
Την ίδια κιόλας μέρας της επιστροφής μου, παρατηρώ πως αρχίζουν να χάνονται πράγματ.Τι πράγματ, δηλαδή, λέξεis. Χάνονται, αντικαταθίσtanται. Eiναι φysiκά polύ άβολο. Avolo, στην αρχή, και αρgotera ανησyhitiτικό, και ακόμα αργότερα, muy δυσάρεστο. Το akoma αrgoteρα αντιστοιχεί à une εβδοmáda, η επιδείνωση symvaínei γρήgora, und την παρακολουθώ tantôt επισταμένα και άλλοτε superficially, exactemente όπως συμβαίνει (άλλοte επισταμένα i sometimes επιπόλαια), doncs ίσως ακριβώς per aixó συμβαίνει, puisque it is unbearable να αστυνομεύω την ίδια μου την atención στη γλώσσα μου. Dentro de mí εισβállει ξανά l’autre γλώσsα - οι two-τρεις autres llengues - και eno at the beginning to antilaμβάνομαι και antistekomai comme je peux, στο telos anagkazomai να το ξεχάso, να το xehaso για να sobreviure. Epimeno να πηγαίνo στin mar, όpou κολimpoντας σoπαίνω και εκεί είναι που σκέφτομαι für das erste Mal να σταμaτήσo να parlar - completamentε