Ο Γιούργκεν Χάμπερμας (1929-2026)


Η αλήθεια δεν είναι κάτι που κατέχουμε, αλλά κάτι που αναζητούμε μαζί
Χ Α Μ Π Ε Ρ Μ Α Σ


Πρόσφατα, έφυγε από τη ζωή στα 96 του, ο φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας. Το 1962, δημοσιεύει το πρώτο του βιβλίο με τίτλο Ο δομικός μετασχηματισμός της Δημόσιας Σφαίρας: πρόκειται για μια εντυπωσιακή κοινωνικοϊστορική ανάλυση του κράτους και της κοινωνίας τον 18ο και 19ο αιώνα, όπου περιγράφεται λεπτομερώς ο σχηματισμός της «δημόσιας σφαίρας», του χώρου δηλαδή μέσα στην κοινωνική ζωή των πολιτών στον οποίο συμμετέχουν με κριτικούς λόγους· η διυποκειμενικότητα που διέπει τους ισχυρισμούς για «αλήθεια» και «ορθότητα» σε μια συζήτηση, είναι αυτό που συμβάλλει στη λειτουργία αυτής της σφαίρας. Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, η πολιτική δημόσια σφαίρα έγινε πιο διευρυμένη, δημιουργώντας την απαίτηση για μεγαλύτερη διαμεσολάβηση μεταξύ των συμμετεχόντων σε διάλογο. Το προαναφερθέν βιβλίο μιλά προφητικά για την αποτυχία των μέσων ενημέρωσης ως προς τον ρόλο τους στη δημόσια διαβούλευση, δεδομένου ότι εφόσον χειραγωγούνται από τις οικονομικές επιταγές της αγοράς τείνουν να μεταδίδουν περισσότερο ό,τι αποφέρει κέρδος ―όπως π.χ. ψυχαγωγικό περιεχόμενο― με αποτέλεσμα οι άνθρωποι να ασχολούνται λιγότερο με τα τρέχοντα γεγονότα. Αργότερα, διατηρώντας την ίδια ανησυχία, ο συγγραφέας θα στρέψει την προσοχή του στην εμφάνιση της ψηφιοποίησης και της ευρείας χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όπου καθώς το ευρύ κοινό εμπορευματοποιείται, οι καταναλωτές μετατρέπονται σε συγγραφείς και συντάκτες μαζικής πολιτικής επικοινωνίας: τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης παύουν να παίζουν τον ρόλο του ρυθμιστή των κανόνων, οι περιθωριοποιημένες φωνές πλέον ακούγονται, αναπτύσσεται μια αλληλεγγύη πέρα από τα όρια. Όμως η μη ρυθμιζόμενη μαζική επικοινωνία δεν ευνοεί τη δημόσια πολιτική σφαίρα αφού η παραπληροφόρηση και οι θεωρίες συνωμοσίας διαταράσσουν την διυποκειμενικότητα, προκαλώντας κατακερματισμό της δημόσιας σφαίρας. Έτσι, ο Χάμπερμας αναρωτιέται για το πότε το κοινό θα είναι σε θέση να παράγει περιεχόμενο που να ανταποκρίνεται στα πρότυπα της διαβουλευτικής πολιτικής· αντ’ αυτού, ο κατακερματισμός της δημόσιας σφαίρας μειώνει την προθυμία για αλληλεπίδραση, την ίδια στιγμή που οι αλγόριθμοι περιορίζουν τη διαδικτυακή συζήτηση σε ομοιογενείς συμμετέχοντες. Σε κάθε περίπτωση, ο συγγραφέας πιστεύει στην απελευθερωτική ικανότητα της λογικής, προκειμένου να μας βοηθήσει να βρούμε τρόπους να ζούμε καλύτερα μαζί. Γι’ αυτό το λόγο θεωρεί ότι η ιστορία, μέσω της δικής μας χρήσης της λογικής μέσα σε αυτήν, κινείται προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, παρόλο που της λείπει ένα καθορισμένο τέρμα·  τα κύρια εμπόδια στην ελεύθερη χρήση της λογικής αφορούν τις δυνάμεις κυριαρχίας του καπιταλισμού οι οποίες καθιστούν αδιανόητη την ιδέα του «γενικού συμφέροντος».

Ο Γερμανός φιλόσοφος γεννήθηκε στο Ντίσελντορφ το 1929, τη χρονιά της κατάρρευσης της Wall Street. Ο πατέρας του ήταν μέλος του ναζιστικού κόμματος και, όπως ο Γκίντερ Γκρας και πολλοί της γενιάς του, υπηρέτησε στη χιτλερική νεολαία: ο Χάμπερμας ήταν από τους πρώτους νεαρούς Γερμανούς για τους οποίους ο πόλεμος παρείχε μια εμπειρία μεταστροφής μακριά από τον εθνικισμό. Σε ηλικία 20 ετών, επιτέθηκε στον Χάιντεγκερ επειδή είχε επανεκδώσει ένα έργο από τη ναζιστική περίοδο χωρίς να λάβει υπόψη τη συμβολή και την εμπλοκή του στον πόλεμο. Πολλά χρόνια αργότερα, σε μια διάλεξή του, θα πει: «Ο τυφλοπόντικας της λογικής είναι τυφλός μόνο με την έννοια ότι μπορεί να ανιχνεύσει την αντίσταση ενός άλυτου προβλήματος, χωρίς να γνωρίζει αν θα υπάρξει λύση· αλλά είναι αρκετά πεισματάρης ώστε να προχωρήσει μπροστά στα υπόγεια περάσματα» : αναμφίβολα, πρόκειται για τον φιλόσοφο που διαμόρφωσε τη μεταπολεμική συνείδηση της Γερμανίας. Από τις καυστικές κριτικές της φασιστικής σκέψης τη δεκαετία του 1950 έως τις πιο πρόσφατες προειδοποιήσεις κατά της αναζωπύρωσης του μιλιταρισμού και του εθνικισμού στη Γερμανία, πάντοτε οι δημόσιες παρεμβάσεις του ήταν καίριας σημασίας. Λαμβάνοντας υπόψη κάποιους ιστορικούς που έλεγαν ότι τα ναζιστικά εγκλήματα δεν ήταν μοναδικά και μπορούσαν να γίνουν κατανοητά στο ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο του πολέμου και της βίας στην Ευρώπη, ο Χάμπερμας το 1986 ξεκίνησε μια συζήτηση για το Ολοκαύτωμα, με το να τονίσει τη μοναδικότητα των ναζιστικών φρικαλεοτήτων, λέγοντας ότι η συμφιλίωση με το παρελθόν έχει τεράστια σημασία για την ταυτότητα της χώρας. Κατόπιν, στράφηκε όλο και περισσότερο στη θρησκεία ως μια δυνητικά ευεργετική δύναμη στη σύγχρονη κοινωνία, τασσόμενος υπέρ της συνύπαρξης βέβηλου και ιερού, ωστόσο ομολογούσε χαρακτηριστικά: «Είμαι, από θρησκευτικής άποψης, μάλλον άφωνος». Τελευταία, ύστερα μάλιστα από την επίθεση της Ρωσίας στην Ουκρανία, δήλωνε την ανησυχία του για το γεγονός ότι η σύγκρουση με μια πυρηνική δύναμη αντί να προκαλέσει αγωνιώδη σκέψη, αντίθετα προκάλεσε αμέσως μια έντονα συναισθηματική νοοτροπία πολέμου, εκφράζοντας συνάμα τον φόβο ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία θα έχει ως αποτέλεσμα η Ευρώπη να σκοτώσει τα τελευταία απομεινάρια της γεωπολιτικής της αξιοπιστίας. Ήταν και παρέμεινε έως το τέλος, απόλυτα διαυγής η στοχαστική του σκέψη. ― Αντίο, Χάμπερμας!