
Οι καιροί αλλάζανε ραγδαία. Οι πολυκατοικίες έκλειναν μέρα τη μέρα τον ορίζοντα. Τα μπακάλικα έβαζαν λουκέτο και στη θέση τους ξεφύτρωναν τα μεγάλα ψάρια. Η μικρή οθόνη οδηγούσε τους άντρες στα καφενεία για το γνωστό ποδόσφαιρο, και τις γυναίκες στη γειτόνισσα για τον «Άγνωστο πόλεμο». Αρραβώνες διαλύονταν για χάρη του συνταγματάρχη Βαρτάνη, καθώς οι αρραβωνιασμένες αγωνιούσαν περισσότερο για το επόμενο επεισόδιο παρά για το επόμενο ραντεβού.
Στο μεταξύ, η μεγάλη οθόνη κατέρρεε. Η Βαγγελιώ, χήρα από χρόνια, μεγάλωνε μόνη τα δυο της παιδιά. Ο γιος φοιτούσε στη Σιβιτανίδειο, η κόρη ετοιμαζόταν για το λύκειο. Σε λίγα χρόνια θα κέρδιζαν το ψωμί τους, θα έπαιρνε κι αυτή μια ανάσα, μα τώρα έπρεπε επειγόντως να βρει δουλειά. Ο χειμερινός κινηματογράφος, με τη χρυσοποίκιλτη αυλαία και τα ωραία του βελούδα, εκεί όπου χρόνια ολόκληρα κρατούσε το μπαρ, ο κινηματογράφος που στις δόξες του κουβαλούσαν τις εισπράξεις κυριολεκτικά με το τσουβάλι, τώρα πια δεν έκοβε πάνω από εφτά εισιτήρια ημερησίως. Χωρίς δεύτερη σκέψη το κτήριο δόθηκε αντιπαροχή. Ήρθανε οι μπουλντόζες και το σαρώσανε μονομιάς.
Καθώς πλησίαζε το καλοκαίρι, η Βαγγελιώ κατάφερε να καπαρώσει το κυλικείο ενός θερινού σινεμά, που ακόμη στεκόταν όρθιο, κι έχει ο Θεός. Κάθε μέρα πήγαινε από νωρίς να ποτίσει το γιασεμί και τις γλάστρες με τον βασιλικό και τα γεράνια. Με τα πολλά έπεισε τον ιδιοκτήτη να επιδιορθώσει το σιντριβανάκι μπροστά στην οθόνη και να το φωτίζει με χρωματιστά φώτα όπως παλιά. Μ’ όλα ταύτα οι πελάτες ολοένα λιγοστεύανε. Η Βαγγελιώ, μη ξέροντας τι άλλο πια να κάνει, βάλθηκε να πλένει τα χαλίκια της εισόδου, για να ‘ναι άσπρα κάτασπρα και να φαντάζουν πιο ωραία. Γονάτιζε και τα ‘παιρνε στις χούφτες της να τα τρίψει σ’ έναν κουβά με νερό και χλωρίνη. Για να μην πονάνε τα χέρια της, τα τύλιγε σε λουρίδες από ένα παλιό σεντόνι. Πολλές φορές όμως ματώνανε.