
Ήταν η δεύτερη φορά που με καλούσε εκτάκτως στο σπίτι του. Η πρώτη ήταν όταν είχε πεθάνει ο Αλέκος Πατσιφάς και μου τηλεφώνησε κι εμένα ν’ ανεβώ, για να προλάβουμε, είπε, να σώσουμε τη «Λύρα» από τα νύχια των γνωστών παμφάγων άγριων παιδιών.
Ήθελε τώρα να προσπαθήσουμε να βελτιώσουμε μια δουλειά, που ήταν να μπει στο στούντιο την επομένη, με υπερβολικούς φεμινιστικούς στίχους, σχεδόν φανατικούς.
Παλεύαμε κι οι δύο ώρες. Οι στίχοι μάς κρατούσαν δεμένους σε περιοχές δύσκολες, έξω τελείως από την εποπτεία μας. Κατά τα χαράματα, ο Διονύσης έκανε τον σταυρό του και αναφώνησε: —Απίστευτο, ε; Δυο μαντράχαλοι τη δεκαετία του ’80 στο Ψυχικό μες στη νύχτα γράφουμε φεμινιστικούς στίχους!
Νομίζω πως ήταν την ίδια βραδιά που αναφέρθηκε στα παιδιά του που κοιμόντουσαν μικρά στα δωμάτιά τους δίπλα: —Αυτά τώρα νομίζουν πως τα φυλάμε εμείς. Εμάς όμως ποιος μας φυλάει; Του απάντησα: —Εκείνα τα ίδια, βέβαια.
(Το επιβεβαίωσα αυτό χρόνια αργότερα στο ναυάγιο του «Σάμινα», που όλη τη νύχτα δυο παλικάρια πάλευαν με τα κύματα να σώσουν ένα βρέφος. Κι όταν τους ρώτησαν ποιος τους έδωσε τόσο κουράγιο, αυτοί δείξανε το παιδί κι είπανε: —Το μωρό).
Αυτές τις μέρες που τα «τραγουδάκια του τα κατάμονα» έχουν μείνει πράγματι κατάμονα, τα φυλάμε πια εμείς.
(Από το ανέκδοτο βιβλίο Νουάρ στιγμές )