Η ιστορία του Βασιλιά Ληρ

Ο Βασιλιάς Ληρ και οι κόρες του σε εικονογραφημένο χειρόγραφο (Chronica Majora, περ. 1250))
Ο Βασιλιάς Ληρ και οι κόρες του σε εικονογραφημένο χειρόγραφο (Chronica Majora, περ. 1250))


ΑΠΟ ΤΗΝ
Ιστορία των Βασιλέων της Βρετανίας

(«Historia Rerum Britanniæ»)

Γράφτηκε στα λατινικά από τον Tζέφρι του Μόνμαουθ
Μετάφραση από τα λατινικά: Aaron Thompson (1718)

———— ≈ ————

Πρόλογος: Ανδρέας Στάικος


Ο Βασιλιάς Ληρ κατατάσσεται στις ιστορικές τραγωδίες του Σαίξπηρ και μαζί με τον Μακμπέθ αποτελούν τα δημοφιλέστερα έργα που βασίζονται σε υπαρκτά πρόσωπα, στις πολυτάραχες ιστορίες βασιλέων του πρώιμου Μεσαίωνα, ο Ληρ Βασιλιάς της Βρετανίας και ο Μακμπέθ Βασιλιάς της Σκωτίας. Εκτός από την επικράτεια όπου βασίλεψαν, τους δύο βασιλιάδες χωρίζουν περίπου 1500 χρόνια καθιστώντας έτσι τον έναν μύθο (Βασιλιά Ληρ) και τον άλλον ιστορία (Μακμπέθ).
Η Ιστορία του Βασιλιά Ληρ ανήκει στο τέταρτο βιβλίο της Ιστορίας των Βασιλέων της Βρετανίας (Historia Rerum Britanniae), γράφτηκε στα λατινικά κατά το έτος 1135 ή 1136 από τον Geoffrey του Monmouth και μεταφράστηκε στην αγγλική γλώσσα το έτος 1718 από τον Aaron Thompson.
Ένα έπος της αιματοχυσίας και των αντιθέσεων, όπου ο θρύλος ανταγωνίζεται την ιστορία, ο πόλεμος την ειρήνη, ο καθαρός λόγος το παράλογο, το φως το σκοτάδι, η ευγένεια τη βαρβαρότητα, η αγάπη το μίσος.
Έπαθλο της αιματοχυσίας είναι η εξουσία και έπαθλο των αντιθέσεων η ειρήνη. Η εξουσία κερδίζεται τόσο συχνά και τόσο προσωρινά όσο και η ειρήνη, έτσι ώστε η διεκδίκησή τους να είναι αέναη και διαρκής. Χαρακτήρες σκοτεινοί αναδύονται από τα βάθη των αιώνων όπως και χαρακτήρες, σπανιότατα, αναδύονται για να λαμπρύνουν τους επερχόμενους αιώνες του διαφωτισμού (Ληρ, Κορδέλια).
Δεν υπήρχε προσφορότερο έδαφος για τον Σαίξπηρ, ο οποίος αντλούσε την πρώτη ύλη των έργων του από αλλότριες πηγές (εκτός των ελαχίστων εξαιρέσεων των έργων Αγάπης αγώνας άγονος, Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας, Τρικυμία). Πρώτη ύλη, την οποία μεταποιούσε, μετέπλαθε κατά βούλησιν. Πρώτη ύλη, την οποία μεταποιούσε, μετέπλαθε στα μέτρα του, στα μέτρα της κοινωνίας του, στα μέτρα του θεάτρου.  
Με το Βασιλιά Ληρ ο Σαίξπηρ υπερβάλει εαυτόν, υπερβάλει την κοινωνία του, υπερβάλει το ίδιο το θέατρο. Στους ποταμούς αίματος πρόσθεσε ωκεανούς αίματος, στη βία πρόσθεσε βία, στο μίσος πρόσθεσε μίσος. Από κεκτημένη ταχύτητα οδηγήθηκε, κυριολεκτικώς ξέφρενα, ακόμη και σε αδικαιολόγητους θανάτους. Υπερβαίνει το ίδιο το θέατρο και την ίδια την τραγωδία. Η πλήρης διάσπαση η οποία αγγίζει τον θρυμματισμό του χώρου, του χρόνου και της δράσης τον οδηγεί σε μια σκηνική πρόταση, σχεδόν ανέφικτη, αδύνατη να πραγματωθεί σκηνικά. Είναι, θα τολμούσα να φανταστώ, ότι οραματιζόταν νέες, ασύλληπτες για την εποχή του και τους επόμενους τρεις αιώνες, μορφές θεάματος, όπως η κινηματογραφική τέχνη.
Εντούτοις, ο ιλιγγιώδης ποιητικός λόγος αναπληρώνει με τη μεγαλύτερη δυνατή πληρότητα τη λιτότητα και την ανεπάρκεια των σκηνικών μέσων. Αντίθετα, η λιτότητα των μέσων και η ανεπάρκεια του συμβατικού θεάματος θα είναι το βάθρο για να στηθεί το σαιξπηρικό θαύμα. Ο Σαίξπηρ επιτελεί το δικό του θαύμα και προσκαλεί τους ηθοποιούς να επιτελέσουν το δικό τους θαύμα, εις το διηνεκές.

Η ιστορία του Βασιλιά Ληρ

Βιβλίο Τέταρτο

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Ο Ληρ, γιος του Μπλέιντουντ,
καθώς
δεν απέκτησε γιο, διαιρεί το βασίλειο μεταξύ των θυγατέρων του.

   



Μετά τον άτυχο θάνατο του Μπλέιντουντ,[1] ο γιος του, Ληρ, ανήλθε στον θρόνο και με απαράμιλλο ήθος κυβέρνησε τη χώρα του επί εξήντα χρόνια. Έχτισε κατά μήκος του ποταμού Soar μια πόλη που στη βρετανική διάλεκτο ονομάζεται Karleir, ενώ στη Σαξωνική Λέστερ.[2] Δεν απέκτησε αρσενικό απόγονο αλλά είχε τρεις κόρες που ονομάζονταν Γονερίλη, Ρεγάνη και Κορδέλια τις οποίες αγαπούσε πολύ και ιδιαιτέρως την μικρότερη, την Κορδέλια. Όταν τον βρήκαν τα γηρατειά, σκέφτηκε να διαιρέσει το βασίλειο στα τρία, έτσι ώστε η καθεμία να πάρει ένα ίσο κομμάτι και να τις παντρέψει με γαμπρούς αντάξιους να κυβερνήσουν δίπλα τους τη νήσο της Βρετανίας. Όμως πρώτα απ’ όλα ήθελε να υποβάλλει σε μια μικρή δοκιμασία τις κόρες του, για να καταλάβει ποια άξιζε να πάρει το καλύτερο κομμάτι του βασιλείου, έτσι πήγε στην καθεμία ξεχωριστά για να μάθει ποια τον αγαπούσε περισσότερο.    
Πρώτα ρώτησε τη μεγαλύτερη, τη Γονερίλη, η οποία έσπευσε να δώσει την απάντηση:

«Μάρτυς μου ο Ουρανός, σε αγαπώ περισσότερο κι από την ίδια μου την ύπαρξη».

Ο πατέρας κατευχαριστημένος απάντησε:

«Με συγκινεί που προτιμάς τη φθίνουσα ηλικία μου από την ίδια σου την ύπαρξη, γι' αυτό κι εγώ, πολυαγαπημένη μου κόρη, θα σε παντρέψω με όποιον άνδρα εσύ επιθυμείς και θα σου δώσω το εν τρίτο του βασιλείου».

Στη συνέχεια η Ρεγάνη, η μεσαία κόρη, ακολουθώντας το παράδειγμα της αδερφής της, για να αγγίξει κι εκείνη τα καλά αισθήματα του πατέρα της, απάντησε με έναν όρκο:

«Σου ορκίζομαι πως μόνο μια φράση εκφράζει όλες μου τις σκέψεις: Σε αγαπώ περισσότερο από κάθε τι σ’ αυτόν τον κόσμο».

Ο ευκολόπιστος πατέρας, στο άκουσμα του όρκου, της έδωσε την ίδια υπόσχεση που έδωσε στην αδερφή της, δηλαδή γάμο με άνδρα της αρεσκείας της και το ένα τρίτο του βασιλείου.
Όμως η Κορδέλια, η μικρότερη, γνώριζοντας με πόση ευκολία μπορεί να πειστεί ο πατέρας της από τις κολακίες των αδερφών της, αποφάσισε να θέσει κι εκείνη σε δοκιμασία τη στοργή του, με έναν τρόπο πιο παράδοξο:

«Πατέρα μου», είπε η Κορδέλια «υπάρχει κόρη που να αγαπά τον πατέρα της περισσότερο από όσο της προστάζει το καθήκον; Κατά την ταπεινή μου γνώμη, όποιος παριστάνει κάτι περισσότερο μεταμφιέζει τα πραγματικά του αισθήματα, κρύβοντας τα κάτω από το πέπλο της κολακείας. Πάντοτε σε αγαπούσα σαν πατέρα, ποτέ δεν παρέκλινα απ’ το καθήκον μου, κι αν επιμείνεις να ζητήσεις κάτι παραπάνω από μένα μάθε πως το μεγαλείο της στοργής που νιώθω για σένα είναι η απάντηση σε όλες σου τις ερωτήσεις».

Ο Ληρ, που δεν μπόρεσε να διακρίνει στα λόγια της τον πλούτο των αισθημάτων της, ερεθίστηκε από την ειλικρινή της τόλμη που τη νόμισε αυθάδεια και αμέσως απάντησε:

«Αφού με απεχθάνεσαι τόσο πολύ, που νομίζεις ότι δεν είμαι αντάξιος της αγάπης που οι αδερφές σου εκφράζουν για μένα, θα λάβεις κι από εμένα την ίδια ανταμοιβή. Θα αποκλειστείς από οποιοδήποτε μερίδιο θα είχες με τις αδερφές σου στο Βασίλειο μου. Μόνο και μόνο επειδή είσαι κόρη μου δεν θα σε αφήσω ανύπανδρη αλλά θα σε παντρέψω με έναν ξένο, αν η τύχη σε ευνοήσει να βρεις έναν τέτοιον σύζυγο· αλλά σε διαβεβαιώ, ποτέ δεν πρόκειται να προσπαθήσω να σου βρω το πιο έντιμο και ταιριαστό ταίρι, όπως θα κάνω με τις αδερφές σου. Παρόλο που σε αγάπησα περισσότερο από όσο θα αγαπήσω ποτέ εκείνες, εσύ ως αντάλλαγμα πιστεύεις πως αξίζω λιγότερο την αγάπη σου».

Χωρίς να χάσει καιρό, συμβουλεύτηκε τους ευγενείς του βασιλείου και πάντρεψε τις δύο κόρες του· τη Γονερίλη με τον Δούκα του Όλμπανυ και τη Ρεγάνη με τον Δούκα της Κορνουάλης. Έπειτα, τους έδωσε το μισό βασίλειο, όμως, μετά το θάνατό του, θα κληρονομούσαν ολόκληρη τη Μοναρχία της Βρετανίας.
Δεν πέρασε πολύς καιρός από τους γάμους των δύο κληρονόμων και ο Αγαπηνός, Βασιλιάς των Φράγκων, που είχε ακούσει τις φήμες για την ομορφιά της Κορδέλιας, έστειλε απεσταλμένους στο Βασιλιά με σκοπό να ζητήσει την μικρότερη κόρη σε γάμο. Ο πατέρας συγκράτησε την οργή του και χωρίς να αποκαλύψει τη δυσμενή μοίρα της Κορδέλιας είπε:

«Είμαι κάτι παραπάνω από πρόθυμος να σου δώσω την κόρη μου, όμως θα αναγκαστείς να τη νυμφευθείς χωρίς να πάρεις καθόλου χρήματα ή εδάφη, καθώς έχω αφήσει ήδη το Βασίλειό μου και όλους τους θησαυρούς του στις μεγαλύτερες κόρες μου, Γονερίλη και Ρεγάνη».

Μόλις οι απεσταλμένοι μετέφεραν τα λόγια του Βασιλιά στον Αγαπηνό, εκείνος, καθώς ήταν τρελά ερωτευμένος με τη Λαίδη, έστειλε την τελική του απάντηση στο Βασιλιά Ληρ:

«Έχω ήδη στην κατοχή μου αρκετά χρήματα και εδάφη διότι μου ανήκει το μεγαλύτερο μέρος της επικράτειας της Γαλατίας και δεν επιθυμώ τίποτε περισσότερο από το να παντρευτώ την κόρη σου και να αποκτήσω μαζί της απογόνους».

Έτσι, το προξενιό ολοκληρώθηκε και η Κορδέλια αναχώρησε για τη Γαλατία όπου παντρεύτηκε τον Αγαπηνό.

Σαίξπηρ, «Ο Βασιλιάς Ληρ» (Πράξη 5η, Σκηνή 3η), χαλκογραφία του 19ου αι.
Σαίξπηρ, «Ο Βασιλιάς Ληρ» (Πράξη 5η, Σκηνή 3η), χαλκογραφία του 19ου αι.
Geoffrey Of Monmouths Account Cotton Ms Nero D Viii F010V


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Ο Ληρ, ανακαλύπτοντας την αχαριστία της Γονερίλης και της Ρεγάνης, καταφεύγει στη μικρότερη κόρη του Κορδέλια, Βασίλισσα της Γαλατίας.

   



Λίγα χρόνια αργότερα, όταν πια ο Ληρ ήταν εξασθενημένος από τα γηρατειά, οι δύο Δούκες που είχαν παντρευτεί τις μεγαλύτερες κόρες του και διοικούσαν τη μισή νήσο της Βρετανίας, εξεγέρθηκαν εναντίον του, κυριάρχησαν σε όλη την επικράτεια του Βασιλείου και του αφαίρεσαν κάθε βασιλική εξουσία, εξουσία που επί εξήντα χρόνια ασκούσε με απαράμιλλη δικαιοσύνη και σθένος. Όμως κατέληξαν σε μια συμφωνία και ένας από τους δύο γαμπρούς του, ο Μαγγελάνος, Δούκας του Όλμπανυ, του επέτρεψε να κρατήσει υπό τις διαταγές του εξήντα στρατιώτες καθώς και να συντηρεί ένα κάστρο δίπλα από το δικό του.
Μετά από δύο χρόνια παραμονής στον γαμπρό του, τον Δούκα του Όλμπανυ, η μεσαία κόρη του, Ρεγάνη, που ήταν παντρεμένη με τον Δούκα της Κορνουάλης, φθόνησε τη συμφωνία που είχε κάνει με τον Δούκα του Όλμπανυ και χειραγώγησε τον άνδρα της με σκοπό να μειωθεί ο αριθμός των στρατιωτών του πατέρα της. Ο Δούκας του Όλμπανυ έλαβε ανώνυμο γράμμα το οποίο τον πληροφορούσε ότι οι στρατιώτες του Ληρ τον κακολογούσαν στους υπουργούς της Αυλής κι έτσι μείωσε τον αριθμό τους στο μισό. Ο πατέρας, εξοργισμένος με την άδικη συμπεριφορά του Δούκα και της μεγάλης του κόρης, Γονερίλης, έφυγε από τον Μαγγελάνο και ζήτησε καταφύγιο από τον Δούκα της Κορνουάλης και την κόρη του Ρεγάνη.
Εκεί, τον υποδέχτηκαν με τιμές όμως προτού περάσει ένας χρόνος, μια φιλονικία μεταξύ των δύο οικογενειών προκάλεσε την αγανάκτηση της Ρεγάνης η οποία απαίτησε από τον πατέρα της να διώξει όλη την ακολουθία του εκτός από πέντε στρατιώτες και μάλιστα να είναι ευχαριστημένος που του εκχωρείται αυτό το προνόμιο. Η δεύτερη φιλονικία ήταν αδικαιολόγητη για τον δύσμοιρο πατέρα και τον ανάγκασε να επιστρέψει ξανά στην Γονερίλη, με την ελπίδα πως η μιζέρια της κατάστασής του θα ξυπνούσε στη θυγατέρα του αισθήματα οίκτου και μεταμέλειας, έτσι ως μεγαλύτερη ίσως κατόρθωνε να ενώσει την οικογένεια τους, η ύπαρξη της οποίας κρέμονταν από μια κλωστή.

Όμως εκείνη μη μπορώντας να ξεχάσει την πικρία της, ορκίστηκε ενώπιων των Θεών, πως δεν θα έμενε μαζί της αν δεν έδιωχνε όλη του την ακολουθία, και να θεωρούσε τον εαυτό του τυχερό που του επέτρεπε να κρατήσει στην υπηρεσία του έναν άνδρα. Με πικρόχολες κουβέντες τον κατηγόρησε ως κενόδοξο και μεγαλομανή, έναν γέροντα που οι υψηλές απαιτήσεις του δεν ταίριαζαν στη φτώχια και τα γηρατειά του. Οι επιθυμίες της επικράτησαν και ο κάποτε βασιλιάς Ληρ υπάκουσε στις προσταγές της κόρης του και έδιωξε όλους τους άνδρες του εκτός από έναν.

Έπειτα από το ντροπιαστικό αυτό συμβάν, αναλογίστηκε σοβαρά την άθλια κατάσταση του και τη δυσμένεια στην οποία είχε πέσει· άρχισε λοιπόν να τον τριβελίζει η σκέψη να ταξιδέψει πέρα από τη θάλασσα στη μικρότερη θυγατέρα, Κορδέλια. Ακόμη κι έτσι όμως αμφέβαλλε αν κατάφερνε να κερδίσει τη συμπόνοια της έπειτα από τον άδικο τρόπο που της φέρθηκε. Εν τούτοις, μη μπορώντας να υποστεί άλλο την κακομεταχείριση των ίδιων του των απογόνων, σάλπαρε για την Γαλατία.

Στο πλοίο παρατήρησε πως του δόθηκε μονάχα το ένα τρίτο του χώρου που προορίζονταν για τους βασιλείς· έτσι αναγκάστηκε να τον μοιραστεί με δύο νεαρούς πρίγκιπες στη θέα των οποίων λύγισε· αναλύθηκε σε δάκρυα και ξέσπασε με τα ακόλουθα λόγια:

«Ω, αναπόφευκτα χτυπήματα της Μοίρας, ποτέ δεν ξεστρατίζετε από τον σκοπό σας! Γιατί μου χαρίσατε μια εύθραυστη ευδαιμονία αφού η τιμωρία της χαμένης ευτυχίας είναι χειρότερη από τη δυστυχία του παρόντος; Η θύμηση καιρών αλλοτινών, όταν με μύριους στρατιώτες στο πλευρό μου καταλάμβανα πόλεις και κατατρόπωνα τους εχθρούς του βασιλείου, τρυπά σαν βέλος την καρδιά μου, περισσότερο από τη θέα της τωρινής μου συμφοράς που με υποχρεώνει να εξαρτώμαι από εκείνους που κάποτε γονάτιζαν εμπρός μου.
Ω, ξέσπασμα της Τύχης! Θα ξημερώσει ποτέ η μέρα που θα γίνω μάρτυρας της αντάξιας τιμωρίας όσων με ξέχασαν όταν τους είχα ανάγκη; Πόσο αληθινά ήταν τα λόγια της αγαπημένης μου Κορδέλιας «…το μεγαλείο της στοργής που νιώθω για σένα είναι η απάντηση σε όλες σου τις ερωτήσεις». Όταν υπήρχε κάτι να πάρουν από εμένα, με γέμιζαν κολακείες, δεν ήταν ποτέ φίλοι δικοί μου αλλά των δώρων που τους χάριζα. Τότε με αγαπούσαν πράγματι, αλλά τα αγαθά μου τα αγαπούσαν περισσότερο. Όταν έπαψαν τα δώρα, εξαφανίστηκαν και οι φίλοι. Όμως με τι πρόσωπο θα τολμήσω να σε αντικρίσω κόρη μου καθώς πάνω στην οργή μου σε πάντρεψα χωρίς να σου χαρίσω τίποτα, ενώ οι αδερφές σου μετά από όλες τις ανεκτίμητες χάρες και τα δώρα που πήραν από εμένα, με καταδίκασαν στη φτώχεια και την εξορία;»

Με θρήνους γοερούς για την κατάστασή του και σκέψεις δυσοίωνες χωρίς σταματημό, έφτασε στην Καριτία, εκεί όπου κατοικούσε η κόρη του. Ενώ εκείνος περίμενε έξω από τα τείχη της πόλης, έστειλε έναν αγγελιοφόρο να αφηγηθεί στην Κορδέλια τα δεινά που τον είχαν βρει και την βαθιά του επιθυμία, η μοναδική κόρη που τον αγάπησε αληθινά, να λυτρώσει έναν πατέρα που έχει υποφέρει από πείνα και κακουχίες.
Η Κορδέλια, τρόμαξε από τις αναπάντεχες ειδήσεις και έκλαψε πικρά, και με δάκρυα να τρέχουν ακόμη από τα μάτια της ρώτησε τον αγγελιαφόρο με πόσους άνδρες είχε απομείνει ο πατέρας της. Εκείνος απάντησε πως δεν είχε μαζί του παρά μόνο έναν άνδρα που κουβαλούσε την πανοπλία και τον οπλισμό του και βρισκόταν μαζί του στις παρυφές της πόλης. Τότε η Κορδέλια έδωσε αμέσως ένα μεγάλο χρηματικό ποσό στον αγγελιαφόρο με την εντολή να μεταφέρει τον πατέρα της στη διπλανή πόλη κι εκεί να διαδώσει πως είναι βαριά άρρωστος για να δικαιολογήσει με αυτόν τον τρόπο τις φροντίδες που ίσως χρειαστεί. Έδωσε επίσης την εντολή να δοθούν στην υπηρεσία του σαράντα άνδρες με επίσημη ενδυμασία και τον κατάλληλο οπλισμό. Η στοργική θυγατέρα, έδωσε ρητή εντολή σε όλους τους εμπλεκόμενους πως μόνο όταν οι ετοιμασίες αυτές ολοκληρωθούν θα ειδοποιηθεί ο βασιλιάς Αγαπηνός και η Γυναίκα του για την άφιξη του βασιλιά Ληρ. Ο αγγελιαφόρος επέστρεψε γρήγορα και μετέφερε τον εξαθλιωμένο Ληρ στη διπλανή πόλη κι εκεί τον κράτησε κρυμμένο, έως ότου να εκτελεστούν όσα η Κορδέλια είχε προστάξει.

Geoffrey Of Monmouths Account Cotton Ms Nero D Viii F011R


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Η Κορδέλια και ο Βασιλιάς της Γαλατίας υποδέχονται τον Ληρ με όλες τις πρέπουσες τιμές.




Μόλις του δόθηκε βασιλική ενδυμασία, στολίδια και η ανάλογη ακολουθία, στάλθηκε αγγελιοφόρος στον Αγαπηνό και την Κορδέλια, με νέα πως ο πεθερός του είχε εκδιωχθεί από το βασίλειο της Βρετανίας από τους δύο γαμπρούς του και ήρθε στη Γαλατία με σκοπό να ζητήσει τη βοήθειά τους για την ανάκτηση της επικράτειάς του. Αφού συγκεντρώθηκαν οι κυβερνώντες υπουργοί και όλοι οι ευγενείς του βασιλείου, μαζί με το βασιλιά και την κόρη του, τον υποδέχτηκαν με τις μεγαλύτερες τιμές και έθεσαν στην υπηρεσία του όλες τις πολεμικές δυνάμεις της Γαλατίας έως ότου καταφέρει να ανακτήσει την παλιά του αίγλη.

Η ιστορία του Βασιλιά Ληρ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Ο Ληρ με τη βοήθεια του γαμπρού του και της κόρης του αποκαθίσταται στον θρόνο και πεθαίνει Βασιλιάς.



Στο μεταξύ ο Αγαπηνός έστειλε αγγελιοφόρους σε όλη την επικράτεια της Γαλατίας για να συγκεντρώσει στρατό και να δώσει πίσω στον πεθερό του το βασίλειο της Βρετανίας. Ένας πολυάριθμος στρατός συγκεντρώθηκε και ο Ληρ επέστρεψε στην Βρετανία με τον γαμπρό και την κόρη του. Εκεί οι στρατιωτικές τους δυνάμεις πολέμησαν με σθένος και πυγμή τους δύο Δούκες και τους κατατρόπωσαν.
Ο θρόνος ανήκε και πάλι στον βασιλιά Ληρ ο οποίος κυβέρνησε τη χώρα του με δικαιοσύνη, όπως έκανε επί εξήντα χρόνια, όμως στον τρίτο χρόνο της νέας του βασιλείας πέθανε. Ο θάνατος βρήκε και τον Αγαπηνό, έτσι η διακυβέρνηση της χώρας πέρασε στην Κορδέλια. Η αφοσιωμένη κόρη έθαψε τον πατέρα της σε μια κρύπτη που διέταξε να χτιστεί δίπλα στον ποταμό Soar στο Λέστερ. Το υπόγειο μέρος όπου θάφτηκε αφιερώθηκε στον θεό Ιανό.[3] Έκτοτε, όλοι οι άνδρες της πόλης γιόρταζαν την ημέρα εκείνη, την αφιερωμένη στο θεό και τον Βασιλιά Ληρ για να ευλογηθεί ο θερισμός του έτους.

Ο Ληρ με την Κορδέλια (Σχέδιο του J. M.  Wright
Ο Ληρ με την Κορδέλια (Σχέδιο του J. M. Wright

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Η Κορδέλια φυλακίζεται και αυτοκτονεί. Ο Μάργκαν ξεκινά πόλεμο για να κατακτήσει το βασίλειο, σκοτώνεται όμως από τον Κουνάτζιο.




Αφού βασίλεψε ειρηνικά επί πέντε έτη, η Κορδέλια ήρθε αντιμέτωπη με αναταραχές που προκλήθηκαν από τους γιούς των μεγαλύτερων αδερφών της, Γονερίλης και Ρεγάνης. Οι δύο νεαροί, ο Μάργκαν γιος του Μαγγελάνου και ο Κονέτζιος γιός του Δούκα της Κορνουάλης, άνδρες με υψηλό πνεύμα και μεγάλες φιλοδοξίες, ήταν αποφασισμένοι να διεκδικήσουν ό,τι δικαιωματικά τους ανήκε.
Οι δύο απόγονοι, μετά τον θάνατο των πατεράδων τους, έμειναν έγκλειστοι στα δουκάτα τους και παρακολουθούσαν με απέχθεια το Βασίλειο της Βρετανίας να είναι υποχείριο στα χέρια μιας γυναίκας. Έτσι, συγκέντρωσαν στρατό και ξεκίνησαν εκστρατεία εναντίον της βασίλισσας. Οι γενναίοι διεκδικητές δεν αποθαρρύνθηκαν από τις ορμητικές της επιθέσεις· έπειτα από αμέτρητες μάχες και αφού κατέκτησαν το μεγαλύτερο μέρος της επικράτειας, συνέλαβαν την Κορδέλια και την έριξαν στη φυλακή. Η Κορδέλια από τη μεγάλη της θλίψη για την απώλεια του Βασιλείου της, αυτοκτόνησε.

Μετά το θάνατό της, οι νικητές χώρισαν το νησί της Βρετανίας στα δύο· το Νότιο τμήμα έλαχε στον Μάργκαν και το Βόρειο στον Κονέτζιο. Μονάχα δύο ειρηνικά χρόνια πέρασαν και κάποιοι ταραξίες που θρέφονται από τα βάσανα μιας χώρας, προσέγγισαν τον Μάργκαν και με δόλια μέσα του έβαλαν στο νου ιδέες μεγαλομανίας: πως ήταν δείγμα αδικίας και απαξίωσης το γεγονός ότι αυτός, ένας ικανότατος ηγέτης δεν κυβερνούσε ολόκληρη τη νήσο της Βρετανίας καθώς η βασιλεία της χώρας ήταν για εκείνον πατρογονικό δικαίωμα.
Δηλητηριασμένος καθώς ήταν από τις φαρμακερές γλώσσες μερικών αθλίων, προέλασε στα εδάφη του Κουνέτζιο και άρχισε να καίει κάθε χωριό και πόλη στο διάβα του. Έτσι ξέσπασε ξανά πόλεμος, και σύντομα ο Μάργκαν ήρθε αντιμέτωπος με τον Κουνέτζιο σε μια αιματηρή μάχη όπου έλαβαν μέρος όλες οι στρατιωτικές δυνάμεις των δύο εξαδέλφων. Ο στρατός του Κουνέτζιο αφάνισε τους αντιπάλους και ανάγκασε τον Μάργκαν να τραπεί σε φυγή. Ένα άγριο κυνηγητό εξαπολύθηκε εναντίον του από κομητεία σε κομητεία χωρίς σταματημό, όταν επιτέλους ο Κουνέτζιο κατάφερε να τον σκοτώσει στην κομητεία της Κάμπρια η οποία έκτοτε ονομάζεται από τους ντόπιους και Μάργκαν.
Ο Κουνέτζιο, έγινε ο μοναδικός Μονάρχης της Βρετανίας την οποία κυβέρνησε ένδοξα επί τριάντα τρία χρόνια. Εκείνο τον καιρό μάλιστα, εκπληρώθηκαν οι προφητείες του Ησαΐα και του Ωσηέ· ότι δηλαδή η Ρώμη θα χτιστεί στις Καλένδες του Μαΐου[4] από τους δύο αδελφούς, Ρωμύλο και Ρέμο. Έτσι κι έγινε.


Τ  Ε  Λ  Ο  Σ