«Ο αυτόχειρας», τέμπερα σε χαρτί 1972 (ιδιωτική συλλογή)


«Πρώτη φορά, βρήκε ο Φασιανός τον εαυτό του στα μπλε. Στα μπλε που κατάφερε να τα ηχήσει σ' όλες τις κλίμακες, να ενσταλάξει τον ένα τόνο μέσα στον άλλο, χωρίς η διαύγεια να χάσει τίποτε από την πυθμενική της μαγεία... Οδυσσέας ΕΛΥΤΗΣ, Ανοιχτά Χαρτιά: «Ο Φασιανός που αγαπάμε».

Μνήμη Α.Φ.


Μάρτιος του 1986 στο 6ο Σαλόνι Βιβλίου του Παρισιού το περίπτερο του Εθνικού Τυπογραφείου της Γαλλίας προσφέρει μια επετειακή εκτύπωση του ποιήματος «Marine» [«Στόλος», από τη συλλογή Illuminations (Εκλάμψεις), 1886] του Arthur Rimbaud. Σε τραχύ χαρτί Arches 300 γραμμαρίων, στοιχειοθετημένο στο χέρι και τυπωμένο με τους ιστορικούς χαρακτήρες Charles X του χαράκτη Marcellin Legrand είναι ένας φόρος τιμής στη τεσσάρων αιώνων περιώνυμη χαρτοποιία της Λωρραίνης-Αλσατίας, στην πόλη Charleville της ίδιας περιοχής, γενέτειρας του μέγιστου λυρικού ποιητή, στα εκατό χρόνια της σπουδαίας συλλογής του και στους νέους, πιο «μοντέρνους» τυπογραφικούς χαρακτήρες των αρχών του 19ου αιώνα, που επί της βασιλείας του Καρόλου Ι΄ ανανεώνουν στο Εθνικό [Βασιλικό, τότε] Τυπογραφείο την πολυχρησιμοποιημένη σειρά Didot, της οικογένειας του φιλέλληνα (μαθητή του Κοραή και δωρητή του πρώτου τυπογραφείου στην επαναστατημένη Ελλάδα) Φιρμίνου Διδότου [Firmin Didot].
Το ίδιο απόγευμα στο café Le Pré aux Clercs, γωνία της οδού Bonaparte και Jacob, η σχετική με το ποίημα συζήτηση με τον Αλέκο Φασιανό έχει θέμα την οπτική αντίληψη, πως αλλάζει με το φως, τη θάλασσα, τη ρεμβαστική διάθεση. Εκείνη την εποχή στη μόνιμη ελληνική παρέα του παριζιάνικου καφέ συμμετείχε ο Βασίλης Σπεράντζας, ο Κώστας Αναγνωστόπουλος και όποιος άλλος παρεπιδημούσε για λίγο ή πολύ με καλλιτεχνικές αναζητήσεις, η νεαρή γλύπτρια Λυδία Βενιέρη και ο αρχιτέκτονας Κίμων Σκάσσης, η επιμελήτρια Βάσια Καρκαγιάννη, ο Κώστας Ταχτσής, ο Απόστολος Γαβράς. Επιφυλακτικός στην αρχή ο Αλέκος Φασιανός, μοναχικός, σεμνός, μετριόφρων αλλά με ιδιόμορφο, διαβρωτικό πολλές φορές, χιούμορ επιζητούσε πάντα την ουσιαστική, χωρίς έπαρση και υπερβολές, συντροφιά. Ο λόγος του απλός και εκζητημένα ανεπιτήδευτος, όπως και στα γραπτά του.
Το ποίημα του Ρεμπώ προκάλεσε ενδιαφέρον, μια γόνιμη κουβέντα που κράτησε εκείνο το βράδυ σε μάκρος, για τον οπτικό ιμπεσιονισμό των δύο εικόνων των πλοίων και των αρότρων που συμπλέκονται κάτω από τις αντανακλάσεις του ήλιου. Ως και οι στίχοι του Εμπειρίκου αναφέρθηκαν : « ηλιοχαρή παιχνίδια στις επιφάνειες παίζει » και « Ράγκα – παράγκα ρίγος βαθύ της γης / και παφλασμός κυμάτων επαλλήλων / που εκσπούν εις τους αιγιαλούς… » από το ποίημα « Ράγκα – Παράγκα » [τώρα στη συλλογή: Αι γενεαί πάσαι ή Η σήμερον ως αύριον και ως χθες, Άγρα 1984] που του πρόσφερε σαν ένα είδος «θούριου» για να πορευθεί στη ζωή και στη τέχνη, όταν, το 19…εξήντα τόσο, έφυγε κι εκείνος για σπουδές στο Παρίσι.
Στο τέλος πήρε ένα μολύβι από την μέσα τσέπη του μόνιμου σκουρόχρωμου επενδύτη του, που συγκρατούσε πάντα μια λεπτή δερμάτινη ζώνη, και σχεδίασε με ξεχωριστή αυτοσυγκέντρωση και σοβαρότητα στο πάνω αριστερό περιθώριο του φύλλου έναν αρματηλάτη. Στην κατατομή είναι ο ίδιος, κοιτάζει πίσω του καθώς οδηγεί τα δύο άλογα που φρουμάζουν, το μακρύ κασκόλ ανεμίζει πίσω …και η σκόνη πάνω από την υπογραφή.

Ανάμεσα στον «Παράφρονα κολυμβητή » και τον « Ρεμβάζοντα », τους ποδηλάτες, τους καπνιστές, τους νέους και τους ιππείς, είναι ο μόνος αρματοδρόμος.

Στόλος

Τα άρματα από ασήμι και χαλκό –
Οι πρώρες από χάλυβα και άργυρο –
Χτυπούν τον αφρό, –
Ξεπατώνουν τις ρίζες των θάμνων.
Οι ανεμοστρόβιλοι στα χέρσα
Και οι τεράστιες τροχιές στην άμπωτη
Τραβούν κυκλικά προς τ’ανατολικά,
Προς τους κορμούς του δάσους –
Προς τους στύλους της προκυμαίας,
Που η γωνία της χάνεται κάτω από τις
ακτίνες του φωτός.

[ Απόδοση ]