Η σωστή πλευρά της Ιστορίας
Εξερχόμενος του θεάτρου Μαρίνσκι της Αγιοπετρούπολης, ο συνθέτης Μπόρις Γκοντούνοφ, έσφιξε συγκινημένος το χέρι του βαθύφωνου Μοδέστου Μουσόργκσκι για την επιτυχία της πολυαναμενόμενης πρώτης παράστασης της ομώνυμης όπερας.
Θα ήταν τιμή του να προσφέρει στο εστιατόριο Hermitage την περίφημη σαλάτα Olivier του Γάλλου σεφ Lucien Olivier, πλην όμως βιαζόταν να επισκεφθεί την έκθεση ζωγραφικής «Εικόνες από μια έκθεση», όπου ξεχώριζαν τα έργα των Σάμουελ Γκόλντενμπεργκ και Σμιούλ της συλλογής του προσφάτως αποβιώσαντος συλλέκτη αρχιτέκτονα Βίκτορ Χάρτμαν.
11 Νοεμβρίου 1918
Σύμφωνα με το Πρακτορείο Reuters, ο τελευταίος νεκρός του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου είναι ο 23 ετών Αμερικανός Χένρι Γκούνθερ. Σκοτώθηκε στο Chaumont-devant-Damvilliers στην Λορένη στις 10.59’ το πρωί της 11ης Νοεμβρίου 1918, ένα μόλις λεπτό πριν την κήρυξη της Ανακωχής, που υπογράφηκε σε βαγόνι τρένου στο δάσος της Κομπιένης (Compiègne).
Αναμένονται λεπτομέρειες του τραγικού γεγονότος. Στο μεταξύ, εκδόθηκε και κυκλοφορεί αναμνηστικόν δελτάριον.

Στο μεταξύ επίσης έχει επιβεβαιωθεί πως ο αγγελιοφόρος Ογκιστέν Τρεμπισόν (Augustin Trébuchon) είναι ο τελευταίος Γάλλος νεκρός του πολέμου. Έτρεχε να παραδώσει σημείωμα στους συντρόφους του ότι η Ανακωχή είχε υπογραφεί και πως μια ζεστή σούπα θα σερβιριζόταν στις 11.30’, αμέσως μετά την κατάπαυση του πυρός στις 11.00’ ακριβώς της 11ης Νοεμβρίου, ο καιρός ήταν ψυχρός και συννεφιασμένος με ομίχλη. Επικρατούσαν χειμερινές συνθήκες με υψηλές πιέσεις από αντικυκλώνα, η ζεστή σούπα ήταν απαραίτητη. Η οικογένειά του ενημερώθηκε την επόμενη μέρα, την ώρα του δείπνου με κρεμμυδόσουπα. Εκφράζουμε τα ειλικρινή μας συλλυπητήρια στην σύζυγο, τα τέκνα, τους γονείς του ήρωα.
Vive la France!

Ο Θεόκτιστος Αλεξάνδροβιτς Παλιούμποφ (Феоктист Александрович Палюбов) εισήλθε έφιππος στον περίβλεπτο ναό του Οσίου Θεοκτίστου στο Ιρκούτσκ την ώρα του ψαλμού σε ήχο δ’ «Ἐπεφάνης σήμερον ἐκ Δυσμῶν ὡς ἣλιος ἐξανατείλας» (Воссиявший με Запада подобно солнцу), αφίππευσε, έκανε τρεις φορές τον σταυρό του ταπεινώ τω τρόπω, ο αριστερός ψάλτης Θεόδοτος επιμελώς συλλάβιζε «μυστικῶς κατηύγασας τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, ἀσκητικαῖς σου φαιδρότησι, Πάτερ παμμάκαρ, Θεόκτιστε Ὄσιε.»
Αντιλήφθηκε πως ο Επίτροπος Θεόδουλος είχε σηκώσει το παγκάρι, παρόντος του καντηλανάφτη Θεόφιλου, έβγαινε από την πλαϊνή θύρα, θα χανόταν στο δάσος με τις σημύδες. «Τα λεφτά!», φώναξε.
«Ήσυχα, Θεόκτιστε», είπε ο ιερέας Θεοφύλακτος, «είναι η μέρα της γιορτής σας σήμερα» και άρχισε να λιβανίζει, εξερχόμενος της Ωραίας Πύλης, υψώνοντας το βλέμμα στον γυναικωνίτη.
Εκεί ήταν η Θεοκτίστη. Κόρη του.
