Η ιδεολογική προπαρασκευή της Επανάστασης

Κ. Θ. Δημαράς / Φ. Ηλιού

Καλλιεργούμε την εθνική μνήμη έξω από τα χρονικά πλαίσια, με τρόπο τέτοιο ώστε να σμίγουν τελικά μέσα στην ιστορική μας συνείδηση η περικεφαλαία του Περικλή με
την περικεφαλαία του Κολοκοτρώνη.
Κ. Θ. ΔΗΜΑΡΑΣ

Πρώτη δημοσίευση μιας ραδιοφωνικής συνομιλίας του Κ. Θ. Δημαρά με τον Φίλιππο Ηλιού. Η εκπομπή, με τίτλο «Η ιδεολογική προπαρασκευή της Επανάστασης» μεταδόθηκε τον Μάρτιο του 1982 στο πλάισιο του κύκλου των επιμορφωτικών και ενημερωτικών εκπομπών του Α΄ Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας για την επέτειο του 1821. Το ηχογραφημένο τεκμήριο διασώζεται στο αρχείο του Γιώργου Ζεβελάκη «Φωνές») (https://bit.ly/36NxFXp) Στο Επίμετρο, με τίτλο «Αταίριαστες περικεφαλαίες», ο αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών Γιάννης Παπαθεοδώρου κάνει μια εμπεριστατωμένη αναδρομή στη σχέση των δύο μεγάλων διανοητών, του ιστορικού των νεοελληνικών γραμμάτων Κ. Θ. Δημαρά (1904-1992) και του ιστορικού Φίλιππου Ηλιού (1931-2004), καθώς και στις διάφορες ερμηνείες της Ελληνικής Επανάστασης.

Επίμετρο: Γιάννης Παπαθεοδώρου

Εθνικιστές και πατριώτες

Maurizio Viroli

Σειρά minima

[ Μετάφραση / Σχόλια: Δημήτρης Δ. Αρβανιτάκης ]

Γιατί ο εθνικισμός είναι επικίνδυνος και πρέπει να καταπολεμηθεί με απολύτως ανυποχώρητο τρόπο; Γιατί δεν γεννιέται ως γλώσσα που εξυμνεί την ελευθερία, αλλά ως γλώσσα που εξυμνεί την πολιτισμική ή την εθνοτική ομοιογένεια: δεν διδάσκει τον σεβασμό στο ανθρώπινο πρόσωπο, αλλά δικαιολογεί την περιφρόνηση για όσους δεν ανήκουν στο δικό μας έθνος. Τα εγκλήματα εναντίον της ανθρωπότητας που διαπράχθηκαν στο όνομα του εθνικισμού δεν ήταν σφάλματα, αλλά λογικές συνέπειες των αρχών αυτού του δόγματος
. (σ. 108–109) Στο διάβα των αιώνων, σε διάφορα διανοητικά και πολιτικά περιβάλλοντα, ο ρεπουμπλικανικός πατριωτισμός κατόρθωνε να ενθαρρύνει άνδρες και γυναίκες να δουλέψουν μαζί για να μετατρέψουν τις κοινότητές τους σε αγαθές ρεπούμπλικες, εντός των οποίων καθένας θα μπορούσε να ζήσει ως ελεύθερος πολίτης· ένωνε όσους ήθελαν να παλέψουν ενάντια στην κοινωνική και πολιτική ανισότητα· έδινε δύναμη στους αποκλεισμένους, που ζητούσαν την πλήρη αναγνώριση των κοινωνικών και των πολιτικών τους δικαιωμάτων. Αν αντιμετωπιστεί όπως πρέπει, ο πατριωτισμός μπορεί να υποστηρίξει και σήμερα διαφορετικές μορφές αγώνα για χειραφέτηση και αναγνώριση. (σ. 113–114)

Είναι οι έννοιες «πατρίδα» και «έθνος» αντιδραστικές; Είναι το «έθνος» και η «πατρίδα» περιουσία των εθνικιστών και των «υπερπατριωτών»; Έχουν τρόπο οι κοινωνίες, οι δημοκρατικοί πολίτες και η Αριστερά να αντιπαρατεθούν αποτελεσματικά αφενός στη λαίλαπα της παγκοσμιοποίησης και αφετέρου στον ολοένα ογκούμενο τυφλό εθνικισμό; Μπορούν ο Όρμπαν, ο Σαλβίνι, ο Τραμπ και οι ομοϊδεάτες τους να είναι οι νικηφόροι κάτοικοι του μέλλοντος της ανθρωπότητας;
Ο Μαουρίτσιο Βιρόλι, για να απαντήσει στα απολύτως επείγοντα αυτά ερωτήματα του σήμερα, στρέφεται στις πηγές, στην ιστορία και στη διαπάλη των ιδεών, από τον 18ο αιώνα μέχρι τις μέρες μας. Επιστρέφει στις ρίζες για να κατανοήσει τον εθνικισμό (Χέρντερ) στην πολεμική του απέναντι αφενός στον κοσμοπολιτισμό (Βολταίρος, Λέσσινγκ, Γκαίτε) και αφετέρου στον ρεπουμπλικανικό πατριωτισμό, όπως αυτός διατυπώθηκε από τον Ρουσσώ, τη Γαλλική Επανάσταση (αλλά και τις ρεπουμπλικανικές αναγνώσεις του εθνικισμού από στοχαστές όπως ο Φίχτε), κυρίως όμως από τον Τζουζέππε Ματσίνι και την «καλύτερη παράδοση» του ιταλικού Risorgimento και την κληρονομιά του (ιταλική αντίσταση στον φασισμό). Για να κατανοήσει και να τεκμηριώσει ότι ο εθνικισμός είναι η απόλυτη διαστρέβλωση της φιλοπατρίας και ότι ο ρεπουμπλικανικός πατριωτισμός αποτελεί (ή καλύτερα: θα μπορούσε να αποτελέσει) την εγγύηση ενός πολιτικού συμβολαίου ελεύθερων και ισότιμων πολιτών.

Κάφκα – Ουέλς – Μπένγιαμιν. Εγκώμιο του πολιτισμικού πεσιμισμού

Michael Löwy

Σειρά minima

[ Μετάφραση: Κατερίνα Γούλα ]

Ο Φραντς Κάφκα, ο Όρσον Ουέλς και ο Βάλτερ Μπένγιαμιν αντιπροσωπεύουν τρεις πολύ διαφορετικές παραλλαγές του αριστερού πολιτισμικού πεσιμισμού που αναπτύσσεται μέσα στο ευρύτερο πολιτικό και διανοητικό ρεύμα του Kulturpessimismus στην Κεντρική Ευρώπη. Στο έργο του Η Δίκη, ο πεσιμιστής Κάφκα φέρνει στο φως τη θανατηφόρα δύναμη των «μηχανισμών» και την ανημπόρια των ατόμων να αντισταθούν, θύματα καθώς είναι της εθελοδουλίας τους. Η ομώνυμη ταινία του Όρσον Ουέλς συμμερίζεται αυτή την ερμηνεία, μολονότι την εκφράζει χρησιμοποιώντας μιαν άλλη γλώσσα. Τέλος, ο Μπένγιαμιν, ο οποίος είχε διαβάσει με απεριόριστη προσοχή τα έργα του Κάφκα, είχε εντυπωσιαστεί βαθιά από την «απουσία ελπίδας» των κατηγορουμένων της Δίκης. Αυτός ο αριστερός πολιτισμικός πεσιμισμός επανέρχεται άραγε σήμερα στο προσκήνιο, ενόψει της οικολογικής καταστροφής που πλησιάζει με γοργό βήμα ή της θεαματικής αναρρίχησης στην εξουσία ακροδεξιών ή φασιζουσών κυβερνήσεων από τη μια άκρη του πλανήτη ως την άλλη; Μήπως πρέπει όμως να εξισορροπήσουμε τον πεσιμισμό του λόγου με τον οπτιμισμό της βούλησης, όπως πρότεινε ο Αντόνιο Γκράμσι (επικαλούμενος τον Ρομαίν Ρολλάν); (Από τον πρόλογο του συγγραφέα)
Ο ΜΙΚΑΕΛ ΛΕΒΥ γεννήθηκε στη Βραζιλία από εβραίους Βιεννέζους γονείς το 1938 και ζει στο Παρίσι από το 1969. Σήμερα είναι ομότιμος διευθυντής έρευνας στο CNRS. Το 1994 του απονεμήθηκε το Αργυρό Μετάλλιο του CNRS και φέτος βραβεύτηκε με το «Ευρωπαϊκό Βραβείο Βάλτερ Μπένγιαμιν 2020» για το τελευταίο βιβλίο του La révolution est le frein d’urgence. Essais sur Walter Benjamin, Editions de l’éclat, 2019, καθώς και για τη γενικότερη συμβολή του στη μελέτη και στη διάδοση της σκέψης του Μπένγιαμιν. Έχει γράψει πολλά βιβλία και άρθρα, που έχουν μεταφραστεί σε τριάντα γλώσσες. Πολλά από αυτά κυκλοφορούν και στα ελληνικά.

Η μάγισσα

Ζυλ Μισλέ

Εισαγωγή: Ανδρονίκη Διαλέτη
Μετάφραση:
Έφη Κορομηλά


Διαβάζοντας σήμερα τη Μάγισσα (La Sorcière, 1862), και ιδιαίτερα το πρώτο μέρος του έργου, έχουμε συχνά την αίσθηση ότι πρόκειται για ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Ο Μισλέ υιοθετεί τη μέθοδο του πανεπόπτη αφηγητή, ο οποίος δεν περιγράφει μόνο τις πράξεις των ιστορικών υποκειμένων αλλά εισχωρεί στον ψυχισμό τους, τα συναισθήματά τους, τις μύχιες σκέψεις, τις επιθυμίες και τους φόβους τους˙ δημιουργεί, με τα υλικά του ιστορικού, μυθιστορηματικούς ήρωες και ηρωίδες.
Η Μάγισσα γράφεται την περίοδο που ο Μισλέ έχει ριζοσπαστικοποιηθεί πολιτικά και έχει απομακρυνθεί ιδεολογικά από τους εκκλησιαστικούς θεσμούς και τα χριστιανικά ιδεώδη. Το έργο διαδραματίζεται σ’ έναν οπισθοδρομικό, μελαγχολικό και πληκτικό Μεσαίωνα και εγγράφεται στο ρεύμα της γαλλικής ρομαντικής ιστοριογραφίας, που κυρίαρχο στοιχείο της είναι η ιδιαίτερη συναισθηματική και ιδεολογική εμπλοκή του ιστορικού με το παρελθόν και τους κατοίκους του.
Σήμερα που η ιστοριογραφία για τη μαγεία και το κυνήγι των μαγισσών γνωρίζει ιδιαίτερη ανάπτυξη διεθνώς και που η σύγχρονη φεμινιστική ενασχόληση με τις μάγισσες και τις ιστορίες τους παραμένει ζωντανή, η αναδρομή στην πρώιμη ανάγνωση του Μισλέ φωτίζει το ευρύ φάσμα των προσεγγίσεων ενός αποτρόπαιου ιστορικού γεγονότος που εξακολουθεί να στοιχειώνει το συλλογικό φαντασιακό του δυτικού κόσμου, έχοντας εμπνεύσει ιστοριογράφους, κινήματα, αλλά και τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο.
_______________

Ο JULES MICHELET (1798–1874), από τις σημαντικότερες μορφές της γαλλικής ιστοριογραφίας του 19ου αιώνα, εργάστηκε στα Εθνικά Αρχεία της Γαλλίας και δίδαξε στο Collège de France, για να πέσει, αργότερα, σε πολιτική δυσμένεια και να χάσει όλα τα δημόσια αξιώματά του το 1852. Πολυγραφότατος, άφησε, μεταξύ άλλων, μια εξάτομη Ιστορία της Γαλλίας (1833–1844) και μια επτάτομη Ιστορία της [Γαλλικής] Επανάστασης (1847–1853).

Δον Ζουάν

Γεώργιος Σουρής

{ Εισαγωγή: Γιώργος Κοροπούλης }

Εκατό χρόνια έκλεισαν πέρσι από το θάνατο του σατιρικού ποιητή Γεωργίου Σουρή (1853–1919). Για να τιμήσει την επέτειο, το ΜΙΕΤ αποφάσισε να εκδώσει το εκτενές ποίημά του «Δον Ζουάν».
Πολυγραφότατος και δημοφιλέστατος την εποχή του, ο Σουρής εξέδιδε επί τέσσερις σχεδόν δεκαετίες (1883–1918) την εβδομαδιαία εφημερίδα Ο Ρωμηός, την οποία έγραφε εξολοκλήρου μόνος του, και μάλιστα σε έμμετρη μορφή. Παράλληλα εξέδωσε πέντε τόμους ποιημάτων, έγραψε κωμωδίες και μετέφρασε Αριστοφάνη. Παρά τις σποραδικές, και συνήθως ευκαιριακές, αναφορές σε στιχουργήματά του, παραμένει εν πολλοίς άφαντος από το σημερινό εκδοτικό τοπίο.
Στην εμπεριστατωμένη μελέτη του με την οποία μάς εισάγει στο εκτενές ποίημα του Σουρή «Δον Ζουάν», ο Γιώργος Κοροπούλης εξετάζει μέσα από ένα πολυεπίπεδο πρίσμα το έργο του σατιρικού ποιητή αλλά και την περιρρέουσα πνευματική ατμόσφαιρα της εποχής.
Την έκδοση συμπληρώνουν: το αυτοβιογραφικό ποίημα του Σουρή «Εγώ – εις Ρωσίαν», μια ολοζώντανη υπεράσπιση του Σουρή από τα βέλη του Ψυχάρη γραμμένη από τον Γρηγόριο Ξενόπουλο και δημοσιευμένη στο περιοδικό των δημοτικιστών Νουμάς το 1905, σε μια παθιασμένη στιγμή του γλωσσικού ζητήματος, καθώς και ευρετήριο κυρίων ονομάτων που απαντούν στον τόμο

Ο αγώνας για την ελληνική γλώσσα κατά την Αναγέννηση

Ζαν-Κριστόφ Σαλαντέν

[ Μετάφραση : Μαρία Στρατσάνη ]

Το βιβλίο του Γάλλου ιστορικού Ζαν-Κριστόφ Σαλαντέν Ο αγώνας για την ελληνική γλώσσα κατά την Αναγέννηση έχει ως βάση την ομότιτλη διατριβή του, την οποία εκπόνησε υπό την εποπτεία του Πιέρ-Βιντάλ Νακέ.
Η ελληνική γλώσσα, που είχε εξαφανιστεί από την Ευρώπη τον καιρό των μεγάλων επιδρομών και μεταναστευτικών ρευμάτων της Ύστερης Αρχαιότητας,
επιστρέφει θεαματικά τον 15ο αιώνα. Με τον ενθουσιασμό των ουμανιστών για τη γλώσσα του Ομήρου ξεχάστηκαν οι βίαιες αντιδράσεις των
σχολαστικών απέναντί της. Όταν ο Έρασμος τόλμησε να αμφισβητήσει τη λατινική Βουλγάτα και να προβάλει την ελληνική «αλήθεια» (1516), ξέσπασε
σκάνδαλο. Ο Λούθηρος, εκμεταλλευόμενος την περίσταση, αμφισβήτησε την αυθεντία της Ρώμης, και έτσι οι ελληνιστές κατηγορήθηκαν ότι παίζουν το
παιχνίδι της Μεταρρύθμισης (qui graecizabant, lutheranizabant).
Η θέση της ελληνικής γλώσσας συνδέθηκε στενά με της εβραϊκής, της άλλης ιερής γλώσσας που ανταγωνιζόταν τη λατινική.
Για να χτυπηθεί το κακό στη ρίζα του, η Σύνοδος του Τριδέντου αποφάσισε τελικά να επιβάλει τα λατινικά της Βίβλου (1545), να απαγορεύσει την πρόσβαση στις
ελληνικές ή τις εβραϊκές πηγές και να καταχωρίσει στη μαύρη βίβλο τα ονόματα των γνωστότερων ελληνιστών και των τυπογράφων / εκδοτών τους, με αποτέλεσμα οι ελληνικές σπουδές να υποχωρήσουν για καιρό στην Ευρώπη της Αντιμεταρρύθμισης.
Ξαναζωντανεύοντας τα έργα και τους πρωταγωνιστές και αποκαλύπτοντας τί πραγματικά διακυβευόταν, η μελέτη αυτή παρακολουθεί πώς εξελίχθηκε επί δύο
ολόκληρους αιώνες ο αγώνας για την ελληνική γλώσσα.

Ο ΖΑΝ-ΚΡΙΣΤΟΦ ΣΑΛΑΝΤΕΝ είναι διδάκτωρ ιστορίας (Σχολή Ανώτερων Σπουδών στις Κοινωνικές Επιστήμες [EHSS], Τομέας Ευρωπαϊκοῦ Πολιτισμοῦ) και σκηνοθέτης του θεάτρου, γεννημένος το 1948. Μεταξύ άλλων, διευθύνει τη σειρά «Le Miroir des humanistes» («Ο καθρέφτης των ουμανιστών») στις εκδόσεις Belles Lettres. Επιπλέον, είναι επικεφαλής μιας ομάδας εξήντα και πλέον μεταφραστών που μεταφράζουν τα Adagia (Παροιμιακές ρήσεις) του Εράσμου και επιμελητής της πλήρους δίγλωσσης έκδοσης του ερασμικού αυτού έργου.

Γύρω στον Καβάφη. Άρθρα και μελέτες (1974–2008)

Ρενάτα Λαβανίνι

«Τα κείμενα που συγκεντρώνονται σε τούτο τον τόμο γράφτηκαν κατά τη διάρκεια ενός μεγάλου χρονικού διαστήματος (1974–2008). Καθώς δημοσιεύθηκαν σχεδόν στο σύνολό τους στην Ιταλία, παρόλο που δεν διέφυγαν την προσοχή μερικών τουλάχιστον ειδικών, έμειναν ίσως λιγότερο προσιτά στον ευρύτερο κύκλο των μελετητών του Καβάφη.
Τα πρώτα τέσσερα από τα άρθρα αυτά είναι καρπός της πρώτης μου επαφής με τον ποιητικό λόγο του Καβάφη, τον οποίο προσπάθησα να αντιμετωπίσω, τουλάχιστον στην αρχή, ακολουθώντας τις μεθόδους ερμηνείας της υφολογικής και φορμαλιστικής κριτικής, η οποία δίνει προτεραιότητα στο κείμενο, στη γλωσσική και μορφολογική του δομή. Η πρόταση να αναλάβω την επιμέλεια της έκδοσης των Ατελών ποιημάτων του Καβάφη έστρεψε από τότε αλλού το βλέμμα μου, καθώς το έργο αυτό, που κράτησε πολλά χρόνια, έγινε η κύρια απασχόλησή μου, οπότε τα υπόλοιπα γραπτά μου με αντικείμενο τον Καβάφη προέκυψαν όχι τόσο από ένα ενιαίο πρόγραμμα εργασίας, αλλά μάλλον από παρατηρήσεις και σκέψεις για τις οποίες έδινε αφορμή η καθημερινή εξοικείωσή μου με το έργο του ποιητή, όπως η εξερεύνηση των σχέσεών του με την Ιταλία και το αλεξανδρινό περιβάλλον, θεμάτων και μορφών της ποίησής του, αλλά και της πρόσληψης της ποίησής του στην Ελλάδα.
Ο τόμος περιλαμβάνει επίσης ένα δείγμα «γενετικής» έκδοσης των 154 ποιημάτων του κανόνα («Από το “Πτολεμαίου Καίσαρος” στο “Καισαρίων”») και κλείνει με τη μνήμη του πρόωρα χαμένου καταλανού φίλου μας Αλέξη Eudald Solà, νεοελληνιστή και μεταφραστή του Καβάφη.
(Από τον Πρόλογο της Ρενάτας Λαβανίνι)

Η έκδοση περιλαμβάνει επίσης Πίνακα Πρώτων Δημοσιεύσεων, αναλυτική Βιβλιογραφία, Ευρετήριο Καβαφικών Έργων και Ευρετήριο Κυρίων Ονομάτων. Η RENATA LAVAGNINI σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Παλέρμο. Από το 1990 μέχρι το 2012 υπήρξε τακτική καθηγήτρια μεσαιωνικής και νέας ελληνικής φιλολογίας στο ίδιο πανεπιστήμιο. Είναι γενική γραμματέας του Σικελικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών (www.issbi.org) και από το 1979 είναι επίτιμη πρόξενος της Ελλάδας στο Παλέρμο. Έχει αφιερώσει διάφορες μελέτες στον ποιητή Κ. Π. Καβάφη και επιμελήθηκε την έκδοση των ατελών ποιημάτων του (Ίκαρος, Αθήνα 1994).

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως

Thomas Gordon

Μετάφραση : Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Φιλολογική επιμέλεια: Λαμπρινή Τριανταφυλλοπούλου
Συνεπιμελητές: Άγγελος Μαντάς, Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος
Εισαγωγή: Αγλαΐα Κάσδαγλη
Πρόλογος: Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος



Το βιβλίο αυτό του Βρετανού φιλέλληνα Τόμας Γκόρντον (1788-1841) συγκαταλέγεται στα πρωιμότερα έργα που γράφτηκαν για την Ελληνική Επανάσταση και από την αρχή θεωρήθηκε ένα από τα σοβαρότερα και εγκυρότερα. Σημαντική είναι άλλωστε η επίδραση που άσκησε στις πολύ γνωστές σήμερα ιστορίες του Τζορτζ Φίνλεϋ και του Σπυρίδωνος Τρικούπη.
Γόνος πλούσιας σκοτσέζικης οικογένειας, ο Τόμας Γκόρντον (Θωμάς Γόρδων επί το ελληνικότερον) σπούδασε στο Ήτον και στην Οξφόρδη. Η κλασική παιδεία του εξηγεί ως ένα βαθμό τον ενθουσιασμό του για την Ελλάδα και την ανάμειξή του στις ελληνικές υποθέσεις. Σε όλη τη διάρκεια του πολέμου για την ανεξαρτησία της Ελλάδας ο Γκόρντον πρόσφερε την αμέριστη υλική και ηθική συμπαράστασή του στον αγώνα των Ελλήνων, κυρίως από τη Σκοτία. Και για δύο μάλλον σύντομα χρονικά διαστήματα συμμετείχε ενεργά σε αυτόν τον αγώνα: πρώτα στις αρχές της Επανάστασης, οπότε πολέμησε υπό τον Δημήτριο Υψηλάντη και έλαβε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, και κατόπιν το 1826-1827. Αυτή η δεύτερη και πιο μακρόχρονη περίοδος της άμεσης συμμετοχής του συνέπεσε με τους καταστροφικούς εμφυλίους πολέμους και
την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο. Στην περίπτωση αυτή, ειδική αποστολή του Γκόρντον ήταν να φέρει στους Έλληνες το τελευταίο ποσόν του δευτέρου αγγλικούδανείου, διατηρώντας απόλυτο έλεγχο της διαχείρισής του. Μεταξύ άλλων, επιχείρησε να αναδιοργανώσει μαζί με τον Φαβιέρο τον τακτικό στρατό και ηγήθηκε (ως την παραίτησή του) της αποτυχημένης εκστρατείας του Φαλήρου. Μετά τη λήξη των πολεμικών επιχειρήσεων και ως τον θάνατό του, η ζωή του Γκόρντον μοιράστηκε μεταξύ των δύο τόσο διαφορετικών τόπων που είχε αγαπήσει: της Σκοτίας και της Ελλάδας.
«Το έργον είνε σπουδαίον και το επόνεσα», έγραφε τον Νοέμβριο του 1903 ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στον Γιάννη Βλαχογιάννη για το βιβλίο του Γόρδωνα. Και η μετάφραση του έργου είναι επίσης σπουδαία. Όπως σημειώνει στον πρόλογό του ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος: «Παρά τα βάσανά του, ο Παπαδιαμάντης μεταφράζει στοργικά τον Γόρδωνα. Και μολονότι η καθαρεύουσά του είναι εδώ επισημότερη, δεν βρισκόμαστε μακριά από το θαυμαστό γλωσσικό αμάλγαμα των διηγημάτων του».