
Τις βροχερές μέρες του Μάρτη διαδέχτηκαν οι ηλιόλουστες μέρες του Απρίλη. Το γεγονός αυτό ήταν ικανό για μια κινητοποίηση άνευ όρων: τα κοτσύφια ανέλαβαν δράση ακροβατώντας επικίνδυνα στις κορυφές των πεύκων, μαυροκέφαλοι, μελισσοφάγοι και σπουργίτια, απογοητευμένα από το χειμωνιάτικο κρύο, ξεδίπλωσαν τα φτερά τους και τις φωλιές των χελιδονιών εγκατέλειψαν. Ήταν τέτοιες οι διεργασίες, που ακόμη και οι άνθρωποι, σχετικά αργοπορημένοι, διατάσσονταν σε μακρά σειρά, απολαμβάνοντας τα απομνημονεύματα της ανοίξεως, καθώς, εντυπωσιακά καθαρά και με φωνή στεντόρεια, μια τυχαία ονειροπόληση είχε αναλάβει να τα διαβάζει κρεμασμένη από ανθοφόρο κλαδί κουτσουπιάς. Αυτά μέχρι τη στιγμή που εμφανίστηκε ο Ιούδας. «Πάντα θα μας χαλάει το κέφι αυτός ο τύπος» είπε ένας μικρός πρόσκοπος που κατασκήνωνε κάτω από ένα αρμυρίκι, «μα είναι δυνατόν να ανέβει τόσο ψηλά η θάλασσα;» αναρωτήθηκε η μάνα του, κι όμως, όλα είναι πιθανά, αρκεί το βλέμμα να διαφύγει τού προορισμού του.