γεννήθηκε στα Γιάννενα τον Οκτώβριο του 1940. Σπούδασε Γλυπτική και Σκηνογραφία στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, απ΄ όπου αποφοίτησε το 1967. Κατά την περίοδο 1965-1971 ασχολήθηκε και με τη Μουσική. Έγραψε μουσική και στίχους σε πολλά γνωστά τραγούδια και παρουσίασε για πρώτη φορά διασκευασμένους Ηπειρώτικους σκοπούς. Συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά, γράφοντας πεζά, ποιήματα, καθώς και κείμενα για τα εικαστικά. Το 1969 τιμήθηκε με το Α΄ βραβείο Παρθένη για τη Ζωγραφική του. Συμμετείχε σε πολλές ομαδικές εκθέσεις ζωγραφικής, στην Biennale της Αλεξάνδρειας το 1969, στην έκθεση «Αθήνα, πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης» το 1985 και εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Dallas, ΗΠΑ, το 1990 και στην παγκόσμια έκθεση Expo '92 στη Σεβίλλη. Πραγματοποίησε είκοσι ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής, τις πιο πολλές στην γκαλερί «Νέες Μορφές», ενώ έχουν εκδοθεί επτά βιβλία για τη ζωγραφική του. Το 2011 έγινε μεγάλη αναδρομική του έκθεση (επιμέλεια Λ. Πλέσσα) στο Μουσείο Μπενάκη, ενώ το 2018 έκθεση σχεδίων του στην Πινακοθήκη Χατζηκυριάκου-Γκίκα και το 2019 στην Γκαλερί «Ευριπίδης».

Έγραψε δεκατρία λογοτεχνικά βιβλία, τα περισσότερα από τα οποία εκδόθηκαν από τις εκδόσεις «Νεφέλη». Διηγήματα και ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Ανάμεσά τους, δύο εκδόσεις που βραβεύτηκαν στη Διεθνή Έκθεση της Λειψίας ως τα καλύτερα σχεδιασμένα βιβλία στον κόσμο: το Ζωγραφική-Κείμενα (1978) και Το χιόνι που ήξερα (1983). Διηγήματά του έχουν μεταφερθεί στην τηλεόραση, ενώ το μυθιστόρημα ο Λούσιας έγινε τηλεοπτική σειρά και μεταδόθηκε από την ΕΤ1 το 1989.

Ο Νίκος Χουλιαράς πέθανε στην Αθήνα τον Ιούλιο του 2015.