
Μια Αμερικανο-περσίδα ζωγράφος ήταν τότε στην Ελλάδα και κάναμε παρέα. Ήταν μ’ ένα νεαρό παιδί ηθοποιό, που μια μέρα μου είπε: —Βρε Σωτήρη, έλα να βγούμε μαζί κάνα βράδυ, να πάμε σε καμιά ταβέρνα κι οι τρεις μας, να της πεις εσύ πράγματα για την Ελλάδα που ξέρεις, γιατί όλο μας κατακρίνει κι εγώ δεν ξέρω να της απαντάω.
Βγήκαμε. Πήγαμε στα «Σκαλάκια» εδώ από κάτω, που υπάρχουν πάντοτε στο μέλλον, το επίσης εδώ. Τα κατάφερα, της έλεγα όλη την ώρα τα καλά μας, όσα είχα να πω.
Ακριβώς την ώρα που έμοιαζε να την έχω για πολλά πείσει, άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο Σόλων Γρηγοριάδης, ο ισχυρός παλιός των εφημερίδων διευθυντής, ο συγγραφέας και όχι μόνο. Μεγάλος σε ηλικία πια, βγάζοντας βόλτα τα σκυλιά του, είχε έρθει να τους πάρει φαΐ από την κουζίνα. Φαίνεται πως μόνος του στο δρόμο πολλά σκεφτόταν, σε πολλά κι εκείνου από τα δικά μας πηγαινοέρχονταν ο νους του.
Με είδε. Με ήξερε από μικρό, από τη φιλία των δικών μου με τον αδελφό του, τον Φοίβο. Ήρθε αμέσως καταπάνω μου και μ’ έπιασε από τον λαιμό στα καλά καθούμενα. Μου είπε: —Αν δεν παραδεχτείς τώρα πως είμαστε ο χειρότερος λαός στον κόσμο, θα σε πνίξω!
Τι να έκανα; Το παραδέχτηκα κι αυτό.
( Από το ανέκδοτο βιβλίο Νουάρ στιγμές )