
Πήγα να τον δω. —Πού είσαι, Κακίση;, μου φώναξε σαν να με μάλωνε κιόλας που είχα ξαναχαθεί. —Έλα μέσα να δεις. Βλέπω ένα ιταλικό ντοκιμαντέρ για τον Στάλιν, να το δούμε μαζί. —Μα καλά δεν έχεις αποφασίσει γι’ αυτά τα πράγματα ακόμα, Νίκο; —Εγώ έχω αποφασίσει από το ’50, εσύ πιο πολύ να δεις!
Κάθισα και βλέπαμε. Σε λίγο ο Κούνδουρος είχε αποκοιμηθεί γλυκά στην πολυθρόνα του. Τον φωτογράφισα σαν προσωπικός του παπαράτσι, τις έχω κι αυτές τις φωτογραφίες του.
Θυμήθηκα και μιαν άλλη φορά που τον είχαμε βρει με τον Πανουσόπουλο ξαπλωμένο, λόγω της μέσης του. Ο Γιώργος είχε έρθει μαζί μου να του προτείνει να γύριζε εκείνος τη Βάρδια του Καββαδία, με τον ίδιο τον Πανουσόπουλο φωτογράφο του.
Μια Κυριακή πρωί, σχεδόν πέντε η ώρα, με είχε ξυπνήσει αυτός και φώναζε στην άλλη άκρη του ακουστικού: —Όλα τα βιβλία σου είναι καλά. Γιατί δεν σε ξέρει όλη η Ελλάδα; Τι κάνεις εσύ γι’ αυτό;! —Συνεχίζω την εργασία μου κανονικά, Νίκο, τι να κάνω;, νομίζω πως του είχα απαντήσει.
Έφυγα χωρίς να τον ξυπνήσω.
( Από το ανέκδοτο βιβλίο Νουάρ στιγμές )