
Συναντηθήκαμε στο Μέγαρο μετά από καιρό. Στον εξώστη.
Για τον Χατζιδάκι ήταν η βραδιά, που είχε φύγει. Μείναμε μόνοι μας από κάποιους άλλους που ήταν ώς το διάλειμμα μαζί μας και κάτσαμε δίπλα στο δεύτερο μέρος. Πήγαμε και στα καμαρίνια οι δυο μας μετά, να χαιρετήσουμε τους συντελεστές.
Ήθελε να με γυρίσει σπίτι μου και κατεβήκαμε με το ασανσέρ στα βάθη του γκαράζ τού κτιρίου. Μπαίνοντας στο αυτοκίνητό της κι ανεβαίνοντας ύστερα τις απότομες στροφές, την κοίταζα. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο εποχές από τότε ως τα παλιά παραμέριζαν, στο νού μου μέσα εξαφανίζονταν, κι ως την έξοδο ήμασταν ξανά στο 1983, στον Ιανουάριό του, στον Φεβρουάριο, στον Μάρτιο. Στον Απρίλιο ήμασταν πια έξω.
Ήταν έτοιμη πάλι να με χωρίσει. Με όλο το ανάμεσά μας πια παρελθόν της τελείως μου άγνωστο. Τελείως χωρίς εμένα.
ΥΓ. Της είπα όταν καθόμαστε δίπλα-δίπλα στις θέσεις μας στο σκοτάδι πως συμπληρώναμε κοινή αύρα για την αιωνιότητα. Με ρώτησε αν το ’χα κάπου διαβάσει αυτό. Της απάντησα όχι, πως μπορούσα κάποια πράγματα να τα σκέφτομαι κι από μόνος μου.
( Από το ανέκδοτο βιβλίο Νουάρ στιγμές )