
στη Φωτεινή
Με αυτό το ασανσέρ ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς κινούνταν μεταξύ ουρανού και γης για δεκαετίες. Σε ένα σπίτι σκαμμένο μισό στα σύννεφα και μισό στα βιβλία. Ανέβαινε στη μοναξιά του στοχασμού. Κατέβαινε στο κοπάδι των ανθρώπων και στην αδερφοσύνη. ὁδὸς ἄνω κάτω μία καὶ ὡυτή. Το σώμα του μασίφ από χρόνο και αλήθεια καθώς έγερναν ολοένα οι ήλιοι. Κουβαλώντας μια μελαγχολία αριστερή για όλη του την περιουσία. Όπως στην πλάτη το σαλιγκάρι. Πηγή μιας αγαθότητας διαυγούς. Και με τους λογισμούς απλωμένους σαν σύννεφα ή σαν χαρτιά πάνω στην ωραία του όψη. Θαρρείς και το μάθημα ήταν το ίδιο του το πρόσωπο. Αυτό που ο ποιητής ονομάζει το πιο τίμιο. Και άρα πώς να χαθεί; Έτσι τον νοιώθω και τον σκέφτομαι. Παρόντα. Να συνεχίζει εκείνη την ευγενή, τρυφερή τροχιά. Σ’ ένα αστρικό ασανσέρ ίδιο με εκείνο της οδού Σπευσίππου. Με το φωτάκι του για πάντα αναμμένο.