Η Έλγκα Καββαδία στη Βιβλιοθήκη Ελευσίνας


H Έλγκα Καββαδία (1937-2021) είχε την τύχη να μεγαλώσει, από πολύ μικρή ηλικία, σε λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό περιβάλλον. Το σπίτι της οικογένειας στην Αγίου Μελετίου, όπου έμενε όταν δεν ταξίδευε και ο αγαπημένος θείος της Νίκος, ο Κόλιας για τους φίλους του, ήταν, στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής και μέχρι το 1962, πέρασμα, στέκι, και καμιά φορά καταφύγιο, για ποιητές, συγγραφείς και ζωγράφους – Σικελιανός, Κατίνα Παξινού, Χριστόφορος Νέζερ, Μέλπω Αξιώτη, Τσαρούχης, Σεφέρης, Χατζηκυριάκος Γκίκας, Μόραλης, Έλλη Αλεξίου, Γιώργος Παππάς, Μυρτιώτισσα κλπ. Με πολλούς η προσωπική σχέση συνεχίστηκε και τα μετέπειτα χρόνια.
Γαλουχήθηκε έτσι από νωρίς στα πολιτιστικά δρώμενα, και αυτό παρέμεινε σε όλη της τη ζωή το υπόβαθρο της προσωπικότητάς της.
Πολυτάλαντη ήταν η Έλγκα.
Με δίπλωμα modelling από το Παρίσι, ξεκίνησε ως βοηθός του σχεδιαστή μόδας Jean Desses στο Χίλτον όπου έρχονταν οι πελάτισσες του για δοκιμές.
Μετά ήρθε η Σχολή Καλών Τεχνών, με την γλυπτική να μονοπωλεί το ενδιαφέρον της.
Και ύστερα το magnum opus της Έλγκας – οι παιδικές και εφηβικές βιβλιοθήκες. Όλα ξεκίνησαν από τα μαθήματα βιβλιοθηκονομίας στη ΧΕΝ και την γνωριμία με την Γαλλίδα Annette Schlumberger. Και έτσι γεννήθηκε το όραμα των παιδικών βιβλιοθηκών, με πρώτη τη βιβλιοθήκη της Ελευσίνας, το 1979. Η μετέπειτα εξέλιξη άρχισε όταν έγιναν δέκα παιδικές βιβλιοθήκες σε αγροτικές περιοχές, σε συνεργασία με αγροτικούς συνεταιρισμούς. Μετά το 1984 πραγματοποιήθηκε ο μετασχηματισμός του φορέα και ιδρύθηκε το Κέντρο Παιδικών & Εφηβικών Βιβλιοθηκών, με διευθύντρια την Έλγκα Καββαδία, μέσω του οποίου ιδρύθηκαν αρχικά άλλες έντεκα βιβλιοθήκες, και μετά άλλες δώδεκα ακόμα, φτάνοντας σε σύνολο τις τριάντα τέσσερεις, σε πολλά μέρη της Ελλάδας, οι περισσότερες σε παραμεθόριες περιοχές και νησιά. Οι βιβλιοθήκες εξυπηρετούσαν 2000-2200 παιδιά την μέρα, με υλικό που συμπληρωνόταν κάθε μήνα με 40-60 βιβλία, αφίσες, δίσκους, διαφάνειες κλπ.
Το γιατί σταμάτησε η δραστηριότητα του Κέντρου είναι μια πικρή ιστορία. Πολλοί, σε θέσεις ισχύος, δεν στήριξαν το εθνικό του έργο, με αποτέλεσμα να στερέψει από πόρους, να μην μπορούν να καλυφθούν ούτε τα λειτουργικά έξοδα των υφιστάμενων βιβλιοθηκών, πόσο μάλλον να γίνουν καινούργιες. Και έτσι το Κέντρο οδηγήθηκε το 2010 σε οριστικό κλείσιμο.
Τι ήταν τελικά αυτές οι βιβλιοθήκες; Ήταν μικρές, όλες σχεδόν σε κατάλληλα διαρρυθμισμένα υφιστάμενα κτίρια. Το κύριο χαρακτηριστικό τους ήταν το δημιουργικό και καινοτόμο πνεύμα που τις διέπνεε. Τα παιδιά αποζητούσαν να βρίσκονται εκεί, γιατί οι βιβλιοθήκες είχαν στόχο να είναι «χώροι ανεξαρτησίας και αυτενεργείας». Με αρχή την επιλογή των βιβλιοθηκάριων κάθε βιβλιοθήκης που γινόταν με κύριο κριτήριο την ικανότητα στην επικοινωνία. Τα διπλώματα μετρούσαν λιγότερο. Και ύστερα ήταν τα προγράμματα. Προσωπικά φτιαγμένα από την Έλγκα, σκοπό είχαν να μπορούν τα παιδιά να «ταξιδεύουν» με προσμονή σε καινούργιους κόσμους. Ακόμα και η εικονογράφηση ήταν πρωτότυπα διαλεγμένη. Παράδειγμα τα έξι ταξίδια στη Μεσόγειο, με αφετηρία τα γραφόμενα τού Fernand Braudel, και το πρόγραμμα «Μ σαν Μόραλης». Μόνο όσοι είχαν την ευκαιρία να επισκεφθούν μια από αυτές τις βιβλιοθήκες μπόρεσαν να καταλάβουν τι είχε συντελεστεί, μόνο όσοι είδαν την Έλγκα «εν δράσει» ανάμεσα στα παιδιά και τους αφοσιωμένους βιβλιοθηκάριους, και διαπίστωναν, με τα δικά τους μάτια, το δέσιμο μεταξύ τους και το πρωτοποριακό πνεύμα που επικρατούσε. Όλοι μαζί μια οικογένεια που πίστεψε στο έργο αυτό.
Αξίζει μια ειδικότερη αναφορά στα Πομακοχώρια, και στην Θράκη γενικότερα. Με μεγάλο κόπο μπόρεσε να φτιαχτεί η πρώτη βιβλιοθήκη, στη Μύκη, παρά την γενικότερη καθοδηγούμενη άρνηση διάθεσης κτιρίων. Ήταν, έτσι, πολύ οδυνηρή για την Έλγκα η διαπίστωση ότι το 2003 η Νομαρχία Ξάνθης δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα του Κέντρου να αποκτηθεί ένα ανέλπιστα διαθέσιμο σπίτι στο χωριό Μελίβοια, το οποίο θα είχε προορισμό να λειτουργεί σαν κέντρο όλης της περιοχής, και ειδικότερα σαν αφετηρία για τις διαδρομές του Μπλε Σάκου στα χωριά. Ο Μπλε Σάκος, που η Έλγκα εμπνεύστηκε από ένα ταξίδι της στην Ινδία, είχε ήδη λειτουργήσει πειραματικά στη Θράκη με τεράστια επιτυχία, δανείζοντας σε μαθητές πολλών μειονοτικών χωριών βιβλία επιλογής τους για 15 μέρες.
Στα πιο πρόσφατα χρόνια, ήρθαν οι μεταφράσεις από γαλλικά σε ελληνικά. Τέσσερα βιβλία όλα από τις εκδόσεις Άγρα του Σταύρου Πετσόπουλου, με τον οποίο την συνέδεε μια συνεργασία πολλών ετών, από το 1985. Πρώτα με δημοσιεύματα για τις παιδικές βιβλιοθήκες, και μετά με την έκδοση όλων των βιβλίων του Νίκου Καββαδία. Χαρακτηριστικό των μεταφράσεων της Έλγκας ήταν η εντελώς προσωπική και πολύ δυναμική χρήση της Ελληνικής γλώσσας, με αποκορύφωμα το βιβλίο των Boileau και Narcejac Les Femmes Diaboliques. Μη θέλοντας να το μεταφράσει «Οι διαβολογυναίκες» όπως ήταν και το γνωστό κινηματογραφικό έργο, χρησιμοποίησε μια εντελώς δική της λέξη. Και το βιβλίο κυκλοφόρησε με τον τίτλο Οι διαβόλισσες.
Μια λιγότερο γνωστή της δραστηριότητα της ήταν για το ανέκδοτο πλούσιο αρχείο του Νίκου Καββαδία, του οποίου ήταν θεματοφύλακας με την μητέρα της Τζένια, και μετά με τον γιό της Φίλιππο.
Το κτήμα του πατέρα της στις όχθες του Λουδία, νότια από τα Γιαννιτσά, το θυμόταν πάντα. Οι επισκέψεις της εκεί, σε παιδική ηλικία, σημάδεψαν τη σχέση της με την ύπαιθρο και με τα ζώα, με αρχή τα τέσσερα κυνηγετικά σκυλιά του πατέρα της τα οποία υπεραγαπούσε. Ώσπου κάποια μέρα τραυματίστηκε κατά λάθος ένας ερωδιός. Η Έλγκα, θεληματική από τότε, απαίτησε να σταματήσει το κυνήγι στο κτήμα. Στην Αθήνα είχε πάντα μια γάτα στο σπίτι, δίπλα της μέχρι την τελευταία μέρα.
Νοιαζόταν τον συνάνθρωπό της, τον φτωχό και τον αδύναμο, ιδιαίτερα τους παραμερισμένους από την κοινωνία. Είναι χαρακτηριστικό ότι πριν πολλά χρόνια είχε βρεθεί στην Ελευσίνα αυτόπτης μάρτυρας σοβαρού τροχαίου, όπου διάφοροι ενοχοποίησαν έναν ρομά οδηγό τρίκυκλου. Η Έλγκα του έδωσε τα στοιχεία της και πήγε μάρτυρας στη Σατωβριάνδου. Μετά την αθώωση, οι ρομά που είχαν παραβρεθεί στη δίκη την σήκωσαν με το ζόρι και, με νταούλια άρχισαν να την περιφέρουν μέχρι και την αρχή της Σταδίου. Χρόνια μετά, αναγνωρίζοντας την έμφυτη κλίση των ρομά στην μουσική, οραματίστηκε μια καινοτόμο παιδική μουσική βιβλιοθήκη στον Ασπρόπυργο, με όργανα κλπ. Οικόπεδο είχε βρεθεί, προσχέδια είχαν γίνει, αλλά οι παράγοντες δεν ήταν στο ύψος των προσδοκιών.
Με γούστο, πολλές φορές αντισυμβατικό, ακόμα και στο ντύσιμο της. Και με φοβερό μάτι. Ξημερώματα πήγαινε στα γιουσουρούμ, όπου ξεχώριζε το ιδιαίτερο κι ας ήταν χαμένο ανάμεσα στα πολλά ασήμαντα.
Εκτός από το Παρίσι με το οποίο την συνέδεαν πολλά, τα ταξίδια της που μετρούσαν ήταν τα μακρινά σε άλλες ηπείρους και πολιτισμούς. Λιγότερο για τα αξιοθέατα και πολύ πιο πολύ για το ανθρώπινο στοιχείο – στους δρόμους, στα παζάρια και, όταν τύχαινε, μαζί με αυτοδίδακτους δημιουργούς. Εκεί η Έλγκα μπορούσε να χάσει την αίσθηση του χρόνου.
Είχε πολλούς καλούς φίλους, φίλους για μια ζωή. Με τους ανθρώπους των τεχνών και του πολιτισμού ήταν στο στοιχείο της – Αντώνης Κυριακούλης, Αλέξης Κυριτσόπουλος, Γιάννης Ψυχοπαίδης, Βασίλης Πετράκος, Άγγελος και Μαρία Δεληβορριά, Δημήτρης και Ελένη Καλοκύρη, Χρήστος Λάζος, Λένα Φεσσά, Ελένη Πόταγα, Λευτέρης Βογιατζής, Γιώργος Λούκος, Φαλή Βογιατζάκη, Χλόη Ομπολένσκι, Πέγκυ Ζουμπουλάκη και άλλοι πολλοί, όλοι είχαν περάσει από το φιλόξενο, περιτριγυρισμένο από βιβλία, πίνακες και αντικείμενα που αγαπούσε, σπίτι της στην Ερεχθείου.
Αμετακίνητη στα πιστεύω της, και με ελεύθερη σκέψη χωρίς βαρίδια από πουθενά, δεν χαριζόταν σε κανέναν. Το θεαθήναι τής ήταν παντελώς ξένο. Κοφτή, καμιά φορά, αλλά με χαρακτηριστικό Κεφαλλονίτικο χιούμορ, έκανε πάντα αυτό που θεωρούσε σωστό χωρίς ποτέ να επιδιώκει την δημοσιότητα. Κοίταζε παραπέρα, την μεγάλη εικόνα, και προσπερνούσε τα λιγότερο ουσιαστικά.
Βαθύτατα καλλιεργημένη και ευαίσθητη, αλλά συνάμα ανήσυχο πνεύμα και επίμονη όταν είχε ένα στόχο, είχε την ευτυχία να περιβάλλεται στη ζωή της από ανθρώπους που εκτιμούσε και την εκτιμούσαν. Άφησε έργο σε ποικίλους τομείς, λες και μια ζωή δεν της ήταν αρκετή. Πάνω απ’ όλα, η Έλγκα θα μας λείψει γι’ αυτό που ήτανε – μια γυναίκα με εσωτερική ενέργεια και λάμψη που δεν ξεχνιόταν απ’ όσους την είχαν γνωρίσει.