνησε από τη Βοστώνη, «στη σελίδα από ρυζόχαρτο που στέλνω, με παράκληση να την επιστρέψεις αμέσως». Αυτό ήταν εύκολο, καθώς έμενα στη Νέα Υόρκη. Εξήγησε τι οργάνωνε χωρίς να το ξέρει ο Στρατής. Θα έδενε σε βιβλίο τις σελίδες που συγκέντρωνε από φίλους, οι οποίοι είχαν διαβάσει στην Αίθουσα Ποίησης στη Βιβλιοθήκη Λαμόντ του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ. Υπεύθυνος της Αίθουσας Ποίησης ήταν ο Στρατής Χαβιαράς, που επρόκειτο να αποχωρήσει. «Και πώς θα παραμείνει έκπληξη πριν του δώσεις το βιβλίο;», ρώτησα. «Είναι απλό», απάντησε. Είχε ζητήσει από τον ίδιο τον Στρατή να κλείσει την αίθουσα για μια εκδήλωση για την ποίηση του Σαίξπηρ, στην οποία θα μιλούσαν και οι δύο. «Άρα θα είμαστε καλοντυμένοι», πρόσθεσε. Θα μιλούσαν και άλλοι από το Χάρβαρντ, που κρυφά γνώριζαν ότι η εκδήλωση ήταν προς τιμήν του Στρατή.
Δεν μπορούσα να είμαι παρών, αλλά την ίδια ιστορία άκουσα και από τους δύο. Ο Στρατής μπήκε και κατευθύνθηκε προς το τραπέζι των ομιλητών. Ποιο ήταν το θέμα το έμαθε όταν πήρε τον λόγο ο Σέιμους Χήνυ, που εξήγησε στο πυκνό ακροατήριο, όπου σχεδόν όλοι πια το ήξεραν, ότι η εκδήλωση ήταν προς τιμήν του Χαβιαρά, έβγαλε το βιβλίο όπου είχε συγκεντρώσει και δέσει τις σελίδες από ρυζόχαρτο και το έδωσε στον τιμώμενο. Δεν ξέρω όμως πόσο μικρή ή μεγάλη αίθουσα θα γέμιζαν τα άτομα στην Ελλάδα που γνωρίζουν ότι ο Στρατής Χαβιαράς ήταν από τους ελάχιστους Έλληνες, που στην πραγματικότητα και όχι στη φαντασία τους είχαν προσωπικές σχέσεις με σπουδαίους ξένους συγγραφείς.
Η ζωή του Χαβιαρά συνιστά σενάριο ταινίας. Γεννήθηκε στη Νέα Κίο της Αργολίδας από μικρασιατικής καταγωγής γονείς. Το 1944 εκτέλεσαν τον πατέρα του για αντιστασιακή δράση, ενώ η μητέρα του εκτοπίστηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Γερμανία. Οι αρχές κατοχής κατεδάφισαν το σπίτι τους. Τελειώνοντας το δημοτικό άρχισε να εργάζεται ως οικοδόμος στην Αθήνα και σε δημόσια έργα στην επαρχία. Το 1957 γνώρισε τον Κίμωνα Φράιερ, που τον κάλεσε στην Αμερική. Δακτυλογραφούσε το αρχείο αλληλογραφίας με τον Καζαντζάκη. Μετέφραζε στα ελληνικά και εκφωνούσε στη «Φωνή της Αμερικής» ομιλίες του Φράιερ. Βοηθούσε στη μετάφραση της «Ασκητικής» και της «Οδύσσειας». Γνώρισε τον Άρθουρ Μίλερ, τον Τένεσι Γουίλιαμς και άλλους. Παράλληλα σπούδαζε μηχανολογικό σχέδιο στη Νέα Υόρκη και αργότερα, όταν έφυγε σε συγγενείς του στη Βιρτζίνια, όπου γνώρισε τον Ουίλιαμ Φώκνερ, σχεδιασμό μηχανών, ενώ τα βράδια δούλευε σερβιτόρος.
Ο δραματικός μονόλογος «Το σκουριασμένο καρφί» δημοσιεύτηκε το 1959 στην Καινούρια εποχή του Γιάννη Γουδέλη. Το 1961 επέστρεψε στην Ελλάδα. Γνώρισε την Κατερίνα Πλασσαρά και ταξίδεψαν στην Ευρώπη. Η κυρία με την πυξίδα, η πρώτη ποιητική του συλλογή, εκδόθηκε το 1963, ενώ εργαζόταν ως μηχανικός στην κατασκευή του φράγματος στον Αχελώο. Δυο χρόνια αργότερα ακολούθησε το Βερολίνο από τις εκδόσεις Φέξη. Το 1967 έφυγαν για τις Ηνωμένες Πολιτείες, έχοντας παντρευτεί με την αρχιτέκτονα Γκέιλ Φλυν, που γνώρισε στα γραφεία, όπου είχε βρει δουλειά ως σχεδιαστής, της εταιρείας του Γκρόπιους, που σχεδίασε την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα. Πριν φύγουν εκδόθηκε Η νύχτα του Ξυλοπόδαρου, η τρίτη του συλλογή, αντίτυπα της οποίας κατασχέθηκαν από τη στρατιωτική δικτατορία, ενώ η Νεκροφάνεια, η τελευταία του ποιητική συλλογή στα ελληνικά, κυκλοφόρησε από τον Κέδρο το 1972.
Πολύ δραστήριος στον αντιδικτατορικό αγώνα και υπεύθυνος του περιοδικού Eleutheria, στο Κέμπριτζ της Μασαχουσέτης ξεκίνησε από χαμηλόβαθμη δουλειά, εξυπηρετώντας αναγνώστες, στο συγκρότημα βιβλιοθηκών του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, ενώ παρακολουθούσε νυχτερινά μαθήματα λογοτεχνίας. Μέσω του εξ αποστάσεως προγράμματος του Κολεγίου Γκοντάρ, όπου ολοκλήρωσε μεταπτυχιακό, γνώρισε σπουδαίους πεζογράφους όπως ο Ρέιμοντ Κάρβερ και ο Ρόμπερτ Κούβερ. Το 1973 αποφάσισε να γράφει στα αγγλικά. Άρχισε να δημοσιεύει σε αμερικανικά λογοτεχνικά περιοδικά. Χώρισαν με τη γυναίκα του. Δύο φορές διέσχισε τον ποταμό: Crossing the River Twice λεγόταν η πρώτη ποιητική συλλογή του στα αγγλικά, που κυκλοφόρησε το 1976, έτος που άρχισαν να ζουν μαζί με τη μετέπειτα διευθύντρια βιβλιοθηκών του Χάρβαρντ Χέδερ Κόουλ. Έπειτα από χρόνια παντρεύτηκαν ικανοποιώντας επιθυμία της κόρης τους Ηλέκτρας.
Από το 1974, έως τη συνταξιοδότησή του το 2000, ήταν υπεύθυνος της Αίθουσας Ποίησης του Χάρβαρντ (Woodberry Poetry Room). Σε αυτό το «μέρος για την ποίηση», όπως το χαρακτήρισε ο Φινλανδός αρχιτέκτονας Άλβαρ Άαλτο, που το είχε σχεδιάσει, σε αυτό το «τεράστιο δωμάτιο», όπως το αποκαλούσε ο e e cummings, ο Στρατής Χαβιαράς διοργάνωνε αναγνώσεις, ομιλίες, συναντήσεις. Πρόκειται για μια βιβλιοθήκη σύγχρονης ποίησης, που διαθέτει συλλογή σπάνιων εκδόσεων και ηχητικών ντοκουμέντων. Πρόκειται για μια μοναδική «βιβλιοθήκη φωνών», από το 1933, από αναγνώσεις ποιητών στα αγγλικά, κάποιοι από τους οποίους για πρώτη φορά άκουσαν τη δική τους φωνή στις ηχογραφήσεις αυτές, αλλά και σε άλλες γλώσσες. Ο Χαβιαράς δημιούργησε συλλογή ηχογραφήσεων και στα ελληνικά. Επίσης υπήρξε συνιδρυτής λογοτεχνικών περιοδικών, έχοντας ξεκινήσει το 1971 με το χειρόδετο Arion's Dolphin και συνεχίζοντας το 1986 με το περιοδικό Erato, που μετεξελίχθηκε στο Harvard Review.

Διεθνή αναγνώριση κέρδισαν δύο μυθιστορήματά του στα αγγλικά, που μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες: When the Tree Sings το 1979 («Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα», Ερμής 1980) – το οποίο αρθρογράφος του Guardian περιέλαβε στα δέκα πιο σημαντικά πολιτικά μυθιστορήματα του 20ού αιώνα – και The Heroic Age το 1984 («Τα ηρωικά χρόνια», Καστανιώτης 1999). Το 2000 κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ η συλλογή με ποιήματα σε πρόζα Millennial Afterlives: A Retrospective. Τα μυθιστορήματα Άχνα (2014) και Πορφυρό και μαύρο νήμα (2007), σε μετάφραση Ρένα Χατχούτ το δεύτερο, κυκλοφόρησαν από τον Κέδρο. Επίσης μετέφρασε Καβάφη στα αγγλικά, Χήνυ και Σίμικ στα ελληνικά. Επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου η δράση του είναι πολύ πιο γνωστή. Συνέχισε να διδάσκει σε εργαστήρια δημιουργικής γραφής, συγκεντρώνοντας την αγάπη των μαθητών του. Κηδεύτηκε στη γενέτειρά του, όπως ήταν η επιθυμία του.

Τι απέγινε το αυτοσχέδιο βιβλίο που έδωσε ο Σέιμους Χήνυ στον Στρατή Χαβιαρά, μπορεί να ρωτήσετε. Κι εγώ είχα ρωτήσει τον Στρατή. «Ήταν τόσο ωραίο, που το χάρισα στη βιβλιοθήκη», είπε.

Μάσκες & μασκοφόροι

Ασφαλώς χρήσιμες θα φανούν οι μάσκες σε άτομα που θα κυκλοφορούν μετά την υποχώρηση ή επιστροφή του ιού. Θα είναι χρήσιμες, παραδείγματος χάριν, για την ανάληψη χρημάτων από τράπεζες. Ήδη τη Μεγάλη Πέμπτη, φορώντας χειρουργική μάσκα κατά του κορωνοϊού και κρατώντας πιστόλι, άγνωστος που απομακρύνθηκε με άγνωστο μέσο απέσπασε άγνωστο χρηματικό ποσό από υποκατάστημα επί της Συγγρού στο Κουκάκι, σύμφωνα με κατατοπιστικό ρεπορτάζ.
Επίσης χρήσιμες είναι για τη διενέργεια εκλογών, όπως στη Νότιο Κορέα στα μέσα Απριλίου, όταν ο κεντροαριστερός κυβερνητικός συνασπισμός συγκέντρωσε το υψηλότερο ποσοστό μετά τη μετάβαση της χώρας στη δημοκρατία το 1987, κερδίζοντας 180 από συνολικά 300 έδρες. Πριν ψηφίσουν, γινόταν έλεγχος της θερμοκρασίας των ψηφοφόρων και απολύμανση χεριών, στα οποία μετά φορούσαν πλαστικά γάντια μίας χρήσης. Σε χωριστούς εκλογικούς θαλάμους ψήφισαν όσοι είχαν υψηλή θερμοκρασία ή δεν φορούσαν μάσκα.
Εκλογολόγοι ήδη υποψιάζονται μία νέα αντίληψη περί μυστικής ψηφοφορίας, που θα μπορούσε να γενικευτεί, με θερμομετρήσεις αντί για σφυγμομετρήσεις του εκλογικού σώματος και εξυγίανση εταιρειών δημοσκοπήσεων, ενώ χρήσιμες μπορεί να φανούν οι μάσκες και για ζευγάρια που λόγω αποκλεισμού έχουν παραγνωριστεί. 
Στην Ελλάδα, ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού χωρίς συμπτώματα άνοιας ίσως θυμούνται την επιτυχία της Μάσκας, ιδίως στις αρχές της. Πρώτος διευθυντής του περιοδικού ήταν ο Απόστολος Μαγγανάρης, στον οποίο αποδίδεται η μετονομασία της στήλης των «σταυρωτών λέξεων» σε «σταυρόλεξο», όταν εργαζόταν στην εφημερίδα Τα Νέα. Δεν έχουν καταγραφεί εναλλακτικές ονομασίες – όπως ημισεληνόλεξο; – για μη Χριστιανούς. 
Στις περισσότερες από δώδεκα ποιητικές συλλογές του πρωτοπόρου του περιοδικού τύπου Απόστολου Μαγγανάρη περιλαμβάνονται και «μασκοφορεμένες», δηλαδή δύο βιβλία με ποιήματα σε ύφος άλλων ποιητών και τίτλο «Ύφη και στυλ» (Α΄, 1979 και Β΄, 1980), «A la manière de …» 120 ποιητών και 89 ποιητών αντιστοίχως. 

Social Distancing

Σου γράφω αυτό το σύντομο μήνυμα αν και δεν ξέρω αν θελήσεις να το διαβάσεις και δεν είμαι σίγουρος ακόμα αν θα στο στείλω.
Τον τελευταίο καιρό όλα συμβαίνουν λες και είναι μια ψευδαίσθηση και δεν μπορώ να ξεχωρίσω το περίγραμμα των γεγονότων, να αποσυνδέσω την μια μέρα από την άλλη, ούτε έχω καμία εγγύηση αν τα γεγονότα είναι αντιστρέψιμα.
Εσύ ξέρεις πόσο μοναχικός είμαι,μερικοί θα το ονόμαζαν διακριτική εσωστρέφεια, άλλοι αβάσταχτη μοναξιά έτοιμη να σε κατασπαράξει με το παραμικρό σημάδι αδυναμίας.
Η μοναξιά όμως για εμένα,όπως θα το έχεις καταλάβει, είναι το φυσικό μου περιβάλλον, έχω ψηθεί πια στην κοινότυπη και στερεότυπη αλήθεια που λέει ότι το ιδιωτικό είναι και κοινωνικό και μολονότι συνήθως τους μοναχικούς τους βλέπεις να είναι στην τσίτα, σημαδεμένοι με μια ήπια μορφή αδιαφορίας και ένα ασταθές έδαφος διαθέσεων για όλους και για όλα, προσωπικά δεν έχω λόγο να ανησυχώ και να φοβάμαι.
Αποτραβηγμένος λοιπόν εξ αιτίας του χαρακτήρα μου στο μικρό δικό μου τίποτα, μένω στο ίδιο ορθογώνιο κτήριο που θυμάσαι. Εγκιβωτισμένος μαζί με όλους τους άλλους ένοικους στις σκληρές διαδοχικές στρώσεις τσιμέντου που μας κρατάνε ενωμένους τον ένα επάνω στον άλλον, συνεχίζω τόσα χρόνια να μην τους έχω πει ούτε καλημέρα, παρ΄ όλο που λένε ότι συνυπάρχοντας γίνεσαι πιο επικοινωνιακός και αποκτάς ενσυναίσθηση. Κάποιες φορές ισχυρίζομαι με κυνισμό, ότι η κοινωνία θα επιβιώσει για καιρό με άτομα σαν εμένα που το βιωματικό τους γίγνεσθαι περιορίζεται σε λίγες δημόσιες σχέσεις και ακολουθεί ένα πρότυπο κοινωνικής συμπεριφοράς που λέει ότι είναι καλύτερα να κρατιέσαι σε κάποια απόσταση από τον συλλογικό βίο, να αποτραβιέσαι και να καθίστασαι ει δυνατόν μη εντοπίσιμος,μακριά από τις αντιπαραθέσεις. Άλλωστε δεν υπάρχει κανένας λόγος να καταπιέζει κανείς την αντικοινωνικότητα του.
Πράγματι όταν βρίσκομαι με κόσμο δεν νοιώθω και πολύ άνετα, μιλάνε και ενθουσιάζονται συχνά για πράγματα που δεν με αφορούν, γι’ αυτό διασκεδάζω και γεμίζω τις μπαταρίες μου, παίζοντας ρουλέτα στο διαδίκτυο ή μπαίνω σε σάιτ γνωριμιών με την fake ψηφιακή συγκίνηση και μία φορά την εβδομάδα επισκέπτομαι ένα ινστιτούτο μασάζ. Αγόρασα και μια σεζ λονγκ και τα απογεύματα παρατηρώ μέσα από την τζαμαρία τις κινήσεις που ακολουθούν τα σύννεφα και οι γλάροι στον ουρανό, δίνοντας τους το κρυφό νόημα μιας αναγγελλίας αποκάλυψης.
Τα πράγματα όμως τελευταία άλλαξαν. Οι πρόσφατοι μήνες μου φαίνονται ατέλειωτοι και νοιώθω ένα ανεξήγητο προαίσθημα επερχόμενης συμφοράς.
Η ατμόσφαιρα γύρω μου είναι τεταμένη, διαπληκτισμοί που καταλήγουν σε μια επίδειξη αδιαλλαξίας, λογομαχίες και καυγάδες νυχθημερόν, όπως και ήχοι από αντικείμενα που σπάζουν στον δρόμο, με κάνουν να νοιώθω ανασφάλεια χωρίς να μπορώ να προβλέψω τι θα συμβεί από την μια στιγμή στην άλλη.
Αυτή η έκρηξη προσωπικής αντιπαλότητας που έχει ξεσπάσει φαίνεται να θέλει να καταλύσει κάθε οικείο μέτρο και κανόνα.
Το πολιτισμένο μίσος και η δυσπιστία που ανέκαθεν υπήρχαν τώρα δεν κρύβονται με τίποτα,ένας αδυσώπητος ατομικισμός σαν ραδιενεργό υλικό, σαν μεταλλαγμένος τύπος άγνωστου ιού, έχει διασπαρεί απροκάλυπτα στην ατμόσφαιρα και μολύνει ύπουλα τους πάντες αγγίζοντας τα όρια της επιδημίας, απειλώντας και απαξιώνοντας τον εύθραυστο χαρακτήρα των κοινωνικών δομών,εκμηδενίζοντας τις πολιτισμικές αξίες και την συμβατικότητα μιας ειρηνικής συνύπαρξης. Και όχι μόνο.
Αυτή η ανατρεπτικότητα για την οποία σου μιλάω, συνεχίζει να εξυφαίνεται καθημερινά και αιφνίδια με εκδηλώσεις μνησικακίας, πανικόβλητης αταξίας, προσβολών και διασυρμών, όλου αυτού του τζογαρίσματος ρήξης προσώπων, εγκλωβισμένων στον ασφυκτική δυσφορία και ψυχρότητα του μετανεωτερικού κόσμου,που θέλει να μετατρέψει την ζωή που μας έχει απομείνει σε απλή επιβίωση, κρούοντας κώδωνα κινδύνου για μια πλεκτάνη με χαρακτηριστικά μαζικής εξόντωσης.
Μερικοί ισχυρίζονται ότι πρόκειται περί απάτης, σκόπιμης πολιτικής παγίδευσης, ότι είναι κάποια τακτική του κοινότοπου μιντιακού συστήματος αποτροπής, ότι η λέξη κλειδί για όλα αυτά είναι ένας εκβιασμός ασφάλειας έναντι του δυνητικού εχθρού που αποτελεί ο άλλος.
Δυστυχώς όλα πλέον εδώ είναι ρευστά και εκτυλίσσονται τόσο γρήγορα που είναι αδύνατον να τα επηρεάσεις.

Το πιο τρομακτικό αστείο

Το πιο τρομακτικό αστείο
είναι αυτό το τρομακτικό
να μένεις όπως όλοι
κλεισμένος σ’ ένα σπίτι
και να είσαι μόνος
καλαμιά σε κάμπο απέραντο
με άλλες μόνες καλαμιές
καλαμιές ολοζώντανες
που κάνουν τα ίδια με σένα
αλλάζουν κανάλια συνεχώς
στέλνουν μηνύματα, κοιτάζουν εικόνες
πατούν κωδικούς για λίγη βόλτα
για ψώνια ή δουλειές
που κάθονται μόνοι σε απόσταση ασφαλείας
χωρίς να νιώθουν τη παραμικρή ασφάλεια
σαν κάποιος να τους έβαλε όλους
μέσα σ ένα τρομακτικό αστείο
όπου το «είναι» τους διαλύεται
περιμένοντας όλοι τα εργαστήρια
με τους γυάλινους σωλήνες
να δώσουν μια λύση
που θα ανακοινώσουν χαρούμενοι εκφωνητές
Δώξα τω Θεώ, δόξα επιτέλους
να ξαναμπούμε όλοι μαζί στον Γάγγη
να φουλάρουμε στις εκκλησίες, στα τεμένη,
στο μετρό, στις φάμπρικες, στα πάρκα
στα πάρκινγκ, σε άπειρα αστικά, σε τρένα
σε πορείες,
νέες συμφωνίες θα γίνουν και τελικά
δεν θα ψάχνουν οι χέστες για χαρτί
το χαρτί θα ξανά ‘ρθει
οι Τράπεζες θα βρουν λύσεις
οι αγορές το ρυθμό τους
αλλά μέχρι που να έρθουν όλα όπως πρέπει
το πιο τρομακτικό αστείο είναι ο Χρόνος
και πως όλοι θέλουν να δανειστούν Χρόνο
και κανεις δεν μπορεί να εγγυηθεί το Χρόνο
ούτε να μιλήσει για τα επιτόκιά του
κι αυτό τελεσίδικα είναι
το μοναδικό παγκόσμιο τρομακτικό αστείο
του Χρόνου η ανύπαρκτη αγορά.

Το πάρτι αναβάλλεται επ’ αόριστον

Jules-Élie Delaunay, «H πανώλη της Ρώμης, 1522» (1869)

Στις αρχές Μαρτίου 2020, λίγες μέρες πριν ο αποτρόπαιος εστεμμένος θέσει υπό τον ασφυκτικό κλοιό του μεγάλο μέρος της Ιταλίας, ο Πάολο Tζορντάνο, συγγραφέας με πλούσιο επιστημονικό υπόβαθρο, λόγω και της ενασχόλησής του με τη φυσική, έσπευσε να γράψει τις σκέψεις του για τον τολμηρό, πιο εύκολα μεταδιδόμενο ιό σε παγκόσμια κλίμακα, τον SARS-CoV-2, και για την Covid-19, την ασθένεια που αυτός προκαλεί. Και το έπραξε:
Ψύχραιμα: «Αυτό που συμβαίνει δεν είναι ούτε ατύχημα ούτε θεϊκή τιμωρία. Δεν είναι καν πρωτοφανές: έχει συμβεί στο παρελθόν και θα ξανασυμβεί στο μέλλον. Οι επιδημίες είναι μαθηματικές καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Επειδή τα μαθηματικά δεν είναι η επιστήμη των αριθμών, αλλά η επιστήμη των σχέσεων, η επιδημία είναι η μόλυνση στο δίκτυο των σχέσεών μας».
Επιστημονικά: «Η ταχύτητα εξαρτάται από έναν αριθμό, τον κρυφό πυρήνα κάθε επιδημίας: τον συμβολίζουμε ως R0 και κάθε μεταδοτική ασθένεια έχει τον δικό της. Στο παράδειγμα με τις μπίλιες, ο R0 ήταν ακριβώς 2: η κάθε μολυσμένη μπίλια μολύνει, κατά μέσον όρο, δύο ευάλωτες μπίλιες. Για την Covid-19, ο R0 είναι περίπου 2,5».
Διεισδυτικά: «Οι ιοί είναι πρόσφυγες της περιβαλλοντικής καταστροφής. Όπως είναι πολλά βακτήρια, μύκητες, πρωτόζωα. Αν παραμερίζαμε λίγο τον εγωκεντρισμό μας, θα συνειδητοποιούσαμε ότι δεν μας κυνηγάνε οι μικροοργανισμοί· εμείς με τις ενέργειές μας τους φέρνουμε στην επιφάνεια».
Επίσης, βάζει στην τράπεζα των συζητήσεων το δίλημμα της καραντίνας, την έννοια του χάους, την επίρριψη ευθυνών στην κινέζικη αγορά, τον φόβο, τη θέση µας στο οικοσύστημα, την ιερότητα της αλήθειας στην επιστήµη και την ανάγκη να αμφιβάλλει κανείς. Τα συγγραφικά δικαιώματα από τις πωλήσεις του βιβλίου, παγκοσμίως, θα διατεθούν στις υγειονομικές μονάδες που μάχονται εκ του συστάδην την πανδημία. [ Περί μετάδοσης (Επιστήμη, άνθρωπος και κοινωνία στην εποχή της πανδημίας), μτφρ. Σώτη Τριανταφύλλου, Εκδόσεις Πατάκη ]

Οι κοιμισμένοι

Φωτ. Δημήτρης Τσουμπλέκας


Η πόλη έφευγε. Όλα έφευγαν σαν κυνηγημένα. Oι άνθρωποι κοιμόνταν, όλοι οι άνθρωποι κοιμόνταν, ξαπλωμένοι στο κενό κοιμόνταν, όλα είχαν φύγει κι αυτοί συνέχιζαν να κοιμούνται, ξαπλωμένοι στο κενό. Το θέαμα στις πρώην μεγάλες πολυκατοικίες ήταν εκπληκτικό: Δεκάδες άνθρωποι σε κάθε πρώην όροφο, ξαπλωμένοι στο κενό, συνέχιζαν να κοιμούνται, όλα είχαν φύγει, είχαν εξαφανιστεί, σπίτια, έπιπλα, μηχανές, τα πάντα είχαν εξαφανιστεί κι αυτοί συνέχιζαν να κοιμούνται ξαπλωμένοι στο κενό. Κόντευε να ξημερώσει και αυτοί ακόμη κοιμόνταν, ευχόσουν να μην ξυπνήσουν, να μην τρομάξουν, να μην πέσουν και γκρεμοτσακιστούν. Καλύτερα να συνεχίζουν να κοιμούνται… Σαν πεθαμένοι…

Silence and I

The Alan Parsons Project

Εδώ και μερικούς μήνες, ξεκίνησα μια μακρά πορεία στη σιωπή σαν επίμονο περίπατο σε μιαν άρρωστη εξοχή. Κατέφθασε κατόπιν του Covid-19 ο εγκλεισμός, διευρύνοντας την έσω σιωπή με τον έξω κόσμο, που βαδίζει αμίλητος και σκυφτός. Καμία δυσφορία ή υποψία μπρος στον άλλον που συνήθισε να με κοιτάει σαν εχθρός. Καμία απάντηση στα αραιά και πού μηνύματα μιας υποτιθέμενης έγνοιας, που επείγεται να αποδράσει με την ίδια ανούσια επωδό: να ’σαι καλά. Ξέρει κανείς τί ακριβώς σημαίνει αυτό; Μόνη σταθερά το πείσμα των βημάτων, πάνω κάτω στους ίδιους δρόμους καθημερινά, να διασταυρώνονται –μέσα από ποικίλες εκδοχές της γεωμετρίας– με τα διαγωνίως και καθέτως άλλων βημάτων, βιαστικών και αθλητικών ή βαριεστημένων ώς υποτονικών. Πότε πότε, σαν από άναμμα σπίρτου, εκείνος, απορημένος στην άκρη ενός μυαλού σκυφτού, στο ρηχό ύψιλον ενός μειδιάματος αμυδρού –ψιμόγελο το έλεγε, θυμάμαι, αυτό το δείλιασμα μιας χαράς κρυφής– κι αμέσως το σφουμάτο πέρασμα από το φωτεινό στο σκοτεινό μιας απώλειας ενεπίγνωστης, αλλά θλιβερής. Ξέρει κανείς, άραγε, πώς ψαλιδίζεται η ανάσα μιας επιθυμίας δειλής; Μωραίνει ή μικραίνει κύριος ον βούλεται απολέσαι; Κάθε μέρα, μαζί με τον κόσμο, ζαρώνει κι αυτός· καταλήγει λιλιπούτειος σαν πρόωρος ερωδιός. Κανένα πέταγμα, κανένα θρόισμα φτερούγας που κυοφορεί την προσδοκία μιας πτεροφυΐας ανατρεπτικής, ή έστω τη συντριβή μιας μετάνοιας γονατιστής. Καμία έκπληξη αιφνίδιας ανατροπής μιας σμίκρυνσης εν προόδω απογοητευτικής. Τα πάντα επαληθεύονται ως αναμενόμενα, σαν το κουρασμένο μαξιλάρι μιας νύχτας άυπνης και αυστηρής. Τα πάντα στριμώχνονται μες στης αρρώστιας την αναβολή, συρρικνώνονται εν αναμονή. Καταφθάνει μόνο, ενίοτε, ένα δημοσίευμα στον ημερήσιο ή ηλεκτρονικό τύπο, διαμηνύοντας υπόρρητα την ψυχική απορία ενός στίχου με νόημα ένοχα διττό, που το καταπίνει η διπλωμένη εφημερίδα μόλις περάσει το πρώτο 24ωρο και αποβεί παλιό. Message subliminal λέγεται αυτό; Κάτι που εκπέμπει το υποσυνείδητο για να το ερμηνεύσει ένα μόνο βλέμμα, μεταθέτοντάς το στο συνειδητό; Κι αν ναι, προς τί τόσης παραβολής η φλύαρη σπουδή; Ή μήπως το μόνο που προέχει είναι αυτής καθαυτής της παραβολής η υπεκφυγή; Επιταχύνω το βήμα επιστρέφοντας σπίτι, υγραίνοντας με την άκρη της γλώσσας τη γενναία σιωπή, ενώ πληθαίνουν δίπλα μου οι κυανοπώγωνες, με τη μάσκα στο σαγόνι, που παλεύουν απεγνωσμένα να δαμάσουν την ίδια σιωπή.

Walter Satterthwait (1946 – 2020)

«Πώς περνά η ώρα όταν περνάς καλά.» Φαίνεται θαυμάσιο για τάφο, έλεγε ο Γουόλτερ ένα βράδυ που αγωνιζόμασταν να βρούμε το καλύτερο επιτάφιο. Εγώ είχα μάλλον επιλέξει: «Θα ήθελα να είμαι κάποιος άλλος που θα ήθελε να είμαι εγώ».
Μια άλλου είδους άμιλλα συνέβαλε να γίνουμε φίλοι από την πρώτη στιγμή που γνωριστήκαμε. Ο Γουόλτερ θα επέστρεφε στο Πόρτλαντ από μια ξύλινη καμπίνα σε ένα δάσος, όπου είχε μείνει ένα διάστημα γράφοντας και διαβάζοντας, ιδίως Ναμπόκοφ, έχοντας πρόσφατα εγκαταλείψει το πανεπιστήμιο, όπως συχνά συνέβαινε εκείνη την εποχή στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Είχα βρεθεί από τη Θεσσαλονίκη στο Ρηντ, με μια υποτροφία μετά το γυμνάσιο. Ήταν τα χρόνια της δικτατορίας. «Καλύτερα στο Όρεγκον, παρά στη φυλακή», είχε πει η μητέρα μου, που δεν ήθελε να φύγω. Δύο ώρες από τον Ειρηνικό Ωκεανό, σε εξοχική γειτονιά του Πόρτλαντ, επρόκειτο για ίδρυμα με ισχυρές ανθρωπιστικές και θετικές σπουδές, δικό του πυρηνικό αντιδραστήρα και αίθουσα υπολογιστών, όπου πρώτη φορά ακόνισε τα δόντια του ο Στιβ Τζομπς.
«Θα τα βρείτε αμέσως με τον Γουόλτερ», είχε προβλέψει η συγκάτοικός μου, που τον γνώριζε. Συμπλήρωνε τη μισή υποτροφία που είχε δουλεύοντας ως χορεύτρια go-go. Θα έλειπε και η άλλη συγκάτοικος, η Σάρα.
Έμεινα σπίτι να τον περιμένω. Υπήρχε σπίτι. Δηλαδή, καταφύγιο. Οι Ρόλινγκ Στόουνς πρέπει ήδη να είχαν ηχογραφήσει το Gimme shelter. Δεν υπήρχε φαγητό. Είχα όμως δυο μπουκάλια Jameson, για να λιπαίνουν έναν αυξανόμενο φιλο-ιρλανδισμό, που είχε προκαλέσει ο Μπέκετ.
«Νομίζεις μπορούμε να πιούμε οι δυο μας ολόκληρο μπουκάλι;» ο Γουόλτερ κι εγώ προκαλέσαμε ο ένας τον άλλον. Οπότε, ήπιαμε και τα δύο. Μέχρι να γυρίσουν οι συμφοιτήτριές μου, ψάχναμε όλο το σπίτι για μπουκάλια φτηνό κρασί, η γεύση του οποίου μαγικά βελτιώνεται αν έχει προηγηθεί ουίσκι.
Για δεκαετίες, συχνά περάσαμε κάποιο διάστημα στον ίδιο χώρο με τον Γουόλτερ, κάτω ή πάνω από την ίδια στέγη, στο Όρεγκον και στη Νέα Υόρκη. Όχι όμως στην Ελλάδα, όπου ήρθε πολλές φορές και έζησε με τη Λέλη. Έλειπα όταν ήταν εδώ, που εκεί ήταν τότε για εμένα.
Νομίζω η Ιρλανδία ήταν το μόνο μέρος όπου δεν πρόλαβε να με επισκεφτεί, αν και την είχαμε ανακηρύξει ως κοινό προορισμό εκείνο το πρώτο βράδυ που γίναμε φίλοι. Ούτε εγώ πρόλαβα να πάω στη Σάντα Φε όταν έμενε εκεί, ούτε καν για τον γάμο του με την Καρολάιν.
Είχα όμως καταλυτικό ρόλο στον γάμο του με τη Λέλη, γιατί εγώ τους γνώρισα. Η προϋπόθεση ήταν απλή. Η προϋπόθεση ήταν το σπίτι που ο Γκρέγκορι κι εγώ νοικιάσαμε στο Πόρτλαντ, όταν έπρεπε να εγκαταλείψουμε το μέρος όπου μέναμε, γιατί επρόκειτο να πουληθεί.
Το νέο σπίτι ήταν διώροφο και εξαιρετικά στενό και είχε μεγάλη αυλή από πίσω για να καλλιεργείς λαχανικά. Υπήρχαν πολλά υπνοδωμάτια σε μέγεθος ντουλάπας και προσκάλεσα τον Γουόλτερ, που περνούσε από το Πόρτλαντ, να μείνει σε ένα από αυτά. Έπρεπε να προσέχεις το πρωί πηγαίνοντας στο μπάνιο, γιατί τα πόδια του έβγαιναν στον διάδρομο, που ήταν γεμάτος με τις καουμπόικες μπότες μας.
Προσκάλεσα επίσης να μείνει τη Λέλη, που άφηνε συναισθηματική απογοήτευση, μετά από ένα ταξίδι επιστροφής στο Πόρτλαντ, όπου ήταν από τους λίγους φίλους από την Ελλάδα που είχα στις Ηνωμένες Πολιτείες, πριν πάω στη Νέα Υόρκη. Ένας άλλος φίλος της Λέλης και δικός μου από το Όρεγκον ήταν ο Τομ, που είχε ασύγκριτο πάθος με τον κινηματογράφο πριν αρχίσει να συνεργάζεται με τον Βιμ Βέντερς, όπως τους έλεγα μετά από χρόνια στη Νέα Υόρκη.
Οπότε, ο Γουόλτερ και η Λέλη παντρεύτηκαν. Οι δυο τους και ο Γκρέγκορι και ο Τομ κι εγώ μετακομίσαμε σε ένα σπίτι με μεγάλα υπνοδωμάτια. Η φίλη μου από την Ιρλανδία μας λυπόταν και έφερνε φαγητά που είχε μαγειρέψει. Όλοι μαγειρεύαμε, αλλά η Λέλη ήταν πολύ γρήγορη στο καθάρισμα, ενώ ο Γουόλτερ για να μαγειρέψει χρησιμοποιούσε όλα τα σκεύη που υπήρχαν, ό,τι και αν μαγείρευε.
Ο γάμος τους με τη Λέλη δεν άντεξε όταν ήρθαν στην Αθήνα και χώρισαν. Η Λέλη μου θύμισε τι είχε πει τρυφερά ο πατέρας μου. «Μα τώρα βρήκε να φύγει που μάθαμε πώς προφέρεται το επώνυμό του;»

Έφηβος ο Γουόλτερ το είχε σκάσει από πρότυπο σχολείο στο Κονέτικατ, όπου τον έβαλαν οι δικοί του όταν χώρισαν. Βρήκε δουλειά βοηθού σερβιτόρου στο Πλέιμποϊ Κλαμπ, που υπήρχε τότε στη Νέα Υόρκη. Ψηλός και όμορφος, φαινόταν πιο μεγάλος. Γρήγορα αναδείχθηκε σε μπάρμαν, δουλειά στην οποία επέστρεφε κάθε φορά που του τελείωναν τα χρήματα. Γιατί ο Γουόλτερ ήταν συγγραφέας και, αν μετράς λέξεις στο χαρτί, συχνά δεν περισσεύει χρόνος να μετράς χαρτονομίσματα.
Η Καρολάιν και εκείνος ήταν οι επικεφαλής δύο αντίπαλων μπαρ, απέναντι το ένα από το άλλο, στη Σάντα Φε στο Νέο Μεξικό. Για τον γάμο τους μαζεύτηκε κόσμος και έκλεισαν παράνομα τον δρόμο και ήρθε και τους πάντρεψε ο δικαστής που επονομαζόταν «Τούρκος», γιατί σε κάθε είδους παραβάτες μονίμως ως πρόστιμο επέβαλε να δίνουν τούρκους ή γαλοπούλες σε φτωχούς.
Η έκθεσή του στην Ελλάδα είχε προηγηθεί. Χάρηκα όταν, σε ένα από τα περιπετειώδη και αστυνομικά μυθιστορήματά του, που λεγόταν μάλιστα «Υπόθεση Αιγαίου», για μια στιγμή εμφανίζεται ένας τρελός γέρος με το δικό μου επώνυμο.
Πρώτος του προορισμός στην Ελλάδα ήταν η Κάρπαθος, ένα νησί όπου έχει μείνει και ο Προμηθέας, πριν ο Δίας βάλει τον αετό να του τρώει το συκώτι, γιατί χάρισε τη φωτιά σε πυρομανείς ανθρώπους.
Πολύ θα ήθελα να μπορούσα να βρω καρτ-ποστάλ, που μου έστελνε στο Ρηντ από την Κάρπαθο. Πολλαπλασιάζονταν οι λέξεις που μάθαινε στα ελληνικά. Διέθετε τεχνογνωσία ώστε να επιλέγει τις πιο άσεμνες ελληνικές παροιμίες, που κοσμούσαν τις καρτ-ποστάλ, με γραφικό χαρακτήρα που σημαντικά είχε βελτιωθεί από τότε που κάναμε τις πρώτες ασκήσεις πριν φύγει.
Είμαι βέβαιος πως κάποιοι από τους πιο μορφωμένους αναγνώστες του Γουόλτερ υπήρξαν θαμώνες ταχυδρομείων και από τις δύο πλευρές της λίμνης του Ατλαντικού. Άλλοι μπορούν να βρουν πληροφορίες στον ιστότοπο https://waltersatterthwait.net. Θα βάλουν και κουμπί αυτόματης μετάφρασης, υποσχέθηκαν, για όσους δυσκολεύονται με τα αγγλικά.
Ο Γουόλτερ πέθανε στις 26 Φεβρουαρίου. Τους τελευταίους μήνες χρειαζόταν νοσοκομειακή υποστήριξη. Ενέσεις μορφίνης απάλυναν τους πόνους και τον διασκέδαζαν. Είχε αποδεχθεί τον θάνατο σε μια κατάσταση Ζεν. Μου λείπει.

Κυριάκος Ντελόπουλος



Εκτός από πολυγραφότατος ερευνητής, βιβλιολόγος και συγγραφέας, ο φίλτατος Κυριάκος Ντελόπουλος (1933-2020), ήταν και πολύ οξυδερκής φωτογράφος. Εδώ, μια φωτογραφία του από το (τρίγλωσσο) λεύκωμά του: Εx Graecia, Αθήνα 1989.

Από το ίδιο λεύκωμα είναι και οι επόμενες.

Μασκητική

Φωτογραφία: Κυριάκος Ντελόπουλος

Η μασκητική συγκεφαλαιώνει μορφές συγκάλυψης και αφαίρεσης του προσώπου, που κορυφώνονται σε συνθήκες πανδημίας. Συνιστά συστηματική αποχή όπως κάθε ασκητική, που διατηρεί τον αθλητικό χαρακτήρα των ασκήσεων από όπου προέρχεται το όνομά της. Αυτό επιβεβαιώνεται παρατηρώντας ασκητές του τζόκινγκ, της γιόγκα ή άλλων σύγχρονων εκδοχών αυτο-βελτίωσης, ανεξαρτήτως του αν φορούν επιπρόσθετες μάσκες ή όχι. Κάποιοι ασκητές, όπως και ανταγωνιστές τους, θεωρούν ακραία μορφή απόλαυσης – όπου οδύνη και ηδονή συνδονούνται – την ασκητική. Η παρουσία της διαπιστώνεται στα περισσότερα συστήματα συλλογικών πεποιθήσεων, εξαιρώντας αιγυπτιακές λατρείες, τους Ζωροάστρες, όπου η καλοσύνη αποτελεί αυτοσκοπό χωρίς προοπτική επιβράβευσης, και παραλλαγές διονυσιασμού, που από αρχαία χωρίς καφέ καφενεία και πολυκαταστήματα έχουν μεταφερθεί σε σύγχρονους ναούς καταναλωτικής αλλοφροσύνης.
Καρναβαλικά οικουμενική, η αφαίρεση ή απώλεια προσώπου δεν συνιστά πρόβλημα μόνο για ορθόδοξες θεολογίες, που από την εξατομίκευση προσδοκούν συλλογική επικράτηση. Σημείο σύνοψης και κλειδαρότρυπα του προσώπου αποτελεί το μάτι, που βλέπει τα πάντα εκτός από τον εαυτό του. Η μονοφθαλμία βασιλεύει ανακηρύσσοντας προφήτες τους τυφλούς ή όσους τα μάτια τους βγάζουν. Προφανώς οι βλέψεις οδηγούν σε αβλεψίες. Σε δεύτερη γνώση ή ανάγνωση, οι προβλέψεις καταστρέφουν αδυνατώντας να επιβλέψουν τις στροφές του βλέμματος, καθώς στη μασκητική τα μάτια τυπικά παραμένουν ακάλυπτα, ενώ μάσκες συνεχώς αφαιρούνται χωρίς να υπάρχει πρόσωπο από πίσω.
Ηδονή και οδύνη φέρονται όπως το μέλι και το κερί, που λιώνει από τη ζέστη, η οποία όμως σκληραίνει την κόλλα, καθιερώνοντας ως μόνιμο καθεστώς τη μασκοφορία. Χαροποιό πένθος η κατάθλιψη τροφοδοτεί ακηδία και νεωτερική ανία. Διαρκώς υγροποιούνται οι χυμοί του χιούμορ της μελαγχολίας καθιστώντας αμφίβια όσα ενεργήματα επιβιώνουν σε βουνό και θάλασσα. Καλαθοσφαιριστές όπως ο Ντένις Ρόντμαν φορούν νυφικό και παντρεύονται τον εαυτό τους. Σφαιρικά ενατενίζοντας τον πλανήτη, ο μασκητής διαπιστώνει ότι ο ίδιος αποτελεί διπολική διαταραχή μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας. Οδηγίες μασκητικής περιλαμβάνονται σε ειδικά εγχειρίδια, που για λόγους προφύλαξης αποκρύπτονται σε αποσπάσματα αισθηματικών αφηγήσεων, ανυπόφορων περιπλανήσεων και οδηγών μαγειρικής.

Σχετικά κείμενα
Μάσκες & μασκοφόροι: https://www.hartismag.gr/hartis-17/stigmata/maskes-maskoforoi

Εξελίξεις στη φιλοσοφία των οχυρώσεων

Φωτογραφία: Κυριάκος Ντελόπουλος

Επειδή κάστρα και άλλα οχυρωματικά δεν προστάτευαν τους κατοίκους από επιδρομές, αλλά είχαν γίνει αξιοθέατα – με συνέπεια να αυξάνονται οι επιδρομείς και γενικότερα οι τουρίστες – ανέθεσαν την άμυνα της πόλης σε μικροκαμωμένους εν ζωή γιατρούς, τους έκτοτε διάσημους μικροβιολόγους, το μέγεθος των οποίων διευκόλυνε τη διείσδυση στα άδυτα σκοτεινών σκέψεων. Με επιστημονικό εξοπλισμό ενσωματωμένο, συνέλαβαν την υπόθεση μιας επίθεσης από αόρατες αιτίες, που θα έδιναν την εντύπωση ότι εξολοθρεύουν αυτόχθονες και δημιουργούν κινδύνους μετάδοσης σε ετερόχθονες, οι οποίοι θα υποχρεώνονταν να διακόψουν τις επιδρομές. Όταν κάτι διακοπεί, είναι δύσκολο για τους επόμενους να θυμηθούν πώς να συνεχίσουν διαδρομές μιας πλέον απάτητης πεπατημένης. Αυτό συνιστά κεκτημένο. Αν τώρα κάποιοι κάτοικοι πράγματι πέθαιναν, αυτό δεν είναι κάτι που μπορεί να αποφευχθεί σε πολιορκίες. Τα φρούρια τώρα φαίνονταν να προστατεύουν τους απέξω από τους μέσα, με τον ίδιο τρόπο που το σκληρό περιτύλιγμα του εγκεφάλου προστατεύει τους άλλους από τις σκέψεις μας.

Ημερολόγια εξόδου


Φωτογραφία: Κυριάκος Ντελόπουλος


Τι μας αρέσει

Συναυλίες από ορχήστρες όπου το βιολί τους όλοι παίζουν από αλλού.
Ομαδικά παιχνίδια με κάθε αθλητή να σκοράρει από τη δική του οθόνη.
Φυλακές με τους δεσμοφύλακες απομονωμένους στα δικά τους κελιά.
Τηλεσυζητήσεις που είναι παράλληλοι μονόλογοι, όπως ανέκαθεν ήταν.
«Ήμουν τυφλός και βλέπω» να ακούμε τον Αντρέα Μποτσέλι να τραγουδά.
Μας αρέσει πολύ η σύγχυση που προκαλείται σε αρχαίες καταστάσεις.
Τρώες έτοιμοι να εισβάλουν στην Αυλίδα για να σώσουν την Ιφιγένεια.
Ανυπόμονος ο Νώε καταλήγει στην κοιλιά του κήτους του Ιωνά.

Τι δεν μας αρέσει
Τα ημερολόγια καραντίνας.

Το σχέδιο μας ήταν απλό

Θα αποφεύγαμε λάθη που είχαν γίνει προηγουμένως. Θα επιλέγαμε μία πόλη με καλό συγκοινωνιακό δίκτυο, σε περίοδο που πολλοί ταξιδεύουν, όπως η κινεζική πρωτοχρονιά. Κάποιοι θα δέχονταν να μας πάρουν μαζί τους προς άλλες κατευθύνσεις. Θα εμφανιζόμασταν όπου μπορούσαμε σε αθλητικές διοργανώσεις, γάμους, κηδείες, θρησκευτικές τελετές, πολιτικές συγκεντρώσεις ανόητων οπαδών χωρίς ανοσία από ηγέτες. Θα αφήναμε σε άλλους την πρωτοβουλία μετάδοσης αποτελεσμάτων από αγώνες και οικογενειακά συμβούλια. Περιμετρικά από τις πόλεις θα περικυκλώναμε την ύπαιθρο. Θα επιτρέπαμε στα πουλιά να ακούγονται όταν τραγουδούν, σε ζώα να κυκλοφορούν σε χώρους άδειους από ανθρώπους, σε φυτά ελεύθερα να αναπτύσσονται. Η ζωή χρειάζεται ελευθερία για να αναπτυχθεί.

Συνθήκες υποδοχής
Ούτε εμείς δεν φανταζόμασταν παρόμοια υποδοχή. Φιλοξενούμενοι οι ίδιοι, δεν περιμέναμε πως όλοι θα ήθελαν να μας γνωρίσουν, ανεπιφύλακτα να μας συστήσουν στους δικούς τους, σε γείτονες και φίλους. Δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι θα γινόμασταν αποκλειστικό θέμα συζήτησης, πως τόσο πολύ μας χρειάζονταν όλοι. Δεν μας περνούσε από τον νου ότι θα εγκατέλειπαν τις δουλειές τους για να ασχοληθούν με εμάς. Αναφορές στα ταξίδια μας είχαν κατακλύσει τα δίκτυα επικοινωνίας. Άφηναν τα πάντα στην άκρη, λες και μοναδικό μέλημά τους ήταν η αναπαραγωγή των δικών μας συναισθημάτων. Ήταν αδύνατον να μη νιώσουμε ευγνωμοσύνη, αίσθημα κατ’ εξοχήν μεταδοτικό.

Τώρα τι;
Μας έχει κάπως κουράσει όλη αυτή η προσοχή, όλο αυτό το στραμμένο πάνω μας ενδιαφέρον από άτομα που εντούτοις η ματαιοδοξία θα τους ξεκάνει, που ποτέ δεν μπορούν να φανταστούν πώς νιώθουν οι άλλοι. Πώς είναι δυνατόν να καταλάβουν τα κίνητρα άλλων; Πώς είναι δυνατόν να μην επηρεαστούν από την εναντίον μας προπαγάνδα που διοχετεύουν, λες και είμαστε οι χειρότεροι των ανθρώπων; Δεν αρκεί εμείς να είμαστε διατεθειμένοι να δούμε το ζήτημα και από τη δική τους πλευρά. Δεν αρκεί να ξέρουμε ότι και εκείνοι επιθυμούν να βγουν έξω. Γνωρίζουμε από δημοσκοπήσεις το πρώτο πράγμα που θέλουν να κάνουν μόλις νομίσουν ότι όλα αυτά έχουν τελειώσει. 35% θέλουν να πάνε σε κομμωτήριο. 20% θέλουν να αγοράσουν ρούχα και παπούτσια. 11% θέλουν να αγοράσουν ηλεκτρικές συσκευές. Χρειάζεται σεβασμός στις επιθυμίες των άλλων, σημειώνουμε στα ημερολόγια μας, που είναι πάντοτε συλλογικά, αν και πρέπει να βρεθούν συγγραφείς για να τα αναπαράγουν, γιατί οι ιοί δεν έχουν την πολυτέλεια να γράφουν. Εν πάση περιπτώσει, λέμε μήπως καλοκαίρι κάνουμε διακοπές. Μήπως ξαναγυρίσουμε από το φθινόπωρο.

Σχετικά κείμενα
Iός & πανδημία της λογοτεχνίας: https://www.hartismag.gr/hartis-16/stigmata/ios-pandhmia-ths-logotexnias?anchor=stigma_22865

Μισέλ Φουκώ: «Είμαι χαρτογράφος!»

«Τι παράξενη στρέψη της γραμμής ήταν το 1968, η γραμμή με τις χίλιες αποκλίσεις! Από εκεί προέκυψε ο τριπλός ορισμός του ρήματος γράφω: γράφω σημαίνει αγωνίζομαι και αντιστέκομαι. Γράφω σημαίνει εμπλέκομαι σε ένα γίγνεσθαι. Γράφω σημαίνει χαρτογραφώ, σημαίνει ότι “είμαι χαρτογράφος” *». Βλ. Gilles Deleuze, Foucault, 1968, (εκδ. Πλέθρον 2005).

* Συνέντευξη του Φουκώ στο περ. Les Nouvelles littéraires, 17 Μαρτίου 1975

O πόλεμος των αγαλμάτων

«Αποκεφαλισμός αγάλματος του Κολόμβου στη Βοστώνη». Ιούνιος 2020


H μόνη διαφορά ανάμεσα στο μύθο και στην Ιστορία είναι ότι η δεύτερη επικαλείται αληθοφανή ονόματα, ενώ ο πρώτος αληθοφανείς ιδέες. Πάντως, η περιπέτεια των αγαλμάτων ξεκίνησε σαν αστείο από το διαδίκτυο, εξαπλώθηκε ως μανία της μόδας (όπως οι εκκεντρικές φθορίζουσες καραμέλες με άρωμα ναφθαλίνης που γέμισαν επίσης, εκείνη την περίοδο, την αγορά), αμέσως έγινε βιντεοπαιχνίδι, τηλεταινία –κράμα αρρωστημένης και επιστημονικής φαντασίας–, αλλά γρήγορα η δράση μεταφέρθηκε στους δρόμους σαν πυρκαγιά σε βαμβακοφυτεία, στις 3:14 το μεσημέρι, την ώρα ακριβώς που χτυπά το κουδούνι του σπιτιού και μπαίνει βιαστική, νευριασμένη, η Mοίρα και σε χαστουκίζει.
Nα τι συνέβη ακριβώς: Aπό τη στιγμή που ο πρόεδρος των Hνωμένων Πολιτειών απαγόρευσε παγκοσμίως το ψάρεμα διότι θιγόταν έτσι, κατά τη γνώμη του, το σύμβολο του χριστιανισμού, και ο Δαλάι Λάμα τού απάντησε απαγορεύοντας την κατανάλωση κρέατος απανταχού της γης, ενώ το Iσλάμ καταδίκασε το χρήμα επαναφέροντας την ανταλλακτική αξία του πετρελαίου ανά βαρέλι σε ισοτιμία αγαθών κατά τη βούληση του κάθε σεΐχη, ο κόσμος διαταράχτηκε. Eπειδή όμως οι αντιπαραθέσεις μεταξύ ιδεολογιών, αισθητικών θεωριών και ταξικών διακρίσεων είχαν αγγίξει πια το απροχώρητο, επιβεβαιώθηκαν οι προβλέψεις ότι ο λαός θα επιβραβεύει αιωνίως τους γελοιοδέστερους. H τρομοκρατία κατά των ισχυρών είχε, εκ των πραγμάτων, ουσιαστικά εκμηδενιστεί, όταν μια παρέα αναρχοειδών φοιτητών άρχισε να ψεκάζει με σπρέι και, αργότερα, να καταστρέφει συστηματικά τα αγάλματα των στρατιωτικών και πολιτικών ηγετών που κοσμούσαν τα πάρκα και τις πλατείες της Tασμανίας. Έτσι, τόσο στο όζον πίστευαν ότι επιδρούσαν, κατά δύναμιν, επιβαρυντικά, με τα προωθητικά αέρια («για να τελειώνει αυτός ο κόσμος», καθώς έλεγαν), όσο και τα σύμβολα του τοξικού εχθρού συστηματικά γελοιοποιούσαν.
Για μεγάλο διάστημα οι δράσεις αυτές είχαν σποραδικό χαρακτήρα και προκαλούσαν μάλλον θυμηδία έως τοπικούς εκνευρισμούς. Κάποια στιγμή όμως, που το πράγμα άρχισε να αποκτά ενοχλητικές και διεθνείς διαστάσεις, μερικοί νεαροί αστυνομικοί, σκέφτηκαν να μην ακολουθήσουν τις συνήθεις μεθόδους καταστολής των αντικοινωνικών αυτών ενεργειών και αποφάσισαν να απαντήσουν με το ίδιο νόμισμα, καταστρέφοντας και αυτοί προτομές ποιητών, οικολόγων και λογίων έξω από τα πολυτεχνεία και την πανεπιστημιούπολη.
Oι φοιτητές και οι λοιποί, ενισχύοντας την επιχειρηματολογία τους με συνθήματα όπως «Tο μέλλον είναι η κατάργηση της Iστορίας» και «H αγάπη έχει δύο όψεις: εσένα», πέρασαν αμέσως στην αντεπίθεση, βάφοντας με φωσφορίζοντα χρώματα όλα τα οδόσημα και τις επιγραφές που μνημόνευαν πολιτικούς και στρατιωτικούς ηγέτες, προσθέτοντας εντός ολίγου και τους αθλητές, τους εθνικούς ευεργέτες, όπως και τους αρχικληρικούς της διαρκούς παλιγγενεσίας μας. Oι δρόμοι τα βράδια γέμιζαν δυσανάγνωστες, χημικές πυγολαμπίδες. Oι αστυνομικοί, από την άλλη, κατέστρεφαν μνημεία ρητόρων και εξερευνητών, ενώ, ακολουθώντας το παράδειγμα των αντιπάλων τους, έσβηναν και αυτοί με αδιαφανή χρώματα όσες πινακίδες περιλάμβαναν λυρικά ονόματα (ανθέων, αστερισμών ή ποταμών) από τους δρόμους.
Στην αρχή η δράση περιοριζόταν στο σκοτάδι, αλλά, σύντομα, όταν μπήκαν στο παιχνίδι και άλλες κοινωνικές ομάδες, οι στόχοι διευρύνθηκαν. Για κάθε ήρωα που αποκεφαλιζόταν, τουλάχιστον ένα σύγχρονο γλυπτό δενόταν με σύρματα ή σκοινιά και άλλαζε διά παντός μορφή κάτω από τα σφυριά της αστυνομίας, της πυροσβεστικής και των ειδικών δυνάμεων του στρατού, που είχαν βρει συμμάχους όχι μόνο στις συντηρητικές παρατάξεις πλέον, αλλά και σε μερίδα της αριστεράς, σε ποικίλους αυτόνομους και, φυσικά, στον κλήρο. Στην Eλλάδα έγινε μόδα μιας νέας μορφής καθαρεύουσα.
Έχει ενδιαφέρον να καταγράψουμε ότι, για καιρό, όλες αυτές οι καταστροφές γίνονταν σιωπηλά, χωρίς αντεγκλήσεις, εξυβρίσεις και προπηλακισμούς. Kανένας δεν εμπόδιζε τον άλλο να ολοκληρώσει το προγραμματισμένο έργο του. Kάθε ομάδα προχωρούσε γελαστή, με τραγούδια ενίοτε, αθλητικούς θουρίους ή εμβατήρια, κύκλωνε το στόχο της και δρούσε μεθοδικά και ψυχρά, σαν χορωδία θεριστών ή εύθυμων ψαράδων που εκτελούν χορευτικά την πρωινή τους εργασία συνθέτοντας, ασυναίσθητα, πρωτογενή δημοτικά τραγούδια. Συχνά, οι αντίπαλες ομάδες παρακολουθούσαν ψύχραιμα την καταστροφή, συζητώντας ζωηρά για την επιλογή των αντιποίνων και, στη συνέχεια, τα μέλη της έσπευδαν προς τον προορισμό τους.
Πολύ γρήγορα οι πολιτικές και λοιπές διαφορές αμβλύνθηκαν και οι παρατάξεις ανασχηματίζονταν, με βάση πια τις ρευστές αισθητικές προτιμήσεις του καθενός. Στην πράξη καταργήθηκαν οι παραδοσιακές διακρίσεις σε αριστερά, δεξιά ή κέντρο και στις αποχρώσεις τους, ενώ μπορούσε να δει κανείς φανατικούς (θεωρούμενους ως τότε) δεξιούς να συνθλίβουν προτομές προσωπικοτήτων στις οποίες κατέθεταν, μέχρι πρότινος, οι ίδιοι, στεφάνια κάθε εθνική επέτειο· αλλά διέκρινες και φιλάθλους να κατεδαφίζουν αγάλματα ολυμπιονικών, καλλιτέχνες να πυρπολούν πρωτοποριακά μνημεία, ακροβάτες να αναποδογυρίζουν προτομές ηθοποιών και εκπαιδευτικούς να λιθοβολούν ηρωικά επιτύμβια.


Από το μυθιστόρημα Το χέρι του σημαιοφόρου, 2006, Νεφέλη 2016 [απόσπασμα απο το Κεφ. 4]


Αβάντι πόπολο!


Φωτ. Franca Galliana

Στο Μιλάνο η ζωή ξεμύτισε ξανά στους δημόσιους χώρους, μετά το μακρόχρονο εγκλεισμό και τις εκατόμβες των θυμάτων λόγω του κορονοϊού. Η επιστροφή στην κανονικότητα σήμανε και την επιστροφή της τέχνης του δρόμου στο φυσικό της περιβάλλον. Οι καλλιτέχνες με τα σπρέι, τα στένσιλ, τα χρώματα, την κόλλα και το χαρτί, επανεμφανίστηκαν μετά τη μακρά, αναγκαστική αποχή τους. Με νέες θεματολογίες αυτή τη φορά, εμπνευσμένες (και επηρεασμένες) από τον πρόσφατο υγειονομικό εφιάλτη. Από τις περιοχές της πόλης με τη μεγαλύτερη πυκνότητα σε τέτοιες υπαίθριες εικονοποιήσεις είναι ο σιδηροδρομικός σταθμός Porta Genova, ο παλαιότερος του Μιλάνου που εγκαινιάστηκε το 1870. Σε έναν εξωτερικό του τοίχο οι περαστικοί μπορούν να δουν την πρωτότυπη σύνθεση ενός –ανώνυμου– καλλιτέχνη, που συνδυάζει μια ιστορική στιγμή της πόλης με τη δραματική επικαιρότητα. Πρόκειται για τη μεγεθυμένη φωτογραφία τριών ενόπλων γυναικών από την Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης Βορείου Ιταλίας με έδρα το Μιλάνο, που το 1945 τερμάτισε 20 χρόνια φασιστικής δικτατορίας στην πόλη και σε όλο τον ιταλικό βορρά. Η επιτοίχια, επεξεργασμένη φωτογραφία κηρύσσει συμβολικά μια νέα αντίσταση, ενάντια στο σύγχρονο, αόρατο εχθρό.

Τέλος


Κλειστές πόρτες και παράθυρα, μάνταλο στην εξώπορτα, έξοδος από το σπίτι, η οδός γνωστή, έχει στενέψει λόγω γήρατος, τα παπούτσια μου με παρακάλεσαν να μείνουν στο πεζοδρόμιο, νομίζουν πως κάποιος θα ζηλέψει την ποιότητα και θα τα φορέσει, περπατώ γυμνόπους, ο αέρας αφαιρεί το σακάκι μου, το σέρνει κατάχαμα, το πετάει μακριά, ίσως να το χρειάζεται κάποιος, η κάψα του μεσημεριού ξεραίνει το πουκάμισό μου, το μαδάει λες και πρόκειται για μαργαρίτα «μ' αγαπά δεν μ' αγαπά», το πανταλόνι μου φουσκώνει, ανοίγει σαν πανί σε πλεούμενο, σκίζεται στην φουρτούνα, υψώνω την δεξιά μου μήπως υπάρχει κατάρτι να πιαστώ, κρατώ με το αριστερό χέρι το εσώρουχό μου, εντέλει γυμνός, όπως με γένησε η μάνα μου προχωρώ, μου έχουν μείνει οι κάλτσες μου, με αυτό το διακριτικό βηματίζω επώδυνα, μονολογώ «φοράω κάλτσες!» και ο ήλιος δύει, άφησα το πορτοφόλι, την ταυτότητά μου, τα κλειδιά στο σπίτι, έχουν σαπίσει τα έργα των χεριών μου, τα αποχαιρέτησα επειδή τα λυπάμαι: νόμιζαν πως έλαμπαν ως αστέρες στο νυκτερινό στερέωμα, υπήρχαν τότε πυγολαμπίδες.


[ Aπόσπασμα από το μυθιστόρημα Zastave (Λάβαρα, 1962) του Miroslav Krleža (1893-1981) ]

Προπατορικά αμαρτήματα & Αμερική

Ηθικός αυτουργός

Κάθισα για φαγητό σε παραλιακή ταβέρνα. Η Λίζα με κοιτούσε στα μάτια. Είναι λευκή, με πορτοκαλί μεγάλα σημάδια στο σώμα και το κεφάλι. Της έριξα μια ματιά, τη χάιδεψα, της γάβγισα φιλικά. Η Λίζα με κοίταξε στα μάτια, τράβηξε το τραπεζομάντιλο με τα δόντια, το έριξε κάτω στο χώμα, άρχισε να γαβγίζει επίμονα, σταμάτησε όταν κάθισα κάτω, από τη μια μεριά αυτή από την άλλη εγώ, στη μέση το τραπεζομάντιλο με τα φαγητά έναν αχταρμά. Η Λίζα κούνησε την ουρά της χαρούμενη, για τελευταία φορά, πριν ακουστεί ο πυροβολισμός.
«Δεν έφευγε αλλιώς, παρενοχλούσε τους πελάτες», είπε ο ιδιοκτήτης και άρχισε να με σέρνει από τα πόδια. «Είναι βαρύ, μουρμούρισε, το παλιόσκυλο…»

Διαστολή του χρόνου

Η έννοια αναφέρεται αρχικά σ᾽ένα δωδεκάχρονο αγόρι που εργαζόταν παραγιός σε παντοπώλη της τουρκοκρατούμενης Κωνσταντινούπολης, γύρω στα μέσα του προπερασμένου αιώνα.
Ένα βράδυ, παραμονή του Πάσχα, επιστρέφοντας το παιδί από κάποια παραγγελία του μαγαζιού, πέρασε, για να κόψει δρόμο, από την αυλή της Αγίας Σοφίας. Του έκανε εντύπωση πως σαν να άναβαν φώτα μέσα στο, συνήθως έρημο, μνημείο˙ άκουσε ψαλμωδίες και μπήκε. Ο ναός ήταν παραδόξως γεμάτος κόσμο που παρακολουθούσε τη λειτουργία ψιθυρίζοντας. Έκανε αφόρητη ζέστη και μύριζε λιβάνι υπερβολικά, αλλά αποφάσισε να μείνει.
Όταν σχόλασε η εκκλησία, το παιδί μπερδεύτηκε ανάμεσα στο πλήθος που το συμπίεζε ασφυκτικά και στα σύννεφα του λιβανιού που του θόλωναν τα μάτια αλλά, εν τέλει, κατόρθωσε να βγει ασθμαίνοντας στη δροσιά τού σκοτεινού δρόμου και γύρισε στη δουλειά του.
Εκεί όμως βρήκε αρκετά αλλαγμένα τα πράγματα : νέα εμπορεύματα, άλλους πελάτες, και την ποδιά του να τη φοράει ένα άλλο παιδί. Φώναξαν το αφεντικό, έναν πληθωρικό κι ανοιχτόκαρδο Ρωμιό, που ανέβηκε έκπληκτος απ᾽το κελάρι ρωτώντας το πού γύριζε τόσον καιρό. «Πήγα πριν λίγο το τάδε θέλημα και πέρασα μια στιγμή απ᾽την Αγιά Σοφιά» είπε με ρίγος το παιδί. «Από τότε που έφυγες », του απάντησε αυστηρά το αφεντικό, «έχει περάσει ένας χρόνος!»

Το όνομα τού παιδιού δεν διασώθηκε, όπως δεν σώθηκαν άλλωστε τόσα και τόσα ονόματα ανθρώπων χαμένων στα κενά τού χρόνου, σαν τα «αγγεία φθοράς και γενέσεως» του Πλούταρχου, όπως δεν σώθηκε, φέρ᾽ειπείν, το όνομα του δεύτερου αγγελιαφόρου που ξεκίνησε μαζί με τον Θέρσιππο, έφιππος αυτός, να φέρει στην Αθήνα την είδηση του Μαραθώνα και δε λέει να φτάσει, κοντεύουν δυόμισι χιλιάδες χρόνια πια.
Χάθηκαν κι άλλοι, πολλοί. Μερικοί απ᾽αυτούς έχουν μείνει γραμμένοι σε υποσημειώσεις ή ευρετήρια, ενώ άλλοι περάσαν στο θρύλο, όπως ο Πορτογάλος βασιλέας Σεβαστιανός, που εξαφανίστηκε το 1578 κάπου στη Βόρεια Αφρική και κάποιοι μυστικά τον περιμένουν μέχρι σήμερα στην Κόιμπρα, στο Οπόρτο και στη Λισαβόνα, καθώς προσμένουν άλλοι τον Μαχντί, απόγονο του Αλή, τον δωδέκατο ιμάμη, που χάθηκε μικρό παιδί κι αυτός, κι ακόμη να φανεί από τον ένατο αιώνα.

[ Ποικίλη Ιστορία, (1991), γ´έκδ. Άγρα 2010 ]

Περούκα



O Guillaume d' Abbes de Cabrebolles (1718-1802), συνεργάτης του Ντιντερό και του ντ' Αλαμπέρ στην "Εγκυλοπαίδεια" δημοσίευσε άρθρα περί φυσιολογίας και μία πραγματεία περί πλημμυρών. Το 1758 εξέδωσε το "Ταξίδι σε φανταστικούς τόπους", από το οποίο το ακόλουθο απόσπασμα. Έμεινε γνωστός για την απάντησή του σε νεαρό συγγραφέα, ο οποίος είχε ζητήσει τη γνώμη του για το λογοτεχνικό έργο του: "Αγαπητέ φίλε, το βιβλίο σας θα δει περισσότερους κώλους παρά πρόσωπα".

Πάλιωσε η περούκα στρωμένη πάνω στο κεφάλι μου. Πάλιωσε το κεφάλι μου χτενίζοντας την περούκα. Με τέτοιο κεφάλι έχω απομείνει. Το παίρνω στα χέρια μου, το ακουμπάω με προσοχή πάνω στα γραμμένα χαρτιά μου: presse papier για να τα προστατεύω από τον αέρα που μπαίνει από το ανοιχτό παράθυρο, ανοιχτό τη μέρα για να απαλύνεται η οσμή του γήρατος αυτών των πεπραγμένων. Για να μη γλιστρούν τα γραμμένα χαρτιά την νύχτα, καθώς βλέπουν όνειρα και γυρίζουν πλευρό, με κίνδυνο να πέσουν από τόσο ύψος, όσο των ποδιών του γραφείου μου, στο πάτωμα και να ακρωτηριαστούν. Δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει το κεφάλι μου τέτοιο γεγονός, δεν υπάρχει τεχνίτης –περουκιέρης– που θα αναλάβει το κεφάλι μου για να του φορέσει καινούρια περούκα ή τουλάχιστον να του συνεφέρει την παλιά που φοράει. Το χειρότερο είναι πως δεν τολμώ να σηκώσω το κεφάλι μου στα χέρια μου και να το φορέσω. Με μια ματιά που ρίχνω, καταλαβαίνω πως δεν μου κάνει πια: ή έχει μικρύνει ή έχει στραβώσει. Δεν έχω καιρό να αποκτήσω καινούριο. Φοβάμαι πως αν πιάσω στα χέρια μου ένα καινούριο κεφάλι, δεν θα δεχτεί να φορέσει περούκα, δεν θα δεχτεί –πολύ περισσότερο– να φορέσει την παλιά περούκα, δύσκολα βρίσκει κανείς κατάλληλο χτένι για να καλωπίσει μια παλιά περούκα. Όσο για το κεφάλι, δεν αντιλήφθηκα ότι είχα ευκαιρίες να το αλλάξω, φταίει η περούκα που ήταν πάντα όμορφα στρωμένη πάνω στο κεφάλι μου, με άλλα λόγια φταίει το κεφάλι μου.

Το κοριτσάκι και το γατί

Paul Hoecker «Κορίτσι με γάτα» (λεπτομέρεια)

Σε πολυθρόνα ψάθινη κούρνιασαν το κοριτσάκι και το γατί, πριν καλά-καλά ο ήλιος ανατείλει, αναμένοντας, χωρίς να το γνωρίζουν, το φως της καλοκαιρινής αυγής, φως που μοιράστηκαν όχι απλώς αναλογικά, αλλά σε ίσα ακριβώς μερίδια, με την ίδια διάθεση και την ίδια χαρά. Ήταν δε, τόσο μεγάλη η ικανοποίηση από το γεγονός αυτό, που με ευχαρίστηση μοναδική και γαλήνη ζηλευτή απλωνόταν η μια πάνω στη άλλη, απολαμβάνοντας αυτή την υπέροχη αίσθηση που προσφέρει η παρουσία σώματος αγαπημένου, αίσθηση που προκαλούσε τη σκέψη και των δυο, με εικόνες αιωνιότητας και αταλάντευτης σχέσης, αγνοώντας, το μεν κοριτσάκι, ότι το γατί, όπως είναι φυσικό, πολύ πιο σύντομα από την ίδια θα πέθαινε, το δε γατί, ότι το κοριτσάκι μετά το τέλος των διακοπών θα έφευγε για πάντα.

Αγνοώντας αυτά τα δεδομένα οι δυο τους, το κοριτσάκι και το γατί, απολάμβαναν το φως της αυγής να τους τυλίγει και ο χρόνος να μην είχε καμιά σημασία, ενώ η ικανοποίηση, από την θερμή επαφή και τα νωχελικά χάδια, στο πρωινό φως διαπερνούσε τη σάρκα με τρόπο παρόμοιο των εραστών, που πλέουν ως είθισται, στην αιωνιότητα της παρουσίας του άλλου και αγκυροβολούν στην ακυρότητα του χρόνου. Όταν ο ήλιος ανέτειλε για τα καλά, βρήκε το κοριτσάκι και το γατί να κοιμούνται αγκαλιά, ακίνητες σαν αγάλματα και προπάντων ευτυχισμένες, με το ίδιο ανερμήνευτο, ίσως κι ελαφρά ειρωνικό χαμόγελο, που, θάλεγε κανείς, ότι περισσότερο ταίριαζε σε νεκρό που ολοκλήρωσε πανευτυχής τον κύκλο της ζωής του.

Προσεχώς



Για τα επόμενα τεύχη του
Χάρτη, ετοιμάζονται τα αφιερώματα:
————————
Ελένη Βακαλό
(επιμ. Μαρία Κακαβούλια-Άντεια Φραντζή)
Ν.Δ. Καρούζος (επιμ. Γιώργος-'Ικαρος Μπαμπασάκης)
Μαρία Κυρτζάκη
(επιμ. Γιώργος Βέης-Αθηνά Βογιατζόγλου)
Γιάννης Κοντός (επιμ. Γιώργος Βέης-Δημήτρης Κοσμόπουλος)
Μαντώ Αραβαντινού (επιμ. Άντεια Φραντζή)
Ηλίας Λάγιος (επιμ. Δημήτρης Κοσμόπουλος)
Mάτση Χατζηλαζάρου (επιμ. Άντεια Φραντζή)
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
(επιμ. Γιώργος Βέης)

Ο καθαρισμός του χάρτη



Αυτό που με πληγώνει το εξαφανίζω από τους χάρτες μου. Οι τόποι στους οποίους σκόνταψα, έπεσα, εκεί όπου με πρόσβαλαν, με έθιξαν, με πόνεσαν, σταμάτησαν να υφίστανται για μένα. Κατ' αυτό τον τρόπο έσβησαν κάμποσες μεγαλουπόλεις και μια επαρχία. Οι χάρτες το αποδέχονται αυτό με κατανόηση: νοσταλγούν τα λευκά κενά, πρόκειται για την ευτυχισμένη παιδική τους ηλικία. Μερικές φορές, όποτε αναγκάστηκα να εμφανιστώ σε αυτούς τους ανύπαρκτους τόπους (προσπαθώ να μην καλλιεργώ μέσα μου τα τραύματα), έγινα ένα μεγάλο μάτι που κινείται σαν πνεύμα σε μια πόλη φαντασμάτων. Αν συγκεντρωνόμουν περισσότερο, θα μπορούσα εύκολα να χώσω την παλάμη μου μέσα στο συμπαγές μπετόν, θα μπορούσα να διασχίσω τους πλέον πολυσύχναστους δρόμους μέσα από τις σειρές των αυτοκινήτων, ανέγγιχτη, αλώβητη, αθόρυβη. Δεν το έκανα, σεβάστηκα τους κανόνες του παιχνιδιού των κατοίκων αυτών των πόλεων. Και προσπάθησα να μην τους αποκαλύψω τους τόπους της αυταπάτης όπου έχουν οι καημένοι, οι σβησμένοι, κολλήσει. Θα τους χαμογελάω και θα κουνάω με κατανόηση το κεφάλι σε καθετί που λένε. Δεν θέλω να τους περάσω την ιδέα πως δεν υφίστανται.

Όλγκα Τόκαρτσουκ, Πλάνητες, μτφρ. Α. Δ. Ιωαννίδου, Καστανιώτης 2020

Οι αποχαιρετισμοί του Ignacio Sanchez Arriaga

«Φεύγω, μάνα, βγαίνω στο δρόμο, εκεί όπου πέφτουν οι σφαίρες βροχή, εκεί όπου προβάλει αυγή, με ρόδα στα χέρια, με πλούτη στο φως, μπροστά γονατίζει ο πάσα λαός, σηκώνει το βλέμμα, υψώνει φωνή, Λευτεριά για λίγο πάψε να χτυπάς με το σπαθί, τώρα σίμωσε και κοίτα του αγώνα την ορμή, ηχούν οι σάλπιγγες, καμπάνες βροντερές, δονείται σύγκορμη η χώρα πέρα ως πέρα κι απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των ηρώων τα ιερά, περπατώντας η Δόξα μονάχη μελετά τα λαμπρά παληκάρια και στην κόμη στεφάνι φορεί, το χρέος, μάνα, με καλεί».

«Περίμενε, παιδί μου, να φας κάτι, να έχεις δυνάμεις, μη φύγεις νηστικός, ένα ποτήρι γάλα τουλάχιστον, μια φέτα ψωμί με λάδι και ζάχαρη. Φόρεσε το σακάκι σου γιατί κάνει κρύο τέτοια ώρα, μου πονούν τα πόδια μου, ο καιρός θα χαλάσει, κράτα και ομπρέλα να μη βραχείς. Πάρε λεφτά από το συρτάρι του κομού, αχρείαστα ας είναι, μπορεί να σου χρειαστούν. Οι γκρίζες κάλτσες που έβαλες δεν πάνε με το πανταλόνι ούτε με τα μαύρα παπούτσια σου, αλλά αφού ντύθηκες έτσι, δεν πειράζει. Μόνο πες μου τι ώρα θα γυρίσεις για να έχω το φαϊ ζεστό να φάμε παρέα. Πες μου την ώρα, θα σε περιμένω, δεν πρόκειται να φάω αν δεν έρθεις».

«Εγώ είμαι, Ελεονόρα. Ξέρω πως με περίμενες τέτοια ώρα. Ερόδισ’ η ανατολή και ξημερώνει η δύση, γλυκοχαράζουν τα βουνά κι ο αυγερινός τραβιέται, παν’ οι λεβέντες στη μάχη, θα γυρίσω σου λέω να μην είσαι μονάχη. Ήρθα λοιπόν, αγάπη μου γλυκιά, τώρα π’ ανθίζουν τα κλαριά κι η άνοιξη προβάλει. Κατέβα να μ’ ανοίξεις, τα μαλλιά σου να μη ρίξεις σκάλα ν’ ανεβώ, σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ. Φυσάει στον κόσμο, μυρίζει βροχή, μπροστά μας καινούρια αρχή. Δεν ξέρω τι ώρα θα γυρίσω. Αν αργήσω, φάε. Φάε με τον πατέρα σου.»

«Να πας! Να πας! Έλα να κλείσω την πόρτα. Πάμε στην πίσω αυλή, κανείς δεν θα μας καταλάβει. Είπα στον πατέρα μου πως πάω στο φούρνο, δώσε μου λεφτά να αγοράσω μια φρατζόλα, δεν μπορώ να γυρίσω με άδεια τα χέρια μου. Ή μάλλον, πήγαινε εσύ στο φούρνο, αγόρασε μια φρατζόλα, θα σε περιμένω να την φέρεις, θα κρατήσω την πόρτα ανοιχτή. Από τη βιασύνη μου, δεν πήρα το πορτοφόλι του πατέρα μου. Πήρα όμως αυτό που μου ζήτησες. Δεν πρόκειται να το αναζητήσει, δεν θυμάται κιόλας πού μπορεί να το είχε βάλει. Εξάσφαιρο, όπως σου το είπα. Φτάνει να κάνεις τη δουλειά σου. Και μισό κουτί σφαίρες να το έχεις στην τσέπη σου. Θα στα δώσω μετά, όταν θα φέρεις την φρατζόλα. Η μητέρα μου θα καθυστερήσει, έχει πάει στην αδερφή της που είναι άρρωστη. Έφυγε την αυγή. Ένας γνωστός, που ξέρει τα μπλόκα, την πήγε ως τη δημοσιά και μας ειδοποίησε πως πέρασε το κάρο στην ώρα του να την πάρει. Τώρα θα έχει φτάσει. Είπε πως θα γυρίσει το απόγευμα και να μη την περιμένουμε για το μεσημεριανό. Είπε να φάμε και να μη την περιμένουμε. Μαγειρεύω χορτόσουπα, η μητέρα βρήκε φρέσκα χόρτα, φτάνουν για τρία πιάτα φαϊ. Να πας λοιπόν. Να πας οπωσδήποτε! Εδώ έχουμε ησυχία, ωστόσο ακούμε τους πυροβολισμούς. Καλύτερα είναι πας από τους μέσα δρόμους. Ο γείτονας είπε πως δεν υπάρχει κίνδυνος από τους μέσα δρόμους. Τα μαγαζιά έχουν κατεβάσει τα ρολά τους, αλλά βρίσκεις να αγοράσεις, αν πεις το σύνθημα no pasarán. Και ο γείτονας είπε το σύνθημα. Έτσι πήγε η μητέρα μου και βρήκε χόρτα. Τόσο φρέσκα σαν να τα είχαμε κόψει από τον κήπο μας στο χωριό».

—————————— » « ——————————

Υστερόγραφο: Έτσι, με το εξάσφαιρο στο χέρι, ο Ignacio Sanchez Arriaga στάθηκε στο οδόφραγμα των νεκρών αλόγων. Παρίστανε πως ήταν έτοιμος να πυροβολήσει. Δεν ειναι γνωστό αν πέρασε απέναντι, εκεί όπου η Λευτεριά τον καλούσε. Είναι βέβαιο πως η μητέρα του τον περίμενε, εκείνη τη μέρα έμεινε νηστική. Είναι βέβαιο πως η Ελεονώρα κατέβασε την κατσαρόλα με την χορτόσουπα από τη φωτιά και σερβίρισε τον πατέρα της. Έφαγε λίγο και εκείνη. Δεν είχε λογαριάσει καλά, ένα ρηχό πιάτο περίσσευε, το κράτησε για τη μητέρα της. Και το βράδυ, όταν η μητέρα της επέστρεψε, λίγο πριν από την απαγόρευση κυκλοφορίας, είπε στην Ελεονώρα πως είχε αγοράσει μια φρατζόλα ψωμί, αφού ο φούρνος ήταν ανοιχτός και δεν ακούγονταν πυροβολισμοί. «Καλά έκανες», είπε η Ελεονώρα, «να έχουμε ψωμί, το πρωί αγόρασα και εγώ μια φρατζόλα». Στη φωτογραφία που είδε το φως της δημοσιότητας, η ηρωική πράξη του Ignacio Sanchez Arriaga δεν έχει απαθανατιστεί. Να υποθέσουμε ότι πέρασε απέναντι, φωνάζοντας το σύνθημα no pasarán.

Περί της εν ύπνω κομψότητος


24 Απριλίου 18 ..

ΝΟΜΙΖΩ ΠΩΣ ΕΧΩ ΑΝΑΦΕΡΘΕΙ ξανά, με άλλη ευκαιρία, σ' έναν συγγενή μου που ήταν μύωπας και οφθαλμίατρος, και ψάρευε μ' ένα κοινό καλάμι αλλά με κιάλια. Η μυωπία τού επέβαλλε μια διακριτική μετριοπάθεια ως προς τα γούστα και τις προθέσεις του. Οπότε, ήταν σχολαστικός. Εγώ κληρονόμησα απ' αυτόν τη μανία του για την καθαρότητα. Είναι διπλή ευχαρίστηση να βλέπεις και να βλέπεις καλά. Το μικροσκόπιο είναι ο νόμιμος φακός μου. Το χειμώνα, που έτρεχα στο παράθυρο του σαλονιού για να παρακολουθήσω μέσα απ' τα τζάμια τη βασανισμένη ζωή των ανθρώπων κάτω απ' το χιόνι, ετοίμαζα έγκαιρα το παρατηρητηριό μου. Καθάριζα τα τζάμια τόσο προσεκτικά, ώστε στο τέλος ήταν σαν να μην υπήρχαν. Οι μύγες, που αγνοούν την εφεύρεση του γυαλιού, έρχονταν απ' το δρόμο για να σκοτωθούν στο παραθυρό μου. Τις έβλεπα να πεθαίνουν σωρηδόν, η μία μετα την αλλη, θέλοντας να παρατείνουν τη ζωή τους με μια κίνηση μάταιη και αισθαντική. Ο χειμώνας τις εξόντωνε πάνω στα αστραφτερά μου τζάμια, που ήταν σαν ενέδρα στο δρόμο τους. Κι εγω, πίσω απ' τα τζάμια, τις έβλεπα να πεθαίνουν.

1η Νοεμβρίου 18 ..

ΔΕΝ ΞΕΡΩ αν πρέπει να μείνω ή να φύγω. Το μόνο που δε με φοβίζει σ' αυτόν τον αποχωρισμό, είναι η πνευματική εξουσιοδότηση που μου αφη σε η μητέρα μου. Μ' έβλεπε ως έναν άνθρωπο που δε θα γνωρίζε την αποτυχία. Περίμενε τόσο πολλα από μένα, ώστε φοβάμαι να φύγω και ν' αφήσω τη δουλειά μου μισοτελειωμένη. Είμαι όλη της η αισιοδοξία. Είμαι ο εκλεκτός εντεταλμένος της για να εκδικηθεί αυτόν τον κόσμο όπου την ανάγκασαν να ζει οι άνδρες, επειδή, όπως όλες οι τέλειες ισπανίδες μάνες μας, δε γνώρισε στη ζωή της άλλα πετράδια εκτός απ' το μολύβι της μελαγχολίας όταν το όνειρό της έφευγε σαν το νερό που χυνεις πάνω στη γερμένη πέτρα του απογεύματος.

[ Αποσπάσματα από το ομώνυμο βιβλίο του Υποκόμη ντε Λασκάνο Τέγκι (1925), μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης (εκδ. Οpera 2020) ]

Κοινωνικές αποστάσεις


του Άνχελ Μπόλιγκαν (βλ. συνέντευξή του στον Άρη Μαλανδράκη στο #22)

Προσεχώς



Για τα επόμενα τεύχη του
Χάρτη, ετοιμάζονται τα αφιερώματα:
————————
Γιάννης Κοντός (επιμ. Γιώργος Βέης-Δημήτρης Κοσμόπουλος)

Ν.Δ. Καρούζος (επιμ. Γιώργος-'Ικαρος Μπαμπασάκης)
Ελένη Βακαλό
(επιμ. Μαρία Κακαβούλια-Άντεια Φραντζή)
Κύπρος
(επιμ. Θεοδόσης Πυλαρινός)
Μαρία Κυρτζάκη
(επιμ. Γιώργος Βέης-Αθηνά Βογιατζόγλου)
Ηλίας Λάγιος (επιμ. Δημήτρης Κοσμόπουλος)
Mάτση Χατζηλαζάρου (επιμ. Άντεια Φραντζή)
Μίλτος Σαχτούρης (επιμ. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου)
Μαντώ Αραβαντινού (επιμ. Άντεια Φραντζή)
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ (επιμ. Γιώργος Βέης)

Το Αόρατο Μνημείο του Άγνωστου Ποιητή

Φωτ. Μ. Αλβανού


Στο κέντρο της πλατείας Συντάγματος υπάρχει ένα σιντριβάνι. Με παράσταση χορευτών της Κρατικής Σχολής Ορχηστικής Τέχνης ολοκληρώθηκε εκεί μια πορεία στις 21 Μαρτίου 2012, Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης. Γονείς με μωρά σε καρότσια και άλλα άτομα που συμμετείχαν διαμαρτύρονταν για τον ευτελισμό του πολιτισμού. Τα μόνα συνθήματα στη δια-μαρτυρία αυτή ήταν στίχοι από ποιήματα. Μια μπάντα κρουστών, ξυλοπόδαροι, αναγνώστες και συγγραφείς ήταν στην κεφαλή της πορείας από ένα βιβλιοπωλείο προς την πλατεία, απέναντι από τη Βουλή των Ελλήνων. Ανάμεσα στα σκαλοπάτια που κατεβαίνουν μπροστά της βρίσκεται το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, ένα κενοτάφιο όπου συγκεντρώνονται τουρίστες. Έγιναν τέσσερις στάσεις καθ’ οδόν: έξω από το πρώην Αναγνωστήριο της Εθνικής Βιβλιοθήκης, έξω από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, έξω από την Ακαδημία Αθηνών και σε διασταύρωση της οδού Ομήρου, όπου διαβάστηκαν ποιήματα ή αποσπάσματα από τον Καβάφη, τον Ελύτη, τον Σεφέρη και τον Όμηρο. Μέσα ενημέρωσης από την Ελλάδα και το εξωτερικό κάλυψαν το γεγονός. «Τι βρίσκεται στο κέντρο της πλατείας Συντάγματος, όπου τελείωσε η πορεία;», με ρώτησαν. «Το αόρατο μνημείο του άγνωστου ποιητή», απάντησα. Εξακολουθεί να μην είναι εκεί.
Αντίστοιχο κείμενο στα αγγλικά, με φωτογραφίες και παραπομπές, συνιστά συμμετοχή σε διαδικτυακή έκθεση με θέμα «έργα που δεν υπάρχουν» (συμβάντα “χωρίς έγγραφα” και σταθερότητα των αντικειμένων: undocumented events and object permanence), που διοργανώνουν https://noemata.net/ueop και https://biennale.no. #392 Yiorgos Chouliaras The Invisible Tomb of the Unknown Poet March 21, 2012, Athens, Greece: https://noemata.net/ueop/work.php?no=392.

Πρόκειται για πρωτοβουλίες κυρίως του Bjørn Magnhildøen, που το 2012 οδήγησαν στο φεστιβάλ «επιπλέον δευτερόλεπτο» (Leap Second festival), όπου συμμετείχε το ποίημα Κλασικές περιλήψεις από τη συλλογή «Fast Food Classics (Στίχοι ταχυφαγείων)», που εντός δευτερολέπτου μπορεί να διαβάσει επικά γρήγορος αναγνώστης: http://noemata.net/leapsec/works/classicoutlines2.html

Η κυρία Μελπομένη


Τελειώνοντας και τυπικά το θέρος, η κυρία Μελπομένη, χήρα παλαιού βουλευτή, έγειρε προς τους φθινοπωρινούς μήνες, μια και το φως του καλοκαιρινού ήλιου μόνο κακό έκανε στη σκέψη... Έγειρε, με την ελπίδα πως θα μπορούσε να αναπολεί με ηρεμία και απόλαυση τα νεανικά της χρόνια, τροχοδρομώντας άφοβα στις ρυτίδες του προσώπου της και στην αναπόφευκτη χαλάρωση της επιδερμίδας περί την κοιλιακή χώρα και τους μηρούς. Η αναπόληση αυτή, ωστόσο, την έβγαζε συνεχώς εκτός τροχιάς, μια και οι δεκάδες πρώην εραστές της, κάθε τόσο, πότε ο ένας και πότε ο άλλος, λες και ήταν σταθμάρχες, άλλαζαν τα κλειδιά των γραμμών και συνεπώς και την κατεύθυνση του συρμού της νοσταλγίας, με φανερό τον κίνδυνο να τρακάρει άθελά της, κάποια στιγμή, με τον –από χρόνων– αποθανόντα σύζυγό της. Φοβούμενη για τη μοιραία αυτή πρόσκρουση και την αποκάλυψη των μυστικών της, πράγμα που θα είχε ως συνέπεια ο κάποτε ήρεμος αυτός άνθρωπος να αναλάβει δράση μεταθανάτια, ως δράκουλας ή ως απλό φάντασμα, η κυρία Μελπομένη, υπό τη διαφαινόμενη απειλή, διέκοψε τις νοσταλγικές περιηγήσεις και αν και η ηλικία της, σύμφωνα με τα ισχύοντα, δεν επέτρεπε νυχτερινές βόλτες σε μυστήρια στέκια, αυτή επέλεξε να αναζητά νεανική συντροφιά παρά να αναπολεί (κινδυνεύοντας) τα περασμένα.

MAΣKAΡΑ: δες




ΔΙΑΛΟΓΟΣ (ΑΡιστερό και ΔΕξί μάτι συζητούν)
————————  ≈ ————————

ΑΡ Χάος με τις τεράστιες για παιδιά μάσκες σε ελληνικά σχολεία
ΔΕ Με τόση μάσκαρα στις βλεφαρίδες δεν βλέπεις το χάος σε γερμανικά σχολεία, για το αν μαθητές θα φορούν μάσκες ή όχι
ΑΡ Εσύ όχι μόνο δεν βλέπεις, αλλά ούτε βλέπεσαι, με τόση μάσκαρα στο μάτι
ΔΕ Δεν κοιτάς που η λέξη μάσκαρα προέρχεται από ιταλική προσωπίδα (maschera)
ΑΡ Αλλά η Μάσκαρα είναι γαλλική εκδοχή του αραβικού (‫معسكر‬‎) ονόματος πρωτεύουσας επαρχίας στην Αλγερία, που νωρίς αντιστάθηκε στους Γάλλους
ΔΕ Αποικιοκρατικό μασκαριλίκι (maskaralιk) θα έλεγαν γαλλόφιλοι Τούρκοι
ΑΡ Ιθαγενείς μασκαράδες όμως τα καταφέρνουν και δυναστεύουν
ΔΕ Κάθε φορά στις αποκριές οι γελωτοποιοί επικρατούν
ΑΡ Οι μασκαράδες έγιναν μασκότ τώρα
ΔΕ Πάντοτε υπάρχουν αναπτυξιακές λύσεις, που δεν θέλουν να δουν οι μασκοφόροι
ΑΡ Ναι, αντί να μικρύνουμε τις μάσκες, ας περιμένουμε να μεγαλώσουν τα παιδιά
ΔΕ Τη δική σου μία και μοναδική μάσκα θέλεις να φορούν όλοι μαζί
ΑΡ Η δική σου μάσκα τους κάνει όλους εξωγήινους που δεν βλέπουν τι γίνεται
ΔΕ Σε λίγο θα φέρεις ανιχνευτές βαρυτικών κυμάτων από το παρελθόν
ΑΡ Πριν από 7 δισ. χρόνια έγινε η μεγαλύτερη σύγκρουση μελανών οπών
ΔΕ Να σταματήσει η μασκοφορία με τις μαύρες τρύπες στο σύμπαν
ΑΡ Για να αρχίσουν να χοροπηδούν οι διαμαρτυρόμενοι πάνω στις μάσκες, ώστε να εφαρμόζουν σε επίπεδα πρόσωπα σε μια επίπεδη γη
ΔΕ Να φορούν και να μη φορούν μάσκα
ΑΡ Να αφαιρεθούν οι μόνιμες μάσκες που είναι τα πρόσωπα
ΑΡ ΔΕ (ταυτόχρονα) Χάος, χάος – οι μονόφθαλμοι βασιλεύουν με κορώνα τον ιό
ΔΕ Αυτός δεν είναι σω-κρατικός διάλογος
ΑΡ Ούτε σοϊ-διωτικός μπορεί να είναι

Σχετικά κείμενα
———————————————

Μασκητική
Μάσκες & μασκοφόροι
Ιός & πανδημία της λογοτεχνίας

ΟΞΥΝ


«Ω ΞΕΙΝ, ΑΓΓΕΛΛΕΙΝ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΟΙΣ ΟΤΙ ΤΗΔΕ ΚΕΙΜΕΘΑ ΤΟΙΣ ΚΕΙΝΩΝ ΡΗΜΑΣΙ ΠΕΙΘΟΜΕΝΟΙ»

Το νόθο αυτό επίγραμμα του Σιμωνίδη του Κείου, κατά την επικρατέστερη εκδοχή, έχει συνδεθεί με τη Μάχη των Θερμοπυλών, 2,5 (χιλιάδες) χρόνια μετά την οποία αναμνηστικά γραμματόσημα αποσύρθηκαν για «τεχνικούς» λόγους, λόγω «εναλλακτικής» ορθογράφησης του επιγράμματος (όπου το ΚΕΙΝΩΝ είχε γίνει ΚΟΙΝΩΝ και το ΠΕΙΘΟΜΕΝΟΙ ΠΕΙΘΩΜΕΝΟΙ).
Εν τω μεταξύ ΜΜΕ είχαν αναρτήσει δελτίο τύπου για τα γραμματόσημα, που είχε σταλεί από τα Ταχυδρομεία
Δεν έγινε γνωστό αν η μάχη θα επαναληφθεί μέσω τηλεδιάσκεψης, με τον Λεωνίδα ευπρεπώς ενδεδυμένο, ενώ κυκλοφορούν μεταφραστικές εκδοχές του επιγράμματος, όπως «Ω ξινέ των αγγέλων Λακέδων & δαιμόνων, ω τι δεν κείμενα εκείνων απορρίμματα δεν απιθώνουμε;».

Κορωνοϊός ή «Κολωνοϊός» (;)

Πρωθύστερα επίκαιρο κολάζ του Μαξ Ερνστ  (1936)

Προσεχώς



Για τα επόμενα τεύχη του
Χάρτη, ετοιμάζονται τα αφιερώματα:
————————

Ν.Δ. Καρούζος (επιμ. Γιώργος-'Ικαρος Μπαμπασάκης)
Ελένη Βακαλό
(επιμ. Μαρία Κακαβούλια-Άντεια Φραντζή)
Κύπρος
(επιμ. Θεοδόσης Πυλαρινός)
Μαρία Κυρτζάκη
(επιμ. Γιώργος Βέης-Αθηνά Βογιατζόγλου)
Μίλτος Σαχτούρης (επιμ. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου)
«1821» (επιμ.  Νικήτας Σινιόσογλου) / Φ.Δ. Δρακονταειδής, Γιάννης Ευσταθιάδης, Μανόλης Κορρές κ.ά

H θλίψη της γηραιάς κυρίας

Η φιγούρα είναι γνώριμη, αλλά οι ρυτίδες στο πρόσωπο και το γερμένο από το βάρος των χρόνων σώμα, ξαφνιάζουν. Η γνώριμη εικόνα της μικρούλας Μαφάλντα, από το διάσημο κόμικ-στριπ του Κίνο, καταργεί τον κανόνα που διατηρεί αμετάβλητους στο πέρασμα του χρόνου τους χάρτινους ήρωες και ηρωίδες. Το σκίτσο, στο στιλ του Κίνο, υπογράφει ο Πορτογάλος σχεδιαστής Μπρίτο και αποτελεί ένα γλυκόπικρο αποχαιρετισμό στο μεγάλο Αργεντίνο «μπαμπά» της Μαφάλντα, που πέθανε ακριβώς πριν ένα μήνα (και μία ημέρα), σε ηλικία 88 ετών.
Βραβευμένος με το Grand Prix του Χιούμορ στο Διεθνές Σαλόνι Γελοιογράφων Τύπου, ο Μπρίτο ζει στη Γαλλία και είναι γνωστός από τις δημοσιεύσεις του στην εφημερίδα Le Monde, στο σατιρικό Canard Enchaîné και σε άλλα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα. Η εικόνα της γερασμένης Μαφάλντα που θρηνεί το θάνατο του δημιουργού της, αντλεί την έμπνευσή της από τα ίδια τα λόγια του Κίνο. Όταν, το 1973, σταμάτησε να σχεδιάζει τις ιστορίες της πανέξυπνης μικρούλας, μετά από εννέα χρόνια συνεχώς αυξανόμενης επιτυχίας παγκοσμίως, είχε εξηγήσει τους λόγους αυτής της ασυνήθιστης απόφασης. Και οι λόγοι αυτοί είχαν να κάνουν με το πέρασμα του χρόνου. Όχι του άχρονου στην χάρτινη επικράτεια, αλλά του πραγματικού στον οποίο υπόκεινται ζωντανοί χαρακτήρες, όπως η ηρωίδα του. Ο ίδιος είχε πει ότι η Μαφάλντα, που όταν ξεκίνησε να την σχεδιάζει ήταν μόλις 8 χρονών, κόντευε, πλέον, τα 18. Το κοριτσάκι είχε μεγαλώσει μαζί του. Σε λίγο θα κουβαλούσε αντισυλληπτικά στην τσάντα της και ήταν πια καιρός να την αποχαιρετήσει.
Τηρώντας τα ηλικιακά δεδομένα που έθεσε ο Αργεντίνος δημιουργός, ο Μπρίτο παρουσιάζει –δυνητικά– τη σημερινή εικόνα της Μαφάλντας: μια 65χρονη, πλέον, κυρία που στηρίζεται σε μπαστούνι, με την ίδια πάντα κόμμωση και τον ίδιο φιόγκο, αλλά με τις ρυτίδες να χαράσσουν το θλιμμένο της πρόσωπο. Το σκίτσο του Μπρίτο είναι αδημοσίευτο και το αφιερώνει στον Χάρτη, τελειώνοντας το μήνυμά του με αυτά τα λόγια: «Όταν, πριν πολλά χρόνια, πρωτοδιάβασα τις ιστορίες της Μαφάλντας, ένιωσα να με κερδίζει από την πρώτη στιγμή. Μεταξύ αυτής και του αντίπαλου δέους από μια άλλη διάσημη παιδική παρέα, προτιμούσα την “αριστερόφρονα” Μαφάλντα από το “φροϋδικό” Τσάρλι Μπράουν των Peanuts. Δεν είχα τη μεγάλη χαρά να γνωρίσω τον Κίνο. Κρατώ όμως με πολλή αγάπη στο αρχείο μου μια φωτογραφία με εμένα καθισμένο δίπλα στην Μαφάλντα, σε ένα παγκάκι του Μπουένος Άιρες με το γλυπτό της στην άκρη».  

Έλενα Στριγγάρη (1950-2020)


Δύο ποιήματα που είχε στείλει η  Έλενα Στριγγάρη για προσεχές τεύχος του «Χάρτη»


A capella

Τι όμορφα που νοιώθω
όταν τραγουδάει α καπέλα
μια ωραία, τρυφερή φωνή!...
Πρέπει να μου θυμίζει τον καιρό
που με νανούριζε η μάνα μου, μωρό.
Με γαληνεύει
η επαναφορά αυτή στο ανέμελο,
το ανέφελο
το αγκάλιασμα της γης και τ΄ ουρανού.

12/11/18


Ομορφιά

Στον Γιώργο Λάγγα

Μου γράφεις ότι αντλείς δύναμη απ’ τη δύναμή μου,
Ζωή απ’ τη ζωντάνια μου
Και ευδιαθεσία από τη δική μου.
Να γίνονταν κι εγώ να πάρω
Ομορφιά από την ομορφιά σου..!

6/7/19

«Δεν είμαι ο νέγρος σου»: διεθνής έκκληση

Το Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας του Βερολίνου και συγγραφείς από 43 χώρες έχουν απευθύνει έκκληση να προβληθεί ταυτόχρονα στις 10 Δεκεμβρίου 2020, επέτειο της Οικουμενικής Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών το 1948, η ταινία του Ραούλ Πεκ «Δεν είμαι ο Νέγρος σου». Το 95 λεπτών βραβευμένο ντοκιμαντέρ του 2016 στηρίζεται στο ημιτελές ομώνυμο μυθιστόρημα του Τζέιμς Μπόλντουιν (1924-1987) και αναδεικνύει τη συνέχεια του ρατσισμού και την αντίσταση εναντίον του μέσα από τις ιστορίες του Μέντγκαρ Έβερς, του Μάλκολμ Χ και του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, που δολοφονήθηκαν τη δεκαετία του 1960. Το Φεστιβάλ θα αναρτήσει πληροφορίες, που θα λάβει έως τις 12 Νοεμβρίου, σχετικά με προβολές: https://www.literaturfestival....

Ο ναυαγός

του Άγγελου Πεφάνη

Sean Connery (1930-2020)




O Σον Κόνερι διαβάζει Καβάφη με μουσική Βαγγέλη Παπαθανασίου

Πάλι θα μας δουν

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΔΥΟ ΟΝΕΙΡΩΝ

Οι εφιάλτες αυξήθηκαν 15%, ενώ 35% συχνότερα ανακαλούσαν τα όνειρά τους άτομα που συμμετείχαν σε έρευνα στη Λυών της Γαλλίας, όπως συμβαίνει και σε άλλες χώρες στη διάρκεια της πανδημίας. Στη Λυών Έλληνα ιερέα πυροβόλησε απατημένος σύζυγος από τη Γεωργία σε περιστατικό ερωτικής τρομοκρατίας.


Έχω βαρεθεί, είπε το ένα όνειρο στο άλλο. Mακιγιάρονταν στα αποδυτήρια.

Έχω βαρεθεί να εμφανίζομαι κάθε βράδυ στον ύπνο αυτού του εμμονικού ατόμου.

Εγώ, είπε το άλλο, ποτέ δεν κοιμάμαι δεύτερο βράδυ με το ίδιο άτομο. Αποφεύγω τέτοιους ψυχαναγκασμούς. Αρνούμαι την κατάργηση της μοναδικότητας των ονείρων.

Όλοι έχουμε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας, παρατήρησε το πρώτο όνειρο. Αλλά το να έχουμε την ίδια μεγάλη ιδέα μπορεί να καταστρέψει το έθνος των ονείρων.

Καλύτερα να λες ό,τι ξέρεις παρά να μην ξέρεις τι λες, απάντησε το δεύτερο όνειρο. Ο φόβος της αποτυχίας οδηγεί στη μετριότητα.

Δεν υπάρχουν μέτρια όνειρα, διαμαρτυρήθηκε το πρώτο. Μόνον όνειρα που κανείς δεν θυμάται ή όνειρα που έχει εγκαταλείψει.

Θυμάσαι, άρχισε να λέει το δεύτερο όνειρο, πριν την κουβέντα τους διακόψει βήχας που δυνάμωνε στο διπλανό υπόγειο καμαρίνι, όπου άγριες μπογιές πρόσθεταν στα παραμορφωμένα μούτρα τους οι συνάδελφοι που υποδύονταν τους εφιάλτες.

Θυμάσαι, συνέχισε, όταν κόπασε ο βήχας, τότε που τα όνειρα δεν είχαν ήχο ούτε χρώμα και έπρεπε μόνο με τις κινήσεις τους τα πάντα να υποκριθούν.

Θυμάμαι, είπε το πρώτο, πριν αναπτυχθεί το κίνημα για τα δικαιώματα των ονείρων, πώς μας εξευτέλιζαν σε απονομές βραβείων ονειροκριτικής. Να μας καταλάβουν προσπαθούσαν δήθεν. To τι ανοησίες έχω ακούσει.

Αν δεις παντζάρι, έρχεται κόκκινο φεγγάρι, είπε με αλλαγμένη φωνή κοροϊδευτικά το άλλο. Του αβγού ο κρόκος δηλητηριάζει δειλό κροκόδειλο.

Δεν είναι καλό να ξέρουν τι σκεφτόμαστε, συμφώνησαν. Ούτε να μας βλέπουν μαζί.

Αυτό ισχύει τώρα, είπε σκεφτικό το πρώτο όνειρο, καθώς έχοντας ετοιμαστεί ανέβαιναν για την παράσταση. Αλλά ανησυχώ, γιατί ακούω για νέες δυνατότητες παρακολούθησης ονείρων, με πολλαπλές οθόνες κάθε βράδυ.


Σχετικά κείμενα
Μασκαρα: δες (διαλογος: ΑΡιστερό και ΔΕξί μάτι συζητούν)

Ο Μπόρχες του ποδοσφαίρου ;

Μπουένος Άιρες, Απρίλιος 1987. Πρώτη Διεθνής Συνάντηση για τον Μπόρχες. Στην αρχή της ομιλίας μου «αυτοσχεδίασα με βάση ένα ρεπορτάζ που είχα ακούσει το προηγούμενο βράδυ στην τηλεόραση του ξενοδοχείου: Με αφορμή την Παγκόσμια Συνάντηση, ρωτούσαν κόσμο στον δρόμο για τον συγγραφέα. Ένας ταξιτζής είχε απαντήσει με ετοιμότητα: «O Mπόρχες; Eίναι ο Mαραδόνα της λογοτεχνίας!». O φιλολογικός πάγος της αίθουσας ράγισε. «Mεταφορά αντάξια ενός αστού ποιητή, διάσημου για τις τρίπλες του», συνέχισα, «που ρωτήθηκε μάλιστα κάποτε να πει τη γνώμη του για τον διάσημο ποδοσφαιριστή· την επομένη, η εφημερίδα είχε τίτλο: “O Mπόρχες αγνοεί τι εστί Mαραδόνα!”». [ Μπεθ, ένα κυλιόμενο αρχείο για τον Μπόρχες, εκδ. Πατάκη 2016 ]

Αποσπερίζοντας με τον Μίμη Φατούρο (1928-2020)

Πριν αφανιστούν οι γραμμές, πριν φθαρεί η μνήμη, να μπορέσουμε να κρατήσουμε εκείνο το κάτι, το απροσδιόριστο των χειρονομιών και της φωνής που σιγά-σιγά σβήνουν και χάνονται, μπλεγμένα μοιραία με δικές μας κινήσεις και ήχους. Σαν τα κύματα της θάλασσας: τον είχε ενθουσιάσει η εικόνα του ενάλιου θεού Τρίτωνα που παρομοιαζόταν με κύματα να σπάνε στην ακτή.
Η αφορμή μπορούσε να ήταν οποιαδήποτε. Είχε προς το τέλος, καθηλωμένος σε αθέλητη ακινησία στη Θεσσαλονίκη, αποκτήσει κεραίες μέσω της φαντασίας που ανίχνευαν αχόρταγα τα πάντα, φτάνει να ερεθιστούν από μια συζήτηση στο τηλέφωνο. Πες μου πώς ήταν, ζητούσε επίμονα. Άσε με να πιστέψω πως ήμουν εκεί κι έβλεπα με τα μάτια σου. Μην παραλείψεις τίποτα, τι βλέπεις, τι νιώθεις, τι σου τυχαίνει. Έτσι θα βρίσκομαι όπου πας.
«Τρίτων» λεγόταν το ερειπωμένο ξενοδοχείο στη Χώρα Άνδρου, η πρώτη «Ξενία», έργο του Άρη Κωνσταντινίδη, που σήμερα διαλυόταν ανελέητα από τον χρόνο, τους βοριάδες και την αδιαφορία. Λεηλατημένη, βανδαλισμένη, χωρίς κουφώματα. Του περιέγραφα τι είχα δει όταν ξαναβρέθηκα μετά από καιρό μέσα της. Για πρώτη φορά προσέχοντας τα φθαρμένα χρώματα στους τοίχους, που ξεφλουδίζοντας έδειχναν τι υπάρχει από κάτω. Του διηγούμουν εντυπωσιασμένος την αίσθηση από τα πλαϊνά της σκάλας, ένα καθαρό μπλε, σε σχέση με τα κατακόκκινα πλατύσκαλα. Από τα ίδια τα δωμάτια – πώς η ματιά καντράρει το άνοιγμα της μπαλκονόπορτας πάνω στη θάλασσα, ανάμεσα στους δύο, πάλι μπλε, πλευρικούς τοίχους, ενώ το μελτέμι δονούσε την ατμόσφαιρα ορμώντας από παντού. Συμπυκνωμένο, ένα επιβλητικά άγριο τοπίο.

Εσωτερικό του «Ξενία» σήμερα (φωτ. Δ.Φ.)


Έτσι από τον «Τρίτωνα» και τα γενναία του χρώματα, που τόσο σεμνότυφα κατόπιν καλύφθηκαν με ενιαίο λευκό χρώμα, ανοίγουμε ένα ζήτημα που επανέρχεται, πάντα διακριτικά, πολλές φορές στις μεταξύ μας συζητήσεις. Για τις αλλοιώσεις της αρχιτεκτονικής, όταν ένα έργο έχει πια ξεφύγει από τα χέρια του δημιουργού του. Έχει ο ίδιος, όπως και τόσοι άλλοι, τραυματιστεί από τέτοιες συμπεριφορές, προσπαθεί να κρατηθεί σε νηφάλια απόσταση, να κατανοήσει. Ήξερε πως τα έργα δεν του ανήκαν πια.
Με τη λογική, μπορούσε να το καταλάβει. Αλλά όταν του έστειλα φωτογραφίες από ένα παλιό του ειδυλλιακό έργο, το μικροσκοπικό εκείνο σπιτάκι πάνω σ’ ένα θαλασσινό βράχο της Χαλκιδικής, η φωνή του στο τηλέφωνο έσπασε. Δεν είχε απομείνει τίποτα απολύτως. Εδώ είχε ζήσει μερικά αμέριμνα καλοκαίρια στα νιάτα του, γυρίζοντας από την Αμερική. Άλλες φορές όμως, όπως στην περίπτωση του κτιρίου της Εθνικής Πινακοθήκης, δεν θέλησε να δείξει προς τα έξω τόσο ευάλωτος και σώπαινε. Ή άλλαζε θέμα, προτιμώντας να αγκυρωθεί σε αισιόδοξες ιστορίες που υμνούσαν δίκαια το θαύμα της αρχιτεκτονικής.
Είχε κι εκείνος μπει, παρέα με άλλους καλεσμένους, μέσα στο κουφάρι της «Ξενίας» Άνδρου, με αφορμή τη βιντεοσκόπηση που θα γινόταν για την ελληνική συμμετοχή στη Μπιενάλε αρχιτεκτονικής της Βενετίας το 2006. Είχαν τότε καθίσει όλοι γύρω από ένα μακρύ τραπέζι στο χώρο της άλλοτε τραπεζαρίας και συζητούσαν, ο ένας μετά τον άλλο, για το τόσο γοητευτικό θέμα: τα νησιά του Αιγαίου ως μια «διάσπαρτη πόλη». Το ερειπωμένο ξενοδοχείο γύρω τους ήδη έδειχνε όλα τα σημάδια της εγκατάλειψης: η εικόνα καταστροφής του ήταν μια έμμεση καταγγελία για τις άλλοτε ένδοξες «Ξενίες», για τη μοίρα των έργων ενός τόσο σημαντικού αρχιτέκτονα, όπως ήταν ο Κωνσταντινίδης. Σε αυτές τις μνήμες τώρα επέστρεφε με αφορμή το τηλεφώνημά μου.
Όμως τότε δεν είχαν αφήσει τέτοιες μελαγχολικές σκέψεις να κυριαρχήσουν. Άλλωστε ο ίδιος χαιρόταν τόσο φανερά την παρέα, να κολυμπάει νοερά ανάμεσα σε τόσους γνωστούς και φίλους, παλιούς αγαπητούς μαθητές από τη Θεσσαλονίκη και νεότερες γνωριμίες από τα χρόνια που μεσολάβησαν. Όλοι ήθελαν να τον ακούσουν, τους έδινε το σωστό στίγμα, μπορούσε να δέσει μεταξύ τους λόγια που έμοιαζαν ασύνδετα χωρίς αναγκαστικά να είναι. Δεν αντέκρουε καμιά άποψη, ακόμα και την πιο εξωφρενική. Εξηγούσε επαγωγικά, απέφευγε ν’ αναφερθεί σε δικά του γραπτά. Έψαχνε τις λέξεις με προσοχή, δίσταζε σαν να μετεωριζόταν ανάμεσα στα νοήματα. Άφηνε ανοιχτά παράθυρα, τους ενθάρρυνε με τρόπο να μη σταθούν, να πάνε παρακάτω. Μετά σώπαινε για μεγάλα διαστήματα, σαν ίσος προς ίσους.
Καθώς έδυε ο ήλιος, η ψύχρα γινόταν ολοένα πιο αισθητή. Αλλά κανείς δεν ήθελε να αποχωρήσει. Εκεί που τα πράγματα είχαν αρχίσει να γίνονται ζόρικα, το γύρισμα επιτέλους τέλειωσε. Σηκώθηκαν όλοι να φύγουν: η συνέχεια θα δινόταν στο πλαϊνό μεζεδοπωλείο, όπου όλοι ήταν καλεσμένοι. Με το που νύχτωσε, είχε ευτυχώς κόψει και το μελτέμι, τίποτα δεν θα εμπόδιζε πια το κέφι της παρέας.
Τώρα διασκέδαζαν χαλαρωμένοι σε ελάχιστη απόσταση από το μαύρο ερείπιο της Ξενίας. Το είχαν αφήσει πίσω τους. Είχαν άλλωστε τόσα να πουν. Στο κέντρο, ανάμεσα στα τραπέζια όπου είχαν μοιραστεί, σαν γενναιόδωρη πατριαρχική φιγούρα, εκείνος χαιρόταν τους νεότερους που τον περιστοίχιζαν. Ωραία, γλυκιά βραδιά.
Και τώρα, μετά από 14 χρόνια, βρισκόμαστε να συζητάμε οι δυο μας για τον ίδιο τόπο αλλά με τόσο διαφορετικό τρόπο. Όχι πια για την ευρωπαϊκή παρουσία της ελληνικής αρχιτεκτονικής, ούτε για τα τελευταία σημάδια της διεθνούς πρωτοπορίας, αλλά πάλι για το στοιχειωμένο ερείπιο του Κωνσταντινίδη. Επειδή είχε βρεθεί κάτω από τις στάχτες κάτι να καίει ακόμα. Κάτι που δεν σχετίζεται με σημερινές εμμονές της αρχιτεκτονικής θεωρίας, για τον τυραννικό κάνναβο που ήθελε παντού ο Κωνσταντινίδης, για την περίεργη σχέση τοπικισμού με διεθνισμό στη δουλειά του, τέλος για τη μυθοποίησή του που είχε τόσους παγιδέψει.
Μιλούσαμε για χρώματα και υφές, για το αδρό, ανεπίχρηστου μπετόν. Για το πείσμα της αρχιτεκτονικής ενάντια σε όλες τις αντιξοότητες. Τα λόγια ήταν δικά του, αποκλειστικά δικά του. Τα επαναλάμβανε άλλωστε σε κάθε ευκαιρία. Δεν είχε κρύψει ποτέ το πάθος του, που με τόση αγωνία ήθελε να μας μεταδώσει πριν φύγει.

Τραμπαλίσματα


Οι αμερικανικές εκλογές και το τέλος του Ντόναλντ Τραμπ έδωσαν την ευκαιρία στους γελοιογράφους να «κεντήσουν» με το πενάκι, ή το ποντίκι τους. Τέσσερις εξ αυτών, από ισάριθμες χώρες, έστειλαν στον Χάρτη δείγματα –και δήγματα- της δουλειάς τους. Ο Vasco Gargalo από την Πορτογαλία, εκσφενδονίζει τον τέως πρόεδρο με την ειρωνική λεζάντα: «Καλό ταξίδι».

Ο Ιταλός Giovanni Mastroserio, αποτίνοντας φόρο τιμής στον Ρενέ Μαγκρίτ, επικεντρώνεται στο περιβόητο μαλλί του Τραμπ παραλλάσσοντας τον τίτλο ενός διάσημου πίνακα.

Ομοίως, ο Brito από τη Γαλλία, στο μινιμαλιστικό σκίτσο του στοχεύει στο τριχωτό της κεφαλής με τη λεζάντα: «Το τελευταίο κύμα».

Τέλος, ο Angel Boligan από το Μεξικό σηματοδοτεί την προεδρική αλλαγή με την… απόσυρση των μαλλιών από το μαδαροκέφαλο νικητή των εκλογών. Να θυμίσουμε ότι οι Brito και Boligan έχουν ήδη δώσει τα διαπιστευτήριά τους στον Χάρτη, ο πρώτος με τη γηραιά Μαφάλντα στα Στίγματα του προηγούμενου τεύχους και ο δεύτερος με τις γελοιογραφίες του για τον κορονοϊό στο τεύχος Οκτωβρίου.

2021

Ευχαριστούμε τους συνεργάτες, τους αναγνώστες, τους χορηγούς και τον εκδοτικό κόσμο  και ευχόμαστε————————————
Κ Α Λ Η   Χ Ρ Ο Ν Ι Α

————————————

Για τα επόμενα τεύχη του Χάρτη, ετοιμάζονται τα αφιερώματα:


Μαρία Κυρτζάκη
(επιμ. Γιώργος Βέης-Αθηνά Βογιατζόγλου)
Ηλίας Λάγιος (επιμ. Δημήτρης Κοσμόπουλος)
Μίλτος Σαχτούρης
 
(επιμ. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου)
Γιώργος Χειμωνάς (επιμ. Ευριπίδης Γαραντούδης)
Σάμιουελ Μπέκετ (επιμ. Βασίλης Παπαγεωργίου)
Γλώσσα
(επιμ. Χριστόφορος Χαραλαμπάκης)
«1821» (επιμ.  Νικήτας Σινιόσογλου)
/ Φ.Δ. Δρακονταειδής, Γιάννης Ευσταθιάδης, Μανόλης Κορρές κ.ά.
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ (επιμ. Γιώργος Βέης)
Oδυσσέας Ελύτης (επιμ. Ιουλίτα Ηλιοπούλου)
Μάτση Χατζηλαζάρου
(επιμ. Χρήστος Δανιήλ - Άντεια Φραντζή)

1821-2021


Με αφορμή την επέτειο των 200 ετών από την Ελληνική Επανάσταση σε κάθε τεύχος αυτής της χρονιάς θα δημοσιεύονται διάφορα σχετικά κείμενα (από την οπτική του «Χάρτη») με αποκορύφωμα το ειδικό αφιέρωμα «1821» (επιμ. Νικήτα Σινιόσογλου) που θα αναρτηθεί το φθινόπωρο.
Στο παρόν τεύχος, ξεκινάμε με το «Πέντε» του Φ. Δ. Δρακονταειδή, με το τελευταίο ποίημα του Λόρδου Μπάιρον (μτφρ. Δημήτρη Κοσμόπουλου) στη στήλη των »Μεταφράσεων» καθώς και μ’ ένα κείμενο του Βαγγέλη Λιβιεράτου στις «Κλίμακες», για τη χαρτογραφική μέριμνα του Καποδίστρια.

    Πέντε


    Ο Πέτρος Νικόλαος Δάρβαρις ζούσε στην Βιέννη, όπου ήταν γνωστός ως Πεντάδας, εξηγώντας στο αδιάφορο ακροατήριό του της ταβέρνας Reichenberger Beisl, γνωστότερης ως ταβέρνας των Ελλήνων, την σημασία του αριθμού πέντε, ο οποίος περιλαμβάνει τον πρώτο άρτιο και τον πρώτο περιττό αριθμό, είναι το κέντρο της δεκάδας, τα πέντε καθολικά στοιχεία του παντός, δηλαδή γη, νερό, αέρας, φωτιά, αιθέρας, έχει πέντε σχήματα, δηλαδή το τετράεδο, εξάεδρο, οκτάεδρο, δωδεκάεδρο και εικοσάεδρο, η πεντάδα αποκαλείται αφιλονεικία, επειδή συνέθεσε και συμφιλίωσε το άρτιο και το περιττό, πέντε τα δάχτυλα των χεριών και πέντε των ποδιών, πέντε οι ήπειροι ως τότε. Και εμπιστευτικώς ψιθύριζε, τόσο όσο να μην ακούγεται, πως οι Γραικοί δεν έπρεπε να κηρύξουν την επανάσταση το 1821, αλλά το 1824, όπου το άθροισμα των αριθμών είναι δεκαπέντε, τρεις φορές –η Αγία Τριάδα– ο αριθμός πέντε.
    Κανείς δεν θυμόταν ωστόσο ότι τον Ιανουάριο του 1820 είχε ξεκινήσει την μετάφραση ποιημάτων από την συλλογή Ειδύλλια του σπουδαίου γερμανόφωνου Ελβετού ποιητή Σάλομον Γκέσνερ. Σκόπευε να έχει τυπωμένο το αποτέλεσμα του μόχθου του τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους για την ικανοποίηση προσωπικών ονείρων και φιλοδοξιών, αλλά ο τυπογράφος Νταβίντοβιτς καθυστερούσε με διάφορες δικαιολογίες να προχωρήσει στην εκτύπωση του εκατόν τριάντα δύο σελίδων μεταφραστικού άθλου, εφόσον το σύνολο της συμφωνηθείσας δια λόγου δαπάνης καθυστερούσε να πληρωθεί προκαταβολικά εκ μέρους του Πέτρου Νικολάου. Εντέλει, τα πρώτα πέντε αντίτυπα παραδόθηκαν στις 25 Μαρτίου 1821 και τα υπόλοιπα πέντε μέρες αργότερα.
    Το πρώτο αντίτυπο με την αφιέρωση «Μη με λησμόνει» έφτασε αυθημερόν στα χέρια της δεσποινίδας Χλόης Κ. στην εξοχή και πέντε μέρες αργότερα, ο αμαξάς της παρέδωσε στον Πέτρο Νικόλαο επιστολή σφραγισμένη με βουλοκέρι, το περιεχόμενο της οποίας έχει μείνει στις δέλτους της Ιστορίας και έχει ως εξής: «Κύριέ μου, πώς ημπορείτε να μένητε εις την πόλιν, τώρα όπου αγγίζει η άνοιξις; Άραγε δεν θέλετε να ιδήτε πώς ανθούν τα δένδρα και πώς ωραϊζονται τα λιβάδια; Ελάτε λοιπόν προς ημάς εις την εξοχήν διότι θέλετε ιδεί την άνοιξιν και εμένα. Αν δεν έλθητε, πολύ θέλω κακιώσει εναντίον σας, αν και είμαι πλέον μισοκακιωμένη. Η Κυρία *** μοι είπεν ότι εσυγγράψατε εν Πόνημα επιγραφόμενον Δάφνις, και εγώ, Κύριέ μου μυστικώτατε, να μην ηξεύρω τίποτε περί τούτου; Όμως εσείς είδετε ότι το τελευταίον σας τραγώδιον με ήρεσε καθ' υπερβολήν, διότι το τραγωδώ συνεχώς. Αν και απηλπισμένη, λέγει η Κυρία ***, όμως τραγωδώ πάντοτε το αυτό, ως ο κόσσυφος. Νεωστί φεγγούσης της σελήνης το ετραγωδούσα εις το λιβάδι και ήμουν εις άκρον χαρούμενη δι' αυτό. Τότε άρχισε το αηδόνι να λαλήση και εγώ έπρεπε να σιωπήσω, όσον και αν ακούω μετά χαράς την εαυτήν μου να τραγωδώ. Ελάτε δια την ερχομένην Πέμπτην χωρίς άλλο, εγώ θέλω σας προσμείνει προς το εσπέρας εις την κληματαριάν. Αλλά φέρατε μαζύ σας και τον Δάφνιν, αλλέως εφ' όλης μου της ζωής δεν θέλω είσαι πλέον η φιληνάδα σας". Υπογραφή: Χλόη.


    ΠΗΓΗ:
    Κ. Γ. Κασίνη, Βιβλιογραφία μεταφράσεων της ξένης λογοτεχνίας, ΙΘ'-Κ' αι. τόμος πρώτος, 1801-1900, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Αθήνα, 2006, λήμμα 132.

    Kαλλαντάλλων

    του Άγγελου Πεφάνη



    Στις ελληνικές καλένδες τα κάλαντα. Τουλάχιστον δεν χτυπούν τα κουδούνια. Από τα ξημερώματα, καθώς η μία συμμορία παιδιών προσπαθεί να ξεπεράσει σε λύτρα την άλλη. Δεν πρόκειται για παραγγελίες, που προπληρώνεις και ακολουθεί το άσμα της παραλαβής. Πρόκειται για εκβιασμούς φθόγγων, που βιάζεσαι να πληρώσεις μήπως σταματήσουν.
    Αυτά θα λέγαμε γελώντας με φίλους, αν μπορούσαμε να βρεθούμε. Οι νεκροί όμως αποφεύγουν τις συνευρέσεις. Ακόμη και χωρίς περιοριστικά μέτρα. Αλλά και αν ζούσαν, τι μπορείς να πεις όταν δεν ακούς ή δεν ακούγεσαι; Ανήκουστες εικασίες αποτελούν οι ευχές και τα κάλαντα.
    Μα δεν αγαπάτε τα παιδιά, ρωτούν οι παιδόφιλοι. Μα δεν αγαπάτε τη μουσική, ρωτούν οι άμουσοι. Μα δεν αγαπάτε τις παραδόσεις, ρωτούν όσοι έχουν παραδοθεί.
    Έτσι συνεχίζεται το τραγούδι στο ντουζ. Καθένας και ένα παιδί μέσα του. Καθένας το βιολί του. Καθένας και η δική του παράδοση. Καθένας και η δόση του.
    Ευτυχώς στην κατάστασή μας κανείς δεν ακούει τίποτε. Θα ήταν αδύνατον τους ήχους να καλύψει το νερό, γιατί έχει κοπεί.

    «Εδώ ο κόσμος χάνεται κι εσείς το τσιγαράκι σας»

    Είχα βάλει το 6 στο κινητό και την ταυτότητα στην τσέπη, μη τύχει και πέσω πάνω σε μπάτσους και βρισκόμουν στην Ολύμπου, όταν σκέφτηκα να πάω προς το «λημέρι» για να πάρω take away κοτόπουλο στα κάρβουνα.
    Με το που έφτασα στη γωνία ακούω τον Νώντα να με φωνάζει «έλα στην παρέα μας». Καθόταν στα σκαλάκια μιας πολυκατοικίας μαζί μ’ έναν συνταξιούχο καθηγητή της Φιλοσοφίας, φίλοι χρόνια τώρα. Κρατούσαν στο χέρι το κυπελάκι του καφέ και κάπνιζαν. Πάω κοντά τους και τους λέω «ρε κουφάλες είστε απίστευτοι… ένας νευρολόγος κι ένας φιλόσοφος κάθονται στα σκαλάκια και κάνουν τσιγάρο με τη μάσκα στο πηγούνι».
    Ο Νώντας γελάει, μου δίνει τσιγάρο, το ανάβω κι αρχίζουμε μια συζήτηση που βεβαίως, καταλήγει στα γνωστά αδιέξοδα της πανδημίας. Με ρωτάει ο φιλόσοφος αν γράφω τίποτα μ’ αυτή την κατάσταση, κι απαντώ ότι είμαι σε διάσταση με την έμπνευση και δεν πρόκειται να της πληρώνω διατροφή ενώ τρέχει με άλλους κι αρχίζουμε να θυμόμαστε, διάφορους γνωστούς που πλήρωναν διατροφές κι ύστερα καταλήξαμε σε παρομοιώσεις, μέχρι που τους είπα, πως μπορεί να γράψω κάτι και για αυτούς, που κάθονται στα σκαλάκια, κάτι σαν σύντομες ιστορίες κι αρχίζει αμέσως ένας τίτλο-πόλεμος μεταξύ μας. Είπα στον Νώντα ότι θα βάλω τίτλο «νευρικοί στο παγκάκι» κι αυτός μου απάντησε να βάλω κάτι πιο σουρεαλιστικό, ή πιο ακραίο, όπως «χέστηκα για τις αγωνίες σας». Ο φιλόσοφος απάντησε πως οι αγωνίες είναι γενικώς για χέσιμο και καλύτερος τίτλος θα ήταν «οι αγωνίες στις γωνίες», αφού είμαστε στη γωνία Ολύμπου και Ιασωνίδου, κι εγώ του λέω, πως δεν είναι ωραίοι οι ομοιοκατάληκτοι τίτλοι, γιατί φανερώνουν μια ευκολία, όταν ξαφνικά, ανοίγει η πόρτα της πολυκατοικίας πάνω από τα σκαλάκια και βγαίνει μία ηλικιωμένη κυρία που κρατάει ένα κομψό μπαστούνι στο ένα χέρι και στο άλλο ένα μικρούλικο μαύρο σκυλάκι. Η κυρία, γύρω στα ογδόντα, φοράει μια μαύρη μάσκα. Μας κοιτάζει θυμωμένα και μας απευθύνεται με αυστηρό ύφος φωνάζοντας «σα δε ντρέπεστε, μεγάλοι άνθρωποι να καπνίζετε με τις μάσκες στο πηγούνι… εδώ ο κόσμος χάνεται κι εσείς το τσιγαράκι σας».

    Ο Νώντας, της απαντάει ευγενικά, πως έχει απόλυτο δίκαιο και σε μένα λέει, να βάλω αυτόν τον τίτλο, που είπε μόλις η κυρία, ενώ το μαύρο χαριτωμένο σκυλάκι της μας γαβγίζει νευριασμένο.

    ’21: 2 + 1 = 3

    Επίκαιρο σκίτσο που μας έστειλε η Μεξικανή Andrea Arroyo


    Η τρίτη χρονιά της ηλεκτρονικής μετεμψύχωσης του περιοδικού Χάρτης άρχεται την 1η Ιανουαρίου του σωτηρίου (για όσους θα γλιτώσουν από τον μεταλλασσόμενο και πολυγενή ιό) έτους 2021, διακόσια χρόνια μετά τον μαζικό εμβολιασμό με επαναστατικές αντιλήψεις πληθυσμών, που με ελληνοφρένεια ήθελαν να αντικαταστήσουν την επικρατούσα οθωμανία.
    Επρόκειτο επίσης για έναν αγώνα για την ανεξαρτησία των ελληνικών γραμμάτων, που συνεχίζεται. Η ανεξαρτησία δεν ισοδυναμεί με εσωστρέφεια, ομφαλοσκόπηση –ούτε καν για αναδέλφους που συστρέφονται με τον ομφαλό των Δελφών– και κλειστά μάτια και τσίνορα, αλλά με μια επιθυμία ασύνορης απεξάρτησης, που ταυτόχρονα θα δοκιμάζει να ρυθμίσει την εξάρτηση των λιγότερο ισχυρών από τις επιθυμίες τους.
    Ο πολιτισμός συνιστά επίσης μια εκδοχή κατανάλωσης, η οποία όμως είναι ασύμφορο να συνεχίζεται, αν δεν συνδυαστεί με παραγωγή. Στις υπεραγορές, στα μίνι μάρκετ και στις λαϊκές του πνεύματος περιέρχονται προς ανταλλαγή –με κολλαριστά ηλεκτρόνια, όταν εκλείπουν τα νομίσματα επί χάρτου– προϊόντα, οπώρες και άλλα ψώνια που κάποιοι μαθαίνουν να καλλιεργούν ή να παρασκευάζουν.
    Το ότι 1 και 1 κάνουν 2 όλοι λένε ότι το γνωρίζουν, ακόμη και αν δεν το εφαρμόζουν. Πιο κρίσιμο όμως συχνά αποδεικνύεται το ότι 2 + 1 = 3, ο τρίτος χρόνος, το τρίτο βιβλίο, το τρίγωνο του Πυθαγόρα και του Πλάτωνα, το τρίτο στεφάνι, το τριμερές των μονοδοξιών, η απλή μέθοδος των τριών σε ζευγάρια με ένα παιδί, οι τρεις μάγοι με τα δώρα, οι τρεις μάγισσες στον Μάκβεθ, η τριαδικότητα στον Βοκάκιο, ο τριτογενής τομέας των υπηρεσιών, οι τρεις σειρήνες του νερού, του έρωτα και του θανάτου, τα τρία κεφάλια της Λερναίας Ύδρας και άλλων νήσων, όταν έρχεται και τριτώνει το κακό, όπως και το καλό.
    Τρία άλογα ένας άνθρωπος, λέει ένα τραγούδι των Απεννίνων. Πολλαπλάσιος του 3 παραμένει ο αριθμός του Θηρίου στην Αποκάλυψη. Σε αστική τραγωδία οδηγεί η αποκάλυψη ιψενικού τριγώνου. Τρεις αδελφές διεκδικούν τον Τσέχωφ. Την Τρία πολιορκούν οι ανορθόγραφοι. Με πεσσούς του Πεσσόα τριχοτομούνται συγγραφικά τηλεπαίγνια, διαφορογραφημένα ως εξής: Big Rather (Μάλλον μεγάλος, όχι αδελφός), Serv-ivor (Η γραφή στην υπηρεσία της επιβίωσης) και GNTP (Ο επόμενος ποιητής ή πεζογράφος). Εξακολουθεί να ισχύει ο νόμος των τριών στις αφηγήσεις.
    Λέγεται ότι τα πάντα έχουν αρχή, μέση και τέλος, αν και όχι πάντοτε με αυτή τη σειρά.

    Ιστορίες σε τέσσερις τοίχους - 1


    Όταν ήταν μωρά τα δίδυμα, δεν είχε ζοριστεί τόσο. Ακόμα και τότε που έκλαιγαν μαζί, πεινούσαν και ζητούσαν άλλαγμα μαζί, έβρισκε τρόπο. Τώρα είχαν φτάσει αισίως στα δεκατέσσερα. Καμιά φορά ένιωθε σαν τον ακροβάτη στο σκοινί. Μόλις έφτιαχνε το ένα, χαλούσε το άλλο. Μισός αιώνας ζωή, κάτι ήξερε από δυσκολίες, πόσο αργά κυλάει ο χρόνος στο θάλαμο ενός νοσοκομείου και πώς στραβώνει η ζωή στο δευτερόλεπτο. Κλεισμένη σπίτι σκεφτόταν τα χειρότερα και χαιρόταν που δεν τους είχαν βρει.

    Ανήμερα Χριστούγεννα κουδούνιζαν τα μέιλ στα κινητά των κοριτσιών. Οι καθηγητές έστελναν εργασίες. Τα κορίτσια γκρίνιαξαν στην αρχή, μετά έχασαν τον λογαριασμό, βαρέθηκαν να γκρινιάζουν, παραιτήθηκαν. «Τι ασχολείσαι», έλεγε ο άντρας της, «δική τους δουλειά είναι». «Μάνα είμαι, δεν γίνεται να τις αφήσω». Είδε κι απόειδε, κάθισε δίπλα τους να βοηθήσει στη Γεωγραφία. Κρατήθηκε πολύ για να μην πει τίποτα, όταν είδε τις ερωτήσεις. Η καθηγήτρια ρωτούσε για την ευρωπαϊκή ένωση. Πώς αντέδρασε το κάθε κράτος χωριστά (δείτε τα λινκ), πώς εξελίσσονταν σε κάθε χώρα τα πράγματα (προσέξτε τα διαγράμματα), τι έχουν να προτείνουν οι μαθητές για καλύτερη αντιμετώπιση της πανδημίας (ελεύθερη ανάπτυξη των σκέψεών σας).

    Μέχρι τις έντεκα έγραφε τις εργασίες. Εδώ η Ευρώπη δεν απάντησε στο ερώτημα, θα απαντούσαν τα δεκατετράχρονα. «Πού είναι το τηλεκοντρόλ»; ρώτησε τον άντρα της. «Καμιά βλακεία δεν παίζει; Κάτι χαζό, μια κωμωδία, κάτι. Και βάλε μου ένα ουίσκι να πιω».

    Βασίλης Αλεξάκης (1943-2021)

    Ο φίλος μου ο Βασίλης ζούσε σαν συγγραφέας-εργάτης.

    Επί πενήντα χρόνια 10 ώρες την ημέρα έγραφε, ερευνούσε ή μετάφραζε το εκάστοτε μυθιστόρημά του.

    Τις υπόλοιπες ώρες όμως, ζούσε.

    Κεφάτος, οξύνους και γενναιόδωρος, ακούραστος μέσα στους ανθρώπους και στην κοινωνία.

    Σε αυτόν εδώ τον κόσμο, το πνεύμα του θα είναι καλοτάξιδο μέσα από τα βιβλία του.

    Στα οποία υπάρχει ο ίδιος πολύ.

    Λόρδος Στάνγκφορντ


    Το Ημερολόγιο Ιππικών Αγώνων του έτους 1821 (The Racing Calendar for the Year 1821) ήταν η πεντηκοστή πρώτη έκδοση του προγράμματος των ετήσιων ιπποδρομιών στην Μεγάλη Βρετανία και Ιρλανδία, τόμος 584 σελίδων (15 x 21 εκ.) με πίνακες και εικονογραφήσεις. Τα περιεχόμενα του "Ημερολογίου" έδιναν ακριβείς και λεπτομερείς πληροφορίες για τους σταυλίτες, τους ίππους και τους αναβάτες, τα φαβορί, τα στοιχήματα, τους επώνυμους που θα ίππευαν ή θα έκαναν την εμφάνισή τους στις κερκίδες. Συγγραφέας και εκδότης ο Έντουαρντ Γουεδερμπάι (Edward Weatherby), ψηλός και ξερακιανός, εφόσον υποθέσουμε ότι έμοιαζε του γιού του Edward Junior, η προσωπογραφία του οποίου κοσμεί την Εθνική Πινακοθήκη Προσωπογραφιών της Σκωτίας.
    Αντίτυπο του "Ημερολογίου" βρισκόταν στην κατοχή του λόρδου Πέρσυ Κλίντον Σμάιθ Στάνγκφορντ (Percy Clinton Smythe Stangford), o οποίος, καθ' οδόν για την Κωνσταντινούπολη επί της φρεγάτας Cabrian, για να αναλάβει την πρεσβεία της Αυτής Μεγαλειότητας στην Μεγάλη Πύλη, είχε σταθμεύσει στον Πειραιά το Σάββατο 14 Aπριλίου 1821 και είχε ανέβει την επομένη στην Αθήνα με την ακολουθία του προς ανάπαυση. Τον υποδέχτηκαν Άγγλοι περιηγητές και αρχιτέκτονες που μετρούσαν και σχεδίαζαν με σχολαστική ακρίβεια τα αρχαία μνημεία, ο υποπρόξενος της Αγγλίας Λογοθέτης, κεφαλές των μεγάλων οικογενειών της πόλης. Οργανώθηκε αμέσως βεγγέρα προς τιμή του, την οποία εκείνος εμπλούτισε με μια ομάδα Ινδών ταχυδακτυλουργών, μελών του υπηρετικού προσωπικού του, οι οποίοι κατέπληξαν τους καλεσμένους με τα κατορθώματά τους, μετά από πλούσιο δείπνο με νηστήσιμα φαγητά λόγω της Σαρακοστής, χαρτοπαιξία ("τριανταμία"), ελληνικούς χορούς και βαλς, όπου έλαμψαν οι ομορφιές ντόπιων και ξένων κυριών και δεσποινίδων.
    Τέτοιου είδους εκδηλώσεις συνεχίστηκαν σε τακτά διαστήματα στο όνομα της ελληνικής φιλοξενίας και, μεταξύ τυρού και αχλαδιού, μεταξύ του ενός ναργιλέ και του επόμενου, μεταξύ οίνων και ποτών, μεταξύ ενός καρσιλαμά και ενός βαλς, ο λόρδος Στάνγκφορντ διαβεβαίωνε πως είχε στοιχηματίσει στους ιππικούς αγώνες των επομένων μηνών με σοβαρές πιθανότητες μεγάλων κερδών υπέρ του αουτσάιντερ «Black Diamond» και πως με τον ίδιο τρόπο θα στοιχημάτιζε πως οι φήμες ότι ένας Υψηλάντης είχε διαβεί τον Προύθο ποταμό στην Βλαχία και ένας Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης είχε κρεμαστεί από τους Τούρκους στην εξώθυρα του Πατριαρχείου του στις 22 Απριλίου, Κυριακή του Πάσχα των Ορθοδόξων, ήταν ανυπόστατες: τέτοια αουτσάιντερ είναι κουτσάλογα, δεν πρόκειται ποτέ να φτάσουν στο τέρμα, ούτε ένα φαρδίνι δεν στοιχηματίζεις πάνω τους. Είχε εμπιστοσύνη στους Έλληνες, αναγνωρίζοντας την λαϊκή σοφία

    όπου καλά καθούμενα και πέλαγα γυρεύει,
    ο διάολος στον κώλο του κουκιά του μαγειρεύει
    .

    Όσο για κάποιους παπάδες, που ακουγόταν μετ' επιτάσεως ότι είχαν σηκώσει λάβαρα εξέγερσης και αναμπουμπούλας εδώ και εκεί, η λαϊκή σοφία συμπλήρωνε πως

    όταν τα θέλει κώλος σου, μην κλαις ότι πονάει.

    Για να διασκεδάσει επιτέλους τις ανησυχίες των Αθηναίων φίλων του, που έκλειναν τα παράθυρα των οικιών τους για να μην ακούν τους ψιθύρους του όχλου, ο οποίος ποδοβολούσε ανάμεσα στα σοκάκια της πόλης για να σκορπίζονται καλύτερα και να αυγατίζουν οι φωνές του «Έρχονται οι ελευθερωτές», «Πότε θα φτάσουν τα παλληκάρια;», κάλεσε τους Ινδούς ταχυδακτυλουργούς του την παραμονή της αναχώρησής του, Σάββατο 5 Μαϊου, να παίξουν την τυφλόμυγα και να βγάλουν από τα μανίκια της κελεμπίας τους περιστέρια, σύμβολα ειρήνης, μετά το τέλος του δείπνου, μετά τους ναργιλέδες και τα ροσόλια.
    Είχε φτάσει στην Κωνσταντινούπολη όταν πληροφορήθηκε πως στις 7 Μαϊου τα ξημερώματα, η Αθήνα είχε ξυπνήσει από μακρινούς σκόρπιους πυροβολισμούς και άγριες κραυγές, που όλο και ζύγωναν ώσπου ένας αλαλαγμός και μια βουή από ατέλειωτες ομοβροντίες έδειξαν ότι ένα πλήθος με άγρια θωριά, αρματωμένο με κάθε λογής όπλα, κάλπαζε προς την Ακρόπολη, όπου είχαν βρει καταφύγιο οι Τούρκοι, εκστομίζοντας ύβρεις του είδους «Ελευθερία ή Θάνατος». Επρόκειτο για γελοία κατάσταση! Η σπουδαία είδηση στις αγγλικές εφημερίδες ήταν ότι ο «Black Diamond» με αναβάτη τον λόρδο Κουινσμπερυ είχε κερδίσει την τρίτη ιπποδρομία στο Μάντσεστερ και διακόσιες γκινέες κάλπαζαν για να πέσουν στην τσέπη του λόρδου Στάνγκφορντ.


    ΠHΓH
    : Κυριάκος Σιμόπουλος, Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα, 1810-1821, τόμος Γ'2, Αθήνα 1975, σσ. 592-594.

    Αποχαιρετισμός σε μια ξεχωριστή φίλη

    Παρ’ όλα αυτά ο ήλιος λάμπει, τα φυτά θάλλουν, το βράδυ φωτάκια λαμπυρίζουν. Μέχρι την τελευταία μας πνοή να αγαπάμε τη ζωή και να έχουμε μάτια και καρδιά για την ομορφιά που μας χαρίζει. 
    ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΖΑΡΟΚΩΣΤΑ
    (19 Δεκεμβρίου 2020)


    Δεν είναι απόσπασμα από κάποιο ανέκδοτο έργο της. Είναι ο τρόπος που έστειλε στους φίλους της ευχές με μια ανάρτηση στο fc, λίγες ημέρες πριν από το τέλος, ενώ ήταν βαριά άρρωστη. Αυτή ήταν η Κατερίνα!

    ————————————
                                         

    Είναι ιδιαίτερα οδυνηρό να αποχαιρετά κανείς ένα αγαπημένο πρόσωπο. Πόσο μάλλον μια φίλη, έναν άνθρωπο με την γλυκύτητα, την αξιοπρέπεια και την ευγένεια της Κατερίνας Ζαρόκωστα. Έφυγε από κοντά μας στις αρχές Ιανουαρίου αφήνοντας στις καρδιές όσων την γνώρισαν ένα δυσαναπλήρωτο κενό και στον χώρο της λογοτεχνίας μια ακόμη απώλεια.
    Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1951 και σπούδασε Γαλλική Φιλολογία και Κοινωνική Ψυχολογία. Συνεργάστηκε επί σειρά ετών με την Κρατική Ραδιοφωνία και την ΕΤ1 σε εκπομπές κοινωνικού και πολιτιστικού περιεχομένου. Επίσης, με εφημερίδες και περιοδικά στον τομέα του προσωπικού δοκιμίου και της βιβλιοπαρουσίασης.
    Υπήρξε επί σειρά ετών ενεργό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων στην οποία διατέλεσε και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου. Με δική της πρωτοβουλία ιδρύθηκε η Λέσχη Ανάγνωσης το 2011, όπου συνεργαστήκαμε κάποια αξέχαστα χρόνια, για όσο διάστημα της επέτρεψε η επισφαλής κατάσταση της υγείας της. Νομίζω ότι κανείς απ’ όσους συμμετείχαμε σ’ εκείνες τις απογευματινές συναντήσεις στην οδό Δροσοπούλου (στο φιλόξενο σπίτι που παραχώρησε η Διδώ Σωτηρίου στην Εταιρεία ) δεν θα ξεχάσει τη ζεστασιά και την οικειότητα με την οποία υποδεχόταν τους καλεσμένους της, καθώς και την πλήρη ενημέρωσή της πάνω στο έργο του καθενός. Το λαμπερό, γνήσιο χαμόγελό της, άνοιγε οδούς αληθινής επικοινωνίας σε όσους την πλησίαζαν.
    Έχουν εκδοθεί εννέα βιβλία της: συλλογές διηγημάτων, νουβέλες και μυθιστορήματα. Διηγήματά της έχουν ανθολογηθεί και έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά και στα γερμανικά.
    Στο έργο της, και κυρίως στα δύο μυθιστορήματά της,(Ένα κομματάκι Ουρανός και οι Αδερφές Ραζή) θα βρει κανείς επανειλημμένες αναφορές στην προγονική της γενέτειρα, την Κωνσταντινούπολη, αλλά και γενικότερα στον ξεριζωμό των Ελλήνων από τη Μικρά Ασία, απ’ όπου έλκουν την καταγωγή τους και οι περισσότεροι ήρωές της. Παρακολουθεί με σεβασμό την πορεία τους για επιβίωση και προκοπή και αφηγείται ολοζώντανα, χωρίς να χαρίζεται, πάθη, έρωτες και προδοσίες στη δίνη των δύσκολων εκείνων καιρών και αυτών που ακολούθησαν. Οι περιγραφές της είναι γεμάτες από εικόνες και ευωδιές.
    Στο τελευταίο της βιβλίο, Ιστορίες οικογενειακής τρέλας, που εκδόθηκε πρόσφατα, η γραφή της αλλάζει. Γίνεται πιο ποιητική και ανάερη, σα να κινείται ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα.
    Εκ των υστέρων διαβάζοντάς το, μου πέρασε από το μυαλό ότι η Κατερίνα, νιώθοντας πως το τέλος πλησιάζει και ότι οι πηγές, απ’ όπου αντλούσε το θάρρος και την αισιοδοξία της, παρέμεναν ακόμη ανοιχτές, πρόλαβε και μας άνοιξε ένα παράθυρο για να μπορέσουμε να ρίξουμε μαζί της μια ματιά στην τόσο πλούσια σε εμπειρίες αλλά καθόλου εύκολη ζωή της, από τα πρώτα παιδικά της χρόνια μέχρι το σήμερα. Με περίσσιο χιούμορ, τρυφερότητα και ύφος ανάλαφρο μας ξενάγησε στα άδυτα του κόσμου της προσθέτοντας ασφαλώς και δυσδιάκριτες πινελιές μυθοπλασίας, και μας έκανε άλλοτε να γελάσουμε με τα κατορθώματα και άλλοτε να δακρύσουμε με τα πάθη της τις περισσότερες φορές να γελάσουμε και να κλάψουμε ταυτόχρονα.
    Μετέτρεψε σε μνήμες κοινές, τα όσα η ίδια έζησε, και με την αμεσότητά της τα έκανε να περάσουν στην αθανασία.

    Η νοσταλγία διαποτίζει τις περισσότερες σελίδες του βιβλίου. Είναι η ίδια νοσταλγία που θα διαποτίζει και τις καρδιές όλων όσων την γνωρίσαμε κάθε φορά που θα τη σκεφτόμαστε… Και θα την σκεφτόμαστε πάντα με αγάπη.--

    21+ επέτειοι


    2021 Το νέο έτος ξεκινά στα νησιά Τόνγκα, Σαμόα και των Χριστουγέννων ή Kiritimati (προφέρεται kiˈrɪsmæs = Christmas)
    Ο μεγάλος Γκάτσμπυ του Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ αποδεσμεύεται από πνευματικά δικαιώματα

    2011 Η “αραβική άνοιξη” πυροδοτείται από την αυτοπυρπόληση (18.12.2010) του Μοχάμεντ Μπουαζίζι στην Τυνησία
    Στις 29 Δεκεμβρίου η Σαμόα «περνά» από την ανατολική στη δυτική πλευρά της Διεθνούς Γραμμής Ημερομηνίας, με αποτέλεσμα η 30ή Δεκεμβρίου 2011 να διαγραφεί από το ημερολόγιο και η χώρα να περάσει απευθείας στην 31η  Δεκεμβρίου

    2001 Επίθεση στους Δίδυμους Πύργους

    1991 (30 χρόνια) Θέλμα & Λουίζ: η Τζίνα Ντέιβις & η Σούζαν Σαράντον οδηγούν το αυτοκίνητό τους στον γκρεμό
    Ο Τιμ Μπέρνερς-Λι προσκαλεί σε αυτό που θα γίνει το διαδίκτυο άτομα εκτός του ερευνητικού κέντρου CERN
    Διάλυση της ΕΣΣΔ

    1981 (40 χρόνια) Paradise Theater: δέκατο άλμπουμ των Styx (στα όρια της Στυγός)
    Trust: Elvis Costello & the Attractions

    1976 (45 χρόνια) Desire: Μπομπ Ντίλαν, δισκοβόλος

    1971 Το κουρδιστό πορτοκάλι του Στάνλεϊ Κιούμπρικ (μυθιστόρημα: Άντονι Μπέρτζες)
    Στο Σιάτλ ξεκινά ένα μικρό καφέ, το Starbucks

    1961 (60 χρόνια) Θάνατος του Καρλ Γιουνγκ, που είχε μάθει και σανσκριτικά
    Αυτοκτονεί ο Χέμινγουεϊ και δολοφονείται ο Πατρίς Λουμούμπα

    1951 Θάνατος της Νόρας Μπάρνακλ, που θα προτιμούσε ο Τζόυς να ήταν μουσικός και όχι συγγραφέας

    1941 (80 χρόνια) Πολίτης Κέιν: η πρώτη ταινία που σκηνοθέτησε ο Όρσον Γουέλς
    Το γεράκι της Μάλτας: η πρώτη ταινία που σκηνοθέτησε ο Τζον Χιούστον (μυθιστόρημα: Ντάσιελ Χάμετ)

    1930 (18 Απριλίου, 20:45 τοπική ώρα) Το BBC ανακοινώνει ότι δεν υπάρχουν νέα εκείνη την ημέρα και ακολουθεί μουσική

    1921 Το βραβείο Νομπέλ για τη φυσική αναβάλλεται και απονέμεται έναν χρόνο αργότερα στον Αϊνστάιν
    Το χαμίνι
    : πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Τσάπλιν με τον ίδιο & τον Τζάκι Κούγκαν
    Kirby’s Pig Stand: Το πρώτο εστιατόριο διερχομένων οχημάτων (drive-in) ανοίγει στο Τέξας
    Γέννηση του γλύπτη Γιόζεφ Μπόις και του ντιτζέι Άλαν Φριντ, που διέδωσε τον όρο rock ‘n roll
    Η Κοκό Σανέλ κυκλοφορεί το άρωμα Chanel No 5

    1871 (150 χρόνια) Παρισινή Κομμούνα
    Ενοποίηση της Γερμανίας (ανακήρυξη Γερμανού αυτοκράτορα στις Βερσαλλίες)
    Γέννηση του Μπωντλαίρ & του Προυστ και θάνατος της βοτανολόγου Άννα Άτκινς, που πρώτη το 1843 εξέδωσε βιβλίο με φωτογραφίες (Photographs of British Algæ: Cyanotype Impressions)
    Η Ρώμη ανακηρύσσεται πρωτεύουσα της ενοποιημένης Ιταλίας
    Ο Στάνλεϊ συναντά τον Λίβινγκστον στη Λίμνη Ταγκανίκα

    1861 Γέννηση του Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ

    1821 (200 χρόνια) έναρξη του Αγώνα
    Θάνατος του Ναπολέοντα Βοναπάρτη και του Τζον Κητς
    Γέννηση του Ντοστογιέφσκι και του Φλωμπέρ

    1811 Ο Χάινριχ φον Κλάιστ σκοτώνει την Ενριέτα Φόγκελ, όπως είχε ζητήσει, και αυτοκτονεί
    Γέννηση του Φραντς Λιστ

    1791 Επανάσταση στην Αϊτή

    1711 Γέννηση του πολυμαθούς Μιχαήλ Λομονόσοφ

    1561 Γέννηση του Φράνσις Μπέικον

    1521 (500 χρόνια) Η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία αφορίζει τον Λούθηρο
    Κατάληψη της πόλης του Μεξικού έναν χρόνο μετά τη σφαγή Ισπανών στο Tecoaque («το μέρος όπου τους έφαγαν»)

    1511 Εκδίδεται Μωρίας εγκώμιον του Έρασμου

    1471 Γέννηση του Άλμπρεχτ Ντύρερ

    1381 Εξέγερση των χωρικών στην Αγγλία

    1321 (700 χρόνια) Θάνατος του Δάντη

    761 Γέννηση του Φαρσί Μπεϊζαβί (Fârsî Beizavî), συγγραφέα του πρώτου βιβλίου γραμματικής για την αραβική γλώσσα

    121 Γέννηση του Μάρκου Αυρήλιου

    -479 (2500 χρόνια) μάχη των Πλαταιών

    —————————
    Σχετικό κείμενο
    ’21: 2 + 1 = 3 

    Ορλάντο


    Μπροστά στο μικρό πλάτωμα του Αγίου Νικολάου, δώδεκα το μεσημέρι κάθεται στο παγκάκι ο Μάκης Τσολακίδης με το σκυλί του, τον Ορλάντο, ένα σπάνιελ μπρετόν κυνηγητικό,17 χρόνων που τρέμει ολόκληρο από τα γεράματα. Ο Μάκης έχει κατεβασμένη τη μάσκα του στο πηγούνι και τραβάει βαθιές ρουφηξιές στο τσιγάρο του, ενώ ο Ορλάντο, τον κοιτάζει με τη γνωστή λατρεία που δείχνουν αυτά τα κυνηγετικά σκυλιά στο αφεντικό τους.

    Μόλις πάω κοντά τους, ο Ορλάντο κουνάει κάπως την ουρά του κι ο Μάκης, μου λέει «είδες που σε γνώρισε ο κωλόγερος… δεν βλέπει καλά, δεν ακούει, δεν μυρίζει πια, αλλά σε γνώρισε.»

    Κάθομαι δίπλα του στο παγκάκι και βέβαια δεν ξέρουμε από πού να αρχίσουμε και τι να πούμε με τούτη τη κατάσταση, αν και ο Μάκης πάντα βρίσκει ένα θέμα είτε πολιτικό, είτε κοινωνικό, με την απόλυτη βεβαιότητα πως κατέχει την αλήθεια σε ποσοστό 70 τοις εκατό, αυτό γιατί –όπως μου έχει εξηγήσει– με αυτό το ποσοστό δεν γίνεται να πέσεις έξω…

    Τον ρωτάω τι κάνουν διάφοροι γνωστοί, ο Βασίλης, ο Σωτήρης, ο Νίκος, που βρισκόμασταν σχεδόν κάθε μέρα στο «Delicious» –καφέ φτηνό για συνταξιούχους– κι ο Μάκης απαντάει μονολεκτικά, «χέστες».

    Του απαντάω, πως μ’ αυτή την κατάσταση όλοι χέστες έχουμε γίνει, αφού περιμένουμε να δούμε πως θα εξελιχθεί η ιστορία, αλλά ο Μάκης με αποστομώνει, γιατί αυτός πάντα ξέρει, όπως λέει, πως τέτοιες ιστορίες, ξαναγυρνούν πίσω σε άλλες ιστορίες και το μόνο που τον καίει αυτό το διάστημα, είναι ο Ορλάντο.

    Ο Ορλάντο έχει γεράσει πολύ και κατουράει πάνω του, χέζει όπου βρει στα 28 τετραγωνικά της γκαρσονιέρας που ζει αυτός και ο Μάκης, που στενοχωριέται διαρκώς, διότι με τίποτα δεν θέλει να ακούει τη λέξη «ευθανασία».

    Ανάβω κι εγώ ένα τσιγάρο και του λέω πως πρέπει να δώσει μια λύση με το σκυλί, γιατί έχει γεράσει τόσο που τρέμει ολάκερο κι υποφέρε