Μέρες που άλλες κουτσαίνουν κι άλλες σέρνονται και χρόνια που περνούν ωσότου πάρεις δυο ανάσες
Έβαλε με προσοχή το κατάλευκο ψάρι σε ένα μεγάλο ζωγραφιστό πήλινο δοχείο και το μετέφερε στον τάφο του πατέρα του
Εκείνο το πρωί σηκώθηκε, ωθούμενος απ’ την απόλυτη βαρεμάρα, προχώρησε μέχρι την πόρτα του φράχτη, έκανε ένα χρατς και την άνοιξε
Εκεί, λοιπόν, στο βάθος της τέντας, αράζω και παρακολουθώ την κίνηση.
Τι συμβαίνει όταν περπατάμε αμέριμνα στον δρόμο και αρχίζει να βρέχει με το τουλούμι;
Στέκομαι σε μια γωνία της Ιπποκράτους, με το κουτί της τούρτας στα χέρια, και παρατηρώ τα γκράφιτι στους τοίχους
Τα καναρίνια δεν ξέρουν από κινδύνους πτήσης / στουκάρουν στον τοίχο / και σπάνε τον αυχένα σαν χορευτική πιρουέτα
Από κάθε γενιά στην οικογένειά μου μια γυναίκα γεννιέται με ένα σημάδι: ένα πούπουλο στη ράχη του ώμου
Ένας «αστυνομικός» θεατρικός μονόλογος σε απόδοση ΚΩΣΤΑ ΜΑΝΤΖΑΚΟΥ
Απορούσα πώς σύχναζε στην Αττική μια τρυγόνα ...
Στοιχηματίζω πως η αδέσποτη γάτα της γειτονιάς είχε άλλα σχέδια για εκείνον...
Άνθρωποι φοβισμένοι, που καταπνίγουν πάσα προϋπάρχουσα εσωγενή αρετή με την ναρκωτική αναρχία ενός άθλιου, ζοφείδελου μεθυσιού...