Από το θέατρο στο μπουντουάρ: ο Μαρκήσιος ντε Σαντ, ο Αισχύλος και η εμβρυολογία της πατριαρχίας

Από το θέατρο στο μπουντουάρ: ο Μαρκήσιος ντε Σαντ, ο Αισχύλος και η εμβρυολογία της πατριαρχίας

«Τίνος είναι, ρε γυναίκα, τα παιδιά;»
(Ανώνυμο λαϊκό τραγούδι της Κατοχής και του Εμφυλίου)

Από γεννησιμιού του, ο φιλοσοφικός διάλογος είναι γραμματειακό είδος διπρόσωπο, εν ταυτώ χαμογελαστό και συνοφρυωμένο. Οι πλατωνικοί διάλογοι, που είναι για μας τα πρωιμότερα και κορυφαία δείγματα του είδους, συνδυάζουν τη σοβαρή φιλοσοφική επιχειρηματολογία με κωμικές παρεμβολές, που εκτείνονται από το υποδόριο χιούμορ έως την όχι και τόσο λεπτή σάτιρα (με προφανέστερο θύμα της τον σοφιστή Θρασύμαχο στο πρώτο βιβλίο της Πολιτείας). Από τους μεταγενέστερους συγγραφείς που ασχολήθηκαν με τον φιλοσοφικό διάλογο, ο Ντιντερό είναι ίσως εκείνος που πιο πολύ φρόντισε να διατηρήσει την καταστατική αμφιθυμία του είδους, συνδυάζοντας εμβρίθεια και ανελέητο χιούμορ σε έργα όπως Ο ανιψιός του Ραμώ και Ο Ιάκωβος ο μοιρολάτρης και ο αφέντης του.
Λιγότερο γνωστό παρακλάδι του γραμματειακού είδους που συζητούμε είναι είναι η παρωδία του φιλοσοφικού διαλόγου, και μάλιστα η σκαμπρόζικη. Πρώιμα δείγματα τέτοιων παρωδιών δεν έχουμε. Έργα όπως οι Εταιρών Διάλογοι του Λουκιανού είναι βεβαίως και σκαμπρόζικα και διαλογικά, αλλά δεν είναι φιλοσοφικά: πρόγονός τους είναι μάλλον το θεατρικό είδος του μίμου, που αναπαρίστανε σκηνές της καθημερινής ζωής, κάποτε με αθυροστομία ή ακόμη και πορνογραφική διάθεση. Το ίδιο πάνω κάτω ισχύει και για τα λουκιανικής κοπής Ragionamenti (1534) του Πιέτρο Αρετίνο, όπου οι διάλογοι διεξάγονται μεταξύ γυναικών και αφορούν ζητήματα όπως «η τέχνη της πουτανιάς» (l’arte puttanesca) και «ο τρόπος της ρουφιανιάς» (il modo per ruffianare).
  Θα πρέπει να περιμένουμε ώς το 1795 για να εμφανιστεί η πιο ολοκληρωμένη, και αγρίως πορνογραφική, παρωδία φιλοσοφικού διαλόγου — ήγουν η Φιλοσοφία στο μπουντουάρ του Μαρκήσιου ντε Σαντ, έργο στο οποίο η πιο εξωφρενική ρυπαρογραφία συμβιώνει με την ηθικολογία, ή μάλλον την ανηθικολογία, ακόμη και με τη φιλοσοφική και πολιτική διδαχή.

Στον πατερούλη με αγάπη

Στον τρίτο διάλογο της Φιλοσοφίας, δύο έκλυτοι βετεράνοι του libertinage, η Κυρία ντε Σαιντ-Ανζ και ο Κύριος Ντολμανσέ, αναλαμβάνουν να εκπαιδεύσουν τη νεαρή και άπειρη Ευγενία ντε Μιστιβάλ στη λεπτή τέχνη της ακολασίας και της γενετήσιας παραλυσίας. Η εκπαίδευση της Ευγενίας περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ένα άνευ ορίων και αιδούς μάθημα ανατομίας, με έμφαση στον μηχανισμό της σύλληψης (και, βεβαίως, με πρακτική εξάσκηση). Στη διάρκεια του μαθήματος, ο Ντολμανσέ τυχαίνει να αναφέρει τη λέξη μήτρα. Η λέξη κινεί την περιέργεια της Ευγενίας (μεταφράζω από το γαλλικό πρωτότυπο):

Ευγενία: … Εξηγήστε μου όμως, σας παρακαλώ, δύο λέξεις που είπατε και που δεν τις κατάλαβα. Πρώτα απ’ όλα, τι θα πει μήτρα;
Κυρία ντε Σαιντ-Ανζ: Είναι κάτι σαν δοχείο· μοιάζει με μπουκάλι, που ο λαιμός του αγκαλιάζει το μόριο του άντρα και που δέχεται μέσα του το χύσιμο· αυτό στη γυναίκα εκκρίνεται από τους αδένες, ενώ στον άντρα από την εκσπερμάτιση, που θα σου τη δείξουμε σε λίγο. Όταν ανακατεύονται αυτά τα δυο υγρά, γεννιέται ο σπόρος απ’ όπου φυτρώνουν άλλοτε αγόρια κι άλλοτε κορίτσια.
Ευγενία: Α! Κατάλαβα. Ο ορισμός αυτός μου εξηγεί επίσης τη λέξη χύσιμο, που δεν την είχα πολυκαταλάβει. Ώστε λοιπόν η ένωση των υγρών είναι απαραίτητη για τον σχηματισμό του εμβρύου;
Κυρία ντε Σαιντ-Ανζ: Ασφαλώς. Μολονότι έχει αποδειχτεί ότι το έμβρυο οφείλει την ύπαρξή του αποκλειστικά στο χύσιμο του άντρα, ωστόσο αυτό, αν εκτοξευτεί μόνο του, χωρίς να αναμειχτεί με της γυναίκας, δεν θα καταφέρει τίποτα. Εντούτοις, ό,τι εκκρίνουμε εμείς οι γυναίκες χρησιμεύει μονάχα στην ανάπτυξη, όχι στη γένεση: βοηθάει τη γένεση, αλλά δεν είναι η αιτία της. Μάλιστα, πολλοί σύγχρονοι φυσιολόγοι ισχυρίζονται ότι το γυναικείο έκκριμα είναι άχρηστο. Γι’ αυτό και οι ηθικοί φιλόσοφοι, που πάντοτε καθοδηγούνται από τις ανακαλύψεις των φυσιολόγων, έχουν καταλήξει, ευλογοφανώς, στο συμπέρασμα ότι, σε αυτή την περίπτωση, το παιδί που πλάθεται με το αίμα του πατέρα του οφείλει αγάπη μόνο σ’ εκείνον. Αυτός ο ισχυρισμός δεν είναι καθόλου απίθανος, και παρόλο που είμαι γυναίκα, δεν έχω πρόθεση να τον αμφισβητήσω.
Ευγενία: Για όσα μου λες, καλή μου, έχω την απόδειξη μες στην καρδιά μου· γιατί εγώ αγαπώ τον πατέρα μου τρελά, μα νιώθω πως τη μητέρα μου τη μισώ.
Ντολμανσέ: Αυτή η προτίμησή σας δεν έχει τίποτε το περίεργο. Κάνω κι εγώ τις ίδιες σκέψεις. Είμαι ακόμα απαρηγόρητος για τον θάνατο του πατέρα μου, αλλά όταν έχασα τη μητέρα μου, έκανα πανηγύρι! Τη μισούσα μέσα από την καρδιά μου. Ευγενία, μη φοβηθείτε να δεχτείτε κι εσείς τα συναισθήματα αυτά: είναι απολύτως φυσιολογικά. Είμαστε όλοι πλασμένοι από το αίμα του πατέρα μας, και μόνο απ’ αυτό· τίποτα δεν οφείλουμε στη μητέρα μας. Άλλωστε, εκείνη απλώς παραχώρησε το σώμα της σε μια πράξη που οφειλόταν σε πρωτοβουλία του πατέρα. Ο πατέρας, επομένως, ήταν αυτός που θέλησε να γεννηθούμε, ενώ η μητέρα απλώς έδωσε τη συγκατάθεσή της. Οποία διαφορά για τα συναισθήματα!

Δεν αποκλείεται να υποκρύπτονται ίχνη αυτοβιογραφίας στον πρωτοφανή ισχυρισμό πως είναι «φυσιολογικό» να μισεί κανείς τη μητέρα του. Λέγεται ότι η μητέρα του ντε Σαντ ήταν απόμακρη και παγερή· μάλιστα, απεχθανόταν τόσο πολύ την ιδέα της οικογένειας, ώστε λίγο μετά τη γέννηση του γιου της κλείστηκε σε μοναστήρι. Αντίθετα, ο πατέρας του, πρώην διπλωμάτης, ήταν περίφημος γλεντζές, αμφιφυλόφιλος πλεϊμπόι και εν γένει διαβόητος για την ασωτεία του.

Εμβρυολογία και πατριαρχία

Εν πάση περιπτώσει, οι αναφορές της Κυρίας ντε Σαιντ-Ανζ σε φυσιολόγους (naturalistes) και ηθικούς φιλοσόφους (moralistes) δείχνουν ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με απλή αυτοβιογραφική ανάμνηση. Είναι προφανές ότι ο Μαρκήσιος είχε υπόψη του σύγχρονές του βιολογικές θεωρίες για τη σύλληψη και την ανάπτυξη του εμβρύου. Πριν να προχωρήσουμε σε λεπτομέρειες σχετικά με τις θεωρίες αυτές, θα πρέπει να σημειώσουμε πως ήδη στο έργο του Αριστοτέλη Περ ζων γενέσεως (729b1-22) συναντούμε την άποψη ότι για τη σύλληψη του εμβρύου απαιτείται αφενός το αρσενικό σπέρμα, το οποίο έχει ενεργά παραγωγικό ρόλο (ποιητικν κα κινον), και αφετέρου ο θηλυκός αναπαραγωγικός φορέας, ο οποίος όμως έχει παθητική λειτουργία (παθητικν κα κινούμενον) και απλώς παρέχει το υλικό (λη), πάνω στο οποίο επενεργεί το σπέρμα. Με άλλα λόγια, όπως το θέτει η Κυρία ντε Σαιντ-Ανζ, «ό,τι εκκρίνουμε εμείς οι γυναίκες χρησιμεύει μονάχα στην ανάπτυξη, όχι στη γένεση: βοηθάει τη γένεση, αλλά δεν είναι η αιτία της».
Διαφορετικές απόψεις για την εμβρυογένεση διατυπώνουν ο συγγραφέας των ιπποκρατικών πραγματειών Περ γονς καὶ Περ φύσιος παιδίου, καθώς και (πολύ αργότερα) ο περιφημότερος μετά τον Ιπποκράτη γιατρός της αρχαιότητας, ο Γαληνός. Οι δύο αυτοί γιατροί υποστηρίζουν ότι «σπέρμα» παράγει και το άρρεν και το θήλυ, καθώς και ότι το έμβρυο δημιουργείται από τη συνένωση αυτών των δύο ειδών σπέρματος. Το αρσενικό και το θηλυκό «σπέρμα» μπορεί να διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τη δύναμη και την ποσότητα, αλλά είναι εξίσου απαραίτητα για τη σύλληψη. Οπωσδήποτε, αυτή η θεωρία για την εμβρυογένεση αποτελεί πρόοδο σε σύγκριση με την πατριαρχική αντίληψη του Αριστοτέλη, που αποδίδει στο θήλυ αποκλειστικά παθητικό ρόλο στην αναπαραγωγική διαδικασία.
Ασφαλώς, ούτε ο Αριστοτέλης ούτε ο ανώνυμος ιπποκρατικός συγγραφέας ούτε ο Γαληνός είναι δυνατόν να περιλαμβάνονται στους «σύγχρονους φυσιολόγους» που επικαλείται ο ντε Σαντ, διά στόματος της Κυρίας ντε Σαιντ-Ανζ. Φαίνεται ότι ο Μαρκήσιος είχε μάλλον υπόψη του τον Georges-Louis Leclerc, Comte de Buffon, γνωστότερο παρ’ ημίν ως Μπυφόν (1707-1788). Στον δεύτερο τόμο της πραγματείας του Φυσική Ιστορία (Histoire naturelle, 1749), ο Μπυφόν —πιθανώς επηρεασμένος από το Vénus physique του Pierre Louis Moreau de Maupertuis, έργο του 1745— επαναφέρει, μερικώς, την «ιπποκρατική» θεωρία περί συλλήψεως. Σύμφωνα με τον Μπυφόν, τόσο το αρσενικό όσο και το θηλυκό «σπέρμα» περιέχουν «οργανικά μόρια» (molécules organiques), τα οποία συναρθρώνονται για να συναπαρτίσουν το έμβρυο· μάλιστα, το σχηματιζόμενο έμβρυο αποτελεί ευθύς εξαρχής τέλεια μικρογραφία του βρέφους που θα γεννηθεί εννέα μήνες αργότερα.
Ο Μπυφόν πάντως βρισκόταν πίσω από τις εξελίξεις της εποχής του. Σχεδόν εκατό χρόνια νωρίτερα, το 1651, ο Άγγλος φυσιοδίφης Ουίλιαμ Χάρβεϊ (William Harvey, 1578-1657), στην πραγματεία του Προγυμνάσματα περί της γενέσεως των ζώων (Exercitationes de generatione animalium), είχε ήδη περιγράψει, αδρομερώς, τη διαδικασία που είναι γνωστή σήμερα ως επιγένεση. Ο Χάρβεϊ έδειξε ότι όλοι οι οργανισμοί, όσο σύνθετοι και αν είναι, προέρχονται, με βαθμιαία εξέλιξη, από τους σχετικώς απλούς κυτταρικούς σχηματισμούς του ωαρίου (omnia ex ovo, «ἐξ ὠοῦ τα πάντα») και όχι από προσχηματισμένες μικρογραφίες του ζωντανού οργανισμού. Μπορεί λοιπόν ο ντε Σαντ να επαίρεται ότι παραπέμπει σε επιστημονικές μελέτες αιχμής, αλλά δεν υποψιάζεται ότι οι μελέτες αυτές δεν ήταν οι καλύτερες που είχε να επιδείξει η εποχή του.

Δεν είμαι του αντρός μου, μα είμαι του πατρός μου

Ο τρόπος με τον οποίο ο ντε Σαντ επιστρατεύει σύγχρονές του βιολογικές θεωρίες περί εμβρυογενέσεως, για να στηρίξει πατριαρχικές αντιλήψεις, δεν μπορεί παρά να μας θυμίσει την απροσδόκητα παραπλήσια επιχειρηματολογία του Απόλλωνα στις Ευμενίδες του Αισχύλου. Όταν ο Ορέστης δικάζεται στον Άρειο Πάγο για το κακούργημα της μητροκτονίας, ο Απόλλων αναλαμβάνει την υπεράσπισή του, υποστηρίζοντας τα εξής (στ. 658-9):

Αυτή που ονομάζουμε «μητέρα» δεν είναι γονέας (τοκεύς) του παιδιού, αλλά τροφός του αρτίβλαστου εμβρύου (τροφεὺς δὲ κύματος νεοσπόρου).

Συνεχίζοντας, ο Απόλλων ισχυρίζεται ότι ο μοναδικός γονέας του παιδιού είναι ο πατέρας — «αυτός που βατεύει» ( θρσκων, στ. 660). Η μητέρα δεν είναι παρά ένα είδος ανθρώπινης θερμοκοιτίδας: μοναδική της αποστολή είναι να διατηρήσει στη μήτρα της σώο το γέννημα, «σαν μια ξένη για χάρη ενός ξένου» (στ. 660-1). Το συμπέρασμα στο οποίο οδηγεί αυτή η πρωτάκουστη για εμάς επιχειρηματολογία είναι, βεβαίως, ότι ο Ορέστης δεν μπορεί να κατηγορηθεί για μητροκτονία, αφού η μητέρα δεν είναι κυριολεκτικά γονέας, αλλά μόνον τροφός.
Δεν είναι εύκολο να αποφασίσουμε αν ο Αισχύλος κατασκευάζει το εμβρυολογικό επιχείρημα του Απόλλωνα εκ του μηδενός ή αν απηχεί θεωρίες σύγχρονών του φυσιολόγων, ενδεχομένως του Αναξαγόρα (τον οποίο μνημονεύει ο Αριστοτέλης στο Περ ζων γενέσεως 763b31 ως υποστηρικτή της άποψης ότι το φύλο του εμβρύου καθορίζεται ήδη ν τος σπέρμασιν). Φαίνεται πάντως εύλογη η υπόθεση ότι ο Αισχύλος είχε κάποια εξοικείωση με την επιστημονική σκέψη της εποχής του — ή έστω με κάποια εκλαϊκευμένη εκδοχή της. Είναι ενδιαφέρον ότι, αιώνες αργότερα, ο Διόδωρος ο Σικελιώτης (1.80.4) αναφέρει την πεποίθηση των Αιγυπτίων, σύμφωνα με την οποία ο πατέρας είναι ο μοναδικός αίτιος της γενέσεως, ενώ η μητέρα δεν προσφέρει στο βρέφος τίποτε άλλο παρά τροφή και χώρο για να μεγαλώσει. Αισθάνεται κανείς τον πειρασμό να υποθέσει ότι ο απόηχος τέτοιων αιγυπτιακών αντιλήψεων είχε ίσως φτάσει μέχρι την Αθήνα του πέμπτου αιώνα π.Χ.
Όπως κι αν έχει το πράγμα, το βέβαιο είναι ότι ο Αισχύλος προβάλλει ένα επιστημονικό (ή επιστημονικοφανές) επιχείρημα για να στηρίξει μιαν απροκάλυπτα πατριαρχική θέση: ότι δηλαδή η ανθρωπότητα οφείλει την ύπαρξή της μόνο στο άρρεν. Η θέση αυτή προλειαίνει το έδαφος για τη νέα τάξη πραγμάτων που φιλοδοξεί να εγκαθιδρύσει ο Απόλλων, μια τάξη αμιγώς πατριαρχική: το πατρικό δίκαιο υπερισχύει έναντι του μητρικού, και ο φόνος ενός πατέρα (εν προκειμένω ο φόνος του Αγαμέμνονα από την Κλυταιμνήστρα) είναι έγκλημα απείρως σοβαρότερο από τη μητροκτονία. Άλλωστε, έχει κορυφαία συμβολική σημασία το γεγονός ότι, στο τέλος της Ορέστειας, οι Ερινύες, οι αρχέγονες θηλυκές θεότητες που εκδικούνται παραβάσεις κατά του μητρικού δικαίου, ενθυλακώνονται, εκουσίως και επ’ άπειρον, στην αθηναϊκή Ακρόπολη, τον ιερό χώρο της Αθηνάς — της θεάς που, καθώς ρητά υπογραμμίζει η ίδια, γεννήθηκε απευθείας από τον πατέρα της, χωρίς τη μεσολάβηση μητέρας (στ. 737-40):

Την ψήφο μου εγώ θα τη δώσω στον Ορέστη.
Γιατί εμένα δεν με γέννησε καμιά μητέρα,
μα ολόψυχα συντάσσομαι με το αρσενικό στο καθετί,
παρεκτός στον γάμο. Είμαι ολότελα του πατέρα μου παιδί


Επιστημονικός λόγος και πατριαρχία

Ο τρόπος με τον οποίο ο Αισχύλος μεταχειρίζεται (ή μήπως διαστρεβλώνει;) επιστημονικές θεωρίες της εποχής του, για να νομιμοποιήσει αναδρομικά την ισχύουσα πατριαρχική τάξη πραγμάτων, μοιάζει ίσως, στα δικά μας μάτια, να μην απέχει πολύ από το γελοίο. Τα πράγματα ωστόσο είναι πολύ χειρότερα για τον «θεϊκό» Μαρκήσιο, ο οποίος ανακυκλώνει ένα μάλλον κακοχωνεμένο αμάλγαμα βιολογικών θεωριών, για να νομιμοποιήσει με επιστημονικοφανή επιχειρήματα τα πατριαρχικά θεμέλια της πορνογραφίας. Χρησιμοποιώ τη φράση «κακοχωνεμένο αμάλγαμα» μετά λόγου γνώσεως: αμέσως μόλις αναφέρει, διά στόματος Ευγενίας, την άποψη του Μπυφόν ότι «η ένωση των υγρών είναι απαραίτητη για τον σχηματισμό του εμβρύου», ο ντε Σαντ οπισθοδρομεί, μέσω της Κυρίας ντε Σαιντ-Ανζ, προς την παλιά αριστοτελική θεωρία, σύμφωνα με την οποία το θηλυκό αναπαραγωγικό υγρό «χρησιμεύει μονάχα στην ανάπτυξη, όχι στη γένεση: βοηθάει τη γένεση, αλλά δεν είναι η αιτία της». Από αυτό το ψευδεπιστημονικό συνονθύλευμα προκύπτει η περαιτέρω θέση ότι «το γυναικείο έκκριμα είναι άχρηστο» — άποψη εξωφρενική ακόμη και για τα δεδομένα της βιολογίας του 18ου αιώνα, όπως είδαμε παραπάνω.
Τόσο ο ντε Σαντ όσο και ο Αισχύλος ενδέχεται να μη μεταφέρουν επακριβώς, ή και σκόπιμα να διαστρεβλώνουν, την επιστημονική γνώση της εποχής τους, για να υπηρετήσουν τις δικές τους ιδεολογικές σκοπιμότητες. Ακόμη κι έτσι, γεγονός παραμένει ότι ακόμη και ο αμιγώς επιστημονικός λόγος υπόκειται αναπόφευκτα στις αγκυλώσεις που επιβάλλονται από το κυρίαρχο επιστημονικό παράδειγμα, το οποίο με τη σειρά του αντανακλά δεσπόζουσες ιδεολογίες και προκαταλήψεις. Ακόμη και όταν εμφανίζεται ως ριζοσπαστική καινοτομία και ανατροπή ισχυουσών αντιλήψεων, ο επιστημονικός λόγος μπορεί εύκολα να υπαχθεί, και συχνότατα όντως υπάγεται, στην υπηρεσία της καθεστηκυίας ιδεολογίας, είτε αυτή εκφράζεται στα προνόμια των αρρένων πολιτών της κλασικής Αθήνας είτε ενσαρκώνεται στις φαλλογοκεντρικές φαντασιώσεις της σαδικής πορνογραφίας.