Μαύροι καθρέφτες

Arno Schmidt

Mετάφραση-σημειώσεις-επίμετρο: Γιάννης Κοιλής

Στους Μαύρους Καθρέφτες (1951) ο αφηγητής διασχίζει με το ποδήλατό του χωριά της Κάτω Σαξονίας και περιγράφει έναν κόσμο κατεστραμμένο, δίχως ανθρώπους – έχει προηγηθεί ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Σαν νέος Ροβινσώνας κατασκευάζει ένα σπίτι και οργανώνει την καθημερινή ζωή του. Συχνά ο μισάνθρωπος αφηγητής εκδηλώνει την απέχθειά του για τη ρηχότητα και την ηθική παρακμή του πολιτισμού που χάθηκε. Την ίδια στιγμή, ως γνήσιο τέκνο του Διαφωτισμού, μπολιάζει την περιπλάνησή του με μια θερμή συνηγορία υπέρ του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Η ερωτική του ιστορία με μια ακόμη επιζήσασα δεν έχει ευτυχές τέλος· παρά τις στιγμές ερωτικής ευωχίας, η γυναίκα αποφασίζει να τον εγκαταλείψει και να συνεχίσει το ταξίδι της.
Οι Μαύροι καθρέφτες ξεχωρίζουν για την τόλμη της γραφής και για τη γλωσσοπλαστική τους δεινότητα. Το μυθιστόρημα επίσης συνδυάζει την ανάμειξη διαφορετικών υφολογικών επιπέδων, την παρωδία μοτίβων και τόπων ποικίλων λογοτεχνικών ειδών με την καταλυτική ειρωνεία και το χιούμορ. Χάρη σε αυτά τα χαρακτηριστικά, ο Σμιτ κατέχει μιαν ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της νεωτερικής γερμανικής λογοτεχνίας· έχει μάλιστα συγκριθεί με τον Τζαίημς Τζόυς, τον Χανς Χέννυ Γιάαν και τον Άλφρεντ Νταιμπλίν.

Οι γάτες του Τρίτου και άλλοι ζωντανοί

Αγγελική Πεχλιβάνη

1η Μαΐου
Έχει κι αυτός την ιδιοπροσωπία του. Μήνας ευώδης και ευειδής. Μήνας λουλουδιασμένος. Με τη δική του ραδινή μελαγχολία. Του λίγου και υφέρποντος. Του πρόσκαιρου μεμυρισμένου άνθους. Μα κι ο σκληρός Απρίλης έχει μια πίκρα κρουστική, σαν καμπανοκρουσία Ανάστασης ματαιωμένης. Και ο Μάρτιος την υγρασία της βροχής, τον ρέοντα νοτιά στη ραχοκοκαλιά, που νιώθεις σαν τη λύτρωση, και βέβαια απατάσαι.
Οι μήνες της ανοίξεως έρχονται και διαβαίνουν, με τη δική του θλίψη ο καθείς. Μ’ αφήνουν μες στον χρόνο τον πραγματικό, νήπιο προγλωσσικό, νήπιο ερεβώδες. Μα φυσικά.
Μα φυσικά αφότου έφυγες,
μητέρα.

Τα ζώα θεοί

Άννα Γρίβα

Στις είκοσι μία ιστορίες του βιβλίου οι αλήθειες άλλοτε λυτρώνουν κι άλλοτε συντρίβουν. Τα παιδικά μάτια γίνονται ενήλικα, για να μπορέσουν να καταλάβουν, ενώ τα ενήλικα επιστρέφουν στην πρώτη αθωότητα, για να ξορκίσουν το τραύμα. Τα ζώα, έντομα, πουλιά και αιλουροειδή, μεσολαβούν, θεραπεύουν ή συντροφεύουν αόρατα. Σαν μικροί θεοί. Κι όταν δεν υπάρχουν ζώα, είναι ο άνθρωπος που παίρνει τη θέση τους: κυνηγός ή θήραμα, λαβωμένος ή έτοιμος να γευτεί τις ομορφότερες νύχτες.

Άρης

Μιχάλης Μακρόπουλος, Ελένη Κοφτερού

Ένας ερευνητής στον Άρη επικοινωνεί με τη σύντροφό του στη Γη· τα μηνύματά τους είναι ύμνος στη ζωή και συνάμα βύθιση στη μοναξιά, καθώς εκείνος συντρίβεται από τη σιωπή και την ερημιά του πλανήτη, ενώ αυτή νιώθει να τον χάνει. Η δική του φωνή (του πεζογράφου Μιχάλη Μακρόπουλου) και η δική της (της ποιήτριας Ελένης Κοφτερού) συνομιλούν και αλληλοσυμπληρώνονται σ᾽ ένα ξεχωριστό αφήγημα, ποιητικό και στοχαστικό.

Ηθικές επιστήμες

Μαρτίν Κόαν

Mετάφραση-σημειώσεις: Έφη Γιαννοπούλου

Μπουένος Άιρες, 1982. Η στρατιωτική δικτατορία διανύει τους τελευταίους μήνες της και προσπαθεί να κρατηθεί στην εξουσία με τον Πόλεμο των Φώκλαντ. Το Εθνικό Κολέγιο του Μπουένος Άιρες, το ίδρυμα όπου εκπαιδεύεται η ελίτ, είναι ένα μέρος όπου κυριαρχεί η πειθαρχία, ο φόβος και η καταπίεση. Η εικοσάχρονη Μαρία Τερέσα, άρτι προσληφθείσα επιμελήτρια του κολεγίου, καλείται να γίνει το αόρατο βλέμμα που θα ελέγχει τα πάντα χωρίς το ίδιο να γίνεται αντιληπτό. Καθώς η πλοκή ξετυλίγεται, η Μαρία Τερέσα, εγκλωβιζόμενη όλο και περισσότερο σ’ αυτόν τον κόσμο των άτεγκτων κανόνων, οδηγείται στην τουαλέτα των αγοριών του κολεγίου, όπου παραμονεύει προκειμένου να συλλάβει επ’ αυτοφώρω τους μαθητές που καπνίζουν. Έτσι όμως έρχεται αντιμέτωπη με τις δικές της καταπιεσμένες επιθυμίες και φαντασιώσεις και στην πορεία μετατρέπεται από θύτης σε θύμα ενός ανελέητου ελεγκτικού μηχανισμού.

Ο Μαρτίν Κόαν, με μια αφήγηση αυστηρή και ψυχρή, κατασκευάζοντας μια γλώσσα που συχνά προκαλεί μια αίσθηση ανοίκειου, αποτυπώνει με ενάργεια τη διείσδυση του φόβου και μιας σαδιστικής ηθικής στην καθημερινότητα των ηρώων του.

Το μυθιστόρημα απέσπασε το 2007 το πολύ σημαντικό στον ισπανόφωνο κόσμο Βραβείο Herralde, ενώ λίγα χρόνια αργότερα η ιστορία μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη με τον τίτλο La mirada invisible (Το αόρατο βλέμμα).