Άμλεθ

Άμλεθ

————— ≈ —————

Προλογικό σημείωμα
Ανδρέας Στάικος, Εμμανουέλα Κοντογιώργου


Ουκ ολίγες φορές οι μελετητές έχουν αναζητήσει τις πηγές έμπνευσης του Σαίξπηρ για τον «Άμλετ». Όμως ποια είναι η αρχική πηγή; Πότε καταγράφηκε για πρώτη φορά ο μύθος; Η ιστορία του Άμλετ ή Άμλεθ όπως προφέρεται στις Σκανδιναβικές γλώσσες, καταγράφηκε από τον Δανό Saxo Grammaticus (Σάξων ο Γραμματικός) στα τέλη του 12ου αιώνα όταν του ζητήθηκε να γράψει τη δική του εκδοχή της ιστορίας των Δανών. Ο Saxo ήταν συλλέκτης μύθων της Δανιμαρκίας, πέρασε όλη του τη ζωή καταγράφοντας στα λατινικά τις πιο φημισμένες ιστορίες για την άνοδο και την πτώση των πιο γνωστών ηγεμόνων της πατρίδας του. Οι ιστορίες εκδόθηκαν σε δεκαέξι τόμους με τον τίτλο Gesta Danorum («Κατορθώματα των Δανών»). Η συλλογή εκδόθηκε στις αρχές του 13ου αιώνα (περί το 1208) και μεταφράστηκε στη δανική γλώσσα το 1575. Στην αγγλική γλώσσα μεταφράστηκε το 1894 από τον Oliver Elton. Αυτή η εκδοχή χρησιμοποιήθηκε για την επιμέλεια και επανέκδοση του μύθου στον συλλογικό τόμο Αφηγηματικές και δραματικές πηγές τού Σαίξπηρ καθώς και για την παρούσα μετάφραση.

Οι μελετητές του Σαίξπηρ, πιστεύουν πως ο δραματουργός διάβαζε στα λατινικά τα σημαντικότερα βιβλία της εποχής και η συλλογή του Saxo Grammaticus ήταν η μοναδική διαχρονική συλλογή των χρονικών της Δανιμαρκίας. Είναι μάλιστα πολύ πιθανό να γνώριζε τους μύθους από τα χρόνια που πήγαινε σχολείο στο Στράτφορντ· τότε οι μαθητές διδάσκονταν τη λατινική γλώσσα και έρχονταν σε επαφή με τα πιο σημαντικά κείμενα της παγκόσμιας ιστορίας που ήταν γραμμένα στα λατινικά.  
Το έπος του Άμλεθ ανήκει σε έναν πολύ συνηθισμένο τύπο ιστοριών της εποχής, τις λεγόμενες «ιστορίες εκδίκησης» (revenge tragedies), όπου ο ήρωας υποδύεται παράνοια ή ηλιθιότητα για να σώσει τη ζωή του και να έχει την ευκαιρία να πάρει εκδίκηση. Ο όρος «έπος» αναφέρεται στη σκανδιναβική λέξη «saga». Οι σκανδιναβικές saga είναι επικές διηγήσεις της αρχαίας σκανδιναβικής ιστορίας. Πρόκειται για προφορικές παραδόσεις και ένα μεγάλο μέρος της έρευνας έχει επικεντρωθεί στον διαχωρισμό της πραγματικότητας από τη μυθοπλασία. Πολλά από τα χειρόγραφα στα οποία είχαν γραφτεί οι saga στην αρχαία σκανδιναβική γλώσσα εντοπίζονται στη Δανία και τη Σουηδία. Ο ιστορικός Saxo Grammaticus, μελετητής των εν λόγω saga, κατέγραψε στα λατινικά τα πιο σημαντικά.
Ο Άμλεθ εμφανίστηκε στο Ελισαβετιανό δράμα, μέσω του εκδοτικού οίκου του Francoise de Belleforest, στη σειρά βιβλίων «Tragic Histories». Μεταξύ 1564 και 1582 εξέδωσε εφτά συλλογές τραγικών ιστοριών. Ένας ασήμαντος εκδότης, ο Belleforest, εκσυγχρόνισε την ιστορία του Saxo προσθέτοντας ποιήματα, γράμματα, εξάψαλμους, θρησκευτικές αποκλίσεις και ρομαντικές περιπέτειες. Ο Belleforest δεν καταλάβαινε το είδος της saga, την εποχή και τον ηθικό της κώδικα. Ο Σαίξπηρ είναι πιθανό να γνώριζε και αυτήν την εκδοχή.
Οι περισσότερες ομοιότητες όμως του Σαιξπηρικού Άμλετ εντοπίζονται στον «Άμλεθ», την καταγραφή του Saxo Grammaticus, και ακόμη περισσότερο στην «Ισπανική Τραγωδία» (Spanish Tragedy) του Tomas Kyd μια από τις διασημότερες τραγωδίες της ελισαβετιανής εποχής την οποία ο Σαίξπηρ είχε παρακολουθήσει αρκετές φορές το 1595, όταν η παράσταση του έργου ήταν στο απόγειό της και ασκούσε μεγάλη επιρροή.

Άμλεθ

Άμλεθ

————— ≈ —————

ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ


Εκείνον τον καιρό, δύο αδέρφια, ο Χοργουέντιλ και ο Φενγκ διορίστηκαν από τον Βασιλιά Ρόρικ της Δανιμαρκίας για να κυβερνήσουν την Γιουτλάνδη. Ο Χόργουεντιλ υπερασπίστηκε τη μοναρχία για τρία χρόνια, και μετά, για να κερδίσει περισσότερη δόξα, αφιερώθηκε στην περιπλάνηση.
Τότε ο Κολ, ο Βασιλιάς της Νορβηγίας, ζήλεψε τα υψηλά κατορθώματα και την φήμη του Χοργουέντιλ και θεώρησε πως θα ήταν σημαντική νίκη αν με τη μεγάλη του ικανότητα στην μάχη κατάφερνε να σπιλώσει την ξακουστή δόξα του περιπλανητή· έτσι άρχισε να τον παραμονεύει στις θάλασσες, έχοντας το νου του για το στόλο του Χοργουέντιλ και τελικά τον πρόφτασε.
Υπήρχε ένα νησί, μονάχο του, στη μέση της θάλασσας, το οποίο πλεύρισαν στις δύο πλευρές του οι αντίπαλοι με τα πλοία τους. Οι καπετάνιοι μπήκαν σε μεγάλο πειρασμό από την τερπνή όψη της παραλίας ενώ η ομορφιά της ακτογραμμής οδήγησε το βλέμμα τους στα θαλασσόξυλα που ξέβρασε η εαρινή παλίρροια και τους έκανε να προχωρήσουν μέσα στο ξέφωτο και να περιπλανηθούν στα απομονωμένα δάση. Η βιασύνη του Κολ και του Χοργουέντιλ να συναντηθούν τους έφερε αντιμέτωπους, χωρίς κανένα μάρτυρα.
Τότε ο Χόργουεντιλ προσπάθησε να απευθυνθεί στον βασιλιά, ρωτώντας τον με ποιόν τρόπο επιθυμούσε να πολεμήσει: « Όσο λιγότεροι πολεμούν, τόσο φανερώνεται η γενναιότητα», είπε, «γι’ αυτό το λόγο, η μονομαχία είναι ο πιο σίγουρος από όλους τους τρόπους μάχης για να κερδίσει κανείς το έπαθλο της ανδρείας μιας που βασίζεται μόνο στην γενναιότητα του καθενός, αποκλείοντας κάθε βοήθεια που μπορεί να έρθει από χέρι άλλου».  
Ο Κολ θαύμασε πόσο οξυδερκής μπορεί να είναι η κρίση της νιότης και αμέσως είπε: «Αφού μου έχεις δώσει το προνόμιο της επιλογής, πιστεύω πως είναι καλύτερα να επιλέξουμε το μόνο είδος που απαιτεί τη συμβολή των δυο μας κι έτσι μας απαλλάσσει από μια αναταραχή. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως είναι και το πιο ριψοκίνδυνο αλλά οδηγεί γρηγορότερα στο έπαθλο της νίκης. Η μονομαχία, είναι μια σκέψη που είχαμε και οι δύο και συμφωνούμε σε αυτή με τη δική μας, κοινή θέληση. Αλλά υπάρχουν ακόμη ζητήματα που παραμένουν άλυτα, γι’ αυτό πρέπει να προσέξουμε γιατί όταν κανείς ενδίδει ανέτοιμος στα πάθη του, τα προδίδει. Τις καρδιές μας τις κυριεύει το μίσος, ας τις κυριεύσει όμως και ο οίκτος που τη σωστή στιγμή θα δώσει τη θέση του στην αδιαλλαξία. Γιατί το σωστό, αυτό που προτάσσει η φύση θα μας συμφιλιώσει κι ας είμαστε αντίπαλοι με διαφορετικά κίνητρα, οι αιώνιοι νόμοι μας ενώνουν όσο κι αν η μνησικακία έχει αποξενώσει το πνεύμα μας. Ας τηρήσουμε, λοιπόν, τη συμφωνία, πως ο νικητής θα επιτρέψει όλες τις νεκρικές τιμές στον ηττημένο. Διότι, όπως όλοι γνωρίζουμε, αυτά είναι τα τελευταία καθήκοντα της ανθρωπότητας από τα οποία κανένας ενάρετος άντρας δεν μπορεί να δραπετεύσει. Ας αφήσουν οι στρατοί μας τη ματαιοδοξία κατά μέρος και να τελέσουν το μυστήριο σε αρμονία. Ας χωρίσει η ζήλεια μπρος στο θάνατο, ας θαφτεί στο μνήμα η έχθρα. Ας μη δώσουμε παράδειγμα σκληρότητας καταδιώκοντας ο ένας την τέφρα του άλλου, παρόλο που το μίσος μας έχει χωρίσει στη ζωή. Θα είναι καύχημα για το νικητή, αν οδηγήσει τον λαβωμένο του εχθρό σε βασιλική κηδεία. Ο άντρας που κάνει το καθήκον του απέναντι στον νεκρό εχθρό του, κερδίζει το θαυμασμό των ζωντανών και κατακτά τις καρδιές τους με την καλοσύνη του.
Υπάρχει ακόμη μια συμφορά, εξίσου θλιβερή, που βαραίνει τους ζωντανούς – η απώλεια κάποιου μέρους του σώματος τους· και πιστεύω πως και σε αυτήν την περίπτωση πρέπει να προσφέρουμε βοήθεια. Όσοι πολεμούν, ενώ έχουν κερδίσει τη ζωή τους, πολύ συχνά υποφέρουν από ακρωτηριασμό κι αυτή η μοίρα, είναι συνήθως πιο ζοφερή από κάθε θάνατο· γιατί στο θάνατο, δεν υπάρχει η μνήμη των πραγμάτων, ενώ οι ζωντανοί δεν μπορούν να ξεχάσουν την καταστροφή του σώματος τους. Για να προλάβουμε μια τέτοια ατυχία, ας συμφωνηθεί, πως κάθε χτύπημα θα είναι βαθύ και διαπεραστικό. Είναι ενάρετο να έχεις συμπόνια για τις συμφορές του άλλου αλλά είναι αδύνατο να ζήσεις αν λυπάσαι τον εαυτό σου. Άντρας είναι όποιος ακολουθεί τις προτροπές της φύσης, ενώ όποιος τις αψηφά είναι σαν να αυτοκτονεί».

Αφού αμοιβαία έθεσαν τους όρκους τους σε αυτούς του όρους, ξεκίνησαν τη μονομαχία. Ούτε το ασυνήθιστο της συνάντησης, ούτε η γλυκύτητα του καταπράσινου, ανοιξιάτικου τοπίου δεν ήταν τόσο ισχυρή που να μην τους αφήσει να ορμήσουν. Ο Χοργουέντιλ, από τον μεγάλο του ζήλο, άρχισε να επιτίθεται με μανία στον εχθρό αντί να καλύπτει το σώμα του· πέταξε την ασπίδα του, άρπαξε το ξίφος με τα δυο του χέρια και όρμησε. Η τόλμη του δεν τον απογοήτευσε. Η βροχή των χτυπημάτων του κατέστρεψε την ασπίδα του Κολ ενώ ένα καίριο χτύπημα την έριξε από τα χέρια του και μια αστραπιαία επίθεση βύθισε το ξίφος στην καρδιά, ρίχνοντας τον, νεκρό, στο έδαφος. Έπειτα, για να τηρήσει τη συμφωνία τους, τον έθαψε βασιλικά και έψαλλε το ύστατο “χαίρε”. Ήταν μια πομπώδης κηδεία, με μεγαλοπρέπεια και τιμές. Τότε, χωρίς καθυστέρηση, έσφαξε και την αδερφή του Κολ, Σέλα γιατί η Σέλα ήταν σπουδαία και ικανή πολεμίστρια με εμπειρία στη μάχη.

Είχαν περάσει κιόλας τρία χρόνια, γεμάτα με γενναίες πράξεις πολέμου και επιστρέφοντας στην πατρίδα, για να κερδίσει τον υψηλότερο τίτλο μαζί με την εύνοια του βασιλιά Ρόρικ, του χάρισε από τα λάφυρα τη μερίδα του λέοντος. Ο βασιλιάς εντυπωσιασμένος από τα κατορθώματά του, τον έστεψε βασιλιά της Γιουτλάνδης. Η φιλία του με τον Ρόρικ του πρόσφερε το προνόμιο να βρίσκεται κοντά στην κόρη του Γκερούθα και να εκφράζει τα αισθήματα του και στο τέλος να την ζητήσει σε γάμο. Ο βασιλιάς δέχτηκε· ένας μεγαλοπρεπής γάμος ακολούθησε και πριν περάσει ένας χρόνος, η Γκερούθα του έκανε έναν γιο, τον Άμλεθ.
Η καλή του τύχη έκανε τον Φενγκ να ζηλέψει τόσο πολύ που αποφάσισε να τον σκοτώσει, αποδεικνύοντας για ακόμη μια φορά πως η καλοσύνη κινδυνεύει ακόμη και μέσα στο ίδιο μας το σπίτι. Και ιδού, μόλις η ευκαιρία παρουσιάστηκε, το ματωμένο του χέρι πλημμύρησε από το θανατερό πάθος της ψυχής του. Έπειτα, πήρε για γυναίκα του, τη γυναίκα του αδελφού που είχε σφάξει, καλύπτοντας το φόνο με αιμομιξία. Γιατί όποιος υποκύπτει στην αμαρτία, πιο εύκολα και γρήγορα πέφτει θύμα της επόμενης, με την πρώτη να είναι πάντα κίνητρο για τη δεύτερη. Έτσι κι αυτός ο άντρας, παραδόθηκε μπρος στην τερατώδη πράξη του με τόση πονηριά που επινόησε μια ψεύτικη ιστορία γενναιότητας για να κρύψει το έγκλημα του και να αποσιωπήσει την αδελφοκτονία με μια επίδειξη ήθους. Η Γκερούθα, είπε, παρόλο που είναι τόσο καλή κι ευγενής που δεν θα προξενούσε σε κανέναν το παραμικρό κακό, είχε υποστεί το πιο ακραίο μίσος από το σύζυγο της γι’ αυτό κι εκείνος έσφαξε τον αδερφό του για να τη σώσει· γιατί η σκέψη τον γέμιζε ντροπή, μια κυρία τόσο ταπεινή και καλόψυχη να υποφέρει την βαριά καταφρόνια του συζύγου της. Δυστυχώς, τα καλοπιάσματα του πέτυχαν το σκοπό τους· γιατί στις αυλές, που συχνά οι ανόητοι ευνοούνται και προτιμώνται οι συκοφάντες, ένα ψέμα δεν έχει καμία αξία. Το ίδιο χέρι που είχε σφάξει έναν αδερφό, το έτεινε χωρίς ντροπή φιλικά προς τους δικαστές του, ξεγράφοντας χωρίς καμία ενοχή τις απεχθής και δολερές πράξεις του.
Ο Άμλεθ παρακολουθούσε τα πάντα με προσοχή αλλά φοβόταν μην τυχόν η ευστροφία του κάνει τον θείο του να τον υποψιαστεί. Έτσι, επέλεξε να προσποιηθεί ηλιθιότητα, παριστάνοντας πως είχε χάσει το μυαλό του διαπαντός. Το τέχνασμα του, όχι μόνο απέκρυπτε τη σκέψη και τα σχέδια του αλλά εγγυόταν την ασφάλεια του. Κάθε μέρα έμενε στα διαμερίσματα της μητέρας του τελείως αποχαυνωμένος και άπλυτος χτυπώντας το σώμα του στο έδαφος και πασαλείβοντας το με απαίσιες και σιχαμερές βρωμιές. Το λερωμένο του πρόσωπο και η καλυμμένη με λάσπη όψη του μαρτυρούσε μια τερατώδη και αποκρουστική τρέλα. Ό,τι έλεγε εκλαμβανόταν ως παράνοια κι ό,τι έπραττε ήταν σαν να ονειροβατούσε. Με δυο λόγια, δε θύμιζε τίποτα το ανθρώπινο, αλλά κάποια διαστροφή της φύσης που οφείλεται στο κακό ριζικό ενός ανθρώπου. Πολύ συχνά, συνήθιζε να κάθεται δίπλα στη φωτιά και ν’ αναμοχλεύει τη χόβολη με τα γυμνά του χέρια, να μετατρέπει ξύλινες ράβδους σε ακόντια σκληραίνοντάς τες στις φλόγες, δίνοντας σχήμα στις κοφτερές άκρες και κάνοντας τις λαβές να εφαρμόζουν τέλεια στο χέρι. Όταν τον ρώτησαν τι έκανε, είπε ότι προετοίμαζε μυτερά ακόντια για να εκδικηθεί τον πατέρα του. Η απάντηση του δεν χλευάστηκε από κανέναν παρόλο που όλοι οι άντρες ειρωνεύονταν το άχρηστο και γελοίο κυνήγι του· αντίθετα, η στάση αυτή βοήθησε τελικά τους σκοπούς του. Τώρα η πονηριά με την οποία αντιμετώπισε το ζήτημα αφύπνισε στους πιο διορατικούς παρατηρητές της αυλής κάποιες υποψίες για την ευφυΐας του. Η ικανότητα σε μια ασήμαντη τέχνη μαρτυρούσε το κρυμμένο ταλέντο του τεχνίτη· επιπλέον δεν μπορούσαν να πιστέψουν πως το χέρι που είχε φτιάξει μια τόσο έξυπνη κατασκευή ανήκε σε ένα άρρωστο πνεύμα. Τέλος, πάντοτε παρακολουθούσε με μεγάλη ακρίβεια τη στοίβα των πασσάλων που είχε βάλει στη φωτιά. Έτσι, κάποιοι ισχυρίστηκαν πως το μυαλό του ήταν υγιές αλλά του άρεσε να παριστάνει τον αφελή και τον χαζό για να κρύψει τις ιδέες του και να καλύψει τους βαθύτερους σκοπούς του με έναν έξυπνο αντιπερισπασμό.
Οι επιδιώξεις του, είπαν οι καλοθελητές, θα αποκαλυφθούν με ευκολία αν έριχναν στο δρόμο του μια ενάρετη γυναίκα, σε ένα απόμερο μέρος, η οποία θα παρέσυρε το μυαλό του στους πειρασμούς της αγάπης· το θυμικό ενός άνδρα φανερώνεται όταν είναι τυφλά ερωτευμένος και το πάθος του γίνεται παρορμητικό κάνοντας τον ευάλωτο στην πονηριά μιας γυναίκας. Άρα, αν όλα αυτά είναι προσποιητά, θα άρπαζε την ευκαιρία να υποκύψει αμέσως σε βίαιες απολαύσεις.
Έτσι, ανατέθηκε σε έμπιστους άνδρες να παρασύρουν το νεαρό Άμλεθ σε ένα απόμερο μέρος στο δάσος κι εκεί, να του επιτεθούν με έναν γυναικείο πειρασμό. Ανάμεσα τους έτυχε να βρίσκεται και ο θετός αδελφός του, που δεν έπαψε ποτέ να σέβεται την κοινή τους ανατροφή και εκτιμούσε περισσότερο την παλιά τους φιλία από τις τωρινές του διαταγές. Έτσι, πλησίασε τον Άμλεθ μακριά από την προσωπική του φρουρά, με το άγχος να τον προειδοποιήσει χωρίς να δημιουργήσει υποψίες· γιατί ήταν πεπεισμένος πως θα υπέφερε τα χειρότερα μαρτύρια αν τους καταλάβαιναν ή αν ο Άμλεθ έδειχνε το παραμικρό ίχνος λογικής και πάνω απ’ όλα αν υπέκυπτε ανοιχτά στην πράξη της αγάπης.
Ήταν ξεκάθαρο πια, πως ο Άμλεθ έπρεπε να τους δώσει μια καλή παράσταση. Γι’ αυτό όταν πήγε να καβαλικέψει το άλογο του, το έκανε ανάποδα, με την πλάτη του γυρισμένη στο λαιμό και το πρόσωπο ν’ αντικρίζει την ουρά ενώ πέρασε τα χαλινάρια στη μέση του λες και αυτή ήταν η φυσική στάση για να ελέγχει το βηματισμό του αλόγου του. Με αυτή την πονηριά απέφυγε τα χειρότερα και ξεπέρασε την προδοσία του θείου του. To αχαλίνωτο άτι συνέχισε να καλπάζει με τον αναβάτη του να οδηγεί την ουρά· αστείο θέαμα να αντικρίζει κανείς.
Ο Άμλεθ προχώρησε, και ξαφνικά το μονοπάτι του διασταυρώθηκε με ένα λύκο που ξεπρόβαλε μέσα από μια συστάδα δέντρων. Όταν οι σύντροφοι του είπαν πως δεν ήταν παρά ένα νεαρό πουλάρι, τους απάντησε απότομα πως ήταν λογικό να μπερδευτούν γιατί ο Φενγκ φρόντισε να μείνουν λίγα ζώα ελεύθερα στο βασίλειο του που είναι ικανά να πολεμήσουν. Όλοι έμειναν έκπληκτοι με την απάντηση του, κι όταν τον ρώτησαν, απάντησε πως είχε μιλήσει εσκεμμένα: γιατί αυτό που επιθυμούσε ήταν να ισορροπεί ανάμεσα στο τέχνασμα και την ειλικρίνεια με τόση σύνεση που ενώ μπορεί να φαινόταν πως είχε χάσει τα λογικά του, να έδειχνε στιγμές πλήρους διαύγειας και εξυπνάδας, αποπροσανατολίζοντας τους εχθρούς του.
Και πάλι το θέατρο συνεχίστηκε, κι ενώ ο Άμλεθ διέσχιζε την παραλία, οι σύντροφοί του βρήκαν ένα πηδάλιο από τα συντρίμμια ενός πλοίου και είπαν πως ανακάλυψαν ένα τεράστιο μαχαίρι. “Αυτό”, είπε ο Άμλεθ “είναι το κατάλληλο εργαλείο για να κόψει κανείς ένα τεράστιο χοιρομέρι”, ενώ στην πραγματικότητα εννοούσε τη θάλασσα, που στην απεραντοσύνη της ανήκε αυτό το μεγαλοπρεπές πηδάλιο.
Λίγο αργότερα, ενώ διέσχιζαν κάτι αμμόλοφους, τον άφησαν επίτηδες μόνο, για να βρει το σθένος να υποπέσει στο παράπτωμα της λαγνείας. Η νεαρή γυναίκα που έστειλε ο θείος του, εμφανίστηκε μπροστά του σε ένα σκοτεινό σημείο με την πρόφαση πως οι δρόμοι τους συναντήθηκαν τυχαία· εκείνος την άρπαξε και θα την ατίμαζε αν ο ετεροθαλής αδερφός του δεν τον είχε προειδοποιήσει για την συνομωσία. Εκείνος, ενώ αναλογιζόταν τον καταλληλότερο τρόπο για να παίξει μυστικά τον ρόλο του υποβολέα και να καθυστερήσει την ριψοκίνδυνη απρέπεια του νεαρού άνδρα, βρήκε ένα στάχυ στο έδαφος και το έδεσε κάτω από την ουρά μιας αλογόμυγας που περνούσε πετώντας και στη συνέχεια την οδήγησε σε εκείνο ακριβώς το σημείο που ήξερε πως βρισκόταν ο Άμλεθ: μια πράξη που εξυπηρέτησε τέλεια τον πρίγκιπα. Το σημάδι ερμηνεύτηκε τόσο πονηρά όσο στάλθηκε. Γιατί ο Άμλεθ είδε την αλογόμυγα, αντιλήφθηκε το περίεργο στάχυ που ήταν περασμένο στην ουρά της και κατάλαβε πως ήταν μυστική προειδοποίηση για να έχει τα μάτια του ανοιχτά. Θορυβημένος, διαισθανόταν την παγίδα και για να μην προδώσει τον πόθο του, πήρε τη γυναίκα στην αγκαλιά του και την έσυρε μακριά, σε ένα απόμερο και αδιάβατο βαλτοτόπι. Επιπλέον, μόλις πλάγιασαν μαζί, επικαλέστηκε την εντιμότητα της, ζητώντας να μην αποκαλύψει τίποτα σε κανέναν και αμέσως η υπόσχεση της σιωπής συμφωνήθηκε τόσο εγκάρδια όσο ζητήθηκε. Γιατί και οι δυο τους είχαν δεχτεί την ίδια ανατροφή και αυτή η κοινή εμπειρία τους κατά την παιδική ηλικία δημιούργησε οικειότητα και έφερε τον Άμλεθ και το κορίτσι πολύ κοντά.
Έτσι, όταν επέστρεψε στο παλάτι, όλοι τον ρώτησαν ειρωνικά αν είχε ενδώσει στην αγάπη κι εκείνος δήλωσε ανοιχτά πως είχε βιάσει την υπηρέτρια. Στη συνέχεια, όταν ρωτήθηκε που το έκανε, εκείνος απάντησε πως την πήρε πάνω στην οπλή ενός φορτωμένου τέρατος, σε ένα καπέλο γελωτοποιού κι ακόμη πάνω στο ταβάνι. Ο ίδιος είχε προετοιμαστεί λίγο πριν παραδοθεί στον πειρασμό, αναλογιζόμενος θραύσματα γελοίων απαντήσεων για να αποφύγει τα αληθινά ψέματα. Και παρόλο που τα χωρατά του δεν αφαίρεσαν τίποτα από την αλήθεια της ιστορίας, τα λόγια του έγιναν δεκτά με φωνές και πειράγματα από τους παρευρισκόμενους.
Η υπηρέτρια, όταν ρωτήθηκε για το συμβάν, δήλωσε πως ο πρίγκιπας δεν είχε κάνει ποτέ κάτι τέτοιο· και η άρνηση της έγινε πιο εύκολα πιστευτή όταν ανακαλύφθηκε πως κανείς από τη συνοδεία δεν είδε με τα μάτια του την πράξη. Τότε, εκείνος που είχε σημαδέψει την αλογόμυγα, θέλοντας να δείξει στον Άμλεθ πως στο τέχνασμά του χρωστούσε τη σωτηρία του, παρατήρησε πως πρέπει να υπήρχε ακόμη κάποιος που ήταν αφοσιωμένος στον Άμλεθ. Η απάντηση του νεαρού άντρα ήταν εύστοχη: Για να μη φανεί πως ξέχασε τις υπηρεσίες του πληροφοριοδότη του είπε πως είχε δει στο δάσος ένα περίεργο έντομο να πηγαινοέρχεται φορώντας το βλαστό ενός φυτού στα απόκρυφα μέρη του. Η εξυπνάδα του λόγου του έκανε τους πάντες να λυθούν στα γέλια αλλά γέμισε την καρδιά του πιστού του φίλου με χαρά.
Με αυτά τα τεχνάσματα, όλα αποσιωπήθηκαν και κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει τη σοφία του νεαρού άνδρα. Όμως ένας φίλος του Φενγκ, γεμάτος κυρίως από σιγουριά παρά δίκαιη κρίση, δήλωσε πως οι ακατανόητες πλεκτάνες ενός τέτοιου μυαλού δεν θα μπορούσαν να αποκαλυφθούν με μια χυδαία συνομωσία γιατί το πείσμα αυτού του άνδρα είναι τόσο μεγάλο που δεν γίνεται να πολεμηθεί με ήπια μέσα· ήταν τόσο πολυμήχανος που καμία μέθοδος δεν μπορούσε να τον παγιδεύσει. Συνεπώς, είπε αυτός, η δική του βαθυστόχαστη οξύτητα θα χτυπούσε με πιο διακριτικό τρόπο, ένα κόλπο καλά δοκιμασμένο για να εφαρμοστεί στην πράξη που θα αποκάλυπτε πιο αποτελεσματικά όσα επιθυμούσαν να μάθουν. Πρότεινε στον Φενγκ να προσποιηθεί πως θα έλειπε, επικαλούμενος υποθέσεις υψίστης σημασίας. Έτσι, ο Άμλεθ θα κρυβόταν στην κάμαρα της μητέρας του ενώ προηγουμένως θα είχε οριστεί ένας έμπιστος άνδρας που θα κρυβόταν στο δωμάτιο κρυφακούγοντας προσεκτικά ό,τι συζητούσαν. Γιατί αν ο γιος της έχει το ελάχιστο μυαλό δε θα διστάσει να μιλήσει ανοιχτά παρουσία της μητέρας του ούτε θα αμφισβητούσε την πίστη της γυναίκας που τον γέννησε. 
Ο έμπιστος φίλος, ενώ έμοιαζε πιο πρόθυμος να συμβουλέψει παρά να εκτελέσει το σχέδιο, με ζήλο διέψευσε τον βασιλιά του και πρότεινε τον εαυτό του στη θέση του ωτακουστή. Ο Φενγκ χάρηκε με τη σκευωρία και αναχώρησε αμέσως με την πρόφαση ενός μακρινού ταξιδιού. Χωρίς να χάσει στιγμή, αυτός που έδωσε τη συμβουλή μπήκε κρυφά στο δωμάτιο που ο Άμλεθ ήταν κλεισμένος με τη μητέρα του ενώ οι δυο τους έλλειπαν και έκρινε πως το καλύτερο ήταν να παραμονεύει κάτω από ένα αχυρένιο στρώμα.
Αλλά ο Άμλεθ είχε αντίδοτο για την προδοσία. Είχε πάντοτε το φόβο μήπως υπάρχει κάποιος που κρυφακούει, έτσι κατέφυγε στα συνηθισμένα του φερσίματα. Άρχισε να κράζει σαν φασαριόζικο κοράκι χτυπώντας πάνω κάτω τα μπράτσα του, μιμούμενος την κίνηση των φτερών. Έπειτα, καβάλησε το στρώμα κι άρχισε να χοροπηδά πάνω του, ξανά και ξανά για να δει αν κάποιος καραδοκούσε εκεί κρυμμένος. Ξαφνικά, ένιωσε ένα εξόγκωμα κάτω από τα πόδια του και τραβώντας το ξίφος του, το έμπηξε εκεί που πατούσε, καρφώνοντας αυτόν που κείτονταν εκεί. Αμέσως τον τράβηξε από την κρυψώνα του και τον έσφαξε. Μετά έκοψε το σώμα του σε κομματάκια, τα βύθισε σε βραστό νερό και μόλις έβρασαν καλά τα πέταξε στον υπόνομο για να τα φάνε τα ποντίκια ανακατεύοντας τον ελεεινό βούρκο με τα δύσμοιρα άκρα του. Έχοντας ξεφύγει από την παγίδα με αυτή τη μακάβρια πράξη επέστρεψε στο δωμάτιο. Τότε η μητέρα του που κατάλαβε τι είχε συμβεί, ξέσπασε σε γοερό κλάμα, θρηνώντας την παράνοια του γιου της χωρίς να νοιάζεται για την παρουσία του, αλλά ο Άμλεθ χωρίς να διστάσει είπε:

  «Αχρεία γυναίκα! Με τέτοιους ψεύτικους θρήνους προσπαθείς να κρύψεις την πιο βαριά ενοχή; Ακόλαστη σαν πόρνη, παρόλο που έχεις μπλεχτεί σε εναν μοχθηρό και απεχθή γάμο αγκαλιάζεις το αιμομικτικό στήθος του φονιά του ανδρός σου και προσπαθείς με σιχαμερά θέλγητρα να καλοπιάσεις αυτόν που έσφαξε τον πατέρα του γιου σου. Χωρίς αμφιβολία, αυτός είναι ο τρόπος που οι φοράδες ζευγαρώνουν με τους επιβήτορες που θριαμβεύουν πάνω στο ταίρι τους· γιατί τα ζώα, το έχουν στη φύση τους να ζευγαρώνουν αδιακρίτως και φαίνεται πως κι εσύ όπως αυτά, έχεις ξεχάσει τελείως τον πρώτο σου άντρα. Όσο για μένα, με ιδιάζοντα ζήλο φορώ τη μάσκα της παράνοιας· γιατί δεν αμφιβάλλω ούτε στιγμή πως αυτός που κατέστρεψε τον αδερφό του θα εξεγερθεί το ίδιο αδίστακτα, ενάντια σε συγγενικό αίμα. Άρα, ήταν πιο συνετό, να διαλέξω τη θαλπωρή της τρέλας παρά της λογικής και να δανειστώ λίγη προστασία από μια παράσταση απόλυτης φρενίτιδας. Όμως το φλογερό πάθος για εκδίκηση ακόμα καίει στην καρδιά μου· αλλά ζυγιάζω τις ευκαιρίες. Περιμένω την κατάλληλη στιγμή. Υπάρχει χρόνος και τόπος για όλα τα πράγματα, ενάντια σε τόσο αμείλικτο και ζοφερό πνεύμα έπρεπε να εξοικειωθώ με τις πιο σκοτεινές τακτικές του μυαλού. Κι εσύ, που θα πρέπει να είσαι ήδη απασχολημένη με τους θρήνους της δικής σου ντροπής, είναι υπερβολή να θρηνείς για τη δική μου μωρία. Εσύ άρχισε να κλαις για τις μαύρες κηλίδες που λερώνουν το δικό σου νου, όχι κάποιου άλλου. Από εδώ και πέρα, εσύ μόνο να παρακολουθείς αμέτοχη και να μένεις σιωπηλή».

  Με αυτές τις μομφές, ο Άμλεθ, ράγισε την καρδιά της μητέρας του κάνοντας την να μετανοήσει για τις πράξεις της. Η αφοπλιστική αλήθεια του γιου της την εξιλέωσε από τις αμαρτίες της και την οδήγησε στο μονοπάτι της αρετής· τώρα πια ήξερε να βάζει τα πάθη του παρελθόντος πάνω από τους πειρασμούς του παρόντος.
Όταν ο Φενγκ επέστρεψε, δεν μπορούσε να βρει πουθενά τον δόλιο κατάσκοπό του παρόλο που έψαξε πολύ ώρα και με μεγάλη προσοχή αλλά κανείς δεν τον είχε δει. Ο Άμλεθ, όταν ρωτήθηκε μεταξύ άλλων, αν τον είχε δει, απάντησε πως ο άντρας αυτός είχε πάει έναν περίπατο στον υπόνομο αλλά σκόνταψε και κατρακύλησε στον πυθμένα του· δεν υπάρχει αμφιβολία πως πνίγηκε από την πλημμύρα της βρομιάς και τελικά τον καταβρόχθισε ένας χοίρος που τριγυρνούσε εκεί κοντά. Όλοι όσοι ήταν παρόντες περιφρόνησαν το λόγο του γιατί θεώρησαν πως ήταν γεμάτος αναισθησία ενώ στην πραγματικότητα ήταν μια δημόσια δήλωση της αλήθειας.
Ο Φενγκ ήταν βέβαιος πια πως ο ανιψιός του ήταν γεμάτος δόλο και επιθυμούσε να τον βγάλει από τη μέση αλλά δεν τολμούσε να προβεί σε μια τέτοια πράξη γιατί φοβόταν την αποδοκιμασία, όχι μόνο από τον νονό του, τον βασιλιά Ρόρικ, αλλά και από τη γυναίκα του. Έτσι, είχε την ιδέα να τον σφάξει ο Βασιλιάς της Βρετανίας, ώστε κάποιος άλλος να έκανε την πράξη κι εκείνος άμεμπτος να προσποιηθεί αθωότητα. Ήταν τόση η επιθυμία να κρύψει τη βαναυσότητα του, που προτιμούσε να αμαυρώσει τη φήμη του φίλου του παρά να ντροπιαστεί ο ίδιος.  
Ο Άμλεθ, κατά την αναχώρηση του, έδωσε μυστικά οδηγίες στη μητέρα του, να στολίσει την τραπεζαρία με νέα ταπισερί και πίσω της να κρεμάσει σχοινιά γεμάτα κόμπους και ένα χρόνο μετά να του κάνει μια δήθεν κηδεία. Δύο ακόλουθοι του Φενγκ τον συνόδευαν κρατώντας μια επιστολή χαραγμένη σε ξύλο – ένα είδος γραφικής ύλης πολύ συνηθισμένο τα παλιά χρόνια· η επιστολή διέταζε το βασιλιά των Βρετανών να θανατώσει τον νεαρό που του έστελνε. Ο Άμλεθ βρήκε την ευκαιρία ενώ οι σύντροφοί του αναπαύονταν και έψαξε τα πανωφόρια τους. Πολύ γρήγορα βρήκε την επιστολή και διάβασε τις οδηγίες του θείου του. Κατόπιν, έσβησε ό,τι ήταν γραμμένο στην επιφάνεια και το αντικατέστησε με νέους χαρακτήρες αλλάζοντας τον σκοπό της επιστολής· ανέστρεψε την καταδίκη του και την έστρεψε στους συντρόφους του. Όχι μόνο δεν ικανοποιήθηκε που αφαίρεσε από τον εαυτό του την εντολή του θανάτου και μετέθεσε τον κίνδυνο σε άλλους αλλά πρόσθεσε και μια έκκληση προς το Βασιλιά της Βρετανίας: να επιτρέψει το γάμο της κόρης του με τον νεαρό πρίγκιπα που ερχόταν να τον συναντήσει, έναν άνδρα από υψηλή γενιά, με αδιάβλητο χαρακτήρα. Όλα αυτά βέβαια κάτω από την υπογραφή του θείου Φενγκ.

Είχαν φτάσει πια στη Βρετανία. Οι απεσταλμένοι πήγαν αμέσως στο βασιλιά και του έτειναν την επιστολή που υποτίθεται πως ήταν το μέσο για να εξοντωθεί ο Άμλεθ, ενώ στην πραγματικότητα προμήνυε θάνατο για τους ίδιους. Ο βασιλιάς τη διάβασε με προσοχή και χωρίς να αποκαλύψει τίποτα, τους φέρθηκε ευγενικά και φιλόξενα. Τότε ο Άμλεθ γεύτηκε όλη την ομορφιά ενός βασιλικού δείπνου όπως ένας ανίκανος να εκτιμήσει τις γεύσεις, γεύεται ένα εκλεκτό έδεσμα και με φέρσιμο πολύ αλλόκοτο, απείχε από το ποτό όπως κι από το φαγητό. Άπαντες, έμειναν έκπληκτοι που ένας νεαρός αλλά και ξένος περιφρονούσε τις προσεκτικά μαγειρεμένες, λεπτεπίλεπτες συνταγές μιας βασιλικής διατροφής που πρόσφερε αυτό το βασιλικό δείπνο, λες και ήταν το ψιλοκομμένο τουρσί ενός ζητιάνου. Έτσι, όταν η γιορτή διαλύθηκε, ο βασιλιάς αποχαιρέτησε τους φίλους του και έστειλε έναν άνδρα στο υπνοδωμάτιο να κρυφακούσει, μήπως μάθαινε κάτι από τις μεταμεσονύχτιες συζητήσεις των καλεσμένων του.
Την ίδια στιγμή, όταν οι δύο ακόλουθοι τον ρώτησαν γιατί απείχε από τη γιορτή προηγούμενος, ο Άμλεθ απάντησε πως το ψωμί ήταν γεμάτο αίμα κι ακόμη πως υπήρχε μια αψάδα μετάλλου στο ζωμό, ενώ τα κρέατα της γιορτής ανέδιδαν τη δυσωδία από ανθρώπινο κουφάρι. Σα να μην έφταναν αυτά, είπε πως ο βασιλιάς είχε δουλικό βλέμμα και η βασίλισσα συμπεριφορά υπηρέτριας. Άσκησε κριτική, με ακραίες προσβολές, όχι τόσο για την εορτή αλλά για τους οικοδεσπότες. Πολύ σύντομα, οι ακόλουθοι, χλευάζοντας τον για το γνωστό ψεγάδι του μυαλού του, άρχισαν να τον εμπαίζουν με θρασείες αποδοκιμασίες, γιατί κατηγόρησε άξια και καθώς πρέπει πράγματα ενώ επιτέθηκε με την αγένειά του σε έναν ένδοξο βασιλιά και μια κυρία με τόσο εκλεπτυσμένη συμπεριφορά, ανταμείβοντας τους με τις πιο επαίσχυντες προσβολές, αυτούς που αξίζουν κάθε έπαινο.
Ο υπηρέτης που κρυφάκουγε, μετέφερε όλη τη συζήτηση στο βασιλιά και δήλωσε πως κάποιος που μπορούσε να λέει τέτοια πράγματα είχε την πιο θανάσιμη σοφία ή την πιο θανάσιμη ανοησία. Αυτός ο υπηρέτης, κατάφερε με λίγες λέξεις να συλλάβει το βάθος του Άμλεθ. Στη συνέχεια, ο βασιλιάς κάλεσε τον θαλαμηπόλο και τον ρώτησε από που προμηθεύονταν το ψωμί. Ο θαλαμηπόλος είπε πως το είχε φτιάξει ο προσωπικός φούρναρης του βασιλιά. Έπειτα τον ρώτησε που μεγάλωνε το σιτάρι με το οποίο έφτιαχναν το ψωμί και αν υπήρχε εκεί κάποιο σημάδι ανθρωποσφαγής. Εκείνος απάντησε πως υπήρχε ένα χωράφι, όχι πολύ μακριά, γεμάτο από αρχαία οστά σφαγμένων αντρών που ακόμα έφερε ξεκάθαρα όλα τα σημάδια μιας σφαγής του μακρινού παρελθόντος. Μάλιστα ο ίδιος είχε φυτέψει το χωράφι με σπόρους κατά την εαρινή παλίρροια καθώς πίστευε πως ήταν πιο καρπερό από τα υπόλοιπα και ήλπιζε σε μια άφθονη συγκομιδή. Έτσι, απ’ όσο ήξερε το ψωμί είχε αρπάξει μια αδιόρατη οσμή από την αιματοχυσία. Μόλις το άκουσε αυτό, ο βασιλιάς, υπέθεσε πως ο Άμλεθ έλεγε την αλήθεια και για να είναι σίγουρος προσπάθησε να μάθει και από που ήρθε το λαρδί. Ο θαλαμηπόλος ομολόγησε πως οι χοίροι του, από αμέλεια, είχαν ξεστρατίσει και έπεσαν με τα μούτρα πάνω στο σάπιο κουφάρι ενός ληστή, έτσι το χοιρινό τους ίσως να είχε αλλοιωμένη γεύση. Ανακαλύπτοντας πως η κρίση του Άμλεθ ήταν και αυτή τη φορά σωστή, ρώτησε τι περιείχε ο ζωμός που ανακάτεψαν τα φαγητά. Μόλις άκουσε πως ο ζωμός έγινε με αλεύρι και νερό, διέταξε να του δείξουν το σημείο που βρισκόταν η πηγή και τους έβαλε να σκάψουν το χώμα της. Προς μεγάλη του έκπληξη, βρήκε χιλιάδες σκουριασμένα σπαθιά, άρα η έντονη, μεταλλική μυρωδιά οφείλονταν στα μολυσμένα ύδατα.
Ο βασιλιάς, βλέποντας πως ο Άμλεθ είχε δώσει τις σωστές εξηγήσεις για την κακή ποιότητα της γεύσης, διακρίνοντας τόσο εύκολα καλά κρυμμένα μυστικά και μαθαίνοντας για το δουλικό βλέμμα που του είχε προσάψει, αναρωτήθηκε μήπως κι αυτό ήταν μια υπόνοια αλήθειας. Ανησύχησε, μήπως υπήρχε κάποιο μελανό σημείο σχετικά με τη γέννηση του και πραγματοποίησε αμέσως μυστική ακρόαση με τη μητέρα του για να τη ρωτήσει ποιος ήταν ο αληθινός του πατέρας. Εκείνη απάντησε πως δεν είχε υποκύψει σε κανέναν άνδρα, παρά μόνο στο βασιλιά. Όταν όμως την απείλησε πως θα την οδηγούσε σε δίκη για να της αποσπάσει την αλήθεια, ομολόγησε πως ο βασιλιάς ήταν ο γόνος ενός δούλου. Με τα πειστήρια που είχε αποσπάσει εκβιαστικά, λύθηκε όλο το μυστήριο της συμπεριφοράς του Άμλεθ. Αμήχανος όπως ήταν από την τόση ντροπή για τη χαμηλή του καταγωγή, αλλά γοητευμένος από την ευφυία του νεαρού άνδρα, πήγε να τον βρει και τον ρώτησε γιατί κακολόγησε πως η βασίλισσα είχε τη συμπεριφορά μιας υπηρέτριας. Αλλά καθώς απεχθανόταν οι καλοί τρόποι της γυναίκας του να γίνονται αφορμή μεταμεσονύχτιου κουτσομπολιού με έναν ξένο, αποφάνθηκε λογικά πως η μητέρα της ήταν υπηρέτρια. Ο Άμλεθ όμως, με διακριτικό τρόπο, –δείχνοντας πως όταν το επιθυμεί έχει τους λεπτούς τρόπους που αρμόζουν σε έναν ευγενή– του είπε πως είχε παρατηρήσει επάνω της τρία ψεγάδια που μαρτυρούσαν πως είχε τη διαγωγή υπηρέτριας. Πρώτον, έκρυβε το λαιμό της μέσα στην κάπα της όπως κάνουν οι υπηρέτριες, έπειτα, σε μια στιγμή, μάζεψε το φόρεμα της για να περπατήσει και τρίτον, όταν νόμιζε πως κανείς δεν κοιτούσε, σκάλισε με μια ακίδα τα υπολείμματα φαγητού που είχαν κολλήσει σε ένα κενό ανάμεσα στα δόντια της. Επιπλέον, για να τον καθησυχάσει, ανέφερε πως η μητέρα του είχε υψηλή γενιά και έγινε σκλάβα μετά από την αιχμαλωσία της οικογένειας της, έμοιαζε έτσι δουλοπρεπής μόνο στις συνήθειές της αλλά σε καμία περίπτωση στη γενιά της.
Τότε ο βασιλιάς, ένιωσε ευλογημένος με τη σοφία του Άμλεθ, λες και είχε κάποια θεϊκή έμπνευση και χωρίς δεύτερη σκέψη του έδωσε την κόρη του για γυναίκα του, ενώ δέχτηκε ως εγγύηση μόνο το λόγο του, σαν να ήταν μαρτυρία εξ ουρανού. Επιπλέον, για να εκπληρώσει την προσταγή του φίλου του, καταδίκασε τους συντρόφους του Άμλεθ σε θάνατο δι’ απαγχονισμού και εκτέλεσε τη διαταγή με το πρώτο φως της αυγής. Ο Άμλεθ, προσποιήθηκε προσβολή και αντιμετώπισε αυτή τη χειρονομία καλοσύνης σαν αδικία γι’ αυτό έλαβε από το βασιλιά ως αποζημίωση λίγο χρυσό, τον οποίο στη συνέχεια έλιωσε στη φωτιά και με άκρα μυστικότητα τον έχυσε σε δύο κούφιες ράβδους.
Όταν πέρασε έναν ολόκληρο χρόνο με το βασιλιά και τη νέα του γυναίκα, έλαβε άδεια να ταξιδέψει και επέστρεψε στην πατρίδα του κουβαλώντας από όλον τον ανεκτίμητο πλούτο που τώρα πια του ανήκε, μόνο τις δύο ράβδους χρυσού. Με την άφιξη του στη Γιουτλάνδη, αντάλλαξε την παρούσα όψη του με την παλιά του φυσιογνωμία, αυτή που είχε υιοθετήσει για ενάρετους σκοπούς· τον εσκεμμένο παραλογισμό που μέχρι τώρα του είχε σώσει τη ζωή. Καλυμμένος με βρωμιές, εισχώρησε στην αίθουσα του θρόνου τη στιγμή που τελούνταν η ίδια του η κηδεία, αφήνοντας τους πάντες εμβρόνητους και διαλύοντας μεμιάς τη λανθασμένη φήμη πως πέθανε στα ξένα. Τελικά, ο τρόμος μετατράπηκε σε γέλιο και οι καλεσμένοι άρχισαν να πειράζουν ο ένας τον άλλον γιατί σε αυτόν που στην τελευταία του τελετή υπέβαλλαν τα σέβη τους, εμφανίστηκε μπροστά τους με σάρκα και οστά.  
Όταν τον ρώτησαν για τους συντρόφους του, εκείνος έδειξε τις ράβδους που κουβαλούσε και είπε: «Εδώ είναι ο ένας, εδώ κι ο άλλος». Τα λόγια του, παρόλο που φάνηκαν ανόητα στους παρευρισκόμενους δεν απείχαν πολύ από την αλήθεια καθώς οι ράβδοι είχαν μέσα τους την αποζημίωση για τους δύο νεκρούς, ήταν λοιπόν σαν να αντιπροσώπευαν τους ίδιους.  
Στη συνέχεια, θέλοντας να φέρει μια πιο εύθυμη διάθεση στη συντροφιά, πλησίασε τους οινοχόους και επιμελώς ανέλαβε το καθήκον να βάζει τα ποτά. Μετά, για να ανοίξει το δρόμο με ασφάλεια προς την επίτευξη του σχεδίου του, πήγε στους λόρδους και τους πρόσφερε επίμονα τη μια βαρελίσια μπύρα μετά την άλλη, τους βύθισε τόσο βαθιά μέσα στο κόκκινο κρασί που δεν μπορούσαν να πάρουν τα πόδια τους από τη μέθη· χωρίς να το καταλάβουν, έμειναν να αναπαυτούν στο παλάτι, κάνοντας για κρεβάτι τους το μέρος που πριν λίγο ξεφάντωναν.
Τότε, κατάλαβε πως όλοι βρίσκονταν εκεί που πρέπει για να φέρει εις πέρας την πλεκτάνη του και να επιτύχει, μια για πάντα, το σκοπό του. Έτσι, πήρε από το δωμάτιο της μητέρας του τα μυτερά παλούκια που είχε ετοιμάσει εδώ και καιρό και γύρισε στην αίθουσα που ήταν καλυμμένη με τα κορμιά των ευγενών που ανάσαιναν βαριά μέσα στον ύπνο τους και τη διαφθορά τους. Έπειτα, έκοψε τα σημεία που συγκρατούσαν τους κόμπους που η μητέρα του είχε πλέξει και κρεμάσει πίσω από τις ταπισερί κατά μήκος του τοίχου. Την κατασκευή αυτή με τους γερούς κόμπους, την έριξε πάνω στους κοιμισμένους και πέρασε ανάμεσα τους τα μυτερά παλούκια, μετά τους έδεσε πάνω τους με τόσο άλυτα και ισχυρά δεσμά που κανένας άνδρας όσο σκληρά κι αν πάλευε δε θα έβρισκε τρόπο να σηκωθεί. Όταν τελείωσε και με αυτό, έβαλε φωτιά στο παλάτι. Οι φλόγες εξαπλώθηκαν, σκορπίζοντας την πύρινη λαίλαπα παντού. Δημιούργησαν έναν πύρινο κλοιό κατά μήκος του οικήματος, κατέστρεψαν το παλάτι και τους έκαψαν όλους ζωντανούς, είτε στον ύπνο τους είτε ενώ προσπαθούσαν να σωθούν.
Στη συνέχεια, πήγε στα ιδιαίτερα διαμερίσματα του Φενγκ, ο οποίος είχε αποσυρθεί εδώ και ώρα μαζί με την ακολουθία του και κοιμόταν αμέριμνος στα μεταξένια κλινοσκεπάσματα που κάποτε κοιμόταν ο αδερφός του. Πολύ προσεκτικά, ο Άμλεθ ξεκρέμασε ένα ξίφος που κρεμόταν στον τοίχο ακριβώς πάνω από το σημείο που κοιμόταν και το αντικατέστησε με το δικό του. Μετά, ξύπνησε το θείο του, του είπε πως οι γαλαζοαίματοι αριστοκράτες του, αυτή τη στιγμή τυλίγονταν στις φλόγες και πως ο Άμλεθ ήταν εδώ για να τον βοηθήσει, οπλισμένος με τις παλιές του δολοπλοκίες και με ακόρεστη τη δίψα για εκδίκηση, που έπρεπε να είχε παρθεί προ πολλού, για το θάνατο του πατέρα του.  
Ο Φενγκ, στο άκουσμα όλων αυτών, πετάχτηκε από το κρεβάτι του αλλά ο Άμλεθ τον έκοψε στα δύο με το ίδιο του το σπαθί ενώ εκείνος προσπαθούσε να τραβήξει το άλλο που ήταν σφηνωμένο για τα καλά στον τοίχο. Ο ανδρείος Άμλεθ, αυτός που αξίζει την αιώνια δόξα, πονηρά οπλισμένος με την πρόφαση της παράνοιας, κάλυψε μια σοφία πολύ υψηλή για να τη συλλάβει ανθρώπινος νους, κάτω από τη μεγαλειώδη μεταμφίεση της ηλιθιότητας! Όχι μόνο βρήκε τους πιο επιδέξιους τρόπους για να προστατέψει τον εαυτό του αλλά με την καθοδήγηση εκείνου που οι άλλοι θεωρούν τρέλα, βρήκε την ευκαιρία να εκδικηθεί τον πατέρα του. Με αυτή την επιδέξια άμυνα για τον ίδιο, και τη σφοδρή εκδίκηση για τον πατέρα του, δε μένει παρά να αναρωτηθούμε αν θα δώσουμε το προβάδισμά στο πνεύμα του ή στη γενναιότητα του.




[ Το ΔΕΥΤΕΡΟ ΒΙΒΛΙΟ στο επόμενο τεύχος ]