Ο Γενικός Αρχειοθέτης

Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος

Με τα μικρά του αφηγήματα, ο συγγραφέας τείνει να αναπλάσει έναν κόσμο οριστικά χαμένο και γι᾽ αυτό ίσως βαθιά νοσταλγημένο. Είναι ο κόσμος της εφηβείας του, με τους τοπικούς και χρονικούς προσδιορισμούς του, που του προσδίδουν το ιδιάζον χρώμα του. Η μικρή επαρχιακή γενέτειρα, με τους μυροβόλους κήπους της και τους συγκινητικά γλαφυρούς χαρακτήρες της, στα χρόνια του πολέμου και της Κατοχής, ή λίγο πριν λίγο μετά. Όταν, με δυο λόγια, ο συγγραφέας, γεννημένος στον Πύργο της Ηλείας το 1930, ήταν παιδί, έφηβος, νέος. Ο συγγραφέας δεν κάνει τίποτε για να αποκρύψει το αυτοβιογραφικό στοιχείο των ιστοριών του – για να παραπλανήσει, ενδεχομένως, τον αναγνώστη του εις ό,τι αφορά στο επινοημένο. [...] Το συγγραφικό εγώ, χωρίς να παρεμβαίνει ανοιχτά μέσα στη διήγηση, μεταγγίζει στη ματιά του αφηγητή τη δική του πείρα ζωής, ακόμη και τη φθορά του. Και από αυτή τη δυσδιάκριτη σύγκλιση των οπτικών γωνιών, κατά τη γνώμη μου, προκύπτει ο χαρακτηριστικός τόνος των διηγήσεων του Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλου, ένα κράμα τρυφερότητας και ειρωνείας, δραματικότητας και χιούμορ, εξωραϊστικού λυρισμού και διακριτικά κριτικής στάσης [...].
ΣΠΥΡΟΣ ΤΣΑΚΝΙΑΣ

Λιτότητα, σαφήνεια και λεπτό χιούμορ, αδιόρατες μετατοπίσεις και αυστηρή δομή συνιστούν τα χαρακτηριστικά ενός καλοζυγισμένου κειμένου, που ανάλαφρα απογειώνεται και επιτυγχάνει την υπέρβαση όλων των καταθλιπτικών εκφάνσεων της ύπαρξης, τις οποίες έχει έντεχνα δημιουργήσει.
ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ

Ας δοκιμάσουμε, ωστόσο, να πάμε πέρα από την έντονη δροσιά και τη χάρη την οποία αποπνέουν ως εδώ τα κομμάτια του συγγραφέα, χωρίς μολοντούτο ναβάλουμε στην άκρη και τον συχνά μελαγχολικό ή πεσιμιστικό τους τόνο, κι ας ψάξουμε τις βαθύτερες, υπόγειες λειτουργίες τους. [...] Εν πρώτοις να δούμε τημονίμως αποδραματοποιημένη ή αντιδραματική στάση του: όσο δυσκολότερες είναι οι καταστάσεις οι οποίες τον απασχολούν, τόσο περισσότερο μειώνεται ησυναισθηματική θερμοκρασία της αντιμετώπισής τους – με πρόδηλο αποτέλεσμα την έμμεση, αλλά πολύ δραστική επίταση της σημασίας τους. Το δεύτερο στοιχείο στο οποίο οφείλουμε να σταθούμε, καθώς προχωρούμε, είναι το τέχνασμα της παρέλκυσης της προσοχής του αναγνώστη. Ο Παπαδημητρακόπουλος στρέφει πολλές φορές την αφήγηση στα επουσιώδη των ιστοριών του, αφήνοντας την ουσία να τεκμαίρεται μόνο δια της πλαγίας – λύση η οποία υποδεικνύειεντελέστερα την εκάστοτε μυστική του συνθήκη: το υπαρξιακό άγχος, την αγωνία του θανάτου ή την πικρή συναίσθηση μιας ανέκκλητης φθοράς. Ας μην παραλείψουμε και ένα άλλο χαρακτηριστικό: τη διακριτική ειρωνεία και τον λεπτό αυτο-χλευασμό μέσω των οποίων ο Παπαδημητρακόπουλος χειρίζεται τοσύνολο της θεματολογίας του, χωρίς να της επιτρέπει να χαλαρώσει, να βαλτώσει ή να σκουριάσει ούτε στιγμή.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Ο αναγνώστης δεν είναι ποτέ βέβαιος για ποιό πράγμα ακριβώς μιλάει ο συγγραφέας, που ανυπόκριτα εμφανίζεται ως αφηγητής της ιστορίας. Η αβεβαιότητα αυτή δεν έχει καμιά σχέση με την κρυστάλλινη διαύγεια του λόγου. Προκύπτει από την επίμονα κατακτημένη, περίτεχνη αφηγηματική μέθοδο, βασικό γνώρισμα της οποίας είναι συνήθως ένας ουδέτερος τόνος δοκιμιακής γραφής ή χρονικού, κάτω από τον οποίο λειτουργεί αθόρυβα, σαν βραδυφλεγής εκρηκτικός μηχανισμός, ένα συναισθηματικά φορτισμένο επεισόδιο ή μια απροσδόκητη εξέλιξη της αφήγησης, που ανοίγει μιαν άλλη προοπτική.
ΣΠΥΡΟΣ ΤΣΑΚΝΙΑΣ

Η διαύγεια στην έκφραση και η σαφήνεια στην πλοκή, μαζί με την προσήλωση του πεζογράφου στη φαινομενική λεπτομέρεια, τον τοποθετούν στο μινιμαλιστικό ρεύμα.
ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ

ΠΗΓΕΣ • Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, «Από την αυτοβιογραφική μνήμη στη γλώσσα του ονείρου και στην τοπιογραφική εικόνα», Σελίδες για τον Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλο, περ. Οροπέδιο, τχ. 3, καλοκαίρι 2007. (Πρβλ. και Η κίνηση του εκκρεμούς. Άτομο και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία: 1974-2017, Πόλις 2018, σ. 153-159.)• Ελισάβετ Κοτζιά, «Το ανεκπλήρωτο», κριτική για τη συλλογή Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη, εφημ. Η Καθημερινή, 7.2.1985· Ελληνικὴ πεζογραφία 1974-2010. Το μέτρο και τα σταθμά, Πόλις2020, σ. 428-429.• Σπύρος Τσακνιάς, «Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος: παρουσίαση, ανθολόγηση», Η μεταπολεμική πεζογραφία. Από τον πόλεμο του ᾽40 ως τη δικτατορία του ᾽67, τόμ. ΣΤ´, εκδ. Σοκόλη 1988, σ. 154-193: 156-157.• Σπύρος Τσακνιάς, Πρόσωπα και μάσκες. Κριτικά κείμενα (1988-1999), Νεφέλη 2000.

Γκίμπελ ο σαλός και άλλες ιστορίες

Ισαάκ Μπασέβις Σίνγκερ

Mετάφραση-σημειώσεις-επίμετρο: Βάιος Λιαπής

Στα εννέα διηγήματα του Ισαάκ Μπασέβις Σίνγκερ που ανθολογούνται στον τόμο αυτό ζωντανεύει ένας κόσμος χαμένος για πάντα: ο κόσμος των εβραϊκών κοινοτήτων της Ανατολικής Ευρώπης. Ζωγραφισμένος άλλοτε με μελαγχολία και άλλοτε με χιούμορ, ο κόσμος αυτός είναι στοιχειωμένος από δαιμόνια, βρικόλακες και απεσταλμένους του Πονηρού· τον κατοικούν όμως άνθρωποι με σάρκα και οστά, που πασχίζουν να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ηδυπάθεια και στη δοκιμασία, ανάμεσα στη βεβήλωση και στην αγιοσύνη, ανάμεσα στις αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης και στις επιταγές του ιουδαϊκού Νόμου. Πάνω απ’ όλα, ο κόσμος αυτός ενσαρκώνει έναν πολιτισμό του λόγου: ο συνεκτικός ιστός του είναι τα προφορικά και γραπτά κείμενα που συγκροτούν την ταυτότητα των Εβραίων της Πολωνίας και της Ουκρανίας – οι λαϊκές παραδόσεις, οι μύθοι και οι δεισιδαιμονίες, αλλά και η Βίβλος, το Ταλμούδ και ο καββαλιστικός μυστικισμός.Στο πεζογραφικό έργο του Σίνγκερ ο προσεκτικός αναγνώστης θα διακρίνει επίσης απηχήσεις από κορυφαίους συγγραφείς και στοχαστές της νεότερης Ευρώπης – τον Σπινόζα, τον Γκόγκολ και τον Ντοστογέφσκι.

Το εξιλαστήριο θαύμα. Μια ιστορία σε πενήντα μία βαλίτσες

Έλενα Μαρούτσου

(Mυθιστόρημα)

Ένα ζευγάρι σε κρίση αναλαμβάνει την αναδοχή ενός ασυνόδευτου προσφυγόπουλου. Ο ερχομός του νεαρού Σομαλού θα ανακινήσει το παρελθόν του καθενός, φέρνοντας στην επιφάνεια τραύματα εκτοπισμού τόσο του άνδρα όσο και της γυναίκας, και συγχρόνως θα δράσει ως καταλύτης στη σχέση τους. Η δεκαεφτάχρονη κόρη τους θα νιώσει έλξη προς το νέο μέλος της οικογένειας, ενώ η δεκατριάχρονη αδελφή της θα βιώσει αντιφατικά συναισθήματα, που θα καταγράψει στο προσωπικό της ημερολόγιο. Οι εξελίξεις σύντομα θα πάρουν μορφή χιονοστιβάδας.
Το Εξιλαστήριο θαύμα είναι ένα πολυεστιακό μυθιστόρημα, που παρακολουθεί τον «ξένο» διαδοχικά μέσα από τα μάτια καθενός από τα τέσσερα μέλη της οικογένειας, προσφέροντάς μας μια σειρά από προβολές πάνω στο αινιγματικό και, μέχρι τέλους, απροσπέλαστο πρόσωπό του.

Ο πότης

Χανς Φάλλαντα

(Μυθιστόρημα)

Δεκαετία του ᾽30. Ο Έρβιν και η Μάγδα Ζόμερ ζουν μια ήσυχη, ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή. Όλα όμως ανατρέπονται, όταν η επιχείρησή τους παίρνει την κάτω βόλτα, μετά την αποχώρηση της δραστήριας και δυναμικής Μάγδας. Η δυσμενής αυτή εξέλιξη κλονίζει τον γάμο τους συθέμελα και τελικά συνθλίβει τον Έρβιν, ο οποίος γυρίζει την πλάτη στην πραγματικότητα και καταφεύγει στο ποτό. Το αλκοόλ αμβλύνει ένα αίσθημα αδυναμίας που τον κατέτρυχε ανέκαθεν, του προσφέρει διαφυγή από την πεζή, απονεκρωμένη καθημερινότητα, που ασφυκτιά μέσα σ’ ένα σύστημα άτεγκτων γερμανικών κανόνων, και του αποκαλύπτει την απόλαυση που μπορεί να προσφέρει το ανοιξιάτικο ξύπνημα της φύσης αλλά και της καταπιεσμένης του σεξουαλικότητας. Παρασυρμένος από τη μέθη που του προκαλεί η ανακάλυψη πρωτόγνωρων εμπειριών, παραπαίοντας ανάμεσα στην ενοχή που συνεπάγεται η απώλεια της αστικής αξιοπρέπειας και στην ηδονή που νιώθει τσαλαπατώντας την, αποξενώνεται από το οικογενειακό και κοινωνικό του περιβάλλον· έρμαιο πλέον ενός ανεξέλεγκτου αλκοολισμού, θύμα των ανθρώπων του υποκόσμου που συναναστρέφεται, συλλαμβάνεται λόγω παραβατικής συμπεριφοράς και φυλακίζεται σε άσυλο.Περιγράφοντας τις ψυχικές μεταπτώσεις του ήρωα, ο συγγραφέας σκηνοθετεί με δεξιοτεχνία τη συνάντηση του τραγικού με το κωμικό, με φόντο το ζοφερό άσυλο, μικρογραφία μιας κοινωνίας που βυθίζεται στη φρίκη του Ναζισμού.

Το μυθιστόρημα Ο πότης άρχισε να γράφεται το 1944, κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του συγγραφέα σε ναζιστικό ίδρυμα λόγω αλκοολισμού και παραβατικής συμπεριφοράς, και εκδόθηκε το 1950. Με τις εμπνευσμένες προσωπογραφίες εγκληματιών και ψυχασθενών (οι οποίες, αν ήταν εικαστικά έργα, θα αποτελούσαν χαρακτηριστικά δείγματα του γερμανικού εξπρεσιονισμού), με τις περιγραφές ομοφυλοφιλικών ερώτων και τη ρεαλιστική αναπαράσταση των συνθηκών διαβίωσης, που δεν άφηναν καμιά αμφιβολία για την πρόθεση των Αρχών να οδηγήσουν τους τροφίμους σε αργό θάνατο, συνιστούσε μια πρωτοφανή παρέκκλιση από την επίσημη πολιτική στον τομέα της λογοτεχνικής παραγωγής.

Από το επίμετρο της έκδοσης

Λεωφόρος ΝΑΤΟ

Νικήτας Σινιόσογλου

Η Λεωφόρος ΝΑΤΟ αναπλάθει το βίωμα μιας περιπλάνησης στην οδό ταχείας κυκλοφορίας που συνδέει τον Ασπρόπυργο με την Ελευσίνα. Πρωτοβρέθηκα στη Λεωφόρο ΝΑΤΟ το καλοκαίρι του 2016 και σημείωσα in situ σκέψεις και συναισθήματα για παρόδους και παρακάμψεις, για σύγχρονα ερείπια και ημιτελείς κατασκευές, για μεταβιομηχανικά κατάλοιπα που τελούν υπό ένα καθεστώς αδιευκρίνιστης αναμονής. Στη Λεωφόρο ΝΑΤΟ είδα να κατοπτρίζεται η ωμή εκδοχή της νεότερης Ελλάδας, αλλά καθ’ οδόν κάτι ακόμη με έλκυε όλο και πιο πολύ: η ταυτόχρονη αποσάθρωση τόπου και προσώπου. Η περιπλάνηση εξελίχθηκε σε ισχυρή εμπειρία αποκοπής από τον δημόσιο χώρο και τον οικείο εαυτό – χάρη σε αυτήν γεννήθηκε το βιβλίο.
Τυπικά η Λεωφόρος ΝΑΤΟ ανήκει στη λογοτεχνία της περιπλάνησης, με παρεκβάσεις για τις έννοιες του τόπου και του τοπίου, του ανήκειν και της ανεστιότητας. Είναι, όπως τα προηγούμενα βιβλία μου, μια απόπειρα εξερεύνησης των ορίων του δοκιμιακού λόγου κι επιπλέον ένα πείραμα ψυχογεωγραφίας. Κυρίως όμως είναι μια παραβολή για την εμπειρία της απώλειας που βρίσκεται στην αφετηρία κάθε περιπλάνησης. Ν. Σ.

Ήσυχα να πας

Ούρσουλα Φωσκόλου

Η Ολίβια και ο Θάνος ξεκινούν μια νέα ζωή στον πλανήτη Γκλίζε. Στην τεχνολογικά εξελιγμένη αποικία του Έσπερου, που είναι χτισμένη μέσα σε οργιαστική βλάστηση, συμβιώνουν αρμονικά άνθρωποι από όλα τα μέρη του παλαιού κόσμου μαζί με ζώα και ανθρωποειδή. Μέσα στο κλίμα χαράς και ευφορίας που φαίνεται να διακατέχει τους κατοίκους της Γκλίζε, η Ολίβια είναι σκεπτική, σχεδόν μελαγχολική. Μια τυχαία συνάντηση με τον από χρόνια χαμένο θείο της, αλλά και η ανακάλυψη των καλά κρυμμένων υπόγειων λουτρών στο σύνορο με την απαγορευμένη ζώνη τη φέρνουν αντιμέτωπη με παράξενα οράματα. Ποιοι είναι όλοι αυτοί οι άνθρωποι που συναντά όποτε καταδύεται στον πυθμένα των λουτρών;

Πίσω στη Γη, ένας νεαρός διανομέας βρίσκει νεκρό τον ηλικιωμένο παραλήπτη του δέματος που μεταφέρει, εξερευνά το διαμέρισμά του και ανακαλύπτει ένα γράμμα που απευθύνεται στον ίδιο.

Κινούμενη στην επικράτεια της επιστημονικής φαντασίας, η νουβέλα κρύβει στο κέντρο της την αναζήτηση του εαυτού και της μνήμης, διερευνά τα ρευστά όρια της ταυτότητας και συνάμα αγγίζει το μυστήριο του τέλους.

Η χοντρομπαλού

Γκυ ντε Μωπασάν

Νορμανδία, 1870. Μέσα στη δίνη του Γαλλοπρωσικού Πολέμου, δέκα πολίτες της Ρουέν προσπαθούν να διαφύγουν από την κατεχόμενη πόλη, επιβαίνοντας σε μια άμαξα. Οι επιβάτες αποτελούν μικρογραφία της γαλλικής κοινωνίας: ευγενείς, αστοί και δύο μοναχές συνιστούν την ομάδα των «καθωσπρέπει» ατόμων, που εκπλήσσονται δυσάρεστα όταν ανακαλύπτουν ότι συνταξιδεύουν με μια νεαρή πόρνη, τη Χοντρομπαλού. Κατά τη διάρκεια του αναγκαστικού συγχρωτισμού τους τα εθνικά και κοινωνικά στερεότυπα ανατρέπονται: ενώ τα ευυπόληπτα πρόσωπα τηρούν στάση ιδιοτελούς ουδετερότητας απέναντι στον κατακτητή, η Χοντρομπαλού εκφράζει έναν αγνό και πηγαίο πατριωτισμό. Επιπλέον, με την αξιοπρέπεια, τη γενναιοδωρία της και τα ειλικρινή της αισθήματα, σε αντιδιαστολή με την υποκρισία των συνεπιβατών της, διαψεύδει τις προκαταλήψεις που συνδέονται με το ήθος και την κοινωνική της θέση.Με τη Χοντρομπαλού (1880) ο Γκυ ντε Μωπασάν, που έμελλε να αναδειχθεί σε κορυφαίο διηγηματογράφο, κέρδισε την αναγνώριση, πλάθοντας έναν από τους πιο επιτυχημένους χαρακτήρες του πεζογραφικού του έργου.«[…]

Παντρεύοντας σοφά και αντιστικτικά το κωμικό με το δραματικό στοιχείο, κατανέμοντας ισομερώς αφήγηση και περιγραφή, δίνει μια σπαρακτική ιστορία διαδραματιζόμενη εν μέσω μιας εθνικής κρίσης και κατορθώνει να είναι διδακτικός δίχως σπουδαιοφάνεια, καυστικός και καίριος σατιρογράφος, συνεχίζοντας επάξια τη γαλλική παράδοση των μεγάλων μοραλιστών, που λένε διαχρονικές, μονότονες ίσως στην αέναη επιστροφή τους, αλήθειες γύρω από τα ήθη των μικρών ή μεγάλων κοινωνιών – παραδείγματα ή αντιπαραδείγματα για την προσέγγιση του παρελθόντος και τη σκιαγράφηση του μέλλοντος». ΛΙΖΥ ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΥ

Το οριζόντιο ύψος

Αργύρης Χιόνης

Το παρόν βιβλίο είναι γραμμένο για μικρομέγαλα παιδιά και μεγαλόμικρους ενήλικες, φιλοδοξεί δε να προσφέρει παραμυθία τόσο σ’ αυτούς όσο και στους άνευ ηλικίας, δηλαδή σε όσους δεν έχουν ακόμη εγκαταλείψει την ανυπαρξία και σε εκείνους που έχουν προσωρινά εγκατασταθεί σ’ αυτήν. Λέω «προσωρινά», γιατί ακράδαντα πιστεύω πως είμαστε ανακυκλώσιμο υλικό και, ως εκ τούτου, θα έχομε αενάως ένα ρόλο σ’ αυτό τo όνειρο που λέγεται ζωή. Α. Χ.

Οι ιστορίες που περιλαμβάνονται στο Οριζόντιο ύψος, είτε έχουν τη μορφή του παραμυθιού είτε του μύθου είτε χρησιμοποιούν αυτοβιογραφική ύλη, λειτουργούν ως παραβολές, δίνοντας στον συγγραφέα την αφορμή να μιλήσει για τα μεγάλα θέματα: τη σχέση μας με τη φύση, την ομορφιά, τη ζωή, τον θάνατο. Ο προφανής ωστόσο παραβολικός-διδακτικός χαρακτήρας τους διαποτίζεται από μιαν έντονη χιουμοριστική τάση, που αποτυπώνεται τόσο στα Επιμύθια και στις Σημειώσεις όσο και στις ίδιες τις ιστορίες, όπου το λεκτικό χιούμορ, χρωματισμένο ενίοτε με υπερρεαλιστικές πινελιές, δημιουργεί μιαν ευφρόσυνη ατμόσφαιρα, μέχρι του σημείου ολόκληρη η πλοκή ενός αφηγήματος να οργανώνεται γύρω από ένα λογοπαίγνιο.
Τι είναι, λοιπόν, αυτό το βιβλίο, όπου, μεταξύ άλλων, τα δέντρα και τα φυτά έχουν ανθρώπινες ιδιότητες, ένας ανδριάντας βλασταίνει και κατεβαίνει από το βάθρο του, μια κρεατομηχανή αποδεικνύεται φιλόζωη, ενώ δύο σφραγιδογλύφοι περνάνε από τις σελίδες κάποιων εγκυκλοπαιδειών για να εξαφανισθούν στη συνέχεια; Τίποτε λιγότερο από ένα σοβαρό παιχνίδι, ένα παίγνιον, εντός του οποίου αναδύονται, από τη φαρδιά κοίτη του μοντερνισμού, μεταλλαγμένα η αισώπεια παραβολή και το παραμύθι. Τίποτε περισσότερο από ένα έργο που διαπνέεται από την ιδέα ότι η ζωή είναι ένα όνειρο και όλοι εμείς όνειρα που ονειρευόμαστε. Με την παιγνιώδη διάσταση του κειμένου διαλέγεται δημιουργικά η ζωγραφική της Εύης Τσακνιά. Γ. Κ.