
Άνοιξε την πρόσκληση και είπε ναι. Πήγε στο ασπρόμαυρο πάρτι μόνη, είχε πολύ κόσμο, μουσική, ποτά και σερπαντίνες. Τα φώτα αναβόσβηναν ανάλογα με το ρυθμό της μουσικής και το σαλόνι έμοιαζε με σκακιέρα. Εκείνη είχε ντυθεί μοιραία Γυναίκα φορώντας μαύρο κολλητό φόρεμα και από μέσα λευκή καρδιά. Υποσχέθηκε στον άντρα της ότι στις δώδεκα τα μεσάνυχτα θα επέστρεφε σπίτι. Το είπε, αλλά δεν το έκανε. Η ώρα πέρασε, τα μεσάνυχτα ήρθαν όπως πάντα, η γυναίκα έμεινε στο πάρτι και έζησε αυτή καλά και οι άλλοι όπως ζούσαν.