Γιοζεφίνε η αοιδός και άλλα διηγήματα

Φραντς Κάφκα

Μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Επίμετρο: Κατερίνα Καρακάση, Μαργαρίτα Ζαχαριάδου

Η ρευστή ταυτότητα είναι το κοινό χαρακτηριστικό των όντων που κατοικούν σε αυτή τη συλλογή διηγημάτων και μικρών πεζών του Φραντς Κάφκα: η αοιδός Γιοζεφίνε έχει τη συμπεριφορά και τις αγωνίες ενός καλλιτέχνη, ενώ συνάμα μοιράζεται την άχαρη καθημερινότητα του λαού των ποντικιών· δυο μπάλες από ζελατίνη εμφανίζουν ιδιότητες σκύλου – ή μήπως έχουν σιγά σιγά αποκτήσει τα χαρακτηριστικά των υφισταμένων του Μπλούμφελντ ακολουθώντας τον κατά πόδας στον ελεύθερο χρόνο του; Μια γέφυρα μονολογεί και αναρριγά στη θέα του πρώτου διαβάτη-εραστή· ένα υβριδικό ζώο, μισό γατί μισό αρνί, βιώνει με απόγνωση τη διχασμένη φύση του· μια μπίλια σουλατσάρει για λίγο αμέριμνη, με τα χέρια πίσω από την πλάτη, έξω από τον λαβύρινθό της· μορφές της μυθολογίας διαρρηγνύουν τα μυθολογικά τους συμφραζόμενα και διεκδικούν έναν άλλο ρόλο…

Το καφκικό σύμπαν συμπλέκεται αξεδιάλυτα με το σύμπαν της ζωής μας. Τα φανταστικά όντα του Κάφκα και το μονίμως αμήχανο «εγώ» που βρίσκεται απέναντί τους φέρνουν στο φως γυμνή μιαν αλήθεια: όσο ρευστή και αδιανόητη είναι η πραγματικότητα, άλλο τόσο ρευστός και αλλόκοτος είναι ο εαυτός μας, ένα φανταστικό ον που βαδίζει παραπατώντας μέσα στη σκοτεινιά του κόσμου.

Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη

Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος

Με τα μικρά του αφηγήματα, ο συγγραφέας τείνει να αναπλάσει έναν κόσμο οριστικά χαμένο και γι᾽ αυτό ίσως βαθιά νοσταλγημένο. Είναι ο κόσμος της εφηβείας του, με τους τοπικούς και χρονικούς προσδιορισμούς του, που του προσδίδουν το ιδιάζον χρώμα του. Η μικρή επαρχιακή γενέτειρα, με τους μυροβόλους κήπους της και τους συγκινητικά γλαφυρούς χαρακτήρες της, στα χρόνια του πολέμου και της Κατοχής, ή λίγο πριν λίγο μετά. Όταν, με δυο λόγια, ο συγγραφέας, γεννημένος στον Πύργο της Ηλείας το 1930, ήταν παιδί, έφηβος, νέος. Ο συγγραφέας δεν κάνει τίποτε για να αποκρύψει το αυτοβιογραφικό στοιχείο των ιστοριών του – για να παραπλανήσει, ενδεχομένως, τον αναγνώστη του εις ό,τι αφορά στο επινοημένο. […] Το συγγραφικό εγώ, χωρίς να παρεμβαίνει ανοιχτά μέσα στη διήγηση, μεταγγίζει στη ματιά του αφηγητή τη δική του πείρα ζωής, ακόμη και τη φθορά του. Και από αυτή τη δυσδιάκριτη σύγκλιση των οπτικών γωνιών, κατά τη γνώμη μου, προκύπτει ο χαρακτηριστικός τόνος των διηγήσεων του Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλου, ένα κράμα τρυφερότητας και ειρωνείας, δραματικότητας και χιούμορ, εξωραϊστικού λυρισμού και διακριτικά κριτικής στάσης […].
ΣΠΥΡΟΣ ΤΣΑΚΝΙΑΣ

Λιτότητα, σαφήνεια και λεπτό χιούμορ, αδιόρατες μετατοπίσεις και αυστηρή δομή συνιστούν τα χαρακτηριστικά ενός καλοζυγισμένου κειμένου, που ανάλαφρα απογειώνεται και επιτυγχάνει την υπέρβαση όλων των καταθλιπτικών εκφάνσεων της ύπαρξης, τις οποίες έχει έντεχνα δημιουργήσει.
ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ


Ας δοκιμάσουμε, ωστόσο, να πάμε πέρα από την έντονη δροσιά και τη χάρη την οποία αποπνέουν ως εδώ τα κομμάτια του συγγραφέα, χωρίς μολοντούτο να βάλουμε στην άκρη και τον συχνά μελαγχολικό ή πεσιμιστικό τους τόνο, κι ας ψάξουμε τις βαθύτερες, υπόγειες λειτουργίες τους. […] Εν πρώτοις να δούμε τη μονίμως αποδραματοποιημένη ή αντιδραματική στάση του: όσο δυσκολότερες είναι οι καταστάσεις οι οποίες τον απασχολούν, τόσο περισσότερο μειώνεται η συναισθηματική θερμοκρασία της αντιμετώπισής τους – με πρόδηλο αποτέλεσμα την έμμεση, αλλά πολύ δραστική επίταση της σημασίας τους. Το δεύτερο στοιχείο στο οποίο οφείλουμε να σταθούμε, καθώς προχωρούμε, είναι το τέχνασμα της παρέλκυσης της προσοχής του αναγνώστη. Ο Παπαδημητρακόπουλος στρέφει πολλές φορές την αφήγηση στα επουσιώδη των ιστοριών του, αφήνοντας την ουσία να τεκμαίρεται μόνο δια της πλαγίας – λύση η οποία υποδεικνύει εντελέστερα την εκάστοτε μυστική του συνθήκη: το υπαρξιακό άγχος, την αγωνία του θανάτου ή την πικρή συναίσθηση μιας ανέκκλητης φθοράς. Ας μην παραλείψουμε και ένα άλλο χαρακτηριστικό: τη διακριτική ειρωνεία και τον λεπτό αυτο-χλευασμό μέσω των οποίων ο Παπαδημητρακόπουλος χειρίζεται το σύνολο της θεματολογίας του, χωρίς να της επιτρέπει να χαλαρώσει, να βαλτώσει ή να σκουριάσει ούτε στιγμή.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Ο αναγνώστης δεν είναι ποτέ βέβαιος για ποιό πράγμα ακριβώς μιλάει ο συγγραφέας, που ανυπόκριτα εμφανίζεται ως αφηγητής της ιστορίας. Η αβεβαιότητα αυτή δεν έχει καμιά σχέση με την κρυστάλλινη διαύγεια του λόγου. Προκύπτει από την επίμονα κατακτημένη, περίτεχνη αφηγηματική μέθοδο, βασικό γνώρισμα της οποίας είναι συνήθως ένας ουδέτερος τόνος δοκιμιακής γραφής ή χρονικού, κάτω από τον οποίο λειτουργεί αθόρυβα, σαν βραδυφλεγής εκρηκτικός μηχανισμός, ένα συναισθηματικά φορτισμένο επεισόδιο ή μια απροσδόκητη εξέλιξη της αφήγησης, που ανοίγει μιαν άλλη προοπτική.
ΣΠΥΡΟΣ ΤΣΑΚΝΙΑΣ

Η διαύγεια στην έκφραση και η σαφήνεια στην πλοκή, μαζί με την προσήλωση του πεζογράφου στη φαινομενική λεπτομέρεια, τον τοποθετούν στο μινιμαλιστικό ρεύμα.
ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ

ΠΗΓΕΣ:
Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, «Από την αυτοβιογραφική μνήμη στη γλώσσα του ονείρου και στην τοπιογραφική εικόνα», Σελίδες για τον Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλο, περ. Οροπέδιο, τχ. 3, καλοκαίρι 2007. (Πρβλ. και Η κίνηση του εκκρεμούς. Άτομο και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία: 1974-2017, Πόλις 2018, σσ. 153-159.)
Ελισάβετ Κοτζιά, «Το ανεκπλήρωτο», κριτική για τη συλλογή Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη, εφημ. Η Καθημερινή, 7.2.1985· Ελληνικὴ πεζογραφία 1974-2010. Το μέτρο και τα σταθμά, Πόλις 2020, σσ. 428-429.
Σπύρος Τσακνιάς, «Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος: παρουσίαση, ανθολόγηση», Η μεταπολεμική πεζογραφία. Από τον πόλεμο του ᾽40 ως τη δικτατορία του ᾽67, τόμ. ΣΤ´, εκδ. Σοκόλη 1988, σσ. 154-193: 156-157.
Σπύρος Τσακνιάς, Πρόσωπα και μάσκες. Κριτικά κείμενα (1988-1999), Νεφέλη 2000.

Μαύρο νερό

Μιχάλης Μακρόπουλος

Ένας πατέρας κι ο ανάπηρος γιος του, με όπλο την αγάπη που τρέφουν ο ένας για τον άλλο, παλεύουν να επιβιώσουν σ’ ένα χωριό που ερημώνει, στα βουνά της Ηπείρου. Γύρω τους έχει συντελεστεί μια οικολογική καταστροφή· το νερό πλέον δεν πίνεται, τα ζώα και τα φυτά είναι δηλητηριασμένα.
Ο αγώνας τους δίνεται με λόγο λιτό και ποιητικό στο Μαύρο νερό.

Η πολιτεία Λαβύρινθος

Αργύρης Χιόνης

Στο βιβλίο περιλαμβάνονται επιλεγμένα αθησαύριστα κείμενα του Αργύρη Χιόνη, δημοσιευμένα στην πλειονότητά τους από τον ίδιο σε περιοδικά και εφημερίδες την περίοδο 1976-2011· αυτοβιογραφικά και μυθοπλαστικά αφηγήματα, πορτραίτα ομοτέχνων και ένα κείμενο στοχαστικού-ποιητικού χαρακτήρα. Μέσα στις σελίδες τους ξετυλίγεται μια πλειάδα θεμάτων: το μοτίβο του αναπόδραστου εγκλεισμού –σε μια πολιτεία λαβύρινθο εν προκειμένω–, η ανάδυση της ερωτικής επιθυμίας και η οδυνηρή διάψευση, ο εν ζωή θάνατος, ο δισυπόστατος χαρακτήρας της καλλιτεχνικής δημιουργίας, ο μοναχικός δρόμος της περιπλάνησης και ο σύμφυτος με αυτήν πόθος για την επιστροφή στην εστία κ.ά.

Ο πότης

Hans Fallada

Μετάφραση-Επίμετρο: Έμη Βαϊκούση

Δεκαετια του ᾽30. Ο Έρβιν και η Μάγδα Ζόμερ ζουν μια ήσυχη, ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή. Όλα όμως ανατρέπονται, όταν η επιχείρησή τους παίρνει την κάτω βόλτα, μετά την αποχώρηση της δραστήριας και δυναμικής Μάγδας. Η δυσμενής αυτή εξέλιξη κλονίζει τον γάμο τους συθέμελα και τελικά συνθλίβει τον Έρβιν, ο οποίος γυρίζει την πλάτη στην πραγματικότητα και καταφεύγει στο ποτό. Το αλκοόλ αμβλύνει ένα αίσθημα αδυναμίας που τον κατέτρυχε ανέκαθεν, του προσφέρει διαφυγή από την πεζή, απονεκρωμένη καθημερινότητα, που ασφυκτιά μέσα σ’ ένα σύστημα άτεγκτων γερμανικών κανόνων, και του αποκαλύπτει την απόλαυση που μπορεί να προσφέρει το ανοιξιάτικο ξύπνημα της φύσης αλλά και της καταπιεσμένης του σεξουαλικότητας. Παρασυρμένος από τη μέθη που του προκαλεί η ανακάλυψη πρωτόγνωρων εμπειριών, παραπαίοντας ανάμεσα στην ενοχή που συνεπάγεται η απώλεια της αστικής αξιοπρέπειας και στην ηδονή που νιώθει τσαλαπατώντας την, αποξενώνεται από το οικογενειακό και κοινωνικό του περιβάλλον· έρμαιο πλέον ενός ανεξέλεγκτου αλκοολισμού, θύμα των ανθρώπων του υποκόσμου που συναναστρέφεται, συλλαμβάνεται λόγω παραβατικής συμπεριφοράς και φυλακίζεται σε άσυλο.Περιγράφοντας τις ψυχικές μεταπτώσεις του ήρωα, ο συγγραφέας σκηνοθετεί με δεξιοτεχνία τη συνάντηση του τραγικού με το κωμικό, με φόντο το ζοφερό άσυλο, μικρογραφία μιας κοινωνίας που βυθίζεται στη φρίκη του Ναζισμού.

Το μυθιστόρημα Ο πότης άρχισε να γράφεται το 1944, κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του συγγραφέα σε ναζιστικό ίδρυμα λόγω αλκοολισμού και παραβατικής συμπεριφοράς, και εκδόθηκε το 1950. Με τις εμπνευσμένες προσωπογραφίες εγκληματιών και ψυχασθενών (οι οποίες, αν ήταν εικαστικά έργα, θα αποτελούσαν χαρακτηριστικά δείγματα του γερμανικού εξπρεσιονισμού), με τις περιγραφές ομοφυλοφιλικών ερώτων και τη ρεαλιστική αναπαράσταση των συνθηκών διαβίωσης, που δεν άφηναν καμιά αμφιβολία για την πρόθεση των Αρχών να οδηγήσουν τους τροφίμους σε αργό θάνατο, συνιστούσε μια πρωτοφανή παρέκκλιση από την επίσημη πολιτική στον τομέα της λογοτεχνικής παραγωγής.

[ Από το Επίμετρο της έκδοσης ]