
Μετά την Αθήνα, στάση για λίγες ώρες στο αεροδρόμιο του Αμπού Ντάμπι, πρωτεύουσα των Ενωμένων Αραβικών Εμιράτων. Πέμπτη απόγευμα, 4 Ιουνίου 2026. Πτήση ΕΥ474 της ΕΤΙΗΑD. Τελικός προορισμός άλλη μια φορά η Τζακάρτα. Μόλις μια μέρα πριν είχε καταστραφεί από επιθέσεις πυραύλων των Ιρανών ένα μέρος του διεθνούς αεροδρομίου στο γειτονικό Κουβέιτ. Την προγραμματισμένη ώρα το κατάμεστο αεροπλάνο μας ήταν έτοιμο για αναχώρηση στον προβλεπόμενο διάδρομο. Τότε ο πιλότος ανήγγειλε ότι έπρεπε να περιμένουμε σαράντα ακριβώς λεπτά, ώσπου να επιβεβαιωθεί η άδεια της ασφαλούς απογείωσης από ένα γραφείο που δεν βρισκόταν κοντά μας, αλλά στο Ομάν. Ένα κράτος που απέχει τετρακόσια περίπου χιλιόμετρα από εκεί που βρισκόμασταν. Καμιά άλλη εξήγηση. Στη σιωπή που επικράτησε σκέφτηκα ότι υπήρχε το ενδεχόμενο να επιστρέψουμε στην Ελλάδα με την πρώτη διαθέσιμη πτήση. Ήταν ασφαλώς ένα είδος αναστολής του κακού. Στο μεταξύ ο χρόνος της αναμονής άρχισε να διπλασιάζεται. Να πολλαπλασιάζεται μάλλον χωρίς έλεγχο. Ενώ οι δείκτες του ρολογιού δεν σταματούσαν να λειτουργούν, όλα έδειχναν ότι ο άλλος χρόνος, δηλαδή ο αληθινός, σαν να είχε σταματήσει ήδη κάπου σε ένα απώτερο παρελθόν. Δεν ήμουν καθόλου σίγουρος για την αντοχή στο αναποδογύρισμα της δικής μου πραγματικότητας. Δεν θυμόμουν να είχα αισθανθεί ποτέ κάτι παρόμοιο. Δοκίμαζα βέβαια να παραμείνω όσο μπορούσα νηφάλιος. Ώσπου άρχισε να κινείται το αεροπλάνο. Ύστερα από μια πτήση περίπου επτά ωρών διέκρινα καθαρά τα παρήγορα φώτα της Ινδονησίας.