
Ο Νίκος ο Χουλιαράς αγαπούσε ιδιαίτερα δυο πολύ ολιγόλογα ρεφρέν, πάρα πολύ ολιγόλογα, σαν το Μολών Λαβέ λακωνικά.
Πρώτα, το ηπειρώτικο στο:
«Χτες αργά με το φεγγάρι
σ’ είδα μ’ άλλο παλικάρι.
Άλλον αγαπάς,
άλλον αγαπάς».
Κι ύστερα, από του Απόστολου Χατζηχρήστου:
«Τράβα, τράβα, τράβα, καροτσέρη, τράβα,
και στο Καλαμάκι κόψε για ουζάκι.
— Ε, ρε ντουνιά!».
Δίκιο μεγάλο είχε. Όπως και για τον κρητικό του αγαπημένο στίχο: «Από τη χέρα το βαστώ και πάλι αναζητώ το».
Τι πιο πέρα από αυτά, ποια πιο μεγάλη ποίηση; Και ποια πιο μεγάλη υπέρβαση από αυτές τις εξαίρετες ταπεινότητες, τις μάχες τις πιο σκληρές με την άχαρη πραγματικότητα, με των ανθρώπων και της ζωής τα παράξενα;
(Ακούγαμε μαζί σε μια παράσταση τα μουσικά κατορθώματα ενός μπερδεμένου νεαρού τότε συνθέτη, μετέπειτα αρκετά γνωστού και μη εξαιρετέου. Τον ρώτησα πώς του φαίνονταν. Είπε ο Νίκος: — Σαν τεκές Σουηδού αρχιτέκτονα στην Εκάλη...).