Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες

Αργύρης Χιόνησ

Το παρόν βιβλίο είναι γραμμένο για μικρομέγαλα παιδιά και μεγαλόμικρους ενήλικες, φιλοδοξεί δε να προσφέρει παραμυθία τόσο σ’ αυτούς όσο και στους άνευ ηλικίας, δηλαδή σε όσους δεν έχουν ακόμη εγκαταλείψει την ανυπαρξία και σε εκείνους που έχουν προσωρινά εγκατασταθεί σ’ αυτήν. Λέω «προσωρινά», γιατί ακράδαντα πιστεύω πως είμαστε ανακυκλώσιμο υλικό καί, ως εκ τούτου, θα έχομε αενάως ένα ρόλο σ’ αυτό τo όνειρο που λέγεται ζωή.
Α. Χ.

Οι ιστορίες που περιλαμβάνονται στο Οριζόντιο ύψος, είτε έχουν τη μορφή του παραμυθιού είτε του μύθου είτε χρησιμοποιούν αυτοβιογραφική ύλη, λειτουργούν ως παραβολές, δίνοντας στον συγγραφέα την αφορμή να μιλήσει για τα μεγάλα θέματα: τη σχέση μας με τη φύση, την ομορφιά, τη ζωή, τον θάνατο. Ο προφανής ωστόσο παραβολικός-διδακτικός χαρακτήρας τους διαποτίζεται από μιαν έντονη χιουμοριστική τάση, που αποτυπώνεται τόσο στα Επιμύθια και στις Σημειώσεις όσο και στις ίδιες τις ιστορίες, όπου το λεκτικό χιούμορ, χρωματισμένο ενίοτε με υπερρεαλιστικές πινελιές, δημιουργεί μιαν ευφρόσυνη ατμόσφαιρα, μέχρι του σημείου ολόκληρη η πλοκή ενός αφηγήματος να οργανώνεται γύρω από ένα λογοπαίγνιο.
Τι είναι, λοιπόν, αυτό το βιβλίο, όπου, μεταξύ άλλων, τα δέντρα και τα φυτά έχουν ανθρώπινες ιδιότητες, ένας ανδριάντας βλασταίνει και κατεβαίνει από το βάθρο του, μια κρεατομηχανή αποδεικνύεται φιλόζωη, ενώ δύο σφραγιδογλύφοι περνάνε από τις σελίδες κάποιων εγκυκλοπαιδειών για να εξαφανισθούν στη συνέχεια; Τίποτε λιγότερο από ένα σοβαρό παιχνίδι, ένα παίγνιον, εντός του οποίου αναδύονται, από τη φαρδιά κοίτη του μοντερνισμού, μεταλλαγμένα η αισώπεια παραβολή και το παραμύθι. Τίποτε περισσότερο από ένα έργο που διαπνέεται από την ιδέα ότι η ζωή είναι ένα όνειρο και όλοι εμείς όνειρα που ονειρευόμαστε. Με την παιγνιώδη διάσταση του κειμένου διαλέγεται δημιουργικά η ζωγραφική της Εύης Τσακνιά.
Γ. Κ.

Λυσιμελής πόθος

Τίτος Πατρίκιος

«Ο τίτλος της μονοθεματικής παρούσας συλλογής (Λυσιμελής πόθος), δάνειος από σπάραγμα του Αρχίλοχου, εκφράζει καλά τη σωματική αμεσότητα που σαρκώνει τα επιλεγμένα ποιήματα και κλιμακώνεται από τη στέρηση, τη νοσταλγία ή την αναπόληση έως την αλογόκριτη ερωτική πρόσκληση και κατάφαση: έρωτες εφηβικοί και ανολοκλήρωτοι, έρωτες εμποδισμένοι, έρωτες ολοκληρωμένοι, όνειρα ερωτικά και ερωτικοί εφιάλτες, ερωτική δίψα και ερωτικός κόρος κυματίζουν στην ποίηση του Πατρίκιου από τα νεανικά ίσαμε τα ώριμα γραπτά του – ο ίδιος διευκρινίζει πως πρόκειται για μια παραγωγή που εκτείνεται από το 1949, ίσως και το 1947, έως το 2007 [2011]. […]Oμολογημένος ή ανομολόγητος, έμμεσα σηματοδοτούμενος ή κυριολεκτούμενος, ο έρωτας αποτελεί βασικό συστατικό γνώρισμα της ποιητικής του Πατρίκιου, τη διαμορφώνει και την εξελίσσει. […] Τούτη η συλλογή των ερωτικών του δεν είναι λοιπόν μια τυπική θεματική συνάθροιση ποιημάτων, αλλά γενναία, δημόσια αναγνώριση του έρωτα ως ποιητικής δωρεάς, ως ιδρυτικής συνθήκης της γραφής του και της οικονομίας του λόγου του».
Λίζυ Τσιριμώκου, Τα Νέα, 20.12.2008 (απόσπασμα)

Θερμά θαλάσσια λουτρά

Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος

Με τα μικρά του αφηγήματα, ο συγγραφέας τείνει να αναπλάσει έναν κόσμο οριστικά χαμένο και γι᾽ αυτό ίσως βαθιά νοσταλγημένο. Είναι ο κόσμος της εφηβείας του, με τους τοπικούς και χρονικούς προσδιορισμούς του, που του προσδίδουν το ιδιάζον χρώμα του. Η μικρή επαρχιακή γενέτειρα, με τους μυροβόλους κήπους της και τους συγκινητικά γλαφυρούς χαρακτήρες της, στα χρόνια του πολέμου και της Κατοχής, ή λίγο πριν λίγο μετά. Όταν, με δυο λόγια, ο συγγραφέας, γεννημένος στον Πύργο της Ηλείας το 1930, ήταν παιδί, έφηβος, νέος. Ο συγγραφέας δεν κάνει τίποτε για να αποκρύψει το αυτοβιογραφικό στοιχείο των ιστοριών του – για να παραπλανήσει, ενδεχομένως, τον αναγνώστη του εις ό,τι αφορά στο επινοημένο. [...] Το συγγραφικό εγώ, χωρίς να παρεμβαίνει ανοιχτά μέσα στη διήγηση, μεταγγίζει στη ματιά του αφηγητή τη δική του πείρα ζωής, ακόμη και τη φθορά του. Και από αυτή τη δυσδιάκριτη σύγκλιση των οπτικών γωνιών, κατά τη γνώμη μου, προκύπτει ο χαρακτηριστικός τόνος των διηγήσεων του Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλου, ένα κράμα τρυφερότητας και ειρωνείας, δραματικότητας και χιούμορ, εξωραϊστικού λυρισμού και διακριτικά κριτικής στάσης [...].
ΣΠΥΡΟΣ ΤΣΑΚΝΙΑΣ

Η διαύγεια στην έκφραση και η σαφήνεια στην πλοκή, μαζί με την προσήλωση του πεζογράφου στη φαινομενική λεπτομέρεια, τον τοποθετούν στο μινιμαλιστικό ρεύμα.
ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ

Ας δοκιμάσουμε, ωστόσο, να πάμε πέρα από την έντονη δροσιά και τη χάρη την οποία αποπνέουν ως εδώ τα κομμάτια του συγγραφέα, χωρίς μολοντούτο να βάλουμε στην άκρη και τον συχνά μελαγχολικό ή πεσιμιστικό τους τόνο, κι ας ψάξουμε τις βαθύτερες, υπόγειες λειτουργίες τους. [...] Εν πρώτοις να δούμε τη μονίμως αποδραματοποιημένη ή αντιδραματική στάση του: όσο δυσκολότερες είναι οι καταστάσεις οι οποίες τον απασχολούν, τόσο περισσότερο μειώνεται η συναισθηματική θερμοκρασία της αντιμετώπισής τους – με πρόδηλο αποτέλεσμα την έμμεση, αλλά πολύ δραστική επίταση της σημασίας τους. Το δεύτερο στοιχείο στο οποίο οφείλουμε να σταθούμε, καθώς προχωρούμε, είναι το τέχνασμα της παρέλκυσης της προσοχής του αναγνώστη. Ο Παπαδημητρακόπουλος στρέφει πολλές φορές την αφήγηση στα επουσιώδη των ιστοριών του, αφήνοντας την ουσία να τεκμαίρεται μόνο δια της πλαγίας – λύση η οποία υποδεικνύει εντελέστερα την εκάστοτε μυστική του συνθήκη: το υπαρξιακό άγχος, την αγωνία του θανάτου ή την πικρή συναίσθηση μιας ανέκκλητης φθοράς. Ας μην παραλείψουμε και ένα άλλο χαρακτηριστικό: τη διακριτική ειρωνεία και τον λεπτό αυτο-χλευασμό μέσω των οποίων ο Παπαδημητρακόπουλος χειρίζεται το σύνολο της θεματολογίας του, χωρίς να της επιτρέπει να χαλαρώσει, να βαλτώσει ή να σκουριάσει ούτε στιγμή.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Ο Παπαδημητρακόπουλος γράφει μικρά αφηγήματα στη διάσταση μινιατούρας, σκαλισμένα και λεπτουργημένα με τις αντίστοιχες χειροποίητες τεχνικές. [...] Διαχρονικά πιστός στη μικρή φόρμα και τη γραφή ως παίγνιο υπαινιγμών, ο συγγραφέας σε κάθε του αφήγημα στήνει ένα παιχνίδι που επιδιώκει την ενεργητικότητα του αναγνώστη. [...] Ο συγγραφέας παρασύρει, σχεδόν παγιδεύει και χειραγωγεί τον αναγνώστη, απογειώνοντάς τον. Ταχυδακτυλουργός ή ζογκλέρ του στιγμιότυπου και της μικρής κλίμακας, παραπλανά έντεχνα και κομψά τον αναγνώστη με την επιφάνεια των ιστοριών του. Άλλα του δείχνει, για να του αποκαλύψει τελικά άλλα και να τον κατευθύνει έμμεσα και από λοξούς δρόμους στον πυρήνα της συγκίνησης. Ο τρόπος που δομεί τον αφηγηματικό του λόγο αφήνει το νόημα να αιωρείται, σαν να μην ξέρεις πού πρόκειται να το πάει και αν πρέπει να σταθείς στην κυριολεξία της ιστορίας ή στη μεταφορά και τον συμβολισμό που υφέρπουν διακριτικά.
ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΑΒΙΔΑΣ


ΠΗΓΕΣ • Σπύρος Τσακνιάς, «Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος: παρουσίαση, ανθολόγηση», Η μεταπολεμική πεζογραφία. Από τον πόλεμο του ᾽40 ως τη δικτατορία του ᾽67, τόμ. ΣΤ´, εκδ. Σοκόλη 1988, σσ. 154-193: 156-157 • Ελισάβετ Κοτζιά, Ελληνικὴ πεζογραφία 1974-2010. Το μέτρο και τα σταθμά, Πόλις 2020, σ. 429 • Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, «Από την αυτοβιογραφική μνήμη στη γλώσσα του ονείρου και στην τοπιογραφική εικόνα», Σελίδες για τον Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλο, περ. Οροπέδιο, τχ. 3, καλοκαίρι 2007. (Πρβλ. και Η κίνηση του εκκρεμούς. Άτομο και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία: 1974-2017, Πόλις 2018, σσ. 153-159) • Κώστας Καραβίδας, «Ένας ταχυδακτυλουργός-τεχνίτης της γραφής», εφημ. Η Εποχή.

Ο καρπός της ασθενείας μου

Νικήτας Σινιόσογλου

Ο καρπός της ασθενείας μου ξεκινά με την κάθοδο στην ανεξέλεγκτη βουή του κόσμου και τελειώνει με την άνοδο στη στενότητα ενός δώματος. Ενδιαμέσως, ένας αμφίθυμος έρωτας σβήνει, καθρεφτίζοντας το σώμα και τον εαυτό καθώς ἐξασθενούν, την πόλη που φλεγμαίνει και φθίνει, τη φιλοσοφία που γίνεται όλο και πιο ανίσχυρη. Ένας ίσκιος αποτραβιέται από μέσα μας συνεχώς, ώσπου λησμονούμε να τον αναζητήσουμε: Είναι το πρόσωπο του έρωτα ή το δικό μας που αφανίζεται από τις διαθλάσεις κι εξαντλεί τους τρόπους του να ζήσει κι άλλο; Η αποδρομή των πραγμάτων είναι ένα αίνιγμα, μια ἄγνωστη επικράτεια. Το βιβλίο αρθρώνεται ως πειραματικό δοκίμιο και άσκηση αυτομυθοπλασίας. Είναι καμωμένο από τα οργανικά υλικά μιας γενεαλογίας του δοκιμιακού λόγου από τον Μάρκο Αυρήλιο ως τον Μονταίν: την εξομολόγηση, την τέχνη της αυτοπαρατήρησης και της αυθιστόρησης· το επαναβίωμα μιας εμπειρίας δια της αναμνημόνευσης· τον αφορισμό, την παρέκβαση και την εσωτερική περιπλάνηση· τον συνειρμό, το παράθεμα και το παράδοξο· την προτίμηση για το εφήμερο, το καθημερινό, το αλλότριο και το ακατάγραπτο.

Δοκιμάζουμε να καθρεφτίσουμε την ψυχή μας. Γινόμαστε διαφανείς –κατά το δυνατόν– και κατανοητοί. Όμως, ο γραπτός αναδιπλασιασμός του εαυτού είναι ένα νέο πλάσμα. Κι αναρωτιόμαστε: Τι λογής είναι ο καρπός αυτός;

Κόκκινα φύλλα

Ουίλλιαμ Φώκνερ


Μετάφραση - επίμετρο: Γιάννης Παλαβός

Τα Κόκκινα φύλλα (1930) αναγνωρίζονται ομόθυμα ως ένα από τα κορυφαία έργα μικρής φόρμας του Ουίλλιαμ Φώκνερ.
Το διήγημα αφηγείται μια αγωνιώδη ιστορία καταδίωξης. Όταν ο αρχηγός μιας φυλής αυτοχθόνων της Γιοκναπατάουφα πεθαίνει, το έθιμο επιτάσσει να ταφεί μαζί με το άλογο, το σκυλί και τον μαύρο σκλάβο του. Ωστόσο ο σκλάβος αποδρά.
Ο Φώκνερ περιγράφει ρεαλιστικά αλλά και με επικό τόνο το ανθρωποκυνηγητό που εξαπολύεται, προσδίδοντάς του τελετουργικό χαρακτήρα, και μετατρέπει τη θυσία του φυγά σε αλληγορία για την κοινή ανθρώπινη μοίρα. Παράλληλα, θίγει εδώ για πρώτη φορά, με δηκτικό τρόπο, το ζήτημα της δουλοκτησίας στον αμερικανικό Νότο και την ηθική παρακμή των ιθαγενών, που, μιμούμενοι τους λευκούς, έχουν στην κατοχή τους μαύρους σκλάβους.
Χαρακτηριστικό δείγμα της μοντερνιστικής γραφής του Φώκνερ κατά τη δεκαετία του ’30, τα Κόκκινα φύλλα είναι, παρά τη βία που τα διαποτίζει, ένα κείμενο ποιητικό και πυκνό σε συμβολισμούς, που αποτυπώνει τον τρόμο του ανθρώπου ενώπιον του θανάτου και την άσβεστη δίψα του για ζωή.

Χώρα αναμονής

Αριάδνη Καλοκύρη

Η Χώρα αναμονής είναι σαν το παιχνίδι της γυάλινης σφαίρας. Μέσα της, αντί για τεχνητό χιόνι, ανακατεύονται αντικείμενα, πρόσωπα, ιστορίες. Όσο κουνάμε αυτή τη σφαίρα, η εικόνα αλλάζει. Ο χρόνος γίνεται κυνηγός, αλλοιώνεται και ξεγλιστρά· ενώ η μνήμη ταξιδεύει με το νέφος της φαντασίας. Αυτή η χώρα αιωρείται κάπου ανάμεσα. Εύθραυστη, λοξή και, δυνάμει, αιχμηρή.