© Ίδρυμα Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή


Στις 16 Φεβρουαρίου 2026 έφυγε από τη ζωή η ιστορικός και ακαδημαϊκός Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ σε ηλικία 100 ετών. Από τη στιγμή που πάτησε τα ενενήντα συνήθιζε να επαναλαμβάνει: «Στα ενενήντα περπατώ, τα εκατό θα φτάσω και μόνο τότε θα σκεφτώ αν θέλω να γεράσω». Δεν το έλεγε κάνοντας πλάκα, αλλά επειδή είχε φτάσει σε μία ηλικία που την απασχολούσε το γήρας και την ενοχλούσε ότι δεν υπάρχει η ευθανασία στην Ελλάδα και στη Γαλλία. Με το θάνατό της απέδειξε για άλλη μία φορά ότι πραγματοποιούσε αυτό που ήθελε: ότι δεν ήθελε να γεράσει. Ήδη από την εποχή της Αντίστασης είχε κάνει σύνθημά της το «καλύτερα να πεθάνεις όρθιος, παρά να ζήσεις γονατιστός». Στο διαδίκτυο  μπορείτε να παρακολουθήσετε συνεντεύξεις ή διαλέξεις της και θα διαπιστώσετε ότι παρά τα χρόνια της διατήρησε μία ζωντάνια και μιλούσε πάντα χωρίς χειρόγραφο.
Προερχόταν από φτωχή αθηναϊκή οικογένεια, κατάφερε όμως να σπουδάσει, συνέχισε σπουδές στη Σχολή Ανωτάτων Σπουδών στο Παρίσι, αναγορεύτηκε στη Σορβόνη διδάκτορας της Ιστορίας και κατέλαβε πολλές θέσεις και τίτλους: το 1964 έγινε διευθύντρια του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών της Γαλλίας, καθηγήτρια από το 1967 του Πανεπιστημίου της Σορβόνης, διευθύντρια του Τμήματος Ιστορίας στη Σορβόνη,πρόεδρος του Πανεπιστημίου Paris I. Δίδαξε σε πανεπιστήμια της Ευρώπης και της Αμερικής και αναγορεύτηκε επίτιμη διδάκτορας πολλών πανεπιστημίων: Λονδίνου, Βελιγραδίου, Νέας Υόρκης, Χάρβαρντ κ.ά.
Η Αρβελέρ ήτανε ένας μεγάλος σταθμός στη ζωή μου. Ήμουν βοηθός καθηγητή στη Βυζαντινή Ιστορία, του αείμνηστου Ιωάννη Καραγιαννόπουλου ο οποίος την κάλεσε και μας έκανε μία διάλεξη. Είχε πολύ ζωντανό λόγο και κατάφερνε πάντα να γοητεύει το κοινό της. Πραγματικά με συγκλόνισε και όλη τη νύχτα δεν μπόρεσα να κοιμηθώ. Πάντα σχεδίαζα να συνεχίσω τις μεταπτυχιακές μου σπουδές στη Γερμανία, μετά όμως το σοκ που μου προκάλεσε η Αρβελέρ, αποφάσισα να κάνω τις μεταπτυχιακές μου σπουδές στη Γαλλία, για να την έχω καθηγήτρια. Έτσι το 1975 βρέθηκα στο Παρίσι, όπου εκτός από φοιτήτρια της Αρβελέρ έγινα φοιτήτρια και του άλλου μεγάλου βυζαντινολόγου, του Νίκου Σβορώνου.
Το μάθημά της Αρβελέρ ήταν πάντα πολύ ζωντανό και ενδιαφέρον, όμως η ίδια με απογοήτευσε, γιατί δεν δεχόταν ερωτήσεις και δεν είχε ώρες συνεργασίας με τους φοιτητές. Η απογοήτευση ενισχυόταν από τη σύγκριση με τον Σβορώνο, ο οποίος όχι μόνο δεχόταν και απαντούσε στις ερωτήσεις μας αλλά και αρκετές φορές συνεχίζαμε τη συζήτησή μας σ’ ένα καφέ.Η Αρβελέρ δέχτηκε έναν έναν τους φοιτητές  της μόνο μία φορά στο γραφείο του σπιτιού της. Και στο τέλος της χρονιάς οργανώθηκε μία εκδρομή στον πύργο της στη Νορμανδία, όπου μας τόνισε ότι όπου γυρίζει το μάτι μας είναι ιδιοκτησία της και στη συνέχεια στο τραπέζι πως ό,τι τρώμε προέρχεται από τα κτήματά της. Έτσι πληροφορήθηκα για τον ζάμπλουτο σύζυγο της, τον Ζακ Αρβελέρ, ο οποίος δέσποζε σε όλους τους πολιτικούς και πνευματικούς κύκλους του Παρισιού.
Τελευταία διάβασα κάποιες αφηγήσεις της από τα φοιτητικά της χρόνια. Αφηγείται με ιδιαίτερη ικανοποίηση ότι ο καθηγητής, ο περίφημος βυζαντινολόγος Πολ Λεμέρλ, την πήρε από το χέρι και πήγαν μαζί στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας, για να της δείξει πού είναι τα λεξικά, πώς κάνουν τα δελτία, πώς μπορεί να κρατήσει σημειώσεις. Όταν τα διάβασα αυτά μ΄ έκαναν τα ξανασκεφτώ τα όσα ανάφερα παραπάνω για τη σχέση της Αρβελέρ με τους φοιτητές της. Δεν ήταν μια απλή καθηγήτρια, ήταν η πρόεδρος της Σορβόνης και πρύτανης ―η πρώτη γυναίκα πρύτανης― και μάλλον το υπερφορτωμένο πρόγραμμά της δεν της άφηνε περιθώριο, για να αφιερώνει περισσότερο χρόνο στους φοιτητές της. Το συμπέρασμά μου επιβεβαιώθηκε όταν διάβασα τις συνομιλίες που είχε με τον Μάκη Προβατά και την Έφη Βασιλοπούλου με τον τίτλο Από μένα αυτά…. Στην ερώτηση αν συμμετείχε στο μεγάλωμα της κόρης της, απάντησε ότι έλειπε συχνά λόγω των υποχρεώσεων της ως προέδρου.

Η Αρβελέρ έχει γράψει πολλές μελέτες, αλλά αυτά που προβάλλει ως δική της συμβολή, είναι λάθος, εκτός από τη διόρθωση που προτείνει στην ευαγγελική φράση «Εὐκολώτερον γάρ ἐστι κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ῥαφίδος εἰσελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν», να αντικατασταθεί το κάμηλον=καμήλα με κάμιλον.=χοντρό σχοινί.
Η προσχώρηση του Μ. Κωνσταντίνου στο χριστιανισμό έχει προκαλέσει μία τεράστια σχετική βιβλιογραφία. Ο Κωνσταντίνος βαφτίστηκε χριστιανός λίγο πριν πεθάνει, και το πρόβλημα που προέκυψε είναι αν η προσχώρηση του Κωνσταντίνου στο χριστιανισμό έγινε από θρησκευτική πεποίθηση του αυτοκράτορα ή από πολιτική σκοπιμότητα. Η Αρβελέρ δέχεται ότι έγινε από πολιτική σκοπιμότητα. Σε πολιτική σκοπιμότητα οφείλεται μόνο η καθυστέρηση του βαπτίσματος. Ο Κωνσταντίνος με το Διάταγμα των Μεδιολάνων (313 μ.Χ.) σταμάτησε τους διωγμούς, κήρυξε την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, προστάτευσε τη χριστιανική θρησκεία και προκάλεσε τη ραγδαία εξάπλωσή της. Είχε συνειδητοποιήσει τις μεταρρυθμίσεις που χρειαζόταν η ρωμαϊκή αυτοκρατορία και προχώρησε στο χριστιανισμό που εξασφάλισε την πολιτική ομαλότητα στην αυτοκρατορία. Υπό την επίδραση της χριστιανικής θρησκείας προχώρησε, όπως έχω ήδη υποστηρίξει, στην παραχώρηση του δικαιώματος στη γυναίκα να ασκεί την αυτοκρατορική εξουσία. Και τελικά όταν βαπτίστηκε λίγο πριν πεθάνει, απέδειξε ότι όλα αυτά τα έκανε, επειδή ήταν πραγματικός χριστιανός.
Το κοσμοϊστορικό γεγονός του εκχριστιανισμού της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και κατ’ επέκταση του εκχριστιανισμού της Ευρώπης συνδέεται με τη νίκη του Μ. Κωνσταντίνου κατά του Μαξέντιου στη Μιλβία γέφυρα του ποταμού Τίβερη στις 28 Οκτωβρίου του 312. Ο βιογράφος του Μ. Κωνσταντίνου, ο επίσκοπος Καισαρείας Ευσέβιος, συνδέει τη νίκη του Κωνσταντίνου με όραμα που είδε την παραμονή της μάχης κατά το οποίο έλαβε θεία εντολή να βαδίσει κατά του εχθρού με χαραγμένο στις ασπίδες των στρατιωτών του το χριστόγραμμα, και ότι ο Κωνσταντίνος προχώρησε στη μάχη κατά του Μαξέντιου έχοντας ως λάβαρο το σταυρό και την επιγραφή «ἐν τούτῳ νίκα». Η Αρβελέρ αμφισβητεί ότι η επιγραφή ήταν ελληνική και το αποδίδει στο γεγονός, ότι ο Ευσέβιος έγγραφε ελληνικά, παραγνωρίζοντας τη σχέση, την ταύτιση του χριστιανισμού με την ελληνική γλώσσα. Ο Χριστός γεννήθηκε επί Αυγούστου, όταν είχαν διαμορφωθεί οι συνθήκες, η ρωμαϊκή ειρήνη και η κοινή ελληνική γλώσσα, για τη διάδοση του χριστιανισμού. Όλα τα χριστιανικά κείμενα γράφτηκαν στην ελληνική γλώσσα, με εξαίρεση το ευαγγέλιο του Ματθαίου, το οποίο όμως πολύ γρήγορα μεταφράστηκε από τα αραμαϊκά στην ελληνική γλώσσα. Νομίσματα που κόπηκαν μετά τη μάχη, εικονίζουν τον Κωνσταντίνο με το χριστόγραμμα με ελληνικά γράμματα στην περικεφαλαία του και επιβεβαιώνουν το γεγονός, ότι ο Κωνσταντίνος βάδισε κατά του Μαξέντιου μπαίνοντας υπό την προστασία του θεού των χριστιανών. Το γεγονός, ότι και το λάβαρο είχε την ελληνική επιγραφή «ἐν τούτῳ νίκα» το επιβεβαιώνουν, όπως έχω υποστηρίξει σε εργασία μου, νομίσματα του 7ο αιώνα. Το 612 όταν γιορταζόταν η τριακοσιοστή επέτειος της νίκης του Μεγάλου Κωνσταντίνου στη Μιλβία γέφυρα, ο αυτοκράτορας Ηράκλειος απέκτησε γιο τον οποίο ονόμασε Κωνσταντίνο και με την ευκαιρία έκοψε νομίσματα που φέρουν την ελληνική επιγραφή «ἐν τούτῳ νίκα», όταν ή γλώσσα των νομισμάτων ήταν ακόμη η λατινική. Η επιτυχία του Κωνσταντίνου οφείλεται στο ότι έβαλε τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία στην προοπτική του εκχριστιανισμού και του εξελληνισμού της. Και τα δύο, και ο εκχριστιανισμός και ο εξελληνισμός της αυτοκρατορίας συνδέονται με τη νίκη του Μ. Κωνσταντίνου στις 28 Οκτωβρίου του 312.
Το 629 σε Νεαρά του Ηράκλειου αναγράφεται ο τίτλος «βασιλεύς» που στο εξής θα είναι ο επίσημος τίτλος του βυζαντινού αυτοκράτορα. Η υιοθέτηση του τίτλου «βασιλεύς» είναι ένα ακόμη σύμπτωμα του εξελληνισμού της αυτοκρατορίας, αλλά αυτό δεν μας επιτρέπει να θεωρούμε, όπως κάνει η Αρβελέρ και πολλοί άλλοι, ότι ο εξελληνισμός της αυτοκρατορίας έγινε επί Ηρακλείου. Ο τίτλος εμφανίζεται στην 4η Νεαρά του Ηρακλείου και στα ελληνικά είναι γραμμένες και οι προηγούμενες τρεις Νεαρές του αυτοκράτορα. Ο εξελληνισμός της αυτοκρατορίας συνδέεται με τον Ιουστινιανό.
Η Αρβελέρ αποδίδει λάθος στον Ιουστινιανό, γιατί πιστεύει ότι ο Ιουστινιανός ονόμασε τους νόμους του Νεαράς, γιατί παρασύρθηκε από το λατινικό leges που είναι θηλυκού γένους. Το λάθος το κάνει όμως η Αρβελέρ, γιατί ο Ιουστινιανός δεν ονομάζει Νεαράς τους νόμους αλλά τις διατάξεις. Την απόδειξη μας τη δίνει ο κώδικας των νόμων που παρέμεινε στα λατινικά. Ο κώδικας δεν ονομάζεται codex legorum αλλά codex constitutionorum.

Όπως ήδη τόνισα, η Αρβελέρ αποτέλεσε σταθμό στη ζωή μου. Η ενασχόλησή μου με το Βυζάντιο ξεκίνησε, επειδή κολακεύτηκα που ο καθηγητής μου με πρότεινε και με διόρισε βοηθό του. Όπως ο περισσότερος κόσμος έτσι κι εγώ δεν είχα καμία εκτίμηση για το Βυζάντιο, οι σπουδές μου όμως στο Παρίσι, δίπλα στους μεγάλους βυζαντινολόγους Αρβελέρ και Σβορώνο, με έκαναν να αλλάξω γνώμη. Το Βυζάντιο δεν ήταν πια μόνο το επάγγελμά μου, αλλά ήταν και είναι το χόμπι μου.
Η Αρβελέρ ήταν πανέξυπνη και ευαίσθητη γυναίκα και με το έργο, με τις μελέτες, με τα ποιήματά της και κυρίως με τις διαλέξεις και τις συνεντεύξεις της στην τηλεόραση, έχει συμβάλλει στην αποκατάσταση του Βυζαντίου, που θεωρούνταν περίοδος κατάπτωσης και σκοταδισμού. Στο έργο της Γιατί το το Βυζάντιο τόνισε ότι αποτελεί απόδοση ιστορικής δικαιοσύνης οι μελετητές του Βυζαντίου να αποκαταστήσουν την αξία των βυζαντινών κατορθωμάτων.    ―Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τη σκεπάζει.