Θεωρείται αυταπόδεικτο ότι ο θάνατος δεν σημαίνει μόνον την φυσική απόληξη, αλλά και αναπόσπαστο μέρος της ζωής· La vie cest la mort / «βίος ἐστί θάνατος», έγραφε ένας σοφός ιατρός και στοχαστής στο γύρισμα του 19ου αιώνα.
Από την συνεχή ανανέωση (που θα πει αδιάκοπη νέκρωση) των κυττάρων του σώματος μέχρι την ερωτική έκσταση (που οι Ιταλοί την λένε piccola morte)· από την ανεπαίσθητη πάροδο των ωρών (που όπως Vulnerant omnes ultima necat / «όλες πληγώνουν, η τελευταία σκοτώνει», όπως μας το υπενθυμίζουν τα ωρολόγια των καθεδρικών και μαζί τους ο Καβάφης) έως την βάναυση απόδραση ή απαγωγή από κοντά μας, προσφιλών προσώπων – σωρεία γεγονότων, μικρών και μεγάλων, θλιβερών και χαρμόσυνων, υποτίθεται ότι μας προδιαθέτει να το δεχτούμε. Τότε γιατί ο θάνατος μας συλλαμβάνει πάντα ανέτοιμους; Γιατί δεν παύουμε να απορούμε –όπως ο αφελής (μα όχι τόσο) Λα Παλίς– πώς είναι δυνατόν ο πλησίον μας «πέντε λεπτά προτού πεθάνει, [να] ήταν ακόμα ζωντανός»;
Η απάντηση δεν είναι παρά μία: ο αποχωρισμός ταυτίζεται με την απώλεια. Μαζί με τον αποδημήσαντα, ένα κομμάτι του Eίναι μας – συναίσθημα, βιώματα, μνήμες – αποδημεί στην αντίπερα όχθη. Γι’ αυτό λοιπόν, με την κάθε απώλεια, οι προσώρας εναπομείναντες εδώ νιώθουμε όλο και πιο λειψοί, πιο μόνοι. Ο φόβος του να ζούμε εφεξής μέσα σε παρόμοια μοναξιά είναι αυτό που, ορθώς ή λάθος, ονομάζουμε φόβο του θανάτου.

*

Υπάρχουν όμως κάποιες σπάνιες αποδημίες που εναντιώνονται σε τούτη την διάθεση, αφού αναπληρούν τις απώλειες και καταργούν την μοναξιά στην δώθε ή στην πέρα όχθη.
Τέτοιος ο πρόσφατος θάνατος του Νάνου Βαλαωρίτη, ο οποίος σαφώς μας συνεκλόνισε, μας πόνεσε, αλλά επ’ ουδενί λόγω μας φόβισε. Εδώ και χρόνια, ο ποιητής τον κατονόμασε, στον τίτλο ενός αγγλόφωνου βιβλίου του, My alter life guaranteed· όχι «η μετά θάνατον ζωή μου» (όπως αποδόθηκε στα ελληνικά), αλλά μάλλον ο μετα-βίος μου, ο εσαεί γεμάτος έμπνευση και ελευθερία, δηλαδή η άλλη όψη της ζωής και η διαιώνισή της.
Ο ίδιος ο Νάνος το προαισθάνθηκε και το εξέφρασε γλαφυρότατα μας στο ίδιο βιβλίο:

Θα συνεχίσω άραγες να γράφω και μετά θάνατον; Έχω γράψει σε ώρα τροπικής θύελλας τις παραμονές του τέλους κι όταν το πλοίο βυθιζόταν τραγούδησα στο κατάστρωμα κι όταν γκρεμίζονταν οι πυλώνες του ναού, έκρουσα τις φωνητικές μου χορδές με την τελευταία μου πνοή…
Έγραψα σε ώρες συσκότισης λόγω διακοπής ρεύματος, σε ώρα ψυχικού κλονισμού, παγιδευμένος κάτω από χαλάσματα χωρίς αέρα κι αντικρίζοντας εκτελεστικά αποσπάσματα δικτατοριών. Έγραψα ακούγοντας εκκωφαντικές συναυλίες σκληρού ροκ και στο κρεβάτι μου όταν κοιμόμουνα: τώρα χρειάζομαι μόνο χαρτί και καλαμάρι και θα συνεχίσω να γράφω στον αιώνα τον άπαντα.

*

Ναι, Νάνο, θα τα έχεις, και το χαρτί σου και το καλαμάρι σου. Ναι, Νάνο, θα συνεχίσεις να γράφεις, διδάσκοντάς μας έμπνευση και ελευθερία. Ναι, Νάνο, «στον αιώνα τον άπαντα», δηλαδή ενόσω και οσάκις σ’ αυτόν εδώ τον τόπο θα γράφεται έστω και μιαν ελεύθερη και εμνευσμένη σελίδα που, όποιος και να την υπογράφει, το όνομά του θα είναι ψευδώνυμο του Νάνου Βαλαωρίτη.
Στον «εγγυημένον» αυτό «μετα-βίο» σου, οχι ο αποχαιρετισμός σου ταιριάζει, αλλά ένα καλωσόρισμα.

Για τον Νάνο Βαλαωρίτη βλ. και Χάρτης #1