Υπέρ επαρχίας απολογητικός

Υπέρ επαρχίας απολογητικός

Είμαι ένας άνθρωπος που έχεται συνεχώς από τον Πύργο —Τάκης Σινόπουλος
λένης μν γκώμιον, μν δ παίγνιον Γοργίας

Το όνειρο που βλέπει ο Σεφέρης τη νύχτα της 20ής προς την 21η Οκτωβρίου 1946 τελειώνει με ένα θραύσμα διαλόγου ανάμεσα στον ίδιο και στον Αντρέ Ζιντ:

«Τη νύχτα όνειρο. Ο André Gide πολύ γερασμένος, σ’ ένα πρόστυχο μπαρ, μ’ ένα παλτό καμηλό, τριγυρισμένος από δύο τρεις ουράνιους αμφίβολης νεότητας, τρομερά φλύαρους και χειρονόμους. Μου έκανε εντύπωση ο αλλόκοτος σχηματισμός των κρανίων τους που σκέπαζαν κάτι άταχτα μαλλιά προς το βρώμικο κόκκινο ή το ξεπλυμένο καστανό. Τα χείλια του Gide ήταν φανερά βαμμένα και τα πρόσεξα πολύ. Δεν ξέρω για τι μιλούσαμε. Τέλειωσα τη φράση μου λέγοντας: “…Il est d’ailleurs très provincial.” “Très certainement” μου αποκρίθηκε με μια κουρασμένη αταραξία “nous devenons tous des provinciaux.”»[1]


Υπέρ επαρχίας απολογητικός

«Είναι άλλωστε πολύ επαρχιώτης», καταλήγει ο Σεφέρης· και το καθ’ ύπνους φάσμα του Ζιντ επινεύει: «Ασφαλέστατα, όλοι μας γινόμαστε επαρχιώτες».
Η εν ονείρω γνωμολογία του Ζιντ υπαινίσσεται πως η επαρχία είναι η κατάσταση προς την οποία συλλήβδην κατατείνουμε· όθεν το ανενδοίαστα καθολικό «tous».

*

Η επαρχία είναι λοιπόν καθολικός προορισμός της ανθρωπότητας: συνιστά το τελικό της αίτιο, με τη σημασία του αριστοτελικού τέλους. Και επειδή τ ο νεκα κα τ τέλος βέλτιστον,[2] η επαρχία θα πρέπει να εκληφθεί ως η βέλτιστη δυνατή συνθήκη.

*

Ας δεχτούμε ως υπόθεση εργασίας την παραπάνω εναρκτήρια πρόκληση και ας ορίσουμε την επαρχία ως υπαρξιακή εντελέχεια: ως τον τόπο στον οποίο αναπτύσσεται και υποστασιώνεται, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, το αίσθημα του ανήκειν, το αίσθημα του υπαρκτικού συντονισμού με τον κόσμο. Έμβλημα του συντονισμού αυτού η άκοπη ενσωμάτωση του Αντρέ Ζιντ στον περίγυρο ακόμη και του πιο πρόστυχου μπαρ.

*

Αυτό το αίσθημα του οργανικώς ανήκειν περιγράφει, από διαφορετική σκοπιά και με διαφορετική έμφαση, ο Στέφαν Τσβάιχ στα απομνημονεύματά του, όταν κάνει λόγο για την περίοδο που ο ίδιος ονομάζει «Χρυσό Αιώνα της ασφάλειας», εννοώντας την belle époque της αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας κατά τις δεκαετίες πριν από τον Μεγάλο Ευρωπαϊκό Πόλεμο. Ήταν, γράφει ο Τσβάιχ, η εποχή όπου «το καθετί βρισκόταν σταθερό και αμετακίνητο στη σωστή του θέση», και όλα τα πράγματα του κόσμου «είχαν τη νόρμα τους, τα καθορισμένα μέτρα και σταθμά τους».[3] Αυτός ο εύτακτος, σύμμετρος κόσμος έμοιαζε, συνεχίζει ο Τσβάιχ, πολιτικά νωθρός και οικονομικά υπανάπτυκτος σε σύγκριση με τη γειτονική Γερμανία, στα μάτια της οποίας η Αυστροουγγαρία θα φάνταζε ασφαλώς σαν επαρχιακή παραφυάδα. Επρόκειτο όμως για μιαν επαρχία κοσμοπολιτική, όπως δείχνει το —ενδεχομένως απροσδόκητο αλλά απολύτως αντιπροσωπευτικό— παράδειγμα των βιεννέζικων καφενείων. Αντί να εκφυλίζονται σε θύλακες επαρχιωτισμού, τα καφενεία της Βιέννης γίνονταν κομβικά σημεία για την προνομιακή θέαση του κόσμου, καθώς διέθεταν στους θαμώνες τους όλες σχεδόν τις πολιτικές εφημερίδες της Ευρώπης και της Αμερικής, όπως και τα σημαντικότερα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά περιοδικά της εποχής—τη Revue de France, τη Neue Rundschau, το Burlington Magazine.

*

Νοούμενη ως εντελέχεια, η επαρχία δεν είναι τόπος περιχαρακωμένης ενδοτροπίας ή ακοινώνητης μόνωσης· δεν είναι δηλαδή επαρχιώτικη. Αντιθέτως, το εύμετρο μέγεθος της επαρχιακής κοινότητας συνιστά προϋπόθεση αυτάρκειας—με την αριστοτελική, και πάλι, σημασία του όρου: «αυτάρκεια ονομάζουμε αυτό που, από μόνο του, καθιστά τον βίο επιθυμητό και χωρίς καμία έλλειψη».[4] Είναι λοιπόν η αυτάρκεια βίου ουσιώδες συστατικό ευδαιμονίας, εκ παραλλήλου προς την ενάρετη ευπραγία ή την ασφαλή ευημερία.[5] Και είναι η αυτάρκης επαρχία, όπως ειπώθηκε πιο πάνω, βέλτιστον.

*

Το εύμετρο μέγεθος της επαρχιακής κοινότητας είναι, επίσης, προϋπόθεση για τη συγκρότησή της σε ουσιωδώς πολιτική κοινότητα, δηλαδή σε τόπο γνήσιας διαβούλευσης και συλλογικής θέσπισης. Στη μικρής κλίμακας κοινότητα, η οποία ευνοεί τον φυσικό συγχρωτισμό και την οικειότητα, τα άτομα καθίστανται κοινωνικώς ορατά. Η ευθύνη της συμμετοχής στην πολιτική διαχείριση επιμερίζεται σε πολιτικά υποκείμενα, τα οποία υφίστανται ως διακριτά πρόσωπα — και όχι, αίφνης, ως ψηφοφόροι, που απλώς εκχωρούν τη θεσπιστική δικαιοδοσία σε κεντρικά νομοθετικά και εκτελεστικά σώματα αποτελούμενα από προεπιλεγμένους υποψηφίους. Στο πλαίσιο της επαρχιακής αυτοργάνωσης, η ατομική πρωτοβουλία αναπτύσσεται στο οικοσύστημα μιας συμβιωτικής σχέσης, όπου η ατομικότητα όχι μόνο δεν αναστέλλεται, αλλά προάγεται ως ζωντανό και δρων συστατικό της συλλογικής θεσπιστικής εξουσίας. Εδώ, το μηχανιστικό κριτήριο της πλειοψηφίας παραχωρεί τη θέση του σε μια πολιτική λειτουργία περιπλοκότερη αλλά και γονιμότερη: στη διαλεκτική διάδραση ανάμεσα στην ατομική βούληση, στην αμοιβαία κρίση και αμφισβήτηση, καθώς και στη σώφρονα συλλογικότητα.

*

Η υπεράσπιση της επαρχίας ως τόπου στον οποίο επιτελείται η σύνθεση των φαινομενικώς διεστώτων, της ατομικής πολιτικής βούλησης και της συλλογικής θέσπισης, έχει σχετικώς βραχεία γενεαλογία. Μία από τις πρωιμότερες σχετικές απόπειρες, αν όχι η πρωιμότερη, χρονολογείται στο 1902, όταν ο Josiah Royce (1855-1916), ο κορυφαίος εκπρόσωπος του αμερικανικού ιδεαλισμού, καθηγητής τότε στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, έδωσε στην Εταιρεία Φι Βήτα Κάππα (Phi Beta Kappa Society) του Iowa State University μια διάλεξη με τον ελαφρώς προκλητικό τίτλο «Επαρχιωτισμός» (“Provincialism”).[6] Στη διάλεξη αυτή, ο Ρόις υπερασπίστηκε την επαρχία ως, μεταξύ άλλων, προϋπόθεση αυθεντικής διακυβέρνησης:

«Ποιοι λοιπόν είναι εκείνοι που σοφά στοχάζονται και σωστά καθοδηγούν; Είναι, επαναλαμβάνω, εκείνοι που διαβουλεύονται από κοινού σε μικρές ομάδες, που σέβονται την ατομικότητα του άλλου, που την ίδια στιγμή ασκούν διαρκώς και με ζήλο κριτική ο ένας στον άλλο, και που αντιμετωπίζουν με καχυποψία τις διδαχές του όχλου. Τέτοιοι άνθρωποι δεν είναι κατ’ ανάγκην άμοιροι λελογισμένης σύμπνοιας, αλλά διαθέτουν και κάτι πολύ σημαντικό, πέρα από την απλή σύμπνοια. Διαθέτουν ατομικότητα, καθώς και θέληση να αμφισβητήσουν τόσο τους άλλους, όσο και τον εαυτό τους. Σε τέτοιους ανθρώπους, και σε τέτοιες ομάδες, θα έπρεπε να εμπιστεύεται κανείς τη λαϊκή διακυβέρνηση.»[7]



Τοιχογραφίες από την Πομπηία
Τοιχογραφίες από την Πομπηία

Η αυθεντία, και η αυθεντικότητα, μιας τέτοιας διακυβέρνησης κατοχυρώνονται, κατά τον Ρόις, χάρη στον εξής κρισιμότατο παράγοντα: η πολιτική σοφία της θεσπίζουσας κοινότητας υπερβαίνει το απλό άθροισμα των επιμέρους διανοιών, από τις οποίες η ίδια, ως σύνθεση, κατά τα άλλα απορρέει. Τα μέλη της θεσπίζουσας κοινότητας δεν έχουν, το καθένα ξεχωριστά, παρά μόνο μερική και ατελή πρόσβαση στην πολιτική σοφία, η οποία, στο σύνολό της, παραμένει απρόσιτη στο εκάστοτε μεμονωμένο πολιτικό υποκείμενο. Η δυναμική διαλεκτική μεταξύ των πολιτικών υποκειμένων είναι εκείνη που μετασχηματίζει το επιμέρους σε καθ’ όλου, σε μιαν υπερκείμενη σύνθεση, η νοημοσύνη της οποίας υπερτερεί έναντι κάθε εξατομικευμένης διάνοιας.

*

Η κρίσιμη αυτή επισήμανση του Ρόις έχει (ίσως ανεπιγνώστως) ηρακλείτεια καταγωγή. Το σοφόν του Ηράκλειτου είναι πάντων κεχωρισμένον, κείται απρόσιτο επέκεινα των πάντων,[8] ενώ ταυτόχρονα διατηρεί ουσιώδη συνάφεια με τον ηρακλείτειο Λόγον, ο οποίος είναι ξυνός, «κοινός».[9] Η σοφία του Λόγου είναι κοινή, στον βαθμό που το εκάστοτε νοούν υποκείμενο μετέχει, εν δυνάμει και εν μέρει, σε αυτή· ταυτόχρονα όμως παραμένει, ως σύνολο, κεχωρισμένη, κατά το ότι κανένα επιμέρους υποκείμενο δεν μπορεί να έχει πλήρη και καθολική πρόσβαση σε αυτήν.

Κατά τρόπο συγκρίσιμο, η πολιτική νοημοσύνη της θεσπίζουσας κοινότητας, ως καθολικής διάνοιας, όχι μόνο εμπεριέχει όλες τις δυνητικές επιμέρους πραγματώσεις της (τις επιμέρους διάνοιες των εξατομικευμένων πολιτικών υποκειμένων), αλλά και τις υπερβαίνει. Νύξεις για την πολιτική διάσταση αυτής της διαλεκτικής σχέσης μεταξύ ατομικού και καθολικού συναντούμε, και πάλι, στον Ηράκλειτο (απ. 22 B 114):

ξν νό λέγοντας σχυρίζεσθαι χρ τ ξυν πάντων, κωσπερ νόμ πόλις, κα πολ σχυροτέρως. τρέφονται γρ πάντες ο νθρώπειοι νόμοι π νς το θείου· κρατε γρ τοσοτον κόσον θέλει κα ξαρκε πσι κα περιγίνεται.

Μιλώντας με σύνεση, πρέπει να αντλούμε ισχύ από αυτό που είναι κοινό σε όλους, όπως η πόλη (αντλεί ισχύ) από τον νόμο, και με ακόμη μεγαλύτερη δύναμη. Γιατί όλους τους ανθρώπινους νόμους τούς τρέφει ένας, ο θείος (νόμος)· αυτός κατισχύει τόσο, όσο θέλει, και επαρκεί για τα πάντα και πλεονάζει.

Οι επιμέρους θεσπίζουσες πράξεις μιας πολιτικής κοινότητας αντλούν νομιμοποίηση από τον υπερκείμενο οικουμενικό Νόμο, τον καθ’ Ηράκλειτο θεον νόμο, ο οποίος υπερβαίνει τις επιμέρους εκφάνσεις του και υφίσταται ανεξάρτητα από αυτές—«κατισχύει και επαρκεί και πλεονάζει».

*

Το αποφασιστικό, λοιπόν, πλεονέκτημα της συμμετοχικής διακυβέρνησης έγκειται ακριβώς στη σύνθεση του κοινο και του κεχωρισμένου, στο πλαίσιο της οποίας η συλλογική σοφία της πολιτικής κοινότητας εκπηγάζει μεν από τη μεμερισμένη σοφία ενός εκάστου πολιτικού υποκειμένου, αλλά μεταρσιώνει το άθροισμα των επιμέρους διανοιών σε μιαν υπέρτερη καθολικότητα. Κρίσιμη προϋπόθεση για να επιτευχθεί αυτή η (δυναμική, δηλαδή διαρκώς εν εξελίξει) σύζευξη των διεστώτων —αυτή η coincidentia oppositorum— είναι το εύμετρο μέγεθος της πολιτικής κοινότητας, το ευάριθμο πλήθος των πολιτικών υποκειμένων που τη συγκροτούν—κάτι που επιτυγχάνεται με τον βέλτιστο τρόπο στο πλαίσιο της επαρχίας και του εν επαρχία πολιτεύεσθαι.

*

Ο όρος επαρχιωτισμός, τον οποίο επανειλημμένα μεταχειρίζεται ο Ρόις, κάθε άλλο παρά σχετίζεται με τη μικρόνοια του αγελαίου αμυντορισμού. Τουναντίον, ο «σώφρων» ή «υγιής» επαρχιωτισμός, όπως τον ονομάζει ο Ρόις,[10] χαρακτηρίζει μια κοινότητα πολιτικώς και ηθικώς αυτάρκη, με εδραίο αίσθημα συλλογικής ταυτότητας και με συγκροτημένη, διακριτή φυσιογνωμία. Ακριβώς η ώριμη και σώφρων ιδιοπροσωπία της επαρχιακής κοινότητας μπορεί να αποτελέσει ασφαλές αντίβαρο στις ισοπεδωτικές, αφομοιωτικές ροπές που αναπόδραστα αναπτύσσονται στα πολυπληθή σύνολα και έχουν ως αποτέλεσμα «να συμμερίζονται [οι μεγάλες μάζες] τις ίδιες γενικές ιδέες, να καθυποτάσσονται στις ίδιες κυρίαρχες κοινωνικές δυνάμεις […] και να κατατείνουν προς την ίδια στάθμη ταλαίπωρης μετριότητας.»[11] Ο κίνδυνος που ελλοχεύει σε αυτού του είδους τη μαζική εξομοίωση τάσεων, νοοτροπιών και δραστηριοτήτων είναι προφανής: στο έδαφος αυτό καλλιεργούνται οι συνθήκες που διευκολύνουν την εξίσου μαζική διέγερση του όχλου, τον εξερεθισμό των μιμητικών ενορμήσεών του, και την υποταγή του «στην υπνωτική επιρροή λίγων ηγετών, λίγων μοιραίων φράσεων».[12]

*

Κάτι τελευταίο, εξίσου σημαντικό. Στην περίπτωση του «σώφρονος επαρχιωτισμού», το εδραίο και ώριμο αίσθημα ταυτότητας συνυπάρχει και συνυφαίνεται —όπως στην αυστροουγγρική Βιέννη του Τσβάιχ— με το κοσμοπολιτικό πνεύμα και, οπωσδήποτε, με τη γνήσια προθυμία για δεξίωση και ενσωμάτωση «του ξένου, του παρεπιδημούντος, του νεήλυδος».[13] Αυτός ο κοσμοπολιτικός επαρχιωτισμός αποστρέφεται την εχθροξενία, την άκαμπτη απόρριψη του αλλότριου και του αλλοδαπού, και ασπάζεται τη γενναιόδωρη φιλοφροσύνη που οδηγεί στη φιλόξενη υποδοχή.

Στην πραγματικότητα, μάλιστα, η δεξίωση του Ξένου είναι καταστατική προϋπόθεση για τη συγκρότηση της σώφρονος επαρχιακής κοινότητας. Η επαρχία αποκτά οργανική ταυτότητα ως κοινοτικό σώμα όχι κατ’ αντιδιαστολή προς το έξω και το ξένο, αλλά σε συνάρτηση με αυτό: η κοινότητα συνιστά κοινότητα μόνο στον βαθμό που μπορεί να ενσωματώσει τον Άλλο, ενώπιον του οποίου επανασυγκροτείται συμβολικά. Για να συσταθεί, λέει ο Ντεριντά στο Περί Φιλοξενίας, ο τόπος ενός οίκου κατοικήσιμου, ο τόπος τού εν οίκω, απαιτείται ένα άνοιγμα, μια πόρτα που ανοίγει πέρασμα στον ξένο / στο έξω.[14]

*

Αρχετυπικό εδώ το παράδειγμα της Οδύσσειας. Όταν ο Τηλέμαχος και ο «Μέντης» (στην πραγματικότητα η Αθηνά) φτάνουν στην Πύλο (γ 31 κ.εξ.), βρίσκουν τους Πυλίους να τελούν πάνδημη θυσία — μια τελετουργική πράξη που πιστοποιεί την ταυτότητα και τη συνοχή της κοινότητας ενώπιον του Θείου, αλλά και ενώπιον των νεηλύδων. Παρομοίως, όταν ο Τηλέμαχος και ο Πεισίστρατος φτάνουν στη Σπάρτη (δ 1 κ.εξ.), βρίσκουν τον Μενέλαο να γιορτάζει, εν μέσω μεγάλου πλήθους, τον διπλό γάμο της κόρης του και του γιου του — να επικυρώνει δηλαδή ενώπιον της κοινότητας τη σύσταση δύο νέων οικιακών μονάδων, οι οποίες θα εδραιώσουν την κοινότητα, επιβεβαιώνοντας την προοπτική της διαιώνισής της.

Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, μάλιστα, ο επικός αφηγητής προσθέτει μια κρίσιμη λεπτομέρεια: η επίγαμη κόρη του Μενέλαου ετοιμάζεται να αναχωρήσει για τη Φθία, όπου θα νυμφευθεί τον γιο του Αχιλλέα. Η ταυτότητα του ομηρικού οίκου συγκροτείται όχι μόνο κάθετα, μέσω των απογόνων του, αλλά και οριζόντια, μέσω επιγαμιών με άλλους οίκους. Στην ενίσχυση αυτής της οριζόντιας ταυτότητας κεντρικό ρόλο διαδραματίζει η ξενίη, η ισόβια και κληρονομούμενη σχέση ανάμεσα σε ξενιστή και φιλοξενούμενο, η οποία επικυρώνεται με την προσφορά δώρων (ξεινηΐων). Στην Ιλιάδα (Ζ 119 κ.εξ.), ο Γλαύκος και ο Διομήδης, λίγο πριν να συγκρουστούν στο πεδίο της μάχης, διαπιστώνουν ότι συνδέονται με κληρονομική σχέση ξενίης, την οποία επιβεβαιώνουν εκ νέου ανταλλάσσοντας τις πανοπλίες τους. Εδώ αναδεικνύεται η βασική λειτουργία της ξενίης, που είναι να εγκαθιδρύει ή να ανακαινίζει υπερτοπικά δίκτυα σχέσεων, ήτοι δίκτυα αλληλεγγύης. Ο ομηρικός άνθρωπος δεν υφίσταται ως μονάδα, αλλά εν κοινότητι, δηλαδή ως ένας από τους πολυάριθμους κόμβους που συναπαρτίζουν πολλαπλά και ενίοτε επάλληλα πλέγματα σχέσεων (ξενίας, επιγαμίας).

*

Η απουσία τέτοιων δικτύων, η αντίσταση στην είσοδο του Ξένου, μετατρέπει την κοινότητα σε κλειστό σύστημα. Και όπως συμβαίνει σε οποιοδήποτε κλειστό σύστημα (είτε στη φυσική είτε στη βιολογία είτε στην οικονομία είτε στην κοινωνία), η εντροπία του κατατείνει προοδευτικά προς τη μέγιστη τιμή της, μειώνοντας αντιστοίχως στο ελάχιστο τη δυνατότητα για παραγωγή χρήσιμου έργου, με αποτέλεσμα να οδηγείται το σύστημα σε απόλυτη στασιμότητα, δηλαδή στον θάνατο. Ασφαλιστική δικλίδα απέναντι σε αυτό τον κίνδυνο μπορεί να αποτελέσει η (κατά Ρόις) σώφρων επαρχία ως τόπος σχέσεων μεταξύ κοινωνικώς ορατών, διακριτών προσώπων, είτε αυτά ανήκουν ήδη στην κοινότητα είτε επιδιώκουν την εισδοχή τους σε αυτήν. Ως τόπος σχέσεων, η επαρχιακή κοινότητα δεν μπορεί παρά να είναι τόπος φιλόξενος.

ΒΡΕΙΤΕ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ Βάιου Λιαπή ΣΤΟΝ ΙΑΝΟ.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: