1.

Κατέβαινα την Αγίου Νικολάου, πίσω από το ιερό του Αγίου Δημητρίου, που παλιά το πλησίαζαν σαχνισιά σε απόσταση σχεδόν αναπνοής και τώρα, μετά την διαπλάτυνση, είναι πολυκατοικίες στη σειρά. Και είδα ξαφνικά ένα ξανθό κοριτσάκι, ως οκτώ χρονών, με την πλάτη στα κάγκελα της περίφραξης του ναού, σαν άγγελος με θεϊκή ομορφιά που μόλις είχε κατεβεί από τον ουρανό, με κίτρινο αδιάβροχο και ένα χαμόγελο τέτοιο (ιμερόεν θα έλεγε ο αρχαίος) που έλεγες ότι είναι αποφασισμένο να φέρει την ειρήνη στον κόσμο. Λες και είχε σκαλώσει σα φύλλο του φθινοπώρου λίγο προτού πέσει πάνω στη γη. Μπροστά του ξεφόρτωναν κάτι πτυσσόμενες ή, μάλλον, αναδιπλούμενες, πλαστικές καρέκλες, ίσως να τις πάνε σε κάποια αίθουσα για μνημόσυνα, σκέφτηκα.

                2.

Καλοκαίρι, μάλλον του ΄60, στην Έδεσσα, στο θερινό σινεμά «Αγγέλικα» πέρα από τους Μικρούς Καταρράκτες —τότε τριγύρω ήταν ακόμη χωράφια ή κάτι μονώροφα— με δύο πολύ μεγαλύτερα από μένα πρώτα ξαδέρφια, τον Χαράλαμπο και τη Σοφούλα. Θυμάμαι έπαιζε το «Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι» με Ελίζαμπεθ Τέιλορ, Μοντγκόμερι Κλιφτ, Κάθριν Χέπμπορν. Από θεατρικό του Τενεσί Ουίλιαμς. Δυσκολευόμουν τότε να πολυκαταλάβω την υπόθεση, με όλα αυτά τα σαρκοβόρα, όμως θυμάμαι ότι ο Σεμπάστιαν ο οποίος δεν εμφανίζεται καθόλου, είχε πει ότι είδε το Θεό: ένα εκτυφλωτικό άσπρο φως. Τότε, αμέσως μόλις το είπε, πίσω από τα αγιοκλήματα της περίφραξης του σινεμά, άστραψε ο ουρανός με λάμψη υπερκόσμια. Ήταν προάγγελος καλοκαιριάτικης καταιγίδας που δεν μας πρόλαβε. Το πρωί κατά μήκος του κάθετου προς το ποτάμι χωματόδρομου, μεταξύ των νεκροταφείων και του βορρά, σπίτια χαμηλά με ώχρα ροζέ. Και παντού άσπρο φως.

[ Μάιος 2023 ]