Η Στεφάνια Σαντρέλι και ο Ούγκο Τονιάτσι στον «Φασίστα» (1961)




Στη Βενετία το ’89, στο Φεστιβάλ με το «Μ’ αγαπάς;» του Πανουσόπουλου, εκτός από το βραβείο σεναρίου που χάθηκε μου είπανε μετάγια μία ψήφο κι έτσι ο Βασίλης ο Αλεξάκης, ο Πανουσόπουλος κι εγώ δεν τιμηθήκαμε κι επισήμως, υπήρξε μια στιγμή που πήραμε το κατ’ εμέ άριστο των βραβείων: στο τέλος της προβολής εκείνο το Σάββατο, όπου η αίθουσα όρθιοι μας χειροκροτούσαν επί κάποια λεπτά, στραμμένος προς το μέρος μας και χειροκροτώντας κι αυτός έντονα ήταν ο Ούγκο Τονιάτσι ο γλυκός, αυτοπροσώπως.

(Κι ένα άρθρο αντίθετο μ’ εκείνα τα πουριτανικά που επιγραφόταν «Ma tu mi ami? —e tutti restano» αν θυμάμαι καλά, αυτό ακριβώς έλεγε. Πως όλοι εκείνοι, θεατές και κριτικοί ιδίως, που μπαινοβγαίνανε στις προβολές και σπάνια μένανε ως των ταινιών το τέλος, στο «Μ’ αγαπάς;» γέμισαν την αίθουσα και μείνανε ως το τέλος και απόλαυσαν το έργο).

Κι άλλο όμως θέλω να πω. Ο Περάκης, που ήταν μαζί μας, είχε αναλάβει να βιντεοσκοπεί το ταξίδι μας εκεί, ο των σκηνοθετών κι αυτός ο υπέροχος. Μόνο μια στιγμή, στην πλατεία τού Σαν Μάρκο, για ελάχιστο χρόνο, παίρνει από τα χέρια του την κάμερα ο Πανουσόπουλος, ο μεγάλος και φωτογράφος του ελληνικού κινηματογράφου. Και ξαφνικά ο κόσμος γίνεται παραπάνω, ξαφνικά τετραπέρατος, ξαφνικά ιδιαίτερος, εκλεκτός, τελείως άλλος.

(Είχα μαζί μου κι ένα βιβλίο μου να το δώσω στην Στεφάνια Σαντρέλι, μ’ ένα κείμενο μέσα γι’ αυτήν, ο νεαρός θαυμαστής της τότε. Δεν ήταν εκεί, το έδωσα σε μια κοπέλα τής RΑΙ φίλη της, που μας ακολουθούσε. Την ημέρα που δινόταν η συνέντευξη τύπου, αυτή η κοπέλα ήρθε και μου είπε πως εκεί που καθόμουνα ακριβώς την προηγούμενη χρονιά καθόταν η Σαντρέλι. Έστω).

( Από το ανέκδοτο βιβλίο Νουάρ στιγμές )