Δεν υπάρχουν δυο ροδάκινα με ίδια γεύση, όλα είναι μοναδικά, όπως εσύ κι εγώ, λέω στην Αλτισιδόρα. / Είσαι τρελός, αλλά έχεις δίκιο: δεν υπάρχουν δυο ίδια ροδάκινα ― Manuel Vilas, Τα φιλιά
α. Σπαζοκεφαλιάζεις, μπας και οφείλεις ενδεχομένως να το πιάσεις από την αρχή, για πέμπτη φορά, αλλά όχι, η πέμπτη φορά θα πρέπει να περιμένει κοντά μια δεκαετία, πάει να πει, δεδομένου ότι η τέταρτη φορά ήταν το θέρος του 2025, η πέμπτη φορά θα είναι το θέρος του 2035, ποιος ζει ποιος πεθαίνει αφενός, ας είμεθα champions της οπτιμιστικής αισιοδοξίας (ουάου!) αφετέρου, κι όπως το είπε κι Εκείνη, η Δεσποινίς Πνεύμα Αντιλογίας, εγώ είμαι το Αφετέρου του Αφενός σου (τι κρυστάλλινη διαύγεια, Θεέ μου!), τουτέστιν, οκέι, ας αφήσουμε τα πεσιμιστικά απαισιόδοξα Ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι κι ας πιάσουμε τα post-Proust γκαγκάν-γκαγκάν Σφάξαμε φακές να φάμε τα εντόσθια, Μπρίκια κολλάμε, Τζιτζίκια πεταλώνουμε, πάει να πει, ναι, Θα το βρει η υπηρεσία στην πέμπτη ανάγνωση-μελέτη του Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο, το αίσιο θέρος του 2035, οπόταν και θα το πιάσεις από την αρχή προκειμένου να διαπιστώσεις εάν και κατά πόσον καλά κάνεις και σπαζοκεφαλιάζεις, σήμερα, 10 Ιουλίου του 2026, ημέρα Παρασκευή και γενέθλια ημέρα του Proust, σχετικά με την ελάχιστη έως μηδαμινή μνεία στα φρούτα – ναι, σπαζοκεφαλιάζεις για το εάν και κατά πόσον ορθώς η διαίσθησή σου και οι αναγνωστικές σου μνήμες πιστοποιούν ότι απουσιάζουν από το Αριστούργημα τα βερίκοκα, οι φράουλες, τα μήλα, οι φράπες, τα κεράσια, τα μούρα, τα πεπόνια, τα δαμάσκηνα, τα σύκα, τα καρπούζια, τα νεκταρίνια, οι μπανάνες, τα πορτοκάλια, και (εάν είναι ποτέ δυνατόν!) τα αχλάδια και τα ροδάκινα, ας επαναληφθεί μετ᾽ επιτάσεως: τα αχλάδια και τα ροδάκινα, κυρίες και κύριοι! ναι, τα αχλάδια και τα ροδάκινα!
β. Κοιμάται, όλη την ώρα κοιμάται η Αλμπερτίν, και σχεδόν τίποτα δεν μαθαίνουμε για τις γαστριμαργικές της προτιμήσεις, κρίμα, μιας και ξέρουμε καλά ότι είσαι ό,τι τρως και, φυσικά, τρως ό,τι είσαι, οπότε εύλογον είναι να απορεί και να εξίσταται, αλλά και να ενίσταται, ο (ερωτευμένος) αναγνώστης (ο άνευ χαρτοφυλακίου lover) για την αμέλεια του αφηγητή Marcel, και για την απρονοησία του μεγαλοφυούς, κατά τ᾽ άλλα, συγγραφέως Proust, κατιτίς να ειπωθεί για το πώς ενδεχομένως (μα πάλι ενδεχομένως;) ροκάνιζε ένα αχλάδι η Αλμπερτίν, ή για το πώς ένα ροδάκινο αισθανόταν ευδαίμον όταν φώλιαζε στα κρινοδάχτυλά της, ή για το πόσες γυναικείες δαγκωνιές χωράνε σ᾽ ένα ροδάκινο, όπως αναρωτιέται ο ούτως ειπείν, ναι, ο sozusagen, εγγονός του Marcel Proust, τουτέστιν o Manuel Vilas (19 Ιουλίου 1962 – τουθόπερ σημαίνει σχεδόν παλιοσειράς και μέγκλα/μεγαλείο καρκινάκι ο καρντάσης, ω ναι στα θολερά λιοπύρια του Καρκίνου, ο τσίφτης!), ναι, ακριβώς, καίριο είναι το ερώτημα, πόσες γυναικείες δαγκωνιές χωράνε σ᾽ ένα ροδάκινο, όπως καίρια είναι και η επισήμανση ότι η Αλτισιδόρα, η μεταμοντέρνα Δουλτσινέα, η postmodern Ανδαλουσιανή (βλέπε Guy Debord, Panégyrique, éditions Gérard Lebovici, 28.07.1989, σ. 60 – «J’ai aimé longtemps cette Andalouse. Combien de temps ? “Un temps proportionné à notre durée vaine et chétive”, dit Pascal.» ) διέθετε δόντια συμμετρικά, ω ναι, ακούστε, Τα δόντια της Αλτισιδόρας είναι συμμετρικά. Έχουν κανονικές αναλογίες και η λευκότητά τους εκφράζει εμπιστοσύνη στη ζωή. Γιατί είναι τόσο συμμετρικά; Αυτή η συμμετρία ανάμεσα σε κοπτήρες, προγομφίους και κυνόδοντες δείχνει έναν δρόμο σε κάποιο μέρος, όπου υπάρχουν δέντρα, ποτάμια, λουλούδια, σπόροι (Manuel Vilas, Τα φιλιά, μτφρ. Νάννα Παπανικολάου, εκδ. Ίκαρος, σ. 362).
γ. Και εάν επιμένουμε στα αχλάδια και τα ροδάκινα είναι, ασφαλώς, διότι, καίτοι ο άνευ χαρτοφυλακίου lover είχε αποσβολωθεί, δεόντως, και σχεδόν είχε λιγοθυμήσει όταν την είχε δει να ροκανίζει ένα αχλάδι εκείνη την πρωία εκείνου του Σεπτεμβρίου εκείνου του 2024 σ᾽ εκείνη την Πάτρα, και κατά τα ειωθότα είχε αναγάγει το αχλάδι σε απόλυτο σαρκικό και σαρκώδες και ένσαρκο φετίχ, η εν λόγω Εκείνη (θες Aldonza Lorenzo ναν την πεις, θες Antónia Lopez-Pintor) με εκθαμβωτική αυθάδεια τον αποπήρε, όταν ο τλήμων έσπευσε, κάτι μήνες μετά, στην Κυψέλη πλέον, να της προσφέρει μια καλαθούνα τίγκα στ᾽ αχλάδια, χαμογελώντας ηλιθιωδώς, ως έδει, και του είπε, ορθά κοφτά, εγώ αχλάδια τρώω μόνο το φθινόπωρο, βλαξ, το καλοκαίρι τρώω μόνο ροδάκινα, ανόητε!, γεγονός που, επίσης δεόντως, ο τάλας lover άνευ χαρτοφυλακίου, και τα λοιπά, τσακίστηκε να καταγράψει στο Δελτίο Τέρψεων και Υποχρεώσεων, που και Τεφτέρι το έλεγε, μυχίως, και Κατάστιχο, και ένας Θεός ξέρει τι άλλο, ούτως ώστε να μην επαναληφθεί το κατάπτυστο πταίσμα της προσφοράς καλαθούνας με αχλάδια και επισυμβεί πατατράκ αλλά να φροντίσει για την προσφορά καλαθούνας με ροδάκινα, και ο νοών νοείτω.
δ. Κι ύστερα, σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτα και πάλι, καταβυθισμένος σε μνήμες υπανάπτυξης και σε μνείες του Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο, με τη φράση-τατουάζ Ξεροκέφαλο το δάκρυ, είπε ο Ραφαέλ, κατά νου, ο τλήμων και τάλας και ανόητος και βλαξ, καταφύγει στο Τεφτέρι, και χαράξει τις φράσεις, κούνια που τον κούναγε, Ευλογημένη η μέθη της σάρκας, και Μεθυσμένη η σάρκα της ευλογίας, και Σαρκωμένη η ευλογία της μέθης, θα αντιληφθεί και θα διαπιστώσει ότι η Ποίηση εκδιώκεται από τα μπαλκονάκια της Κυψέλης, ότι περνάει στην παρανομία η Ποίηση, καθώς του Burroughs οι παραϊατρικοί Blade Runners, ότι, φρούδα γίνεται πια η Ποίηση, φλούδα, απισχνασμένη γραία, υπόθεση μπατιρημένη, μηδέν εις το πηλίκον, σκοτώνουν τ᾽ άλογα όταν γεράσουν, η Ποίηση, κλάφ᾽ τα Χαράλαμπε αφενός και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν αφετέρου, η Ποίηση, φέξε μου και γλίστρησα, συνελόντι ειπείν, άοσμη και αβαρής πλέον η Ποίηση, με απολεσμένη την υλικότητά της, τη βαρυτική της δύναμη, καθόσον μυώνες και νευρώνες και τένοντες και γραμμάρια και κότσια και καντάρια η Ποίηση, ένυλη και όχι άυλη η Ποίηση, χάδια και φιλιά και κρέας κι όχι κοπανιστός αέρας η Ποίηση, κλοτσοπατινάδα και μπουνίδια και μακέλεμα η Ποίηση, κι όχι, όχι, όχι, προς Θεού και για τον Θεό όχι, όχι ειρηνική συνύπαρξη και ιστορικός συμβιβασμός η Ποίηση, και προπάντων και για πάντα και διά παντός ἄμμες δὲ γ' ἐσσόμεσθα πολλῷ κάρρονες η Ποίηση.